Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ: ΠΩΣ Η ΧΟΥΝΤΑ ΑΠΕΛΥΣΕ ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ , ΕΝ ΜΙΑ ΝΥΚΤΙ, ΤΡΙΑΝΤΑ (30) ΔΙΚΑΣΤΕΣ, ΙΣΟΠΕΔΩΝΟΝΤΑΣ ΚΑΘΕ ΕΝΝΟΙΑ ΔΙΑΚΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΕΞΟΥΣΙΩΝ


ΚΑΙ Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΘΕΙΣΑ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ  ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΜΕ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ , ΠΟΥ ΕΜΕΙΝΑΝ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ



                 

  Το φαινόμενο της ευμενούς στάσης ενός μέρους της σύγχρονης κοινής γνώμης προς την Χούντα
  Τον τελευταίο καιρό, λόγω της οικονομικής κρίσης ,...
σε συνδυασμό άλλοτε  με την άγνοια των περισσοτέρων ως προς το τι ήταν η χούντα της περιόδου 1967-1974, οφειλόμενη είτε στο ότι  δεν έζησαν τότε  , είτε στο ότι  δεν φρόντισαν να διαβάσουν και γενικά  πληροφορηθούν  γι' αυτή και άλλοτε γιατί πολλοί σπεύδουν να δώσουν μία επιπόλαιη  απάντηση υπέρ της χούντας, ως έκφραση αποδοκιμασίας τών , κατ' αυτούς υπεύθυνων για την οικονομική κρίση , πολιτικών , εμφανίζεται ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας να δηλώνει ότι "επί χούντας περνούσαμε καλύτερα". 
  Διευκρινίζεται:  ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας, όχι η πλειοψηφία, η οποία, όπως φαίνεται, εξακολουθεί να σκέφτεται ψύχραιμα και νηφάλια, παρά το ότι διερχόμαστε την γνωστή οικονομική κρίση, η οποία παντού και πάντοτε ως πρώτο θύμα έχει την πίστη των ανθρώπων προς την Δημοκρατία και τους  θεσμούς της.
Η πλήρης περιφρόνηση της χούντας προς την διάκριση των εξουσιών και την Δικαιοσύνη
    Σχετικό , λοιπόν , με την παραπάνω χουντική περίοδο, είναι κι ένα ιστορικό θέμα, το οποίο καταδεικνύει το πως, εκείνο το καθεστώς, αν και "ήπιο" συγκρινόμενο με ολοκληρωτικά καθεστώτα όπως το ναζιστικό , το φασιστικό και  το κομμουνιστικό καθώς και πολλά άλλα ανελεύθερα καθεστώτα , δεν έπαυε να ήταν ένα στυγνό καθεστώς ανελευθερίας και αυθαιρεσίας , στο οποίο κανένας πολίτης δεν μπορούσε να έχει εμπιστοσύνη ακόμη και στην κατάληξη μίας απλής υπόθεσής του , ενώπιον της Δικαιοσύνης, αφού η χούντα , με τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο, εξ αρχής έδειξε ότι δεν σέβεται την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και  παρενέβη ωμά  στην λειτουργία της, φτάνοντας στο σημείο, με αυθαίρετες αποφάσεις του "Υπουργικού Συμβουλίου" της  να διώκει λειτουργούς της και να καταργεί δικαστικές αποφάσεις.
Οι απολύσεις δικαστών από την χούντα
   Ένα επιμέρους επεισόδιο  στην τακτική αυτή της Χούντας ήταν η εντελώς αυθαίρετη, με απόφαση του "Υπουργικού Συμβουλίου" της, εν μία νυκτί,  απόλυση τριάντα (30) δικαστών, οι περισσότεροι από τους οποίους απολύθηκαν,  κατ' επίκληση είτε  της βαπτισθείσας σε "κομμουνιστική" συμμετοχής τους,  κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής, σε αντιστασιακές οργανώσεις, όπως το ΕΑΜ,   αποδεικνύοντας έτσι τα στελέχη της χούντας το έμφυτο μίσος τους εναντίον όλων όσων  πολέμησαν τους γερμανούς και τους ντόπιους συνεργάτες τους , είτε της προσπάθειας δημιουργίας συνδικαλισμού στον χώρο των δικαστών , είτε  άλλων αόριστων λόγων. 
     Η ουσία, όμως, ήταν  ότι οι περισσότεροι από τους εν λόγω δικαστές, το μόνο έγκλημα,  που είχαν διαπράξει, ήταν ότι εμφορούνταν από δημοκρατικά φρονήματα  και  ότι,  σε κρίσιμες πολιτικά υποθέσεις , κυρίως προδικτατορικά,  είχαν εφαρμόσει τον νόμο , ενεργώντας σύμφωνα με την συνείδησή τους.
    Αυτό ήταν το έγκλημά τους!!!
    Και φυσικά στην ίδια σειρά των γεγονότων εντάσσεται το ότι, όταν προς στιγμή οι μεθοδεύσεις της χούντας ανατράπηκαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας , η χούντα  δεν δίστασε να καταργήσει και τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις και να απολύσει  τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, που εξέδωσε αυτές τις ιστορικές αποφάσεις ,  τον αείμνηστο δικαστή, διανοητή και πρώτο Πρόεδρο της Δημοκρατίας μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας , το 1974, Μιχαήλ  Στασινόπουλο, αποδεικνύοντας με τον πιο περίτρανο τρόπο ότι επρόκειτο για ένα στυγνό εγκληματικό δικτατορικό καθεστώς. 
   Αλλά ας δούμε πως έχουν τα γεγονότα: 
Απόφαση απόλυσης δικαστών με Συντακτική Πράξη 
και απόφαση του χουντικού "Υπουργικού Συμβουλίου"   

  Συγκεκριμένα, η χούντα , περίπου ένα  έτος μετά την επικράτησή της , αποφασίζει να εκδιώξει από το δικαστικό σώμα μη αρεστούς σε αυτήν δικαστές, παρεμβαίνουσα ευθέως και ωμά στην λειτουργία της Δικαιοσύνης
       Εξυπακούεται ότι , εάν υποτεθεί ότι κάποιοι δικαστές είχαν υποπέσει σε πειθαρχικά αδικήματα , θα ήταν δυνατόν να τους επιβληθούν οι δέουσες πειθαρχικές κυρώσεις, μεταξύ των οποίων ασφαλώς και η απόλυση, όμως  με απόφαση δικαστηρίου και όχι του χουντικού "Υπουργικού Συμβουλίου".
   Συγκεκριμένα η χούντα, ακόμη και με βάση το αυθαίρετο και παράνομο καθεστώς της, που κατέλυσε βίαια την δημοκρατία, με την Β' Συντακτική Πράξη του "Υπουργικού Συμβουλίου" της, που εξέδωσε στις 5.5.1967 (εδώ) , για να δημιουργήσει μία επίφαση νομιμότητας, υποτίθεται ότι δεν είχε καταργήσει το Σύνταγμα του 1952 , αλλά είχε αναστείλει την ισχύ ορισμένων διατάξεών του, ήτοι αυτές  των άρθρων 5,6, 8, 10, 11, 12, 12, 95, 97, 99 παρ. 2 και 101, απονέμοντας, βέβαια,  με την Α' Συντακτική Πράξη της ίδιας ημέρας (εδώ) , στην ίδια και συγκεκριμένα στο "Υπουργικό Συμβούλιο" της , την αρμοδιότητα να ασκήσει την συντακτική εξουσία, δηλαδή να εκδίδει πράξεις συνταγματικού χαρακτήρα και να καταρτίσει Σύνταγμα . 
    Όμως το άρθρο 88 του Συντάγματος του 1952 (εδώ) ρητώς προέβλεπε την ισοβιότητα των αρεοπαγιτών, εφετών και πρωτοδικών καθώς και την μονιμότητα των εισαγγελέων , αντιεισαγγελέων, ειρηνοδικών και πταισματοδικών , μη δυναμένων να παυθούν ει μη μόνον με αιτιολογημένη, δικαστική απόφαση, δημόσια συνεδριάζοντος δικαστηρίου , λόγω ποινικής καταδίκης ή πειθαρχικών παραπτωμάτων ή νόσου ή ανεπάρκειας.
      Όμως δεν επρόκειτο περί αυτού. 
   Η χούντα επιθυμούσε να εξαπολύσει πογκρόμ κατά δικαστών, τους οποίους, κατά κανόνα, θεωρούσε εμπόδιο στα σχέδια της, και ταυτόχρονα να τρομοκρατήσει τους υπόλοιπους,  ενώ για κάποιους από τους απολυθέντες,  ενήργησε και εκδικητικά, λόγω του παρελθόντος τους, είτε αυτό συνίστατο στην συμμετοχή τους στην εθνική αντίσταση , είτε στο ότι εμφορούνταν από δημοκρατικά φρονήματα είτε διότι με συγκεκριμένες δικαστικές ενέργειές τους, είχαν αποτελέσει το κόκκινο πανί για όσους απεργάζονταν την θανάτωση της Δημοκρατίας. 
    Έτσι , με μία Συντακτική Πράξη , την ΚΔ' της 28.5.1968 (εδώ) , που δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μία πράξη του χουντικού "Υπουργικού Συμβουλίου", τέθηκε , υποτίθεται, το  νομοθετικό πλαίσιο , για τις εν λόγω απολύσεις και συγκεκριμένα ( κατά το προηγούμενο ανάλογης Συντακτικής Πράξης της κυβέρνησης Τσαλδάρη του έτους 1935, αμέσως μετά το αποτυχημένο κίνημα της 1 Μαρτίου του 1935, για την εκκαθάριση της Δικαιοσύνης από βενιζελικά στοιχεία, ήτοι της Β' Συντακτικής Πράξης της 1.4.1935, ΦΕΚ Α/113/1.4.1935  ΕΔΩ , η οποία και αυτή είχε ακολουθήσει το προηγούμενος ίδια ενέργειας της κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου του έτους 1917, όταν με το από 14.6.1917 Βασιλικό Διάταγμα , που εκδόθηκε ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου , με σκοπό την εκκαθάριση της δικαιοσύνης από βασιλικά στοιχεία, ανέστειλε για  ένα έτος τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 88, 89,90 περί δικαστικών και εισαγγελικών υπαλλήλων καθώς και κάθε άλλης διάταξης, που αφορούσε τον διορισμό, την μετάθεση και την παύση τους- ΦΕΚ 115/Α/1917 ΕΔΩ)  ορίστηκαν τα εξής:   α) ότι αίρονται για τρεις (3) ημέρες από την δημοσίευση της, οι προβλεπόμενες από το Σύνταγμα του 1952 (ορισμένες διατάξεις του οποίου, όπως προελέχθη, είχε υποτίθεται διατηρήσει σε ισχύ η χούντα)  ισοβιότητα και η μονιμότητα των δικαστών, οι οποίοι θα ήταν δυνατόν, εντός του τριημέρου αυτού , να απολυθούν , β) ότι οι απολύσεις αυτές των δικαστών θα μπορούσαν να γίνουν με βασιλικό διάταγμα , που θα εκδιδόταν από το  χουντικό "Υπουργικό Συμβούλιο"  κατόπιν προτάσεως  του ίδιου προς τον εαυτό του !!!,  γ) ότι οι απολύσεις αυτές θα γίνονταν εφόσον "κρινόταν" ότι  οι απολυόμενοι δεν έχουν το απαιτούμενο ηθικό κύρος για την άσκηση του λειτουργήματός τους ή  ότι  δεν εμφορούνταν από υγιείς κοινωνικές αρχές ή ότι  η εν γένει στην κοινωνία ή το δικαστικό σώμα συμπεριφορά τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται προς τα καθήκοντα και την αξιοπρέπεια του λειτουργήματός τους, με αποτέλεσμα την μείωση του κύρους τους και δ) ότι, κατά τρόπο γνήσια "χουντέικο",  κατά των πράξεων αυτών απολύσεως δεν επιτρεπόταν η άσκηση προσφυγής ή αίτησης ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας , ούτε αγωγή για αποζημίωση ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων.
     Με απλά λόγια: αποφασίστηκε από το χουντικό "Υπουργικό Συμβούλιο", δηλαδή από όργανο υποτίθεται της εκτελεστικής εξουσίας (κατ' ουσία επρόκειτο για εγκληματίες, που είχαν παράνομα καταλάβει την εξουσία) ,   να απολύσει το ίδιο, καταργώντας την διάταξη του άρθρου  88 του Συντάγματος του 1952, την οποία, υποτίθεται, είχε μέχρι τότε "σεβαστεί",   όποιους δικαστές θα αποφάσιζε ότι πρέπει να απολύσει , με κριτήρια , που το ίδιο αυθαίρετα έθεσε και  επίσης αυθαίρετα θα εξειδίκευε για κάθε απολυόμενο,   χωρίς ο απολυόμενος δικαστής  να έχει το δικαίωμα να ζητήσει τον δικαστικό έλεγχο της απόλυσής του!!!
    Έχουμε , δηλαδή, ένα κλασικό παράδειγμα του τι σημαίνει χούντα. 
    Για να μην υπάρξει κάποια παρανόηση διευκρινίζεται ότι η εν λόγω Συντακτική Πράξη δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μία απόφαση του ίδιου του χουντικού "Υπουργικού Συμβουλίου", την οποία ονόμασε "Συντακτική Πράξη" , διότι καταργούσε τις περί ισοβιότητας και μονιμότητας των δικαστών διατάξεις του Συντάγματος του 1952. 
  Στην συνέχεια , το χουντικό "Υπουργικό Συμβούλιο",  κατ' εφαρμογή της παραπάνω ΚΔ' Συντακτικής Πράξης , που το ίδιο είχε θέσει σε ισχύ  , με το από 29.5.1969 Βασιλικό Διάταγμα (εδώ) , που το ίδιο εξέδωσε !!!, κατόπιν προτάσεως, προς τον εαυτό του !!! , απομάκρυνε από το Δικαστικό Σώμα τριάντα (30) δικαστές και συγκεκριμένα:  1) τον ίδιο τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Στυλιανό Μαυρομιχάλη, ο οποίος προφανώς δεν ήταν αρεστός στην χούντα , 2) τον αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Αναγνωστόπουλο , 3) τον αρεοπαγίτη Χρήστο Αποστολόπουλο, 4) τον αρεοπαγίτη Δημήτριο Μαργέλο, 5) τον αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παπαϊωάννου, 6) τον αρεοπαγίτη Αντώνιο Φλώρο, 7) τον αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Τούση, 8) τον πρόεδρο εφετών Ιωάννη Ανδρουτσόπουλο, 9) του πρόεδρο εφετών Κωνσταντίνο Χριστοδουλιά, 10) τον εφέτη Δημήτριο Θεοδοσόπουλο, 11) τον εφέτη Λεωνίδα Κατσιάρα, 12) τον εισαγγελέα εφετών Αθανάσιο Γκαζέτα, 13) τον αντιεισαγγελέα εφετών Παύλο Δελαπόρτα, 14) τον πρόεδρο πρωτοδικών Γεώργιο Κώνστα, 15) τον πρόεδρο πρωτοδικών Αντώνιο Πρόκο, 16) στον εισαγγελέα πρωτοδικών Δημήτριο Βουρνά, 17) τον εισαγγελέα πρωτοδικών Γεώργιο Ξενάκη, 18) τον εισαγγελέα πρωτοδικών Δημήτριο Παπαντωνίου, 19) τον εισαγγελέα πρωτοδικών Αθανάσιο Τρίπα, 20) τον εισαγγελέα πρωτοδικών Αλέξανδρο Φλώρο, 21) τον εισαγγελέα πρωτοδικών Μιχαήλ Συμπεθέρου, 22) τον πρωτοδίκη Αναστάσιο Ατματζίδη, 23) τον πρωτοδίκη Γεώργιο Βελή, 24) τον πρωτοδίκη Χρίστο Σαρτζετάκη, 25) τον πρωτοδίκη Ιωάννη Τσιρίκο, 26) τον πρωτοδίκη Νικόλαο Χατζάκη, 27) τον πρωτοδίκη Βασίλειο Κιλάκο, 28) τον πρωτοδίκη Βασίλειο Αποσκίτη, 29) τον πρωτοδίκη Σπυρίδωνα Λυμούρη και 30) τον αντιεισαγγελέα πρωτοδικών Ιωάννη Τούμπανο.
    Οι λόγοι, τους οποίους επικαλέστηκε η χούντα για την απομάκρυνσή τους, δημοσιοποιήθηκαν και μέσω του τύπου  (βλ.εφημεριδα "Μακεδονία" της 30.5.1968 εδώ ) και συνίσταντο, σχεδόν στο σύνολο των περιπτώσεων,  σε όσα παραπάνω αναφέρονται, δηλαδή α) στην συμμετοχή δήθεν σε κομμουνιστικές οργανώσεις κατά την διάρκεια της κατοχής, δηλαδή στην αντίσταση προς τον κατακτητή, συνήθως μέσω του ΕΑΜ, β) στην προσπάθεια δημιουργίας συνδικαλισμού στον χώρο των δικαστών και γ) στην υποτιθέμενη εκδήλωση υπέρ κάποια πολιτικού κόμματος.
    Ενδεικτικές περιπτώσεις απολυθέντων
    Μεταξύ  των απολυθέντων δικαστών μπορώ να ξεχωρίσω τις παρακάτω περιπτώσεις: 
----του Ανδρέα  Τούση, αντιεισαγγελέα  του Αρείου Πάγου , ο οποίος , όπως φαίνεται, αποτελούσε "καρφί στο μάτι" της χούντας λόγω του άψογου τρόπου, με τον οποίο άσκησε τα καθήκοντά του, με πιο γνωστές ενέργειες του, μεταξύ άλλων την σύλληψη του περιβόητου  Μάξ Μέρτεν, την οποία διέταξε  ως επικεφαλής του Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου  και  την εισήγησή του,  ως αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου,   στην πειθαρχική υπόθεση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και  πρώτου πρωθυπουργού της χούντας Κωνσταντίνου Κόλλια , υπέρ της απόλυσής του  , κατ' αποδοχή σχετικού εγγράφου του Υπουργείου Δικαιοσύνης,  λόγω των παράνομων παρεμβάσεών του προς τον ανακριτή της υπόθεσης της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη, τον Χρήστο Σαρτζετάκη , όπως προκύπτει από την ΑΠ  92/1965 (πρώτο μέρος και δεύτερο μέρος) .  
-----του Χρήστου Σαρτζετάκη , του γνωστού Ανακριτή στην υπόθεση της δολοφονίας στην Θεσσαλονίκη, στις 22.5.1963 , του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη , ο οποίος, με δικαστικά  άψογο τρόπο,  αποκάλυψε τους δολοφόνους και δεν δίστασε να προφυλακίσει αξιωματικούς της Χωροφυλακής λόγω εμπλοκής τους στην υπόθεση. Πρόκειται, φυσικά, για τον ίδιο δικαστή , που εν συνεχεία, μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, έφτασε μέχρι το αξίωμα του αρεοπαγίτη και εκλέχτηκε στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας
 ----- του Αντωνίου Φλώρου , ο οποίος , όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της παραπάνω  υπ' αριθμ. 92/1965  απόφασης του Αρείου Πάγου, διεξήγαγε την έρευνα κατά του Κωνσταντίνου Κόλλια και κατέληξε σε επιβαρυντικό γι' αυτόν πόρισμα. 
----- του Αλέξανδρου Φλώρου, αδελφού του παραπάνω, ο οποίος , σύμφωνα με τις παραδοχές της ίδιας της Χούντας, κατά την κατοχή είχε αναπτύξει αντιστασιακή δράση , η οποία βαφτίζεται "κομμουνιστή" , γεγονός που φυσικά αποκαλύπτει τον ταγματασφαλίστικο γενετικό κώδικα των στελεχών της χούντας. Πρόκειται για τον δικαστή , που μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας , έφτασε μέχρι το αξίωμα του αρεοπαγίτη, τιμήθηκε από τους συναδέλφους του, εκλεγόμενος πρόεδρος του Συλλόγου των Συνταξιούχων Δικαστικών Λειτουργών και διετέλεσε υπηρεσιακός υπουργός Δημοσίας Τάξεως στις εκλογές του 1985. 
-----του Παύλου Δελαπόρτα, αντιεισαγγελέα Εφετών, ο οποίος επίσης τίμησε τον δικαστικό κλάδο, με το να  υπηρετεί  το δίκαιο, με ανθρωπισμό,  στις δύσκολες μετεμφυλιακές εποχές και ο οποίος , για την Χούντα , διέπραξε ένα ακόμη σοβαρό "έγκλημα": ως αντιεισαγγελέας Εφετών ήταν εποπτεύων στην ανάκριση για την δολοφονία του Λαμπράκη, αντιστεκόμενος στις παρεμβάσεις του παρακράτους , που εκδηλώθηκαν με  την παρέμβαση του μετέπειτα χουντικού πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Κόλλια και εν συνεχεία , ως εισαγγελέας της έδρας στην συγκεκριμένη δίκη, πρότεινε την ενοχή των περισσότερων κατηγορουμένων, χωρίς , όμως, η πρότασή του να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο (σχ. εδώ ).  
------ του Γ. Κώνστα, προέδρου Πρωτοδικών, ο οποίος , μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, έφτασε μέχρι το αξίωμα του Προέδρου του Αρείου Πάγου 
------του Δημητρίου Μαργέλου , ο οποίος επίσης , μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, κατέλαβε  το αξίωμα του Προέδρου του Αρείου Πάγου. 
-----του Στυλιανού Μαυρομιχάλη, ο οποίος είχε γράψει πλήθος νομικών μελετών και είχε διατελέσει υπηρεσιακός πρωθυπουργός κατά την περίοδο 29.9.1963 – 8 .11.1963) 
--- του Γεωργίου Ξενάκη, ο οποίος, ως εισαγγελέας Κω,  αντέταξε σθεναρή αντίσταση στην παρέμβαση  του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κόλλια, σε σχέση με υπόθεση , που αφορούσε την διανομή από την ΕΡΕ προκηρύξεων, που στρέφονταν κατά του εθνικού νομίσματος και στην κατάθεση του οποίου, μεταξύ άλλων, στηρίχθηκε η απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης για την επιβολή πειθαρχικής ποινής εξάμηνης αργίας στον  εισαγγελέα  Κόλλια (περισσότερα εδώ).
     Πρέπει να επισημανθεί ιδιαίτερα ότι το μένος της χούντας κατά των παραπάνω δικαστών ήταν τόσο μεγάλο, έτσι ώστε με το ΝΔ 192/29.5.1969 (εδώ) τους στέρησε ακόμη και την δυνατότητα  να ασκήσουν δικηγορία, επιχειρώντας να τους αποκλείσει από  κάθε μέσο βιοπορισμού.  

Δικαστική προσφυγή κατά των παραπάνω απολύσεων- Έκδοση ιστορικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας , που τις ακύρωσε. 
     
    Οι περισσότεροι από τους παραπάνω δικαστές (για την ακρίβεια 21 επί του συνόλου των 30) πρόσβαλαν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας  την πράξη της απόλυσής τους και το Συμβούλιο της Επικρατείας , λειτουργώντας ως ένας φάρος ελευθερίας μέσα στο σκοτάδι της χούντας , έκανε δεκτές τις αιτήσεις ακυρώσεως των δικαστών και ακύρωσε την απόλυσή τους, με τις υπ' αριθμούς 1811/1969 έως 1831/1969     αποφάσεις του , το κοινό σκεπτικό των οποίων, που ως βάση έχει την παραβίαση   του θεμελιώδους  δικαιώματος  της ακροάσεως παρατίθεται στην υπ' αριθμό 1811/1969 απόφαση (εδώ)  και  συνοπτικά έχει ως εξής: 
     Επειδή το δικαίωμα ακροάσεως παντός κρινομένου προσώπου, αποτελεί γενικωτέραν και θεμελιώδη αρχήν του δικαίου, διασφαλίζουσαν το στοιχειώδες δικαίωμα υπερασπίσεως, και εφαρμοστέαν κατ' αρχήν εν πάση ευνομουμένη Πολιτεία. Λαμβανομένης υπ' όψιν της τοιαύτης γενικής εφαρμογής του κανόνος τούτου, δεν δύναται να συναχθή αποκλεισμός της εφαρμογής αυτού εκ της σιωπής της ΚΔ' Συντ. Πράξεως περί του θέματος της ακροάσεως. Τουναντίνον, σταθμιζομένου του άκρως επαχθούς χαρακτήρος του εν τη Συντ. Πράξει ΚΔ' προβλεπομένου μέτρου της απολύσεως ισοβίων δικαστικών λειτουργών και δη δια τους εν αυτή προβλεπομένους σοβαρούς λόγος απολύσεως, ως και της εν τη αυτή Συν. Πράξει ΚΔ' ενυπαρχούσης ρητής αξιώσεως όπως ενεργηθή, προ της απολύσεως, έρευνα των στοιχείων των αναφερομένων εις τους κρινομένους δικαστικούς λειτουργούς, συνάγεται κατά την κρίσιν του δικαστηρίου τούτου, ότι εν τη Συντ. Πράξει ΚΔ' ενυπάρχει επιταγή όπως το δικαίωμα παντός κρινομένου όπως τύχη και απλής έστω ακροάσεως πριν ή αποφασισθή η απόλυσίς του, παραμείνη σεβαστόν και απαραβίαστον, τούτο δε ιδία μετά το νεώτερον ν.δ. 192, δημοσιευθέν τη 29 Μαΐου 1969, δια του οποίου , θεσπισθέντος εν όψει άλλων συνεπειών της κατ' εφαρμογήν της ΚΔ' Συντ. Πράξεως απολύσεως, εκδηλούται νέα νομοθετική βούλησις αναγνωρίζουσα εις την απόλυσιν ταύτην πειθαρχικήν χροιάν, ης ένεκα κατ' εξοχήν η ακρόασις. Ούτως η επιταγή της προηγουμένης ακροάσεως ενυπάρχει εν αυτή τη Συντ. Πράξει ΚΔ', ως ιδία αυτής επιταγή, και δη είτε αυτοτελής, είτε ως τμήμα της εν τη ιδία Συντ. Πράξει ΚΔ' προβλεπομένης ερεύνης των περί των κρινομένων δικαστικών λειτουργών υπαρχόντων στοιχείων. Η τοιαύτη επιταγή της Συντ. Πράξεως ΚΔ' στοιχεί προς γενικόν κανόνα τεθέντα ολίγον προ της ΚΔ', δια της Συντ. Πράξεως ΚΑ', ήτις παρεχώρησε το δικαίωμα ακροάσεως εις πάντας τους εν αυτή αναφερομένους δημοσίους υπαλλήλους, απολυθέντας δυνάμει Συντ. Πράξεων, εις ους παραχωρεί το δικαίωμα τούτο επί τω ρητώς εν τη ΚΑ' αναγραφομένω σκοπώ, όπως δοθή εις τους υπαλλήλους τούτους η ευχέρεια να υπερασπίσωσιν εαυτούς (άρθρον 1, παρ. 2 της Συντ. Πράξεως ΚΑ'). Εξ απάντων των ανωτέρω προκύπτει ότι εις την Συντ. Πράξιν ΚΔ' δεν δύναται ν' αποδοθή βούλησις καταργήσεως του θεμελιώδους δικαιώματος ακροάσεως, ειδικώς εις βάρος των δικαστικών λειτουργών. Τέλος, η βραχεία προθεσμία της αναστολής της δικαστικής ισοβιότητος δεν αποτελεί πρόσκομμα εις την λύσιν ταύτην, διότι και εντός της προθεσμίας ταύτης θα ήτο δυνατή κατά την κρίσιν του δικαστηρίου τούτου, η πραγματοποίησις μιας απλής έστω ακροάσεως, ιδία εάν αύτη περιωρίζετο εις εκείνα μόνο τα πρόσωπα, καθ' ων προέκυψαν κατ' αρχήν επιβαρυντικά στοιχεία. Ούτως η αξίωσις προς ακρόασιν υφίσταται ως όρος εγκείμενος εν αυτή τη Συντ. Πράξει ΚΔ', ούτινος η παράβασις παραδεκτώς προτείνεται κατά τα νενομολογημένα.- Επειδή εκ των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτει και δεν αμφισβητείται υπό της Διοικήσεως, ότι της αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου δεν προηγήθη η κατά τα άνω επιβαλλομένη ακρόασις, τούτο δ' ένεκα η απόφασις αύτη τυγχάνει ακυρωτέα επί παραλείψει ουσιώδους τούτου όρου, του προβλεπομένου εν τη Συντ. Πράξει ΚΔ', ακυρωτέον δ' εν συνεχεία και το επ' αυτής στηριχθέν και επίσης προσβαλλόμενον Διάταγμα απολύσεως του αιτούντος.-

    Κατάργηση των δικαστικών αποφάσεων και απόλυση του Προέδρου του Δικαστηρίου , που τις εξέδωσε !

       Παρά την έκδοση, όμως, των παραπάνω αποφάσεων, η χούντα δεν πτοήθηκε    
    Έτσι , όπως αρμόζει σε  ένα γνήσιο ανελεύθερο καθεστώς,  κατ' αρχάς με δηλώσεις του ίδιου του αρχιπραξικοπηματία και "πρωθυπουργού" Γεωργίου Παπαδόπουλου, που δημοσιεύτηκαν στον τύπο (εδώ και εδώ),  στηλιτεύτηκε δημόσια η παραπάνω απόφαση, γενόμενος  ο δικτάτορας σχολιαστής του δικαίου και δηλώνοντας "Η τοιαύτη ενέργεια του Συμβουλίου της Επικρατείας αποτελεί πρωτοφανή εις τα παγκόσμια δικαστικά χρονικά εκτροπήν εκ των αρχών της νομιμότητας και απόπειραν προκλητικής επαναβιώσεως μεθόδων συναλλαγής, αυθαιρεσίας και αυτοδικίας, την κατάλυσιν των οποίων επηγγέλθη και επραγματοποίησεν η επανάστασις",  ζητώντας ταυτόχρονα την παραίτηση του προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, τον οποίο έτσι απέλυσε.

    Πρόεδρος ήταν ο  μέγας νομομαθής και διανοητής Μιχαήλ  Στασινόπουλος,  ο οποίος, όπως είναι γνωστό, υπήρχε  πανεπιστημιακός καθηγητής , ακαδημαϊκός, συγγραφέας νομικών , λογοτεχνικών και ιστορικών βιβλίων, ακαδημαϊκός και πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το έτος 1974. 
   Εν συνεχεία η χούντα , με νομοθετικό διάταγμα , που βέβαια εξέδωσε η ίδια δια του "Υπουργικού Συμβουλίου" της,  το 228/2.7.1969 (εδώ) κατάργησε  τις παραπάνω δικαστικές αποφάσεις. 
     Αυτή ήταν η χούντα. 
     Ένα ανελεύθερο και αυταρχικό καθεστώς, που κυβέρνησε την Ελλάδα με την αυθαιρεσία.