Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

ΙΣΤΟΡΙΚΑ «ΑΝΑΛΕΚΤΑ» …ΤΗΣ ΕΠΕΤΕΙΟΥ
«ΔΥΟ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΘΕΜΑ»
 (ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΑ 150ΧΡΟΝΑ ΕΝΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΤΑΝΗΣΟΥ)
του οικονομολόγου Παναγιώτη (Τάκη) Κ. Μυλωνά

Η 2Η ΕΞΙΣΤΟΡΗΣΗ: Απ’ τη σκοπιά του κέντρου της «Ψωροκώσταινας».

Στο δεύτερο αυτό μέρος του αφιερώματος, βασιστήκαμε στον 1ο τόμο, της 3τομης «ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ», του Ιστορικού, Δημοσιογράφου και Συγγραφέα, Τάσου Βουρνά (Εκδόσεις, Α/φών ΤΟΛΙΔΗ Ο.Ε), η οποία αναφέρεται στην περίοδο: από την Επανάσταση του 1821, ως το κίνημα του Γουδί (1909).  Μια ιστορική καταγραφή της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας η οποία περιλαμβάνει το χρονικό, αλλά και το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο των γεγονότων της Ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα, γύρω από το 1864, έτος πραγματοποίησή της. Εκεί αλιεύσαμε τα αντιπροσωπευτικά -κατά τη γνώμη μας- αποσπάσματα, με χαρακτηριστικά στοιχεία και σχόλια -σε συνοπτική και σχετικά ελεύθερη απόδοση- από την ματιά του ιστορικού Τάσου Βουρνά και με οπτική: απ’ το κέντρο της χώρας, της «Ψωροκώσταινας».
Ο ιστορικός Βουρνάς, ωστόσο, δεν περιγράφει μόνο το ιστορικό πλαίσιο, αλλά επεκτείνεται...
στα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της χώρας, τα οποία, η ξενοκρατία -που διαχρονικά επιβλήθηκε στη χώρα- εμπόδισε να επιλυθούν ικανοποιητικά. Η ξένη αυτή εξάρτηση είχε ως επακόλουθό της την πολιτική αστάθεια και τη φαυλότητα της πολιτικής διαπάλης, που επικρατούσε για δεκαετίες στην Ελλάδα και η οποία, είτε περιόριζε δραστικά, είτε νόθευε, είτε -και κυρίως- ματαίωνε ή ακύρωνε κάθε εξέλιξη που θα οδηγούσε στην ικανοποίηση των ώριμων εθνικών και λαϊκών αιτημάτων του ελληνικού λαού. Αναφέρει λοιπόν στην ιστορία του ο Βουρνάς, ειδικότερα για την εποχή που συντελέστηκε η Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα και τα εξής:
<<…Μετά την έξωση του Όθωνα, το 1862, η κατάσταση στην Ελλάδα θύμιζε και την προ 20ετίας όμοιά της, με τις απανωτές εξεγέρσεις κι αναταραχές, λόγω της οξύτητας των κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων του τόπου. Τα βασικά αυτά προβλήματα ήταν:
o   Το πρόβλημα της γης (ο αγωνισθείς για την ελευθερία του λαός ήταν ακτήμων. Η γη ήταν στα χέρια των τσιφλικάδων).
o   Το εθνικό πρόβλημα, της εθνικής ολοκλήρωσης και της απελευθέρωσης των υπόδουλων αδελφών, το οποίο έπαιρνε διαρκώς μεγαλύτερες διαστάσεις, ιδιαίτερα μάλιστα μετά τα γεγονότα στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία και τη διηνεκή πάλη της Κρήτης, όπως και της Επτανήσου κατά της Αγγλικής κατοχής. Ιδιαίτερα στην Επτάνησο, ο αστικοδημοκρατικός χαρακτήρας των αγώνων, σε συνδυασμό με την εθνικοαπελευθερωτική πάλη, πλούτιζε με σημαντική πείρα τις λαϊκές μάζες, μέσα και έξω από τα όρια του ελληνικού κράτους.
o   Και το πρόβλημα του Ελεύθερου Δημοκρατικού Μετασχηματισμού, το οποίο είχε επιτελέσει γενναία βήματα, καθώς, πρωτοπόρα στοιχεία μπορούσαν να επηρεάσουν πλατύτερα λαϊκά στρώματα και να παίξουν ρόλο ρυθμιστικού παράγοντα, στις κοινωνικές και πολιτικές ζυμώσεις, κατά την 7η δεκαετία του 19ου νεοελληνικού αιώνα.
Η ραγδαία αυτή προβολή των πρωτοπόρων τούτων δημοκρατικών στοιχείων στο πολιτικό προσκήνιο, που βρισκόταν ακόμη στο στάδιο της γένεσής τους, ανησύχησε τη στιγμή εκείνη την αγγλική πολιτική, η οποία έσπευσε να προχωρήσει στην εκλογή εθνοσυνέλευσης και νέου βασιλέως, για τον χηρεύοντα ελληνικό θρόνο. Ωστόσο, στη σπουδή αυτή των Άγγλων συνετέλεσαν, εκτός των φόβων για πιθανή εγκαθίδρυση αβασίλευτης δημοκρατίας στην Ελλάδα και κινήσεις φιλορωσικών στοιχείων, που φιλοδοξούσαν να εγκαταστήσουν στη χώρα δυναστεία υπαγόμενη στη σφαίρα της ρώσικης επιρροής. Η Κυβέρνηση Βούλγαρη, έχοντας αποκτήσει στενή επαφή με τον Άγγλο έκτακτο απεσταλμένο στην Αθήνα, Έλιοτ, εργαζόταν βιαστικά για την εκλογή του νέου ηγεμόνος στην Ελλάδα. Όταν δε συζητείτο το ελληνικό ζήτημα στη Βουλή των Κοινοτήτων, κατά τη φράση του Άγγλου Βουλευτού Φιτσγκεράλντ: «Το ελληνικό στέμμα περιεφέρετο ανά την Ευρώπη, εκπλειστηριαζόμενο παρά της Αγγλικής Κυβερνήσεως και προτεινόταν, κατά σειρά. στους άρρενες βλαστούς των μικρών γερμανικών αυλών, υποτελών στην αγγλική δυναστεία, για να απορριφθεί επίσης διαδοχικά υπό των πειναλέων τούτων πριγκίπων». Εδώ στην Ελλάδα, η προσωρινή Κυβέρνηση, δεν ήταν απερίσπαστη εσωτερικά. Υποχρεώθηκε να παραχωρήσει αμνηστία πολιτικών αδικημάτων και τώρα αντιμετώπιζε: στην μεν πρωτεύουσα και στα άλλα μεγάλα αστικά κέντρα, την σθεναρή αντιπολίτευση των πρώην διωχθέντων και ήδη ελεύθερων δημοκρατικών στοιχείων, στη δε ύπαιθρο, την έντονη δυσαρέσκεια των μεγάλων αγροτικών μαζών, οι οποίες περίμεναν την άμεση λύση των προβλημάτων τους. Μπροστά στην κατάσταση αυτή, η Αγγλία, άρχισε να προπαγανδίζει ανοιχτά, για την ανάρρηση στον ελληνικό θρόνο ενός πρίγκιπα από τους κόλπους της αγγλικής δυναστείας.
Συγκεκριμένα, από τις 12 Οκτωβρίου του 1862 -με τα γεγονότα που προηγήθηκαν και προπαρασκεύασαν την αποπομπή του- ο θρόνος του Όθωνα είχε ανατραπεί και καταργήθηκε η «Δυναστεία των Βιττελσμπάχ». Το βασιλικό ζεύγος έπαιρνε το δρόμο της εξορίας του με το αγγλικό πολεμικό πλοίο «Σκύλλα». Αυθημερόν και η «Προσωρινή Επαναστατική Κυβέρνηση», με προκήρυξή της στο λαό της Ελλάδας, έλεγε: «Τα δεινά της Πατρίδος έπαυσαν. Οι επαρχίες και η πρωτεύουσα, συνενωθείσες με το στρατό, καταργούν τη βασιλεία του Όθωνος και συγκαλείται Προσωρινή Κυβέρνηση, μέχρι της συγκαλέσεως Εθνικής Συνελεύσεως, συγκειμένη υπό των: Δ. Βούλγαρη, Κ. Κανάρη, Β. Ρούφου». Όμως, σε δεινή ταραχή ήλθε η κυβέρνηση Βούλγαρη και η Αγγλική αποστολή στην Αθήνα που τη στήριζε, όταν έγινε γνωστή η πορεία του στρατηγού Γρίβα -επικεφαλής 5.000 ενόπλων- από το Μεσολόγγι προς την πρωτεύουσα. Με το κίνημα του Γρίβα θα συντασσόταν και τάγματα στρατού, υπό τους Λεωτσάκο και Μπουκουβάλα, που επιθυμούσαν ριζοσπαστικότερες δημοκρατικές λύσεις στην μετά τον Όθωνα πολιτική κατάσταση. Έντρομος τότε ο Βούλγαρης, προήγαγε, το στρατηγό σε στρατάρχη κι έστειλε απεσταλμένους του για να έλθουν σε συμβιβασμό μαζί του. Ξαφνικά όμως και πριν τη συνάντηση, ο Γρίβας πέθανε από καρδιακό νόσημα. Ωστόσο, φήμες που κυκλοφόρησαν ευρύτατα, απέδιδαν τον ξαφνικό θάνατο του στρατηγού σε δολοφονική δράση Άγγλων πρακτόρων, οι οποίοι τον είχαν επισκεφτεί εκείνες τις μέρες στο Μεσολόγγι, χρησιμοποιώντας για την εξόντωσή του δηλητήριο.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση και με απεμπλοκή απ’ το πρόβλημα Γρίβα, εγκαταλείφθηκε κάθε πρόσχημα και η αγγλική κυβέρνηση άρχισε ανοιχτά να προπαγανδίζει την ανάρρηση στον ελληνικό θρόνο ενός πρίγκιπα από την αγγλική δυναστεία. Υπήρχε όμως εντονότατη αντίδραση σε μια τέτοια λύση, τόσο εκ μέρους των δημοκρατικών στοιχείων, όσο και εκ μέρους των ρωσόφιλων. Ως υποψήφιος για το θρόνο της Ελλάδας προβλήθηκε -από τους Άγγλους- ο γιος της βασίλισσας Βικτωρίας, Αλφρέδος. Στην προπαγάνδα υπέρ της υποψηφιότητάς του έριξαν το βαρύ πυροβολικό του αγγλικού χρυσίου, μαζί με την υπόσχεση της ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα, που πυρπολούσε την πατριωτική καρδιά του ελληνικού λαού. Για την επιτυχία του σκοπού της η αγγλική πολιτική, μαζί με την κυβέρνηση Βούλγαρη, κατάρτισαν στρατηγικό σχέδιο, ώστε να καταλάβουν εξ απροόπτου το λαό και να εμποδίσουν τις αντιτιθέμενες -σ’ αυτές- δημοκρατικές δυνάμεις, να οργανωθούν και να προετοιμάσουν τον αγώνα τους εναντίον της εκλογής του Αλφρέδου. Στήθηκαν διαδηλώσεις υπέρ του Αλφρέδου, ενώ οι εικόνες του πλημμύριζαν τη χώρα. Ως μέσο επιτυχίας του σχεδίου τους διάλεξαν την εσπευσμένη προσφυγή στο λαό, με δημοψήφισμα, γιατί η παραπομπή του στην μέλλουσα να συγκληθεί Εθνοσυνέλευση, θεωρούταν πολύ επικίνδυνο εγχείρημα γι’ αυτούς. Με τα κυβερνητικά ψηφίσματα, της 19 και 23 Νοεμβρίου 1862, οργανώθηκε βιαστικά -και με αποκλεισμό των δυνάμεων που αντιπολιτευόταν τον Αλφρέδο- το δημοψήφισμα για την εκλογή του. Σθεναρή υπήρξε και η ρωσική αντίδραση που στήριζε -για αντιπερισπασμό- τον Ρώσο πρίγκιπα Λαϊχτεμπεργκ, εγγονό του Τσάρου Νικόλαου του Α΄ και ορθόδοξο στο θρήσκευμα, ο οποίος -υποστηριζόμενος και από τη Γαλλία- έκανε αυτή τη διάσταση των μεγάλων δυνάμεων κεφαλαιώδη.
Ο κύριος σκοπός της αγγλικής πολιτικής όμως δεν ήταν η απ’ ευθείας ανάρρηση στον ελληνικό θρόνο ενός Άγγλου πρίγκιπα, αλλά ο εξαναγκασμός του ελληνικού λαού να δώσει καταφατική ψήφο στην πολιτική της Αγγλίας στη χώρα και να ισχυροποιηθεί η Προστασία στα μάτια Ελλήνων και ξένων. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν, ενώ, οι Άγγλοι, προωθούσαν την ταχεία διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, παράλληλα αποδέχονταν τη συμφωνία με τις άλλες μεγάλες δυνάμεις, με την οποία κηρυσσόταν σε ισχύ το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830, βάσει του οποίου έπρεπε να εξαιρεθούν από την εκλογή στον ελληνικό θρόνο, οι πρίγκιπες του βασιλευουσών οικογενειών των τριών δυνάμεων. Και την 1η Δεκεμβρίου του 1863, οι πρεσβευτές, Σκάρλετ της Αγγλίας, Βλουδώφ της Ρωσίας και Μπουραί της Γαλλίας, με κοινή τους διακοίνωση προς την κυβέρνηση Βούλγαρη, υποστήριξαν σθεναρά τις αρχές αυτές του «Πρωτόκολλου του Λονδίνου». Το δημοψήφισμα έγινε ταυτόχρονα με τις εκλογές για την Εθνοσυνέλευση. Σε αυτό ψήφισαν: 230.433 άνδρες στο εσωτερικό και 19.583 στο εξωτερικό (Επτάνησα). Η πλειοψηφία που πήρε ο Αλφρέδος ήταν συντριπτική, αφού συγκέντρωσε 240.016 ψήφους και 2.460 πήρε ο Λάιχτεμπεργκ, της Ρωσίας. Διάφοροι άλλοι πήραν ασήμαντες μονάδες, ενώ μόλις 6 ψήφους κατέγραψε ο κατοπινός βασιλεύς της Ελλάδας, πρίγκιπας Γεώργιος Γκλύξμπουργκ, της Δανίας. Και ενώ το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας διαβιβαζόταν στην Εθνοσυνέλευση, από το βουλευτή Πάνο Κορωναίο -όπου με βάση τη λαϊκή ετυμηγορία εκλεγόταν βασιλεύς των Ελλήνων ο πρίγκιπας Αλφρέδος- η Αγγλία -που τόσες μηχανορραφίες εξύφανε για να επιτύχει το αποτέλεσμα αυτό- θεωρώντας τώρα ότι επιτεύχθηκε ο σκοπός της, να εγκριθεί η επιρροή της από το ελληνικό εκλογικό σώμα, δήλωσε αμέσως υποκριτικότατα, δια στόματος του εκτάκτου αποσταλμένου της στην Ελλάδα, Έλλιοτ, ότι: ο πρίγκιπας Αλφρέδος, «ούτε δύναται να δεχτεί, ούτε ηδύνατο να φέρει το στέμμα της Ελλάδος», σύμφωνα με το πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830. Δεν παρέλειψε όμως να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της αγγλικής αυλής για την προτίμηση. Η εκλογή αυτή του Αλφρέδου αποτέλεσε σπουδαία ευκαιρία για την βρετανική πολιτική, ώστε να στερεώσει οριστικά τη θέση της στην Ελλάδα και να κατοχυρώσει την εξάρτησή της απ’ αυτή. Η εκβιασθείσα λαϊκή κατάφαση στα σχέδιά της, της έλυσε τα χέρια. Ενώ, το ζήτημα του Ελληνικού θρόνου, από πανευρωπαϊκό πρόβλημα τριών μεγάλων δυνάμεων, μεταβαλλόταν σε αποκλειστικά αγγλική υπόθεση, τη λύση του οποίου ανέλαβε ο Άγγλος πρωθυπουργός Πάλμερστον. Για την επιτυχία εγκαθίδρυσης της οριστικής αγγλικής επιρροής κι εξάρτησης της Ελλάδας στην πολιτική της, προσφερόταν, στους γόνους των άλλων βασιλικών οίκων της Ευρώπης, ο ελληνικός θρόνος. Προσφορά που συνόδευε -σαν είδος προίκας- και η παραχώρηση της Επτανήσου (της δυσμάχητης, κοινωνικά και πολιτικά -ιδίως, λόγω της δράσης του κόμματος των Ριζοσπαστών- της ασύμφορης οικονομικά και της άχρηστης, πλέον, για τις ανάγκες του αγγλικού στόλου της Μεσογείου).
Από τη σύσταση σε σώμα της Εθνοσυνέλευσης, αυτή χωρίστηκε σε τρία στρατόπεδα. Ο Δημ. Βούλγαρης, εκπροσωπώντας τα φεουδαρχικά στοιχεία και τα συμβιβασμένα με την παράταξή του αστικά κι υποστηριζόμενος από κύκλους της Εθνικής Τράπεζας -ήταν στην πτέρυγα των «πεδινών»- αποτελούσε τη συνέχεια του παλιού αγγλικού κόμματος του Μαυροκορδάτου. Η αριστερή πτέρυγα, των «ορεινών» είχε επικεφαλής τον Κων. Κανάρη και τον Δημ. Γρίβα, αποτελούμενη από μεσαίους κτηματίες, στρατιωτικούς και λαϊκά στοιχεία, δηλαδή έμψυχο υλικό που παλαιότερα τροφοδοτούσε το ρωσικό κόμμα του Γέρο Κολοκοτρώνη και του Ανδρέα Μεταξά, όπως και το Γαλλικό κόμμα του Ι. Κωλέτη. Ανάμεσά τους εμφανίζεται μια νέα πολιτική δύναμη, το Εθνικό Κομιτάτο, υπό τον Επαμ. Δεληγιώργη, ο οποίος παρά τη ριζοσπαστική του νεότητα, προσεγγίζει την παράταξη του Βούλγαρη και από κοινού συνεργάζεται στην κατάρτιση του νέου Συντάγματος, που δεν εκπροσωπεί όμως τις θέσεις των δημοκρατικών στοιχείων και της νεολαίας. Η αγγλική διπλωματία κινούταν ήδη ζωηρά, για εξεύρεση του πρίγκιπα που θα αποδεχόταν το αγγλικό σχέδιο, περί σκιώδους ανεξαρτησίας της χώρας. Ο Πάλμερστον συνόδευε την προσφορά του με τη δήλωση ότι η Ελλάδα θα χρειαστεί να έχει αξιόλογες δυνάμεις χωροφυλακής και δεν χρειάζεται να συντηρεί στρατό και στόλο που κοστίζει και θα έβαζε το κράτος σε περιπλοκές, επικίνδυνες εσωτερικά και εξωτερικά. Έτσι το ελληνικό στέμμα προσφερόταν στις υποτελείς της αγγλικής δυναστείας μικρές ευρωπαϊκές αυλές που το απέρριπταν αλληλοδιαδόχως. Ο Φερδινάνδος της Πορτογαλίας μάλιστα το αρνήθηκε με μια μνημειώδη δήλωσή του, ότι: η αγγλική κυβέρνηση επιθυμεί να εγκαταστήσει γοργά τον νέον βασιλέα στην Αθήνα, όπως συνέβαινε και με τους τοπάρχες της Βεγγάζης, όπου, όταν αναχωρούσε ο ένας έστελναν τον άλλον ευθύς. Ο δε λόρδος Λοντόντερυ, αποκαλυπτικός των προθέσεων της αγγλικής πολιτικής, με κυνική δήλωσή του, σκιαγράφησε την εξωτερική πολιτική της χώρας του, όταν είπε: «η Ελλάδα πρέπει να γίνει -με την ασκούμενη πολιτική της Αγγλίας στην περιοχή- λιγότερο επικίνδυνη για τα συμφέροντά μας κι ο λαός της τόσο μικρόψυχος και υποτακτικός, όπως τα έθνη του Ινδουστάν». Κατόπιν αυτών, ο Πάλμερστον κατέφυγε στη τελευταία λύση. Προκρίθηκε ο Γεώργιος Γκλύξμπουργκ - Σόντεμπουργκ - Σλέσβιγκ Χόλσταϊν, που αποδέχθηκε τις αγγλικές προτάσεις και όρους του λόρδου Παλμερστον και την ανάρρησή του στο θρόνο, συμφώνησαν να την υποστηρίξουν η Ρωσία και η Γαλλία.
Εναργή εικόνα της έκρυθμης κατάστασης που επικρατούσε στη χώρα -κατά το διάστημα της μεσοβασιλείας- έδινε η Β΄ Εθνοσυνέλευση. Τα κόμματα, παρά τις πομπώδεις προσωνυμίες τους «πεδινοί» και «ορεινοί», αποτελούσαν προσωποπαγείς ομάδες και όχι ιδεολογικά πολιτικά κόμματα. Ο Δ. Βούλγαρης, πρόεδρος Προσωρινής Κυβέρνησης και πολιτικός μηδενικής αξίας, αγωνιζόταν για να συγκεντρώσει στα χέρια του δικτατορική εξουσία, αντιμετωπίζοντας την αντίδραση του αντιπάλου του ναύαρχου Κ. Κανάρη. Οι σύμμαχοι του Βούλγαρη ήταν οι δυνάμεις χωροφυλακής και το τάγμα Λεωτσάκου, ενώ οι αντίπαλοί του διέθεταν τις υπόλοιπες ένοπλες δυνάμεις. Διαφορετική θέση έπαιρνε η «Πανεπιστημιακή φάλαγξ», του Π. Κορωναίου, που είχε διατεθεί -κυρίως- για τη φρούρηση της τάξης στην πρωτεύουσα. Στους κόλπους της Εθνοσυνέλευσης ο ανταγωνισμός πήρε μορφή διαμάχης για την μονοπωλιακή άσκηση της εξουσίας και την κατάρτιση του νέου Συντάγματος. Η πολιτική αστάθεια που επακολούθησε, με παραιτήσεις Υπουργών και Κυβερνήσεων -το Φεβρουάριο του 1863- ήταν -σχεδόν- καθημερινό φαινόμενο. Η πρωτεύουσα προσέλαβε όψη επαναστατημένης πόλης, με πολλά επεισόδια ανάμεσα στις αντίπαλες ομάδες στους αθηναϊκούς δρόμους. Η Εθνοσυνέλευση με ψήφισμά της, κατάργησε την Κυβέρνηση και ανέθεσε εκτελεστικά καθήκοντα στον αντιπρόεδρό της Λ. Μωραϊτίνη. Ο Μωραϊτίνης όμως, βλέποντας ότι κορυφωνόταν η λαϊκή αγανάκτηση, κάλεσε στα όπλα όλη τη δύναμη της Εθνοφυλακής, ενώ παράλληλα συνέστησε επιτροπή για να συμβιβάσει τις αντιμαχόμενες παρατάξεις. Ακολούθως, η Εθνοσυνέλευση όρισε νέα Κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Ζ. Βάλβη και με αντιπροσωπευτική τη σύνθεσή της. Μια Κυβέρνηση που κατάφερε να σταματήσει το λαϊκό αναβρασμό, ύστερα από συγκέντρωση που προσκάλεσε στην κεντρική πλατεία Όθωνος, στις 11-2ου-1863 και ο παριστάμενος εκεί λαός έδωσε υπόσχεση εθνικής ενότητας. Γι’ αυτό και προς ανάμνηση του γεγονότος αυτού, η κεντρική αυτή πλατεία, ονομάστηκε πλατεία Ομονοίας. Ακολούθως στις 18 Μαρτίου 1863, η Εθνοσυνέλευση αναγόρευσε παμψηφεί ως βασιλέα της Ελλάδας τον προταθέντα από τους Άγγλους Δανό πρίγκιπα Γεώργιο, υπό τον μοναδικό όρο ότι οι νόμιμοι διάδοχοί του θα ασπάζονταν το ορθόδοξο δόγμα. Όσον αφορά στα έσοδα του νέου βασιλέως καθορίστηκαν από τους Άγγλους βάσει μυστικής τους συμφωνίας με τη Δανία. Με βάση τους όρους της συμφωνίας αυτής εξασφαλιζόταν μεν η απόδοση της Επτανήσου στην Ελλάδα και η προικοδότηση του νέου βασιλέως, αλλά ακινητοποιούταν η χώρα στις εθνικές της διεκδικήσεις προς Θεσσαλία, Ήπειρο και Κρήτη. Πέραν της επιχορήγησης, ο νέος βασιλέας, θα έπαιρνε ισόβια ετήσια χορηγία 12.000 λιρών από την Ελλάδα, έναντι τοκοχρεολυσίων αγγλικών δανείων προς τη χώρα και άλλες 10.000 λίρες από την Επτανησιακή πολιτεία. Κι ενώ συνεχιζόταν οι σκληρές διαπραγματεύσεις στην Κοπεγχάγη για την εξασφάλιση της οικονομικής άνεσης του νέου βασιλέα (που τελικά κατέληξαν σε κατάπτυστες συμφωνίες), στο εσωτερικό της χώρας διαιωνιζόταν ατελεύτητη η ανωμαλία του πολιτικού στίβου. Έτσι, η ανάδειξη, στο υπουργείο στρατιωτικών, του Π. Κορωναίου, που εκπροσωπούσε μερίδα των «ορεινών», έφερε την αντιδραστική μανία των «πεδινών», οι οποίοι, μαζί με τη χωροφυλακή και το πυροβολικό και τη συνεργασία του λήσταρχου Κυριάκου, αποφάσισαν πραξικόπημα κατά της Κυβέρνησης. Στις συγκρούσεις που ακολούθησαν μεταξύ αντιπάλων και με συμμετοχή των ληστών, σκοτώθηκε και ο γιος του Κανάρη. Ο Κορωναίος επικεφαλής της Εθνοφυλακής επιτίθεται κατά του κτηρίου της Εθνικής Τράπεζας, όπου είχαν οχυρωθεί, από κοινού, χωροφύλακες και ληστές του Κυριακού, υπό τις εντολές του Γεωργίου Σταύρου, Διοικητή του Ιδρύματος της Τράπεζας. Η κατάσταση που επικρατούσε τότε στην πρωτεύουσα ήταν χαώδης και οι πρεσβευτές των τριών δυνάμεων απαίτησαν από τους διαμαχόμενους 48ωρη εκεχειρία, ώστε, η Εθνοσυνέλευση να συμβιβάσει τους «πεδινούς» με τους «ορεινούς». Υπό καθεστώς πλήρους ξενοκρατίας κι ενώ στην Αθήνα κυκλοφορούσαν ένοπλα αγήματα των στόλων των τριών δυνάμεων, η Εθνοσυνέλευση ανασχημάτισε την Κυβέρνηση και εκδιώχθηκε ο Κορωναίος από το υπουργείο στρατιωτικών και όρισε διάδοχό του τον Ι. Κλίμακα. Μόλις αποκαταστάθηκε κάποια στοιχειώδης ηρεμία ετοιμάστηκε κι ο νέος βασιλέας να αναλάβει το στέμμα, συνοδευόμενος από το Δανό κόμιτα Σπόνεκ, σύμβουλο του Γεωργίου, ποτισμένο με αντιδραστικές και φεουδαρχικές αντιλήψεις και για τον οποίο χρειάστηκε αργότερα σκληρός λαϊκός αγώνας για να φύγει από τη χώρα. Ο Γεώργιος ζήτησε από την Κυβέρνηση έναν γλωσσομαθή Έλληνα για υπασπιστή του. Εξελέγη ο στρατηγός Δ. Καλλέργης που ανήκε πολιτικά στους «ορεινούς» και δεν δεχόντουσαν οι «πεδινοί», διαδίδοντας επιτήδεια ότι, θα επισκίαζε τον Σπόνεκ. Ο Σπόνεκ αντέδρασε με δήλωσή του που ανέφερε πως: «ουδείς μπορεί να τον επισκιάσει καθότι η Α.Μ. ο βασιλεύς της Δανίας του έχει αναθέσει τόσο υψηλή θέση ώστε ουδείς στην Ελλάδα δύναται να τον επισκιάσει»! Με την αυθάδη αυτή δήλωσή του που αυτοτοποθετούταν υπεράνω και της ελληνικής Κυβέρνησης, έκανε αλγεινή εντύπωση και γεννήθηκαν βάσιμοι φόβοι ότι το καθεστώς της Βαυαροκρατίας έμελλε να το διαδεχτεί το νέο ξενικό καθεστώς της Δανοκρατίας (διάβαζε, Αγγλοκρατίας). Και ενώ ο νέος βασιλιάς περιόδευε τις ξένες αυλές, στις 19 Σεπτέμβρη του 1863 συντελούνταν η ένωση της Επτανήσου, με την σύνοδο της Ιόνιου Βουλής -από πρόσφατες εκλογές στα Επτάνησα- κατά την οποία, με διάγγελμα που διάβασε ο Άγγλος αρμοστής, διακηρυσσόταν ότι: η Αγγλία συναινούσε να αποσύρει την «προστασία» απ’ τα Ιόνια νησιά. Και στις 23 του ίδιου μήνα, η Ιόνιος Βουλή, ψήφισε -πανηγυρικά- την Ένωση. Ωστόσο, η Ένωση δεν πραγματοποιήθηκε δίχως όρους εκ μέρους της Αγγλίας και με καθυστέρηση, παρά το οικονομικά ασύμφορο, το πολιτικά και κοινωνικά δυσμάχητο και το στρατιωτικά άχρηστο της περαιτέρω παραμονής της Επτανήσου στον αγγλικό ζυγό. Κι ενώ τα αγγλικά στρατεύματα, στο μεταξύ, ανατινάζουν κάθε στρατιωτική εγκατάσταση στην Κέρκυρα, ο λαός της, κραυγάζει σε κάθε έκρηξη: «Ζήτω η Ένωση»! Στην Αθήνα, ο Γεώργιος έφθασε στις 17-10ου-1863 και στις 19 του ίδιου μήνα έδωσε το βασιλικό του όρκο στην Εθνοσυνέλευση. Στις 25 Οκτώβρη ορκίστηκε ενώπιόν του η νέα Κυβέρνηση υπό το Δ. Βούλγαρη, με πολιτικά στελέχη προσκείμενα απόλυτα στην αγγλική πολιτική. Έτσι, με την ανάρρηση του Γεωργίου του Α΄, στο θρόνο Ελλάδας από τη μια και την Κυβέρνηση Βούλγαρη, από την άλλη, θεμελιωνόταν στέρεα η αγγλική επιρροή στην Ελλάδα επί μια ογδοηκονταετία (με μικρά διαλείμματα), έως το δόγμα Τρούμαν του 1947, όταν δηλαδή ο αγγλικός λέων άρχισε να τρέφεται με αμερικανικές κονσέρβες… Στις 16 Απριλίου 1864 σχηματίσθηκε μεταβατική Κυβέρνηση με το Ζ. Βλαστό και στις 26 Ιουλίου ορκίστηκε η Κυβέρνηση Κανάρη η οποία δεξιώθηκε τους Επτανήσιους βουλευτές, ενώ έθεσε ως έργο της, τη συζήτηση και ψήφιση του νέου Συντάγματος της χώρας.>>