Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

«Stress Test»: Στα αποτελέσματα της πολιτικής εξόδου από την κρίση…
του οικονομολόγου Παναγιώτη (Τάκη) Κ. Μυλωνά
 
Τα «Stress Test» (οι ασκήσεις αντοχής ή πίεσης ή έντασης ή έμφασης ή/και τονισμού προς κάτι), είναι οι γνωστές «δοκιμασίες» κι «εξετάσεις πιστοποίησης» της Ε.Κ.Τ. (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), προς Τράπεζες, προκειμένου να διαγνωστεί -με εμπεριστατωμένη διαγνωστική μελέτη- η υγεία των δανειακών χαρτοφυλακίων τους. Στη συνέχεια -η Ε.Κ.Τ.- έχει ως στόχο να αναλάβει τον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό τους, που θα εκκαθαρίσει, θα αναδιαρθρώσει και θα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα προβλήματα των μη βιώσιμων τραπεζών, υπό το πλέγμα θεσμικών και νομικών παρεμβάσεων που έχει στη διάθεσή της. Με άλλα λόγια, αυτά τα «Stress Test», αποσκοπούν στην αξιολόγηση των τραπεζών, μέσω του ελέγχου της ποιότητας του ενεργητικού τους, με διεξαγωγή «Stress Test», στα πραγματικά και στα υποθετικά σενάρια της οικονομικής συγκυρίας.
Όμως, ποιά μπορεί να είναι τα «Stress Test» της οικονομικής μας συγκυρίας, ύστερα από τα τέσσερα και πλέον χρόνια των αιματηρών -για τη χώρα μας- «Μνημονίων»;
Α) Μόλις πρόσφατα και το -μεγάλης κυκλοφορίας- γερμανικό δημοσιογραφικό έντυπο, «Der Spiegel» ...
(ο Καθρέπτης),  αναγνώρισε -με πηχυαίους τίτλους- ότι: «στην περίπτωση της Ελλάδας, το μοντέλο της αναπτυξιακής λιτότητας, δεν φαίνεται να οδηγεί στην έξοδο της χώρας από την κρίση που τη βασανίζει εξακολουθητικά». Μια πρώτη προσπάθεια άδοξης διάψευσης του δημοσιεύματος αυτού ήταν, η -σχεδόν ταυτόχρονη με αυτό- δοκιμαστική έξοδος της χώρας μας στις αγορές, για τη χρηματοδότηση μικρού μόνο τμήματος του τρέχοντος ελλείμματός μας. Κατά την «έξοδό» μας αυτή, ενώ επιζητούσαμε τη σύναψη βραχυπρόθεσμου δανεισμού, ύψους 3,5 δισ. Ευρώ, καταφέραμε να αποσπάσουμε, μόλις, 1,5 δισ. Ευρώ, με επιτόκιο 3,5%. (Ενώ, επίσης, οι σχετικές προσφορές δανεικών, για το υπόλοιπο του ζητούμενου ποσού, είχαν απαγορευτικές -έως και εξωφρενικές- απαιτήσεις επιτοκίων).
Β) Εξακολουθεί -παρά την «ανακεφαλαιοποίηση», με περισσότερο από 40δισ. Ευρώ, σε βάρος του Έλληνα φορολογούμενου- η απροθυμία των τραπεζιτών να ενισχύσουν την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών τους, η διάσωση των οποίων, θα εξακολουθούσε να δοκιμάζει τα όρια αντοχής των οικονομικών της χώρας, ακόμα και με τις δυνατότητες που θα είχε αυτή και προ των σημερινών αξεπέραστων προβλημάτων της χαίνουσας οικονομικής κρίσης που διέρχεται.
Γ) Αν -πράγματι- οι τράπεζες εμπιστεύονται την ελληνική οικονομία, όφειλαν να δηλώσουν -τουλάχιστον- ότι: «δεν θα πουλήσουν τα στεγαστικά δάνεια σε ξένα funds» και πως «θα τα κρατήσουν στο χαρτοφυλάκιό τους κι ούτε θα τα σκοτώσουν, προκειμένου να εισπράξουν κέρδη, ακριβώς επειδή πιστεύουν στην καλή πορεία της ελληνικής οικονομίας και στην άνοδο των τιμών των ακινήτων».
Δ) Αν -πράγματι- οι τράπεζες βρίσκονται σε καθεστώς εξυγίανσης, όπως ισχυρίζονται -παρ’ ότι οι επιχειρήσεις διαμαρτύρονται πως δεν τους δίνονται δάνεια- τότε γιατί δεν επαναφέρουν το καθεστώς της μηνιαίας καταγραφής και δημοσιοποίησης του αριθμού των εγκρίσεων - απορρίψεων και του συνολικού ύψους των νέων δανείων, προκειμένου να διαπιστωθεί το ποιός έχει δίκιο…
Ε) Ποιά είναι άραγε η ασφάλεια των συναλλαγών στην ελληνική οικονομία και την αγορά, όταν οι επιχειρηματίες διεκδικούν, είτε ρυθμίσεις για τις οφειλές τους -στο Δημόσιο και στα Ασφαλιστικά Ταμεία- μεγαλύτερες των 180 δόσεων, σε βάρος των υπόλοιπων φορολογουμένων, είτε ακόμα και κούρεμα στα δάνεια των επιχειρήσεών τους, επικαλούμενες το στοιχείο πως, η δική τους δανειακή επιβάρυνση -συγκριτικά με τον ετήσιο «τζίρο» τους-  είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη του 180%, του δημόσιου χρέους της χώρας…
ΣΤ) Στο οικονομικό ένθετο της «Καθημερινής», της Κυριακής 29-6ου-2014, σε σχετική ανάλυσή του ο Κώστας Καλλίτσης υποσημειώνει -μεταξύ άλλων- ότι: «Πού βρισκόμαστε; Δημόσιο χρέος 322 δισ. Ευρώ. Ιδιωτικό χρέος 215 δισ. Ευρώ, από τα οποία δεν εξυπηρετούνται άνω των 100 δισ. Ευρώ στην πραγματικότητα. Μέσα στην διετία, μόλις, μειώθηκε η παραγωγή της μεταποίησης 6%, η οικοδομή 50%, ο τζίρος της λιανικής 19%, του τουρισμού 13%, οι καταθέσεις των νοικοκυριών 7%, ενώ εκτινάχθηκαν σε 66,4 δισ. ευρώ τα ληξιπρόθεσμα χρέη στην εφορία και αυξήθηκαν οι άνεργοι 54% -με τα 2/3 μακροχρόνια ανέργους. Αλλά νέο οικονομικό μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης με βιώσιμες θέσεις εργασίας δεν οικοδομείται…».
«Stress Test», είναι και ο τίτλος του νέου βιβλίου και ενός αμφιλεγόμενου προσώπου, του τ. Υπουργού Οικονομικών των Η.Π.Α. Τίμοθι Γκάιτνερ. Όπου, ανάμεσα σε πολλά άλλα, ψέγει τους Ευρωπαίους ότι, άφησαν την κατάσταση -με την οικονομική κρίση- να εξελιχθεί σε πανικό, «επειδή δεν ήθελαν να λάβουν μέτρα εγκαίρως, τα οποία θα τιθάσευαν τις χρηματοοικονομικές φωτιές». Για να τονίσει στη συνέχεια: «έκαναν διαφορετικές επιλογές και τις ακολούθησαν για τρία πολύ ζημιογόνα χρόνια, κατά τα οποία, προσπάθησαν να επιβάλλουν γενικευμένη λιτότητα, σε μια εποχή που οι οικονομίες τους κατέρρεαν. Ήταν σαν να πατάς φρένο όταν θα έπρεπε να επιταχύνεις…».
Τα αδιέξοδα της λιτότητας αναστέλλουν κάθε επενδυτική προϋπόθεση, επιβαρύνουν τα χρέη, διευρύνουν τις ανισότητες και εμποδίζουν τις προϋποθέσεις της οικονομικής μας ανάκαμψης.
Γι’ αυτό, ο στόχος μας δεν είναι πλέον μια κάποια ανάπτυξη (η οποία, ωστόσο, δεν φαίνεται από πουθενά, όταν -με το 1/3 στην ανεργία- δεν αρκούν τα 2/3 του εργατικού δυναμικού, μόλις, για να «ξεκολλήσουν το κάρο της οικονομίας από τη λάσπη»). Δεν αρκεί ούτε μια κάποια θεραπεία της ανεργίας και της φτώχειας (η οποία, πάντως, δεν διαφαίνεται ακόμα). Χρειάζεται να κάνουμε κάτι πολύ καλύτερο. Χρειάζεται μια αποφασιστική στροφή…

Η διαχείριση και η εφαρμογή μιας πολιτικής εξόδου από την κρίση, πρέπει να αποκτήσει το πλεονέκτημα της ιδιαίτερης αγωνιστικότητας στις κυλιόμενες διαπραγματεύσεις με τους εταίρους μας και τους εδώ εκπροσώπους τους, τη «Τρόικα». Το στοιχείο αυτό, θα μας επιτρέψει, στο μέλλον, να αποφύγουμε  την εφαρμογή της τακτικής των «εξαρτημένων αντανακλαστικών», που ήδη ασκούν σε βάρος μας, οι πιστωτές μας, αντί για ισότιμες διαπραγματεύσεις και διαβουλεύσεις, μαζί τους. Με αποτέλεσμα, ως κι αυτοί οι «ευρωμηχανισμοί» παροχής «βοήθειας στήριξης, με δόσεις», στη χώρα μας, να καθίστανται λιγότερο εύστοχοι και να είναι κατώτεροι των πραγματικών μας αναγκών ή και να καθυστερούν το «πρόγραμμα βοήθειας», χρονικά και ποσοτικά, επειδή είχαν σημειωθεί καθυστερήσεις στις συνεννοήσεις και στη τεχνική εφαρμογή των συμφωνηθέντων του «Μνημονίου». Μια τέτοια -εξουθενωτικά αγχωτική- βοήθεια, με χρονική υστέρηση στην καταβολή των «δόσεων», αποτελεί τεράστιο αρνητικό οικονομικό μέγεθος, που υπονομεύει τις προοπτικές ανάσχεσης της οικονομικής ύφεσης κι ακυρώνει τις προσπάθειες ανάκαμψης της οικονομίας. Καθιστά δε αυτή, το πρόβλημα της «στενότητας της χρηματικής ρευστότητας», κυρίαρχο και ασφυκτικό, για τη λειτουργία της οικονομίας, του δημοσίου, των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Ενώ, ταυτόχρονα, μια τέτοιου είδους βοήθεια, στήριξης της οικονομίας (με τις δόσεις να λαμβάνονται καθυστερημένα), προξενεί καθυστερήσεις ή και ματαιώσεις, σε οποιουσδήποτε άλλους προγραμματισμούς, όλων όσων δραστηριοποιούνται οικονομικά. Η πολιτική ασυναρτησία, που παρατεταμένα ασκεί η δικομματική Κυβέρνηση, συνιστά μια πολύπλευρα αρνητική παράμετρο, η οποία, από τη μια πλευρά, μας απομακρύνει από την επίτευξη των τεθέντων στόχων κι από την άλλη, μειώνει την αξιοπιστία της χώρας μας προς τους πιστωτές της στο εξωτερικό. Χαρακτηριστικό σχετικό παράδειγμα αποτελεί, επίσης και η καλλιέργεια των ανεξάντλητων εκείνων προσδοκιών. Μια τακτική καλλιέργειας προσδοκιών, που ζημιώνει τα δημόσια έσοδα και δημιουργεί διάθεση και στάση αναμονής στους φορολογούμενους, για την αναμενόμενη θέσπιση ευνοϊκότερων ρυθμίσεων στο μέλλον, στις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους. Τα δε δημοσιονομικά μας ελλείμματα, δεν τιθασεύονται πια με τη συνέχιση της «συνταγής», της «δημιουργικής λογιστικής», ούτε με αναστολή των πληρωμών του δημοσίου, μήτε με αναστολή της επιστροφής Φ.Π.Α. σε επιχειρήσεις, ουδέ με την μετάθεση της πληρωμής των οφειλών του δημόσιου, στους δικαιούχους, μηδέ και με την πρόσθετη περικοπή του Προγράμματος Δημόσιων Επενδύσεων κ.α.. Πέραν, όμως, αυτών, η στενότητα στα δημόσια οικονομικά, «φορτώνει» -με τις ανεξόφλητες αυτές οφειλές του δημοσίου- τις προμηθεύτριες εταιρίες του ιδιωτικού τομέα, οι οποίες με τη σειρά τους περιθωριοποιούν τη δράση τους στην αγορά, μεγεθύνοντας την ύφεση στην οικονομία και εκτινάσσοντας την ανεργία στα ύψη. 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΤΣΑΛΙΚΙΔΗ