Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ'- ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΙΚΡΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

"Δυστυχισμένε μου λαέ καλέ και αγαπημένε.
                                                                       
     Πάντα ευκολόπιστε και πάντα προδομένε"   
 

        
 Ως γνωστόν, τον τελευταίο καιρό επανήλθε με ένταση, και μάλιστα επίσημα, το,  προβαλλόμενο πλέον  ως αίτημα του ελληνικού κράτους έναντι της Γερμανίας, θέμα των εκ του πολέμου και της κατοχής προς την χώρα μας υποχρεώσεων της Γερμανίας , το οποίο εμφανίζεται υπό το διττό περιεχόμενο, δηλαδή  α) των πολεμικών επανορθώσεων  και β) της απόδοσης από την Γερμανία στην χώρα μας του αποκαλούμενου   "αναγκαστικού κατοχικού δανείου".
    Μάλιστα κάποιοι από όσους εμφανίζονται  ως "ειδικοί" επί του θέματος διαχωρίζουν τις δύο παραπάνω περιπτώσεις , αφήνοντας να εννοηθεί ότι πιο εύκολη είναι η διεκδίκηση του παραπάνω δανείου, λόγω του ότι από αυτό απορρέουν συμβατικές υποχρεώσεις για την Γερμανία έναντι της  Ελλάδας , πρόκειται δηλαδή για ένα δάνειο, διεπόμενο από τους κανόνες του  ιδιωτικού  ή του διεθνούς  δικαίου  ή και των  δύο μαζί , από τους οποίους πηγάζει  συμβατική υποχρέωση  της Γερμανίας προς την Ελλάδα,  άσχετη , όπως επίσης αφήνουν να εννοηθεί , προς τις μη δυνάμενες να διεκδικηθούν επιτυχώς πολεμικές αποζημιώσεις.
   Έτσι, ...
μετά την "Τράπεζα της Ανατολής", κάποιοι μέτοχοι της οποίας θα χάριζαν στην χώρα μας περίπου 300 δις ευρώ, τους εξ Αμερικής ομογενείς μας , που κι αυτοί θα μας χάριζαν 300 δις ευρώ περίπου, αρκεί να αλλάζαμε το Σύνταγμά μας κατά τις ορέξεις τους, τα πετρέλαια , που θα μετατρέψουν την χώρα μας σε Σαουδική Αραβία και εμάς σε σεΐχηδες , τα έσοδα από τα οποία πάλι προϋπολογίζονται από κάποιους περίπου στα 300 δις ευρώ , να που ήλθε στο προσκήνιο και το θέμα των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων και , με ιδιαίτερη έμφαση, της απόδοσης του κατοχικού γερμανικού δανείου , το ύψος του οποίου κάποιοι υπολογίζουν περίπου (τι σύμπτωση !!!) σε 300 δις ευρώ.
     Είναι , λοιπόν, κι αυτό ένας "κρυμμένος θησαυρός" από τους τόσους και τόσους, που γέννησε η οικονομική κρίση ή πρόκειται για μία ιστορική εκκρεμότητα , για την οποία ήλθε το πλήρωμα του χρόνου να παύσει να υφίσταται και η Ελλάδα να λάβει ένα μεγάλο ποσό, το οποίο δικαιούται;
   Πρέπει ένα κράτος να διεκδικεί αυτά, που δικαιούται, έστω κι αν το κράτος,  κατά του οποίου στρέφεται η διεκδίκηση , είναι ισχυρότερο ή όταν αυτή η διεκδίκηση διακυβεύει άλλα αγαθά, όπως αυτό της διεθνούς συνεργασίας;
    Πρέπει κατ αρχήν  να τονιστεί  ότι  ένα κράτος, που θέλει , όπως και οφείλει,  να διαφυλάττει το κύρος του στο εσωτερικό και το εξωτερικό του , δεν απεμπολεί κανένα δικαίωμα του. 
    Ενδεχομένως, για λόγους διεθνών σχέσεων, να πρέπει να επιλέξει την κατάλληλη στιγμή για να προβεί  στην έναντι άλλων κρατών άσκηση  των δικαιωμάτων  του, κι αυτό είναι ζήτημα της πολιτικής.
      Όμως ποτέ δεν παραιτείται των δικαιωμάτων του
    Ταυτόχρονα , όμως,  δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η εκ μέρους ενός κράτους δημιουργία ανύπαρκτων και αθεμελίωτων αξιώσεων ή μη δυνάμενων να ικανοποιηθούν μέσω του διεθνούς δικαίου και των από αυτό προβλεπόμενων διεθνών οργάνων,  επίσης μειώνει το κύρος του κράτους στον διεθνή χώρο  και δημιουργεί τον κίνδυνο ένας λαός να οδηγηθεί σε διάψευση των "φουσκωμένων" από λαϊκιστές ελπίδων και προσδοκιών του  ή ,πολύ χειρότερα, σε μία κατάσταση, την οποία θα εκλάβει ως εθνική ταπείνωση.
     Η επίσημη ανακίνηση του θέματος από την ελληνική κυβέρνηση
    Η επίσημη ανακίνηση του θέματος από την ελληνική κυβέρνηση, ουδόλως πείθει ότι τα παραπάνω έχουν σοβαρά σταθμιστεί. 
   Ιδίως όταν αυτής της κυβέρνησης προεδρεύει ένας γνωστός για τον τυχοδιωκτισμό του πολιτικός, ο Αντώνης Σαμαράς και την στηρίζει ένα κόμμα, το ΠΑΣΟΚ, που, υπό την σημερινή ηγεσία του , σπεύδει να προτείνει έως και νόμους για την διάθεση των εσόδων από τους  ακόμη μη εξευρεθέντες, πολύ δε περισσότερο αντληθέντες,   υδρογονάνθρακες !!!, υιοθετώντας έτσι εν μέρει την φαντασιακή πολιτική φιλολογία της ακροδεξιάς (το υπόλοιπο μέρος της φιλολογίας αυτής θέλει οι υδρογονάνθρακες να έχουν μείνει ανεκμετάλλευτοι λόγω των "προδοτών πολιτικών"). 
    Επιπλέον, ουδείς μπορεί να αρνηθεί ότι η ανακίνηση τώρα του θέματος αυτού έχει άμεση σχέση με την τρέχουσα πολιτικο -οικονομική συγκυρία, κατά την οποία έχει μόνιμα και συστηματικά καλλιεργηθεί στην χώρα μας όχι απλά ένας  αντιγερμανισμός αλλά ένα μίσος κατά των βορειοευρωπαϊκών χωρών συλλήβδην !!! και το οποίο η ελληνική κυβέρνηση, μέσω της παραπάνω κίνησής της, επιδιώκει είτε να οικειοποιηθεί , "κλέβοντας" ψήφους από τους λεγόμενους "αντισυστημικούς" αντιπάλους της (ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ, ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ) , είτε να διαχειριστεί, με το να κατευνάσει ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού, που έχει τείνει ευήκοον ους στα παραπάνω πολιτικά κηρύγματα μίσους.
    Σημειωτέον ότι στο πλαίσιο των παραπάνω σκοπών , ουδόλως  αποκλείεται μία διευθέτηση του θέματος μέσω μίας οικειοθελούς εκ μέρους της Γερμανίας συμβολικής καταβολής αποζημίωσης προς την Ελλάδα, για την οποία, όλο και περισσότεροι, αρχίζουν να κάνουν λόγο και στην οποία η Γερμανία δεν θα είχε καμία αντίρρηση, αν αναλογιστεί κανείς ότι έχει μάθει να φέρεται ταπεινοφρόνως σε σχέση με το ναζιστικό παρελθόν της και όταν , ακόμη και το , πολύ ισχυρότερο της Γερμανίας,  κράτος των ΗΠΑ, δια του προέδρου του Κλίντον, δεν δίστασε να ζητήσει συγγνώμη από τους έλληνες για την καθ ομολογία του αμερικανοκίνητη  χούντα , μην μπορώντας, προφανώς, να προβλέψει ,  ότι , ύστερα από ελάχιστα χρόνια, το  30 % του ελληνικού λαού θα  προτιμούσε την χούντα από την δημοκρατία!!! 
    Παρ όλα αυτά, η επίσημη υιοθέτηση από την ελληνική κυβέρνηση του αιτήματος καταβολής στην χώρα μας χρημάτων από την Γερμανία, κατ επίκληση των παραπάνω αιτιών, καθιστά το αίτημα αυτό κτήμα του κάθε έλληνα πολίτη και σαν τέτοιο πρέπει να το αντιμετωπίσουμε.
    Την ίδια ώρα, όμως, επειδή οι απόψεις  και οι προβληματισμοί του καθενός μας, σε μία δημοκρατική κοινωνία, δεν μπορούν  να καταπνιγούν, ενώ ταυτόχρονα η εθνική αυτογνωσία  αποτελεί το καλύτερο εργαλείο για να αποφύγει η Ελλάδα  νέες εθνικές απογοητεύσεις , ενώ δεν πρέπει να παραγνωρίζονται και οι συνέπειες, τις οποίες έχουν τέτοιου είδους πολιτικές στην γενικότερη διαδικασία της  ευρωπαϊκής ενοποίησης, μιας και τώρα ο νέος "εχθρός" δεν είναι, όπως κάποτε, το, κατά την αλαζονική άποψη ορισμένων  ελλήνων, "κρατίδιο" ή "κρατικό μόρφωμα"  των Σκοπίων αλλά μία μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα, η Γερμανία, κάθε ρήξη με την οποία , όπως και η καλλιέργεια μίσους γι αυτήν, θα πρέπει να εξετάζονται κυρίως υπό το πρίσμα των συνεπειών , που κάτι τέτοιο μπορεί να έχει σε μία ευρώπη, η οποία, αν θέλουμε να μείνει ενωμένη , δεν νοείται να καλλιεργούνται  έριδες και μίση μεταξύ των εθνών της, χρήσιμο είναι  να ειπωθούν ορισμένες αλήθειες για το θέμα αυτό, όσο πικρές κι αν είναι. 
     Αλήθεια πρώτη: Το θέμα αυτό πρώτοι ανέδειξαν  μέλη των δωσιλογικών κυβερνήσεων.
     Μετά την απελευθέρωση της χώρας μας από την γερμανική κατοχή και την παραπομπή σε δίκη   των μελών  των δωσιλογικών κυβερνήσεων, κάποιοι από αυτούς αναζήτησαν , όπως ήταν φυσικό, επιχειρήματα , για να δικαιολογήσουν την συμμετοχή τους στις δωσιλογικές αυτές κυβερνήσεις καθώς  και αφορμές, για να αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους με το μετακατοχικό κράτος. 
     Σημειωτέον ότι το πρόσχημα  για τα κατώτερα δωσιλογικά στρώματα είχε δοθεί πολύ νωρίς  και ήταν, ως γνωστόν,  ο αντικομμουνισμός, ο οποίος, βοηθούσας και της άφρονος πολιτικής του ΚΚΕ, με τα "Δεκεμβριανά" και μετά από αυτά , αποτέλεσε την "κολυμβήθρα του Σιλωάμ" για τους δωσίλογους, οι οποίοι αναγορεύτηκαν σε "εθνικούς αγωνιστές" και από μαντρωμένοι βρέθηκαν ελεύθεροι να πολεμούν, ως εθνοσωτήρες,  τους κομμουνιστές υπέρ της ελευθερίας!!! 
     Μέλη, λοιπόν, των κατοχικών "κυβερνήσεων" , επιστράτευσαν , μεταξύ των άλλων επιχειρημάτων, για τον σχηματισμό   των "κυβερνήσεων" αυτών, την "συνομολόγηση" του παραπάνω δανείου,  παρέχοντας έως και συμβουλές για την διεκδίκηση των χρημάτων αυτών από το μεταπελευθερωτικό ελληνικό κράτος, επιδιώκοντας έτσι την αποκατάσταση  συνεργασίας με αυτό. 
     Έτσι ο κατοχικός "πρωθυπουργός" Λογοθετόπουλος ,  εν είδει απολογίας, διότι έχοντας διαφύγει στο εξωτερικό,  δεν εμφανίστηκε στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων , παρά δικάστηκε από αυτό ερήμην,  στο βιβλίο του υπό τον τίτλο "Ιδού η αλήθεια "   (το οποίο μπορείτε να βρείτε εδώ) κάνει εκτενή αναφορά στο εν λόγω δάνειο, στις σελίδες  48 επ, εμφανίζοντάς το ως αποτέλεσμα των ενεργειών της κατοχικής "κυβέρνησης" ,  ενώ ο κατοχικός "υπουργός" Οικονομικών Γκοτζαμάνης, ο οποίος κι αυτός διέφυγε στο εξωτερικό , αποφεύγοντας να δικαστεί και επέστρεψε στην Ελλάδα, όταν οι πράξεις του αμνηστεύτηκαν και η ποινή  του  χαρίστηκε, έγραψε επί του θέματος ειδικό βιβλίο , υπό τον τίτλο "Κατοχικόν Δάνειον και Δαπάναι Κατοχή", το οποίο μπορείτε να βρείτε εδώ, στο οποίο εξηγεί όχι μόνον πως το παραπάνω δάνειο ήταν αποτέλεσμα ενεργειών δικών του καθώς και της κατοχικής "κυβέρνησης" αλλά και υποδεικνύει τρόπους, για την διεκδίκησή του. 
      Είναι άκρως διαφωτιστικό το γεγονός ότι όσοι από τότε έχουν γράψει βιβλία και άρθρα επί του θέματος , ως σημαντική πηγή τους παραπέμπουν στα παραπάνω δύο βιβλία.
     Αλλά τι ήταν το δάνειο αυτό; 
     Όμως γίνεται καθολικά δεκτό , το κατά την γερμανική κατοχή ισχύον δίκαιο του πολέμου, όριζε ότι η κατεχόμενη χώρα όφειλε να καλύπτει τα έξοδα κατοχής της κατέχουσας δύναμης. 
    Έτσι η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει χρήματα στις γερμανικές αλλά και ιταλικές αρχές (αυτό το τελευταίο το ξεχνάμε τελευταία, ωσάν η κατοχή στην χώρα μας να ήταν μόνον γερμανική και όχι τριπλή, ήτοι γερμανική , ιταλική και βουλγαρική)  για τα έξοδα συντήρησης των στρατευμάτων κατοχής, την κατασκευή πολεμικών έργων κλπ, υποχρέωση, η οποία, όπως είναι φυσικό , την γονάτισε οικονομικά.  
   Είναι αυτονόητο ότι το ύψος των εξόδων αυτών συντήρησης δεν μπορούσε να τα προσδιορίσει κανένας άλλος  πλην των ίδιων των κατακτητών, οι οποίοι, όπως επίσης είναι αυτονόητο  , δεν είχαν να λογοδοτήσουν για το ύψος των εξόδων αυτών σε κανέναν. 
    Παρ όλα αυτά, οι γερμανοί και ιταλοί, οι οποίοι προφανώς θεωρούσαν την Ελλάδα ως χώρο ,όπου ασκούσαν εξουσία ερήμην της διορισμένης από αυτούς "κυβέρνησης" και ενδιαφέρονταν για την ύπαρξη σε αυτήν ενός ελαχίστου βαθμού  κοινωνικής και οικονομικής σταθερότητας, η οποία θα τους διευκόλυνε στην  χρήση του ελλαδικού χώρου για τους στρατιωτικούς σκοπούς τους ,  αποφάσισαν μονομερώς και κατέληξαν, στην Ρώμη , στις 14.3.1942 , στην Δημοσιονομική Διάσκεψη Εμπειρογνωμόνων μεταξύ Ιταλίας και Γερμανίας, στην μεταξύ τους υπογραφή, δια των πληρεξουσίων τους Gitji και Altenbourg,  μίας συμφωνίας, σύμφωνα με την οποία α) η ελληνική "κυβέρνηση" υποχρεώνεται να καταβάλει στις δύο αυτές δυνάμεις κατοχής και σε ίσο μερίδιο το ποσό των 1,5 δις δραχμών ανά μήνα, β) οι πέραν του ποσού αυτού αναλήψεις από την Τράπεζα της Ελλάδος θα χρεώνονταν στις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας σε δραχμές και άτοκα και γ) στο μέλλον οι δυνάμεις κατοχής θα επέστρεφαν στην κατεχόμενη χώρα τα χρήματα, που θα αναλάμβαναν από ειδικό λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος  ,  πέραν του 1,5 δις δραχμών ποσού ανά μήνα.
    Συμμετοχή, για πρώτη φορά, της κατοχικής "κυβέρνησης" στην παραπάνω συμφωνία έχουμε στις 2.12.1942, όταν η κατοχική "κυβέρνηση" από κοινού με τις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας, φαίνεται να καταλήγουν σε  συμφωνία , η οποία είναι αμφίβολο εάν υπογράφτηκε ποτέ τυπικά,  σύμφωνα με την οποία,  μεταξύ άλλων, α) το παραπάνω ποσό του 1,5 δις δραχμών συμφωνείται να αναπροσαρμόζεται με βάση  τον τιμάριθμο και μέχρι τα  8 δις δραχμές, β) ορίζεται η 1.4.1943 ως χρόνος παύσης του παραπάνω δανεισμού και επιστροφής του δανείου, δηλαδή του ποσού των αναλήψεων άνω των 8 δις δραχμών,  σε μηνιαίες δόσεις, εκάστης ποσού 10% επί του υπολοίπου του λογαριασμού την 31.3.1943 και γ) ορίζεται ότι η επιστροφή αυτή θα είναι άτοκη, η συμφωνία δε αυτή υποβλήθηκε σε νέες τροποποιήσεις μεταξύ των κατοχικών δυνάμεων και της δωσιλογικής  ελληνικής "κυβέρνησης".
      Κατά συνέπεια όλοι όσοι επικαλούνται το δάνειο αυτό, ιδίως ως έγκυρα καταρτισθέν και παράγον συμβατικά έννομα αποτελέσματα  (κάτι που ισχυρίζονται ότι καθιστά πιο εύκολη την διεκδίκηση της απόδοσής του) και όχι ως αδικοπρακτική πράξη, μέσω της οποίας δύο κατακτήτριες χώρες, η Γερμανία και η Ιταλία,   λεηλάτησαν  μία  κατακτημένη χώρα, την Ελλάδα, με την συνέργεια των εγχώριων συνεργατών τους (οπότε η σχετική αξίωση εντάσσεται στις δυσχερώς επιδιώξιμες πολεμικές αποζημιώσεις) θα πρέπει να απαντήσουν: αναγνωρίζουν ότι κατά την διάρκεια της κατοχής υπήρχε και λειτουργούσε , επί του ελληνικού εδάφους, ελληνικό κράτος και  αναγνωρίζουν ακόμη ότι οι δωσιλογικές κατοχικές "κυβερνήσεις  "  εκπροσωπούσαν το   κράτος αυτό και άρα νομίμως ανελάμβαναν γι αυτό υποχρεώσεις και δημιουργούσαν δικαιώματα
    Ναι ή όχι; 
    Είναι  ένα ερώτημα, που πρέπει να απαντηθεί άμεσα.
    Γιατί , έστω κι αν οι πολλοί το αγνοούν,  ο ιστορικός αναθεωρητισμός καθ' όσον αφορά την εποχή εκείνη  και μάλιστα από θεωρούμενους mainstream ιστορικούς, που ήδη δικαιολογούν την ανάγκη δημιουργίας των προδοτικών Ταγμάτων Ασφαλείας,  είναι παρών και έτοιμος να εκδηλωθεί και να απαντήσει στον Μανώλη Γλέζο ότι το περίφημο αυτό δάνειο, που σήμερα δίνει στο ελληνικό κράτος την δυνατότητα (αν υποτεθεί ότι την δίνει) να αξιώνει  χρήματα από την Γερμανία , προήλθε όχι από την  δική του πράξη να κατεβάσει την σβάστικα από την Ακρόπολη, πράξη, η οποία, θα του υπενθυμίσουν, ότι "ίσως και να προκάλεσε  τον θάνατο αθώων πατριωτών" (πρόκειται για το σύνηθες επιχείρημα των συνεργατών των γερμανών, για να δικαιολογήσουν τις κτηνωδίες των κατακτητών, τις οποίες απέδιδαν στους ...κομμουνιστές!!!) αλλά από τις  άοκνες προσπαθειες του Τσολάκογλου, του Λοθετόπουλου, του Γκοτζαμάνη και των λοιπών μελών των κατοχικών "κυβερνήσεων". 
      Όλοι, αυτοί, λοιπόν, που ανακινούν το θέμα του δανείου αυτού, ας ετοιμαστούν να δώσουν και τις σχετικές απαντήσεις, ενώπιον μίας κοινωνίας, ένα σημαντικό τμήμα της οποίας στηρίζει με την ψήφο της την Χρυσή Αυγή και τους ΑΝΕΛ και προφανώς δεν έχει κανένα πρόβλημα , αφού πρώτα "δικαίωσε" την χούντα , να κάνει το ίδιο και με τις δωσιλογικές κατοχικές κυβερνήσεις.
   Αλήθεια δεύτερη: το κατοχικό δάνειο αφορά όχι μόνον την Γερμανία αλλά και την Ιταλία
    Όπως ήδη προελέχθη το παραπάνω δάνειο αφορούσε όχι μόνον την Γερμανία αλλά και την Ιταλία.
     Μπορεί το ποσό, που τελικά ανέλαβε η Ιταλία να μην είναι τόσο μεγάλο, όσο αυτό της Γερμανίας, όμως  δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο.
   Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον ειδικό επί του θέματος , κατοχικό "υπουργό" Σωτήρη Γκοτζαμάνη, η Ελλάδα, μετά την απελευθέρωση, διεκδικούσε από την Γερμανία  160.000.0000 δολάρια και από την Ιταλία  περίπου το 1/3 και πλέον  του  ποσού αυτού  και συγκεκριμένα 64.800.000 δολάρια.
    Γιατί, λοιπόν, όσοι εγείρουν ζήτημα επιστροφής του κατοχικού δανείου από την Γερμανία, δεν ζητάνε και την επιστροφή του 1/3 του ποσού αυτού και από το κατοχικό δάνειο, που έλαβε η Ιταλία, ιδίως εάν θεωρηθεί ότι η βάση της διεκδίκησης είναι οι συμβατικές δεσμεύσεις και όχι η αδικοπραξία των κατοχικών δυνάμεων;
    Μπορεί άραγε να απαντήσει κάποιος στο ερώτημα αυτό;
     Καθ όσον αφορά μάλιστα την Ιταλία, υπάρχει και μία ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια:
   Η Ιταλία, ως γνωστόν, γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων της το προνόμιο της ετεροδικίας ενός κράτους ,  επέτρεψε , για την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, τις οποίες είχαν εκδώσει ιταλικά δικαστήρια κατά του γερμανικού δημοσίου και  οι οποίες επιδίκαζαν σε ιταλούς πολίτες  διάφορα ποσά αποζημίωσης για την αποκατάσταση ζημιών, που οι ενάγοντες ισχυρίζονταν ότι είχαν υποστεί από όργανα του γερμανικού κράτους κατά την διάρκεια του πολέμου (πρόκειται για κάτι ανάλογο με αυτό, που πέτυχε στην Ελλάδα ο μακαρίτης Σταμούλης), την αναγκαστική εκτέλεση επί περιουσιακών στοιχείων του γερμανικού δημοσίου, που βρίσκονταν στην Ιταλία και από τα οποία  μάλιστα ένα , η Villa Vigoni χρησιμοποιούνταν για προφανείς πολιτιστικούς σκοπούς και  άρα , αποτελούσε πέρα από κάθε αμφιβολία, δημόσια περιουσία, ταγμένη στην εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού, που για τον λόγο αυτό ήταν  ακατάσχετη, με βάση όχι μόνον την αρχή της ετεροδικίας αλλά και το εσωτερικό δίκαιο των περισσοτέρων χωρών , μεταξύ των οποίων η Ελλάδα και η Ιταλία.
     Πρόκειται για την γνωστή υπόθεση , την οποία η Γερμανία τελικά οδήγησε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, όπου μάλιστα η Ελλάδα παρενέβη υπέρ της Ιταλίας , για να εκδοθεί η γνωστή απόφαση (εδώ), η οποία έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς της Γερμανίας περί του προνομίου της τής ετεροδικίας και απαγόρευσε την εκτέλεση των παραπάνω αποφάσεων των ιταλικών δικαστηρίων.
   Αφού , λοιπόν, οι ιταλοί, που προφανώς πιστεύουν ότι η  αλλαγή στρατοπέδου, κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν αυτός ήδη είχε οριστικά κριθεί εις βάρος τους,  τούς δίνει το δικαίωμα να συμπεριφέρονται ωσάν να βρίσκονταν από την πλευρά των νικητών και κρίνουν ότι η Γερμανία θα πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει σε πολίτες τους αποζημιώσεις, που τα ιταλικά δικαστήρια επιδίκασαν , κατά παράβαση της αρχής της ετεροδικίας, γιατί δεν καλούνται από το ελληνικό κράτος να αποδώσουν σε αυτό το παραπάνω κατοχικό δάνειο, που η Ιταλία έλαβε από την Ελλάδα;
     Γιατί δεν ζητείται από το ιταλικό κράτος να πράξει έναντι της Ελλάδας αυτό, που η Ιταλία επιχείρησε να πράξει έναντι της Γερμανίας και είναι το ίδιο, με αυτό που η  Ελλάδα διεκδικεί  από από την Γερμανία και δικαιούται , όσο ακριβώς το δικαιούται και από την Ιταλία;
    Μπορεί, άραγε, κάποιος να απαντήσει στο ερώτημα αυτό;
    Διότι εάν υπάρχει κάποια πειστική απάντηση, τότε πρέπει να δοθεί άμεσα.
    Αν, όμως,  δεν δοθεί τέτοια απάντηση, τότε εύλογα ο καθένας θα δικαιούται να πιστεύει ότι το όλο θέμα εδράζεται επί της πολιτικής προπαγάνδας και μόνον, κατευθυνόμενων των ελληνικών αξιώσεων κατά της Γερμανίας λόγω του αντιγερμανισμού , που σήμερα διαπερνά  την ελληνική κοινή γνώμη, χωρίς να έχει καμία σοβαρή νομική βάση.

Αλήθεια τρίτη: υπάρχει δικαιοδοτικό όργανο, ενώπιον του οποίου μπορεί 
 να ασκηθεί το δικαίωμα της Ελλάδας επί του κατοχικού δανείου;

   Όμως εκτός από την βασιμότητα ή μη του αιτήματος απόδοσης στην Ελλάδα του παραπάνω κατοχικού δανείου, το οποίο οι έλληνες θα πρέπει να θεωρούμε νομικά βάσιμο, γιατί έτσι αποφάσισε η πολιτική ηγεσία μας ,  ένα άλλο ερώτημα είναι εάν υπάρχει αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο , στο οποίο να μπορεί η Ελλάδα να προσφύγει , για να υποχρεώσει την Γερμανία να της επιδικάσει το οποιοδήποτε ποσό.
    Και στο σημείο αυτό  φαίνεται όσοι εγείρουν το θέμα, να μην έχουν πειστικές απαντήσεις.
    Ο έλληνας υπουργός των Εξωτερικών, ο πολύς κ. Αβραμόπουλος, στην φερόμενη ως αρνητική απάντηση του γερμανού υπουργού των Οικονομικών κ. Σόιμπλε , φέρεται να ανταπάντησε "υπάρχουν και τα δικαστήρια ", δήλωση η οποία γέμισε με εθνική υπερηφάνεια τα γνωστά πρωϊνάδικα τηλεκαφενεία.
   Όμως το ερώτημα παραμένει: ποιο είναι το δικαστήριο, στο οποίο θα μπορούσε η Ελλάδα να οδηγήσει τις αξιώσεις της;
    Μία εύκολη απάντηση θα ήταν ότι τα δικαστήρια αυτά είναι τα ελληνικά.
   Εξάλλου  "το έργο το έχουμε ξαναδεί" με τις αποφάσεις , που εκδόθηκαν επί των αγωγών , που άσκησε κατά του γερμανικού δημοσίου, για θύματα των γερμανών κατά την κατοχή  , ο μακαρίτης Σταμούλης και οι οποίες έχουν την ίδια μοίρα, με τις αντίστοιχες αποφάσεις των ιταλικών δικαστηρίων: πολύ απλά δεν μπορούν να εκτελεστούν.
    Ειδικά , όμως, στην περίπτωση του περίφημου αυτού δανείου υπάρχει και μία ακόμη ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: τυχόν προσφυγή στα ελληνικά δικαστήρια συνεπάγεται ότι η ελληνική πλευρά το θεωρεί ως μία σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, με αποτέλεσμα οι εξ αυτού υποχρεώσεις της Γερμανίας να θεωρούνται, κατά πλάσμα δικαίου, ως εξοφλημένες!!!.
    Συγκεκριμένα, στην περίπτωση  αυτή το ποσό του δανείου  αυτού , που είχε συνομολογηθεί σε δραχμές  και ήταν αποδοτέο επίσης  σε δραχμές , θα πρέπει, με βάση τις διατάξεις του  Ν. 18/1944, άρθρο  5 παρ.2 (εδώ)   και του α.ν. 1073/1946, άρθρο 1 παρ. 3  (εδώ), να διαγραφεί, διότι,  σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις,  υποχρεώσεις πάσης φύσεως σε δραχμές από γενεσιουργό αιτία προϋφισταμένη της ισχύος του ν. 18/1944  και παραμείνασες ανεξόφλητες μέχρι την άνω ημερομηνία (11.11.1944), λογίζονται εξοφληθείσες κατά την ημερομηνία αυτήν, δοθέντος του ότι οι παραπάνω διατάξεις δεν προβλέπουν εξαίρεση από την εφαρμογή τους  ενός τέτοιου δανείου.
    Περί αυτού χαρακτηριστική είναι η γνωμοδότηση του νομικού συμβούλου του κράτους Χατζηδάκη, η οποία αναφέρει επί λέξει: "το χρέος τούτο δειγράφη δια της νομισματικής διαρρυθμίσεως του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 18/44 , ο νομοθέτης του οποίου δεν έλαβε την πρόνοιαν να εξαιρέση της εφαρμογής του τα εις δραχμάς χρέη της αλλοδαπής προς την Ελλάδα (όπως ωρίσθη π.χ. εν άρθρ. 2 παρ. β' της 29.7.1932 "περί μετατροπής εις δραχμάς των εις ξένο νόμισμα η συνάλλαγμα οφειλών") ή να λάβη άλλον μέτρον ανατιμήσεως ωρισμένων εις δραχμάς οφειλών. Εξ αλλου θα ήταν δυσχερές, να διχοτομήσει τις το ως άνω από 23.3.1942 έγγραφον και να δεχθή ότι δια τούτου ανεγνωρίσθη μεν παρά των κατεχουσών την Ελλάδα Στρατιωτικών Δυνάμεων ότι παν το καταβληθέν εις στρατιωτικάς αρχάς πέραν του ποσού των δραχμών 1.500.000.000 μηνιαίως απετέλεσεν , ιδιωτικόν χρέος των δυνάμεων τούτων προς την Ελλάδα, αγνοήσει δε την εν αυτών ρήτραν εις δραχμάς. Συνεπώς κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 18/44 πρέπει να γίνει δεκτόν ότι, θεωρουμένης της μεταξύ της Ελληνικής Πολιτείας και των κατεχουσών στρατιωτικώς το Ελληνικόν έδαφος Δυνάμενων σχέσεως, της προκυψάσης εκ της εις τας στρατιωτικάς αρχάς καταβολής χρηματικών ποσών εις δραχμάς, τη χρέωσει τούτου εις δραχμάς, ως σχέσεως ιδιωτικού δικαίου, δεν υφίσταται μετά τον ν. 18/44 αξίωσις της Ελληνικής Πολιτείας κατά των ειρημένων Πολιτειών"
     Κατ' ακολουθία των παραπάνω , καθίσταται  προφανές ότι θα πρέπει να αποκλειστεί η προσφυγή στα ελληνικά δικαστήρια.
     Μήπως, όμως, θα πρέπει να αναζητηθεί η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, στο ίδιο δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε η Γερμανία για την περίπτωση των εις βάρος της κατασχέσεων εις εκτέλεση των αποφάσεων των ιταλικών δικαστηρίων;
    Η απάντηση, που δίνουν οι ειδικοί είναι και πάλι όχι.
    Και τούτο γιατί η Γερμανία υπήχθη στην υποχρεωτική δικαιοδοσία του εν λόγω δικαστηρίου μόλις το έτος 2008 , διατηρώντας την επιφύλαξη, όπως είχε το δικαίωμα, να υπαχθεί στην δικαιοδοσία αυτή για όσες διαφορές προέρχονται από  γεγονότα αναφυόμενα μετά την προσχώρησή της στην δικαιοδοσία του δικαστηρίου και , κατά συνέπεια, όχι γι αυτές, τα πραγματικά περιστατικά των οποίων ανάγονται σε παρελθόντα χρόνο , όπως είναι η περίπτωση του λεγόμενου κατοχικού δανείου.
    Άρα θα πρέπει να αποκλειστεί και η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
    Τι απομένει άραγε;
     Κάποιοι ειδικοί  κάνουν λόγο για το  διαιτητικό δικαστήριο , που προβλέπει το άρθρο 28 της Συμφωνίας του Λονδίνου του έτους 1953 και στο οποίο ενδεχομένως να είναι δυνατόν να οδηγηθεί προς κρίση η σχετική αξίωση της Ελλάδας κατά της Γερμανίας.
    Όμως ακόμη και στην περίπτωση αυτή οι ίδιοι ειδικοί αναφέρουν ότι μία τέτοια  προσφυγή της Ελλάδας θα ήταν καταδικασμένη, λόγω της σύνθεσης του διαιτητικού αυτού δικαστηρίου, για το οποίο αρκεί να ειπωθεί  ότι αποτελείται από οκτώ (8)  μέλη, εκ των οποίων τα τρία (3) ορίζει η Γερμανία, ένα (1) μέλος ορίζει η Γαλλία,  ένα (1) μέλος το Ηνωμένο Βασίλειο, ένα (1) μέλος οι ΗΠΑ και δύο (2) ακόμη μέλη, τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο του δικαστηρίου, τα ορίζουν από κοινού οι παραπάνω χώρες.
    Και σύμφωνα, πάντοτε, με τους ειδικούς, στο δικαστήριο αυτό, λόγω της προαναφερθείσας σύνθεσής του , είναι αδύνατον να ευδοκιμήσουν τα αιτήματα της Ελλάδας.
     (Πηγή για όλες τις παραπάνω ενδιαφέρουσες πληροφορίες αποτελεί η καθ' όλα αξιόλογη μελέτη του καθηγητή κ. Αντώνη Μπρεδήμα στο περιοδικό του ΔΣΑ "Νομικό Βήμα", Σεπτέμβριος 2010, τεύχος 7 , την αναδημοσίευση του οποίου εδώ δυστυχώς απαγορεύει ο ΔΣΑ, που εκδίδει το περιοδικό αυτό και το οποίο μπορεί οποισδήποτε ενδιαφερόμενος να αναζητήσει στα γραφεία του ΔΣΑ- Ακαδημίας 60 , Αθήνα).
     Κατά συνέπεια , κάθε φορά που κάποιος μιλάει περί απόδοσης του γερμανικού δανείου, θα πρέπει να ερωτάται σε ποιο δικαστήριο θα μπορέσει να προσφύγει η Ελλάδα, για να υποχρεωθεί η Γερμανία να της καταβάλει το ποσό του δανείου αυτού.
   Επίλογος- Τι αναμένεται τελικά να συμβεί;   
   Τελικά θα ρωτήσει κάποιος: υπάρχει βάσιμη αξίωση της Ελλάδας και εν πάση περιπτώσει η χώρα μας υπάρχει ελπίδα να αποσπάσει κάποιο ποσό από την Γερμανία και θα πρέπει να ανοίξει μία τέτοια διαδικασία;
    Η απάντηση στο ερώτημα αυτό  , την στιγμή, που η ελληνική κυβέρνηση άνοιξε επίσημα το θέμα, δεν μπορεί να είναι άλλη από το ότι η Ελλάδα πρέπει να διεκδικήσει τις αξιώσεις της.
    Ένα άλλο θέμα , όμως, είναι , ποιό είναι τελικά το ύψος στο οποίο μπορεί να καταλήξει μίας τέτοια διεκδίκησης.
  Επ' αυτού είναι χαρακτηριστικά αυτά που προτείνουν , όλο και περισσότεροι,  ως "αποζημίωση", και μεταξύ άλλων η δημιουργία κάποιου μουσείου για το Ολοκαύτωμα στα Καλάβρυτα ή στο Δίστομο, που θα χρηματοδοτήσει η Γερμανία ή η χρηματοδότηση κάποιων έργων υποδομής από την Γερμανία στις περιοχές αυτές ή πληρωμένες από το γερμανικό  δημόσιο υποτροφίες σε έλληνες φοιτητές, για μεταπτυχιακές σπουδές στην Γερμανία (αυτή είναι μία πρόταση του Μανώλη Γλέζου, δηλαδή με χρήματα των ελλήνων να χρηματοδοτηθεί ένα φυτώριο ελλήνων γερμανοτραφών επιστημόνων, που προφανώς δεν ενοχλεί όσους κατά τα άλλα διαβλέπουν κίνδυνο "γερμανοποίησης" της Ευρώπης και ένας από αυτούς, σε μία προεκλογική συνέντευξη του Βαγγέλη  Βενιζέλου με πολίτες, με αφορμή μία ερώτηση για το εάν προτείνει ο Βενιζέλος στους νέους να μάθουν ξένες γλώσσες ,  τον ρωτούσε επιθετικά  και υπαινισσόμενος γερμανοδουλεία του Βενιζέλου ,  εάν συνιστά στους νέους να μάθουν γερμανικά).
    Σε μία τέτοια λύση  είναι προφανές ότι δεν θα είχε αντίρρηση ούτε η Γερμανία , η οποία θα έβρισκε άλλο ένα μέσο αυτοκάθαρσης από το εγκληματικό παρελθόν , που της κληροδότησε ο ναζισμός. 
    Μάλιστα αξίζει να  θυμηθεί κάποιος ότι οι αξιώσεις της χώρας μας κατά της γερμανικής ΖΙΜΕΝΣ , για τις γνωστές δωροδοκίες ελλήνων κρατικών αξιωματούχων, κατέληξε  στην χρηματοδότηση από την ΖΙΜΕΝΣ κάποιων δράσεων στην Ελλάδα κατά της διαφθοράς.
    Εξάλλου, ακόμη και ο Μανώλης Γλέζος, δεν παραλείπει να δηλώνει σχετικά : "Δεν θα ζητούσα αυτό το πράγμα εάν δεν είχαμε αποδείξει ότι πράγματι οφείλει η Γερμανία. Έστω και ένα ευρώ να οφείλει, πρέπει να το ξεπληρώσει» (εδώ).
    Κατά συνέπεια είναι πολύ πιθανόν το θέμα να λυθεί συμβιβαστικά ανάμεσα στις δύο χώρες, την Ελλάδα και την Γερμανία, με έναν περισσότερο συμβολικό , παρά ουσιαστικό από οικονομικής απόψεως τρόπο, η λύση δε αυτή να "σερβιριστεί" με τέτοιο τρόπο, που τελικά να συμβολίζει την συμφιλίωση των δύο λαών και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ιδέας, αντί της υπονόμευσής της.
    Όσο γι' αυτούς , που πιστεύουν ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να λύσει το οικονομικό πρόβλημά της από το περίφημο αυτό δάνειο και να υποστεί μία ταπείνωση η Γερμανία , ίσως τότε να έχουν ξεχάσει και οι ίδιοι τι πίστευαν.
    Έτσι γίνεται συνήθως.
    Ποιός δεν θυμάται ότι πολλοί δεξιοί κατηγορούσαν τον Γιώργο Παπανδρέου για τα ανοίγματα έναντι της Τουρκάις  επί Γιλμάζ και εν τέλει, όταν τα πράγματα είχαν ωριμάσει, οι ίδιοι άνθρωποι χειροκροτούσαν τον Κώστα Καραμανλή, γιατί έκανε κουμπάρο τον Ερντογάν και σήμερα παρακολουθούν μανιωδώς στην tv τουρκικά σήριαλ;
  Και να αναλογιστεί κανείς ότι ο "γερμανοφάγος" και "αντιμερκελιστής" κ. Τσίπρας ήδη έχει μάθει τον δρόμο για το γραφείο του "μισητού"  Σόιμπλε.
  Καλώς ή κακώς , έτσι προχωρούν  η πολιτική και οι κοινωνίες.
 
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ