Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

Ανελέητη λεηλασία των ελπίδων μας
η ανεργία των νέων επιστημόνων.
του οικονομολόγου Παναγιώτη (Τάκη) Κ. Μυλωνά
            Ανάμεσα σε πολλές άλλες ιδιαιτερότητες που διακρίνουν τη χώρα μας, ξεχωρίζει μια ακόμα. Η Ελλάδα -για τη τελευταία δεκαετία- είναι και παραμένει η μοναδική χώρα στο κόσμο μιας τόσο έντονης και τόσο αμφίδρομης μεταναστευτικής πίεσης. Μιας ιδιότυπης μεταναστευτικής πίεσης που είναι συγχρόνως και εισερχόμενη και εξερχόμενη…
            Η ειδοποιός διαφορά των δύο αυτών μεταναστευτικών ρευμάτων συνίσταται στο κοινά αποδεκτό -και γι’ αυτό αδιαμφισβήτητο- γεγονός ότι: α) το μεν εισερχόμενο μεταναστευτικό ρεύμα στην Ελλάδα περιλαμβάνει, κατά βάση, ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό και β) το δε εξερχόμενο μεταναστευτικό μας ρεύμα, αφορά, κυρίως, πτυχιούχους Α.Ε.Ι., οι οποίοι, υπό το φάσμα της ανεργίας, καταφεύγουν στην μετανάστευση για εξεύρεση εργασίας. Χαρίζοντας στην αλλοδαπή -για κάθε έναν τέτοιο μετανάστη- μια «ολόκληρη περιουσία», ισάξια με το κόστος -που συνεπάγεται, για την οικογένειά του, αλλά και για την πολιτεία- των σπουδών του. Την ίδια δε στιγμή -σαν να μην έφτανε αυτό για τη χώρα μας- στην περίοδο κρίσης και των «Μνημονίων», στην οποία απασχολούνται περισσότερο από δυο εκατομμύρια αλλοδαποί εργάτες, υπάρχουν και ενάμισι εκατομμύριο άνεργοι, συνήθως υψηλής ειδίκευσης ή και πτυχιούχοι…
            Πρόκειται ακριβώς για μια ανεργία, στο 30% του εργατικού δυναμικού (ή το 60% στους νέους), η οποία δεν οφείλεται -όπως ήταν άλλοτε- ούτε στον πόλεμο, ούτε στην υστέρηση της κοινωνικοοικονομικής μας ανάπτυξης,...
αλλά μια ανεργία οφειλόμενη στο διεφθαρμένο καθεστώς της κλεπτοκρατίας, μιας πλειάδας «γνωστών και άγνωστων ηρώων», οι οποίοι μας διέλυσαν απόλυτα. Αφού αυτοί -σε γενικές γραμμές- ήταν εκείνοι, που πυροδότησαν την υπερκατανάλωση των εισαγόμενων πολυτελών προϊόντων, που στραγγάλισαν την ισχνή παραγωγική μας βάση, που εξήγαγαν τις αποταμιεύσεις τους στο εξωτερικό, που παρήγαγαν μόνο ελλείμματα όλων των ειδών (τα οποία κάλυπταν ασυλλόγιστα με αστείρευτα δανεικά) και που μας αποστέρησαν από την αναγκαία και ικανή χρηματοδότηση για τις απαιτούμενες παραγωγικές και αναπτυξιακές επενδύσεις που χρειαζόταν η χώρα, τόσο για την ομαλή κοινωνικοοικονομική μας συγκρότηση, όσο και για την απορρόφηση στην εργασία του εξειδικευμένου προσωπικού. Του επιστημονικού προσωπικού, που ήταν απαραίτητο για την οικονομική μεγέθυνση και την κοινωνική ανέλιξη των λαϊκών τάξεων.
            Οδηγηθήκαμε, έτσι, σε μια παρατεταμένη και πρωτοφανούς κλίμακας αποεπένδυση, όπου οι αποσβέσεις του κεφαλαιουχικού αποθέματος ήταν υπερδιπλάσιες των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων. Σε μια κατάσταση που υπονομεύει κάθε προοπτική ανάπτυξης και φέρνει τη ραγδαία απαξίωση, τόσο του κεφαλαίου, όσο και της εργασίας. Ώστε, το κεφαλαιακό απόθεμα της χώρας, να συγκρίνεται, πλέον, με το επίπεδο της μετεμφυλιακής περιόδου. Σύγχρονοι οικονομολογούντες ιστορικοί, εκτιμούν το κόστος της τετραετούς οικονομικής κρίσης της χώρας, ως ισάξιο με οκτώ, σημερινά, Α.Ε.Π., έναντι των τεσσάρων Α.Ε.Π., της εποχής τους, επί των οποίων υπολογίστηκε η οικονομική καταστροφή του 2ου παγκόσμιου πολέμου για τη χώρα… Ωστόσο, ενώ στην περίοδο της διεξαγωγής των «Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας», το βιοτικό μας επίπεδο, μας κατέτασσε στην 23η θέση παγκοσμίως, τώρα κατρακυλούμε -με ελεύθερη πτώση- προς τριψήφια θέση.
            Προς επαλήθευση των παραπάνω, ύστερα από πλοήγησή μου στο διαδίκτυο, εντόπισα σχετικά στοιχεία από μια πρόσφατη έρευνα του καθηγητή στην έδρα της Οικονομικής Γεωγραφίας, του τμήματος Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Λόη Λαμπριανίδη, σχετικά με τους Έλληνες πρώτης γενιάς, οι οποίοι: «έχουν ζήσει τουλάχιστον ένα χρόνο στο εξωτερικό και έχουν εργαστεί ως πτυχιούχοι Α.Ε.Ι. με πλήρη απασχόληση». Απ΄ την έρευνα αυτή υπολογίστηκε ότι: «ο αριθμός των πτυχιούχων αυτών, πρώτης γενιάς, που μετανάστευσαν στο εξωτερικό, στην περίοδο της κρίσης, φτάνει σήμερα τις 110.000 άτομα»…
Όπως καταγράφηκε στην έρευνα: «Συμπληρώθηκαν 2.750 ερωτηματολόγια στα οποία μπορούσαν να απαντήσουν μόνον Έλληνες πρώτης γενιάς, οι οποίοι έχουν ζήσει τουλάχιστον ένα χρόνο στο εξωτερικό και έχουν εργαστεί ως πτυχιούχοι με πλήρη απασχόληση. Υπολογίσαμε ότι ο αριθμός τους φτάνει τις 110.000. Η ανταπόκριση έφτασε το 85%. Απ’ όσους μας απάντησαν, το 73% έχει μεταπτυχιακό, μάστερ ή διδακτορικό, το 41% έχει ένα πτυχίο στα εκατό καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Έχουμε ένα 14% που δεν έχει κάνει καθόλου σπουδές στο εξωτερικό κι όμως, συνεχίζει και αυτό στο εξωτερικό. Το 61% δεν αναζήτησε καθόλου δουλειά στην Ελλάδα και απ’ όσους το έκαναν, το 62% προσπάθησε για έξι μήνες και μετά στράφηκε στο εξωτερικό.
Γιατί φεύγουν οι πτυχιούχοι έξω; Παράγουμε πολύ περισσότερους πτυχιούχους απ’ όσους μπορούμε να καταναλώσουμε, εξ αιτίας της αποεπένδυσης. Όχι όμως περισσότερους από άλλες ανεπτυγμένες χώρες. Οι πτυχιούχοι μας φτάνουν το 27,7%, της Ιρλανδίας το 39,3%, της Φινλανδίας το 38%. Κατά τη γνώμη μου, το υψηλό ποσοστό των πτυχιούχων μας δεν είναι πρόβλημα προσφοράς, αλλά περιορισμένης έως και ανύπαρκτης ζήτησης. Οι ελληνικές επιχειρήσεις, όταν χρησιμοποιούν προσωπικό, παράγουν προϊόντα και υπηρεσίες που είναι έντασης εργασίας και όχι έντασης γνώσης και συνεπώς, δεν έχουν ανάγκη από επιστήμονες. Γι’ αυτό κι ενώ η ανεργία, σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες, μειώνεται όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο της εκπαίδευσης, στην Ελλάδα συμβαίνει το αντίστροφο. Απαιτείται, λοιπόν, ένας αναπροσανατολισμός της ελληνικής οικονομίας. Οδηγηθήκαμε στην κρίση εξαιτίας και αυτού του λανθασμένου προσανατολισμού της ελληνικής οικονομίας. Εξ αυτού και η αιμορραγία των πτυχιούχων μας στο εξωτερικό. Οι νέοι μας πάνε στο εξωτερικό διότι βρίσκουν δουλειά πάνω στο αντικείμενό τους, δεν χρειάζεται να έχουν μέσον, συγγενή, μπλε ή πράσινη ταυτότητα και τέλος, βρίσκουν εκεί προοπτική εξέλιξης. Η θεωρία λέει ότι, το ανθρώπινο δυναμικό είναι καθοριστικό για την ανάπτυξη. Γιατί, για να αναπτυχθεί μια χώρα, μια “περιφέρεια”, όπως λέμε οι γεωγράφοι, πρέπει να προσελκύσει τα ταλέντα της. Διαχρονικό ελληνικό έλλειμμα και εκεί. Ένα ακόμα ζήτημα είναι ότι, ως χώρα οφείλουμε να σκεφτούμε τη θέση μας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Μια λύση είναι να παράγουμε προϊόντα και υπηρεσίες που βρίσκονται πιο ψηλά στην αλυσίδα παραγωγικής αξίας, δηλαδή να έχουν ενσωματωμένη γνώση. Αυτό είναι κάτι μακροπρόθεσμο, όμως έτσι θα υπάρξει προσφορά εργασίας και αυτοί οι άνθρωποι θα γυρίσουν. Μέχρι όμως να συμβεί αυτό, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι έχουμε δικούς μας ανθρώπους σε 74 χώρες, τους οποίους πρέπει να βλέπουμε ως τους κορυφαίους πρεσβευτές της χώρας μας και να τους το δείχνουμε εμπράκτως, με ειδικά προγράμματα στήριξής τους και εκεί αλλά και εδώ. Αυτό θα επιτρέψει στην Ελλάδα να αξιοποιήσει το ανθρώπινο δυναμικό της στο εξωτερικό και στους Έλληνες επιστήμονες να έχουν τα καλά και των δύο κόσμων. Χρειάζεται ο αναπροσανατολισμός μιας ολόκληρης κοινωνίας, και οι ριζικές μεταρρυθμίσεις στην οικονομία και στην παιδεία».
            Αξίζει τέλος να υπομνηματίσουμε, ως παράδειγμα προς αποφυγή επανάληψης, το ιστορικό προηγούμενο μιας ασυνειδητοποίητης -κι άταφης ακόμα- ελληνικής τραγωδίας. Αναφέρομαι στην περίπτωση του -υψηλών προσόντων- προσωπικού που είχε η «INTRACOM» και την «INTRASOFT» τη δεκαετία του 1980. Ήταν μια κολοσσιαία δεξαμενή σκέψης υψηλής ειδίκευσης. Κι ήταν ισάξια ή και ανώτερη εκείνης της «ΝΟΚΙΑ», στο χρόνο που και η Φιλανδική αυτή εταιρία ξεκινούσε, ως μια μέσου μεγέθους εταιρία παραγωγής χάρτου. Όμως, οι αστείρευτες προοπτικές του επιστημονικού δυναμικού των εταιριών αυτών (οι οποίες θα μπορούσαν να μας έδιναν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουμε κι εμείς το μεγάλο άλμα, κατευθείαν στην «Τρίτη, την μεταβιομηχανική επανάσταση» και να απογειωθούμε τεχνολογικά και οικονομικά), ματαιώθηκαν όλες, ξαφνικά κι άδικα. Οι περισσότεροι από τους νέους επιστήμονες, της «INTRACOM» και της «INTRASOFT», «πήραν των ομματίων» τους κι «εξορίσθηκαν στις τέσσερες άκρες του ορίζοντα», όταν «τινάχθηκαν στον αέρα» όλα τα όνειρά τους, αφού ακολουθήθηκαν άλλες μέθοδοι από τις διοικήσεις. Αντί έρευνας και τεχνολογικής παραγωγής, επικράτησαν μέθοδοι υπόγειων διαδικασιών - συναλλαγών και αθέμιτων πρακτικών στην απόσπαση κερδών «κάτω απ’ το τραπέζι», σε συνεργασία με τη Γερμανική εταιρία «SIEMENS». Ο βασικός πελάτης τους, ο τότε Ο.Τ.Ε., ήταν «διαθέσιμος» για προμήθειες με διαδικασίες «υπόγειων κι αδιαφανών συναλλαγών» -όπως αποδείχθηκε κατ’ επανάληψη- κι έτσι περίττευε κάθε παραγωγική διαδικασία. Με τον τρόπο αυτό «εκπονήθηκε» -εγχωρίως- το «σχέδιο» της περιθωριοποίησής μας, στον λεγόμενο «διεθνή καταμερισμό εργασίας» και συντελέστηκε μια τεράστιου μεγέθους εθνική ζημία. Μια εθνική απώλεια και μια «διαφυγούσα ιστορική ευκαιρία», η οποία, αθροιζόμενη και με τη σημειωθείσα, τότε, καταβαράθρωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αντιστοιχούσε σε μια ανυπολόγιστη εθνική καταστροφή…
                                                                                          email: p.k.mylonas@gmail.com
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ