Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

ΙΣΤΟΡΙΚΑ «ΑΝΑΛΕΚΤΑ» …ΤΗΣ ΕΠΕΤΕΙΟΥ
«ΔΥΟ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΘΕΜΑ»
(ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΑ 150ΧΡΟΝΑ ΕΝΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΤΑΝΗΣΟΥ)
του οικονομολόγου Παναγιώτη (Τάκη) Κ. Μυλωνά

Η 1Η ΕΞΙΣΤΟΡΗΣΗ: Απ’ τη σκοπιά των νερών του Ιονίου.


Ακόμα κι ένα επιγραμματικό αφήγημα -ενός ανειδίκευτου στο είδος, όπως εγώ- αφιερωμένο στα 150χρονα της Ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα -κι αφού το «αίμα νερό δεν γίνεται»- δεν μπορεί να μην ξεκινά από τη συμβολή των επτανήσιων στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.
{Υποχρεωτικά σημειώνω πως: τα στοιχεία που παραθέτω -ως υπεύθυνος για την αυθαιρεσία της συνοπτικής εξιστόρησης- βασίζονται στο βιβλίο της -συμπατριώτισσάς μας- ιστορικού και αρχαιολόγου Αδαμαντίας Ι. Σπαθάτου, με τίτλο: «ΕΠΤΑΝΗΣΑ» (εκδόσεις ΖΑΘΕΟΝ ΠΥΡ, ΑΘΗΝΑ 2012). Οι δε πηγές της, προέρχονται -κυρίως- από την έκδοση του Εθνικού Τυπογραφείου, των «Επίσημων Εγγράφων» του Υπ. Εξωτερικών, για «ΤΑΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΟΥ ΖΗΤΉΜΑΤΟΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΞΕΙΣ» (Υποσημειώνεται -υποχρεωτικά επίσης- ότι, η προαναφερθείσα έκδοση -κυκλοφόρησε το Μάιο του 2001, από τη Βουλή των Ελλήνων, επί Προεδρίας του Απόστολου Κακλαμάνη και μετά από πρόταση του τ. Βουλευτή Διονύση Γκούσκου- αφορά την εκτύπωση 154 εγγράφων υπομνημάτων, σχεδίων συνθηκών και της σχετικής οικονομικής σύμβασης, που κυκλοφόρησαν, για πρώτη φορά σε τόμο, το 1864)}.
Τα νησιά μας λοιπόν, κατά την επανάσταση του 1821, έγιναν τα καταφύγια και τα στρατόπεδα ...
εκγύμνασης των υπόδουλων Ελλήνων επαναστατών (όπως των: Μπότσαρη, Τζαβέλα, Κολοκοτρώνη κ.α.), ενάντια στο δουλοκτήτη, κατακτητή Σουλτάνο. Πολλοί επτανήσιοι είχαν καταδικαστεί σε δήμευση περιουσιών και σε ποινές ισόβιας εξορίας, επειδή -παρά την απαγόρευση των Άγγλων, που είχαν επιβάλλει την «ουδετερότητα» των νησιών- συνέβαλαν στους αγώνες των αδελφών μας -σε Μοριά και Ρούμελη- όχι μόνο με οικονομικές ενισχύσεις, αλλά και με την προσωπική τους δράση (όπως, στις μάχες του Λάλα, της Τριπολιτσάς κ.α.). Βαριά και πικρή είναι και η ανάμνηση, από το Σεπτέμβρη του 1821, όπου, στον Υψόλιθο του Λαγανά, μετά από φονική μάχη, οι προστάτες μας Άγγλοι, εκδικήθηκαν τους Ζακυνθινούς που επιχείρησαν να εκδιώξουν το πλήρωμα τουρκικού πολεμικού πλοίου που ’χε καταπλεύσει στον κόλπο του Λαγανά, μετά από πολεμική εμπλοκή του με επαναστάτες Έλληνες του Μοριά. Ξεπερνά κάθε φαντασία η φρικτή τιμωρία των «πολιτισμένων» Βρετανών ενάντια σε μια δεκάδα παλικαριών που συμμετείχαν στην καταδίωξη των Τούρκων. Κρέμασαν τα -βουτηγμένα στην πίσσα- πτώματά τους, σε κλουβιά, για παραδειγματισμό. Τον έναν μάλιστα απ’ αυτούς τον κρέμασαν στη αυλή της χήρας μάνας του, απαγορεύοντάς της να τον θάψει! Παραστατική εικόνα απ’ το βίο των δύσμοιρων νησιών μας, κατά την Αγγλική προστασία, αποκαλύπτει κι η εφημερίδα «φιλελεύθερος» της Κεφαλονιάς, όπου -με αρμοστή τον Σήτον (19-2-1849 έως 1-10-1851)- σε ένα διάλειμμα ελευθεροτυπίας, αναφέρονται και τα εξής: «Οι προστάτες σφίγγουν περισσότερο τις αλυσίδες. Δεσμεύουν τα υπάρχοντα, αφοπλίζουν, μαστιγώνουν ιερείς και πολίτες, συμμαχούν με κατά φαντασία αριστοκράτες, μεταχειρίζονται κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο για να καταδιώξουν και να σβήσουν το εθνικό μας φρόνημα. Μας κράτησαν στην αμάθεια για να μη γνωρίζουμε τα φυσικά απαράγραπτα δικαιώματά μας. …Μας διαίρεσαν, για να ανάβουν τα πάθη και να ασχολείται το πνεύμα μας με την αυτοκαταστροφή του. Έσπειραν δυσπιστία για να μην εμπιστεύεται ο ένας τον άλλο.  …Υποβίβασαν τις αξίες, υποθάλποντας και βραβεύοντας την μικρότητα και τη διαφθορά. Ήθελαν να καταπνίξουν κάθε αίσθημα και φρόνημα ανθρωπισμού κι Ελληνισμού και κάθε τάση και διάθεση για την ανάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας». Οι αποικιοκράτες της εποχής εκείνης, μόνο για τους ίδιους αναγνώριζαν το δικαίωμα να έχουν και να καλλιεργούν εθνική συνείδηση. Διέθεταν ακόμα και ξεχωριστά νεκροταφεία, για όσους γεννούσε κι ανέτρεφε η επτανησιακή γη. Την αλαζονεία τους αυτή τη διαλαλούσε κι η δήλωση του Άγγλου Υπουργού αποικιών, Γκλάστον, όταν, ως έκτακτος Αρμοστής, βρέθηκε στην Κεφαλονιά (1858-΄59) και είπε: «Η αρχή της εθνότητας είναι σεβαστή και ιερή. Όμως υπόκειται σε περιορισμούς από τον ίδιο τον πλάστη. Αν έλλειπαν αυτοί οι περιορισμοί θα ανατρεπόταν ο κόσμος. Τι θα γινόταν η Γαλλική, η Αυστριακή, η Αγγλική, η Ρωσική αυτοκρατορία όπου μιλιούνται εκατό διαφορετικές γλώσσες, αν εφαρμοζόταν η αρχή των εθνοτήτων χωρίς περιορισμούς;».
Στη φαντασία τους όμως, οι Ιόνιοι πολίτες, οραματιζόταν την άμεση και οριστική επίλυση του Επτανησιακού προβλήματος, το οποίο τότε γεννήθηκε ως αίτημα προσήλωσής τους προς την πρώτη μικρή ελεύθερη Ελλάδα. Ο Διον. Σολωμός, με την 21η στροφή του Εθνικού μας Ύμνου (1823), ομολογεί την ανελευθερία των Ιονίων ως εξής: «Με όλον πού ’ναι αλυσωμένο / το καθένα τεχνικά / Και στο μέτωπο γραμμένο / έχει: Ψεύτρα ελευθεριά». Έτσι ξεκίνησε κι η ιδεολογία του Επτανησιακού Ριζοσπαστισμού. Τότε που, ο Κεφαλλονίτης Γεράσιμος Λειβαδάς, αρχηγός αγροτών, άρχισε να σπέρνει την ιδέα του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Εκεί συσπειρώθηκαν οι Επτανήσιοι, σαν ορμητικό ρέμα, που είχε ζυμωθεί με τις ευρωπαϊκές προοδευτικές ιδέες του διαφωτισμού, της αρχής των εθνοτήτων, της Γαλλικής επανάστασης κ.λπ.. Με διακηρύξεις τους, οι Ριζοσπάστες, «έφτιαχναν» μια Ελλάδα ενωμένη, κυρίαρχη, αυτόνομη από προστασίες, με δημοκρατικό πολίτευμα, κοινωνική πρόνοια και δικαιοσύνη. Η προστασία των Άγγλων έφερε πολλούς Κεφαλλονίτες Ριζοσπάστες στις φυλακές, στην εξορία, ακόμα και στην αγχόνη, για παραδειγματισμό, όπως και παλιότερα στη Ζάκυνθο. Και στο χωριό Τρωϊανάτα, μάλιστα -ως άλλοι Γερμανοί και πριν από αυτούς- δεν έκαναν καμιά διάκριση σε αθώους και ένοχους, σε λαϊκούς και κληρικούς. Η δράση των ριζοσπαστών, αντιτάχθηκε δυναμικά στα άλλα δυο κόμματα της εποχής, τους «Προστασιανούς» (ή καταχθόνιους, όπως τους έλεγε ο λαός, αφού ήταν στενοί συνεργάτες των Άγγλων προστατών - φεουδαρχικά κατάλοιπα της Ενετοκρατίας - σκληροί γαιοκτήμονες) και τους «Μετριοπαθείς» (ή Μεταρρυθμιστές, οι οποίοι θεωρούσαν μεν το αίτημα της «Ένωσης» δικαίωμα και υπόθεση εθνική, πλην όμως δεν το έθεταν ως άμεσο στόχο, επειδή το έβλεπαν ως αδύνατο να επιτευχθεί). Η δράση των ριζοσπαστών όμως, πέτυχε -έστω και προσωρινά- σημαντικές μεταρρυθμίσεις, όπως: οργανώθηκε το κόμμα τους, παραχωρήθηκε ελευθεροτυπία -κι ας ήταν μόνο για δυο χρόνια- επεκτάθηκε το δικαίωμα της ψήφου και μια νέα εποχή -στο κράτος των Επτανήσων- άρχισε, ενώ καθιερώθηκε και η 25η Μαρτίου ως εθνική γιορτή και προτάθηκε η ελληνική γλώσσα, ως μόνη επίσημη του Ιόνιου Κράτους. Έστω κι αν η Γερουσία της το αρνήθηκε. Τότε είναι που η Θ΄ Ιόνιος Βουλή εξέδωσε ψήφισμα υπέρ της Ένωσης (26-11-1850), προκαλώντας αναστάτωση στους «Προστάτες»! Στη Βουλή αυτή συμμετείχαν αξιόλογοι Βουλευτές -τόσο από το Μεταρρυθμιστικό, όσο και το Ριζοσπαστικό κόμμα- καθώς και δυο εξόριστοι ριζοσπάστες ηγέτες, οι: Ζερβός και Μομφερράτος, που ανακλήθηκαν από την εξορία. Όμως μετά από ένα χρόνο, με το νέο αρμοστή Ουάρδο, ξανάγιναν βασανιστικά τα πράγματα για τους Επτανήσιους επαναστάτες - «Ενωσίτες». Στάλθηκαν και πάλι στα ξερονήσια ηγετικά στελέχη των ριζοσπαστών, από την Κεφαλονιά και τη Ζάκυνθο, οι δε Ζερβός και Μομφερράτος, πρώτοι εξορίσθηκαν και τελευταίοι επέστρεψαν. Κι ενώ έστησαν εκλογές βίας και τρομοκρατίας, το 1852, με τη λεγόμενη «δεκακαλπία» (χωριστή εκλογή, σε δέκα κάλπες, για τους Κυβερνητικούς και τους Ριζοσπάστες), ο Ζακυνθινός έπαρχος Νικόλαος Λούντζης, αγνόησε τις εντολές και πρότεινε στους πολίτες να ψηφίσουν κατά συνείδηση. Έτσι την πλειοψηφία πήραν οι μεταρρυθμιστές, οι δε ριζοσπάστες βουλευτές που εκλέχθηκαν τότε ήταν όλοι τους Ζακυνθινοί, οι: Γεώργιος Βερύκιος, Ναθαναήλ Δομενεγίνης, Γουλιέλμος Μινώτος, Φραγκίσκος Δομενεγίνης και Ιωάννης Λισγαράς. Οι τελευταίοι ήταν στην εξορία όταν εκλέχτηκαν. Αυτούς όμως δεν τους ανακάλεσαν από την εξορία, παρά τις διαμαρτυρίες και την παραίτηση: Ναθαναήλ Δομενεγίνη και Μινώτου από το Κοινοβούλιο. Στις συμπληρωματικές εκλογές που ακολούθησαν στη Ζάκυνθο, για την αναπλήρωση των παραιτηθέντων, ανοίγει ο δρόμος για τον Κων/νο Λομβάρδο και τον ριζοσπάστη Ερμάννο Λούντζη. Στην επόμενη εκλογική μάχη, για το ΙΑ΄ Ιόνιο κοινοβούλιο -με αποχή των ριζοσπαστών της Κεφαλονιάς- υπερίσχυσαν οι μεταρρυθμιστές εκεί και οι ριζοσπάστες στη Ζάκυνθο. Αλλά η Κεφαλονιά, ήταν η πρώτη που ίδρυσε το ριζοσπαστικό κόμμα, που σήκωσε τη σημαία της εθνικής τιμής, που σάλπισε την Ένωση, που άρπαξε τα όπλα και την πέννα. Πρώτος ο Ζερβός γεύτηκε την εξορία (1842) και ο ίδιος άνοιξε τυπογραφείο. Και το 1855 (με αρμοστή τον Γιούγκ), δημοσιεύτηκε στο Λονδίνο η είδηση -που άφησαν οι «προστάτες» να διαρρεύσει- πως, οι Άγγλοι σκέπτονται να παραιτηθούν από τ’ άλλα νησιά, κρατώντας μόνο την Κέρκυρα. Ο ιστορικός Παν. Χιώνης έγραψε ότι: οι Βρετανοί ήθελαν να βολιδοσκοπήσουν τις άλλες Ευρωπαϊκές δυνάμεις, αφού κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο ποτέ να συμβεί. Οι Επτανήσιοι, ωστόσο, φοβήθηκαν στην είδηση αυτή και υποχώρησαν. Και προτίμησαν να μην χάσουν την Κέρκυρα, την «μεγάλη τους αδελφή». Εκεί έλαμψε και το άστρο του Κ. Λομβάρδου, με την εξαιρετική αγόρευσή του μέσα στη Βουλή της Κέρκυρας. Αποδέχθηκαν έτσι -οι νησιώτες- να περιοριστούν -προσωρινά μόνο- στις μεταρρυθμίσεις του απολυταρχικού Συντάγματος του 1817, που είχε θεσπίσει ο Αρμοστής - Δεσπότης, Μαίτλαντ. Για τους λόγους αυτούς πήραν και το όνομά τους οι μεταρρυθμιστές και συγκέντρωσαν -εξ αιτίας των- μεγάλο ποσοστό ψήφων. Τελικά, ούτε κι οι μεταρρυθμίσεις αυτές έγιναν, αφού οι Βουλευτές ξέχασαν τις προεκλογικές τους υποσχέσεις, αποβλέποντας, κυρίως, στο προσωπικό τους συμφέρον. Και όταν ο Γκλάντσον ανακοίνωσε κάποιες μεταρρυθμίσεις, για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των νησιωτών, οι πρώην υποστηριχτές του αντέδρασαν, επειδή θα έχαναν ορισμένα -συντεχνιακού χαρακτήρα- προνόμια που είχαν σε βάρος του φτωχού Επτανησιακού λαού. Με την απόρριψη όμως του προγράμματος Γκλάνστον, το μεταρρυθμιστικό κόμμα έδωσε μια ακόμα παράταση ζωής στην «Προστασία». Εμπόδισε πολλούς να ενταχθούν ενωρίτερα στο ριζοσπαστικό κίνημα, ώστε να επικρατήσουν στην Ιόνιο Βουλή. Ακολούθησε η ιδεολογική διαίρεση των ριζοσπαστών, στους ανένδοτους Κεφαλλονίτες (που δεν ήθελαν να κάνουν ικεσίες για κάτι που θεωρούσαν αναφαίρετο δικαίωμά τους) και στους βιαστικούς ενωτικούς. Ήταν λάθος των ενωτικών που περιόριζαν τον ριζοσπαστισμό μόνο στην εθνική αποκατάσταση. Η ανάγκη βελτίωσης της ζωής των «ποπολάρων» Επτανησίων, ήταν εξίσου ιδεολογική κι επιτακτική ανάγκη. Ως βασικά αίτια της διάσπασης των ριζοσπαστών αναφέρονται από τον Σμιτ, πέρα από τις προσωπικές αντιπαλότητες των ηγετών, από ζηλοτυπία και οι διαφωνίες στο ιδεολογικό περιεχόμενο του προγράμματός τους. Στις εξελίξεις έπαιξαν ρόλο και οι συγκυρίες, όπως ήταν: οι αλλεπάλληλες εξορίες των Κεφαλλονιτών, η φίμωση του τύπου, η «δεκακαλπία» κ.λπ.. Με όλα αυτά μετατοπίσθηκε το κέντρο του «ριζοσπαστισμού» από την Κεφαλονιά, στη Ζάκυνθο. Οι παλιοί ριζοσπάστες, αποκαλούσαν τους ενωτικούς, ως «ψευδοριζοσπάστες». Ήταν δε οι τελευταίοι αυτοί, οι προσκείμενοι στον κύκλο του Γιατρού και άρχοντα, μα πραγματιστή, Κ. Λομβάρδου, «του ανοιχτομάτη Ζακυνθινού, που ήξερε να βλέπει από πού φυσούσε ο άνεμος», όπως γράφει ο Διονύσιος Ρώμας γι’ αυτόν. Ενώ ο Γεώργιος Αλισανδράτος, χαρακτήρισε «ιδεολογική νοθεία τη στροφή που πραγματοποίησε ο Λομβάρδος», ο οποίος μετέθεσε στο μέλλον την κοινωνική και ταξική αποκατάσταση των νησιωτών. Προστέθηκε, λοιπόν, το κόμμα του ενωτικού Λομβάρδου στο στόχο του «Μεγαλοϊδεατισμού» της τότε «Δεξιάς» της κυρίως Ελλάδας. Κι ενώ στα Ιόνια, ο ενωτικός Λομβάρδος, προσελκύοντας παλαιούς ριζοσπάστες «διεξάγει το εθνικό ζήτημα» (κατά την έκφραση του Πολυλά), οι «Προστάτες», παρακολουθώντας τα πράγματα στην Αθήνα, υποδαύλιζαν και υποκινούσαν την ανατροπή του βασιλιά Όθωνα, επειδή δεν υπάκουε στις εντολές της δύναμης που τους «προστάτευε». Ο Όθωνας, ο οποίος είχε ενστερνιστεί την αναγκαιότητα της επέκτασης και της εθνικής αποκατάστασης της χώρας -την οποία κάποιοι ονόμαζαν «Μεγαλοϊδεατισμό»- ερχόταν, όμως, σε αντίθεση με τα τότε συμφέροντα των Βρετανών στην περιοχή. Οι εκτιμούμενες διαθέσεις του Όθωνα ήταν, να εμπλακεί με τα Ιταλικά, τα Αυστριακά και τα Βαλκανικά ζητήματα, αντίθετα προς τις επιδιώξεις της Αγγλίας. Έπρεπε λοιπόν να αποτρέψει τέτοιες αρνητικές γι’ αυτήν εξελίξεις. Έτσι πρότεινε στον Όθωνα την παραχώρηση των Επτανήσων, χωρίς όμως την Κέρκυρα, υπό τον όρο όμως να μην διαταραχθούν οι Ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ο βασιλιάς Όθωνας όμως, τους απαξίωνε ως αποικιοκράτες, τους περιφρονούσε ως μεγάλη δύναμη και δήλωνε χαρακτηριστικά: «Δεν μπορώ να καταδικάσω σε δουλεία μεγάλο μέρος της Ελληνικής φυλής για την απελευθέρωση των Επτανήσων χωρίς την Κέρκυρα». Έκριναν, συνεπώς, ότι έπρεπε να τον εκθρονίσουν. Όμως έπρεπε να αποφασίσουν και για τον επόμενο βασιλιά. Σκέφτηκαν τον Αλφρέδο, δευτερότοκο γιό της βασίλισσας Βικτωρίας. Οι Άγγλοι είπαν τότε πως: ήθελαν να φύγουν από τα νησιά και να ιδρυθεί κράτος Επτανήσων -με βασιλιά τον Αλφρέδο- στο οποίο θα προσαρτούσαν, μελλοντικά, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και την Κρήτη. Με αυτές τις υποσχέσεις τον ψήφισαν και οι Επτανήσιοι στις εκλογές, στις οποίες καταμετρήθηκαν και 93 ψηφοδέλτια υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας. Αλλά η λύση αυτή εγκαταλείφθηκε τελικά. Επειδή, στο πρωτόκολλο του Λονδίνου (1830), υπήρχε απαγορευτική ρήτρα για τους συγγενείς των ηγεμόνων των δυνάμεων που το είχαν υπογράψει. Έτσι, οι προστάτες, αποφάσισαν να ψάξουν εκτός Αγγλίας, σε βασιλικούς οίκους της άμεσης επιρροής τους και παραλλάζοντας τα διπλωματικά τους σχέδια, πρότειναν την «Ένωση» με την Ελλάδα. Οι παλιοί ριζοσπάστες είχαν καταλάβει πως, η προτεινόμενη «Ένωση» δεν θα ήταν ουσιαστική και πως θα συνέχιζαν να εξουσιάζουν και πάλι οι Άγγλοι, μέσω της προσκόλλησης του Ιόνιου προτεκτοράτου τους, σε ένα Ελλαδικό βασίλειο, μα απόλυτα δικό τους νέο προτεκτοράτο. Για εκπλήρωση των σχεδίων τους, οι Άγγλοι, ενίσχυσαν το κλίμα απαξίωσης που είχε δημιουργηθεί ήδη κατά του Όθωνα. Έπρεπε να φανεί ότι επαναστατούν και οι Έλληνες, για την αντισυνταγματική συμπεριφορά της Κυβέρνησής του και την ατεκνία της Αμαλίας, καθώς ευνοούσε μάλιστα και το αντιδυναστικό πνεύμα της εποχής (που κυριαρχούσε απ’ τα γεγονότα της Ιταλίας -Γαριβάλδης κ.λπ). Έπρεπε όμως να φανεί κ’ η απαρέσκεια από την Επτανησιακή Βουλή. Αυτό γινόταν ευκολότερο με την υπόσχεση της Συνθήκης Ένωσης των Ιονίων με την Ελλάδα και τον παραπλήσιο στόχο τους για διάσπαση των ριζοσπαστών. Καλλίτερα από όλους, ο Ηλίας Ζερβός - Ιακωβάτος, πρόεδρος τότε στην Ιόνιο Βουλή, είχε καταλάβει ότι, «κέντρα εξω-εθνικά κινούσαν τα νήματα»... Χαρακτήριζε αξιοδάκρυτη την κατάσταση της Ελλάδας, αλλά γνώριζε πως, ξένες δυνάμεις είχαν την ευθύνη. Μαζί δε με τον Μομφεράτο -αν και αντιβασιλικοί από ιδεολογία- δεν ήθελαν να συνδέσουν την Ένωση, με την έξωση του βασιλιά Όθωνα, που προετοίμαζαν οι φιλοβρετανικοί κύκλοι της Αθήνας, και το Μάρτιο του 1862 πρότειναν αναβολή της Ένωσης. Οι Ενωτικοί Ριζοσπάστες θεωρούσαν ότι, ευνοεί την υπόθεση της Ένωσης η αξιοθρήνητη αυτή κατάσταση του Ελληνικού βασιλείου. Αλλά στην γενικότερη κινητικότητα που υποκινείτο για την αποπομπή του Όθωνα είδαν την ευκαιρία να γίνει πράξη η Ένωση με τον Ελλαδικό κορμό. Έτσι μερικοί από τους παλιούς πείσθηκαν ή παρασύρθηκαν και τάχθηκαν με τους ενωτικούς του Λομβάρδου και συμπληρώθηκε έτσι ο απαιτούμενος αριθμός για το «ψήφισμα» έξωσης του Όθωνα, που ήταν προϋπόθεση των Βρετανών για την Ένωση. Ήταν επόμενο, στα αυτιά του «πάντα ευκολόπιστου και πάντα προδομένου» λαού, να βρουν απήχηση οι υποσχέσεις των προπαγανδιστών. Η περιοδεία του βασιλιά Όθωνα, τότε, στην περιφέρεια, αλλά και στην Αθήνα, συνάντησε απανωτές στάσεις κι εμπόδια, που τον ανάγκασαν σε φυγάδευση, το 1862 και σε υποχρεωτική έκπτωση από το θρόνο. (Ο Όθωνας πέθανε στα 52 χρόνια ντυμένος με την ελληνική φουστανέλλα, όπως το είχε ζητήσει.) Με τη συναινετική πράξη των πέντε προστάτιδων δυνάμεων (Ιούλιος 1863), απαιτήθηκε και δεύτερο ψήφισμα της Ιονίου Βουλής (23-9-1863), με το οποίο ξαναψήφισαν οι νησιώτες υπέρ της Ένωσης. Ακολούθως, συγκεντρώθηκαν οι 3 μεγέλες δυνάμεις -με εκπροσώπους τους στο Λονδίνο- όπου άρχισαν τη σύνταξη Συνθήκης, παραίτησης της Αγγλίας από την «Προστασία» των νησιών. Καθυστέρησαν, μάλιστα, την υπογραφή της, μέχρι να προχωρήσει ικανοποιητικά η κατεδάφιση των φρουρίων της Κέρκυρας, ώστε να έχουν γκρεμιστεί αυτά και να μην χρειάζεται πλέον ο όρος «κατεδάφιση» στη τελική Συνθήκη, που θα είχε πολιτικό κόστος στην Ελληνική Κυβέρνηση. Στη διαπραγμάτευση αυτή κλήθηκε κι ο Έλληνας συνομιλητής, που ορίσθηκε ο 32χρονος Πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο -με φιλοαγγλικές τάσεις- Χαρίλαος Τρικούπης, παρ’ ότι η Πρεσβεία μας ήταν κλειστή -από τον Φεβρουάριο του 1863- λόγω οικονομικής μας ανέχειας. Την ίδια μέρα υπογραφής της Συνθήκης Ένωσης, πιέσθηκαν οι Έλληνες να υπογράψουν και Οικονομική Σύμβαση. Όπου, σαν να μην έφταναν οι ρήτρες για τα ανακτορικά επιδόματα, τις Βασιλικές χορηγίες και τις ξένες επιβλαβείς οικονομικές συμβάσεις, υποχρεωθήκαμε στην καταβολή συντάξεων και αποζημιώσεων -δια βίου- σε Άγγλους υπηκόους που θα έχαναν την εργασία τους απ’ την εγκατάλειψη της «Προστασίας». Και ενώ είχαμε ψηφίσει την Ένωση χωρίς όρους, αποδεχθήκαμε όλες τις προτάσεις των μεγάλων δυνάμεων με το γνωστό «ραγιαδισμό». Η υπογραφή της Συνθήκης Ένωσης έγινε στις 17/29 Μαρτίου 1864, αλλά οι Άγγλοι έφυγαν αργότερα -«για λόγους διαφύλαξης της τάξης»- όταν η Ελληνική σημαία αναρτήθηκε και υποστάλθηκε η Αγγλική, την 21η Μαίου 1864. Έχει γραφτεί πως: στην επιμονή του Κ. Λομβάρδου οφείλεται η Ένωση και θα του άξιζε μεγαλύτερη τιμή αν δεν συμβιβαζόταν με τους Υπουργικούς Θώκους, Ήταν Υπουργός από το 1864 και πέθανε το 1888, εν ενεργεία Υπουργός. Η «Ένωση», αξιολογήθηκε κι από το Ζακυνθινό ποιητή, Γιάννη Τσακασιάνο, ως εξής: «Ελέ(γ)αμε με την Ένωση πως θα μας Ελληνίστε / μα εσείς μας ΄ξελληνέψατε, μας αποξανθρωπίστε»... Ο ενωτικός Λευκαδίτης, Αριστ. Βαλαωρίτης -και εκλεγμένος αντιπρόσωπος των Επτανησίων- είδε την ατμόσφαιρα της Βουλής των Αγγλόφιλων και αναγκάστηκε -αργότερα- να παραιτηθεί. Γεμάτος αηδία δε, έγραψε πως: «Δεν νοιώθεις πως σχαίνομαι όλην αυτήν την ψώρα / οπόρχεται κάθε φορά και μας δαγκάει τη χώρα;»…
* Στο επόμενο, η δεύτερη εξιστόρηση του αφιερώματος: απ’ τη σκοπιά του κέντρου της «Ψωροκώσταινας».