Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

«Η αβάσταχτη Ελαφρότητα» της «βαριάς βιομηχανίας»
του Τουρισμού μας…
του οικονομολόγου Παναγιώτη (Τάκη) Κ. Μυλωνά

Ο «θρίαμβος» του ελληνικού τουρισμού, με την εκτίναξη των αφίξεων, είναι η εδραίωση της ανταγωνιστικότητάς του(;) και το μοναδικό «ελπιδοφόρο φως» για την έξοδο της χώρας μας από το «τούνελ» της ανυπόφορης και εξοντωτικής οικονομικής κρίσης που μας τυραγνά ακατάπαυστα; Ή μήπως έχουν πραγματική υπόσταση και βάση οι αντιρρήσεις που ψελλίζουν εργαζόμενοι και φορείς που εμπλέκονται με το τουριστικό μας προϊόν;
Αν βλέπαμε μόνο τους αριθμούς και τα ποσοστά αύξησης των αφίξεων των επισκεπτών στην πατρίδα μας θα ήταν ικανά -από μόνα τους- να προκαλέσουν εφορία, αισιοδοξία, μέχρι και επανάπαυση. Αν βλέπαμε -όμως- τους ίδιους αριθμούς, συγκριτικά ...
με άλλους συναφείς, καθώς και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους, θα βλέπαμε -σαν σε καθρέπτη- καθαρότερα, ότι: αυτές οι αυξήσεις των αφίξεων, αποτελούν συγκυριακό και πρόσκαιρο φαινόμενο, αποτέλεσμα της μεγάλης ταραχής που επικρατεί στη Μέση Ανατολή. Συνιστούν δε μια μονοδιάστατη αύξηση, χωρίς βάθος. Χωρίς την ανάδειξη καινοτόμων ιδεών που σέβονται, τον τουρίστα - πελάτη και τους εργαζόμενους στον τουρισμό. Χωρίς οπτική, που να είναι αποστασιοποιημένη από τη λογική της «αρπαχτής», του «τουρίστα - εμπόρευμα» (μόνο για οικονομική εκμετάλλευση). Χωρίς να διακρίνονται όσοι ξεχωρίζουν: τον ποιοτικό μαζικό τουρισμό, απ’ τον χύδην συνωστισμό και την έλλειψη καλού γούστου κι όσοι δεν κατέχουν τη διαφορά: της στενής οικονομικής εκμετάλλευσης, απ’ την ολόπλευρη και ισόρροπη ανάπτυξη του λαού και του τόπου. Τέτοιες προσπάθειες κι αποτελέσματα, δεν αποτελούν επένδυση που έχει αύριο. Αποσκοπούν σε ένα αμφιλεγόμενο κέρδος, ενώ είναι -απλώς- ληξιπρόθεσμες και ματαιόδοξες απόπειρες μιας καθαρής εθελοτυφλίας…
Αλλά ας δούμε εμπεριστατωμένα τις ψηφίδες της «αντικειμενικής πραγματικότητας», όπως τις δείχνει η -από: 24 - 7ου - 2014- «Έκθεση του Ι.Τ.Ε.Π. (Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών & Προβλημάτων)», με τα στοιχεία που φιλοξένησε -σε άρθρο του, στην εφημερίδα «Η ΕΠΟΧΗ», στις 27 Ιουλίου 2014, με τίτλο: «Βαριά βιομηχανία ο τουρισμός αλλά για τους εργαζόμενους»- ο γνωστός δημοσιογράφος και συμπατριώτης μας, Παύλος Κλαυδιανός.
Απ’ τα στοιχεία της έρευνας, επιβεβαιώνεται η άνοδος, που σημειώθηκε το 2013, στον τουριστικό τομέα -σημαντικού κλάδου της ελληνικής οικονομίας, που συμβάλλει κοντά στο 20% του Α.Ε.Π. της χώρας- ενώ ανάλογη προβλέπει την άνοδο και για το 2014. Συγχρόνως όμως η έρευνα αυτή αποκαλύπτει ένα τομέα έντασης εργασίας όπου: οι εργαζόμενοι, αντί να είναι σε συγκριτικά καλύτερη θέση, σε σχέση με τους εργαζόμενους άλλων κλάδων, οι οποίοι πλήττονται βαρύτερα από την κρίση, βρίσκονται σε πολύ χειρότερη κατάσταση, μοχθώντας υπό πολύ σκληρότερους όρους δουλειάς και αμοιβών από όλες της χώρες της Ευρώπης -πλην Βουλγαρίας και Τουρκίας- και αμείβονται, επίσης, με υποπολλαπλάσιες απολαβές από τον «μέσο όρο» των ήδη χαμηλών αποδοχών των εργαζομένων στην ελληνική οικονομία. Ταυτόχρονα, ο κλάδος αυτός απασχολεί έναν εξαιρετικά μεγάλο αριθμό γυναικών και οικονομικών μεταναστών, σε μη σταθερές θέσεις εργασίας. Η Έκθεση αναφέρεται επίσης και στην αδήλωτη κι ανασφάλιστη εργασία εκεί, με την έντονη εποχικότητα που διακρίνει τον τομέα.
Η  «Έκθεση», εκτιμά πως: «όπως και διεθνώς, έτσι και στην Ελλάδα, ο τουρισμός, ως οικονομική δραστηριότητα, επέδειξε ανθεκτικότητα στην κρίση». Κι αναγνωρίζει ότι: «Η διάρθρωσή του διαφέρει βέβαια από περιφέρεια σε περιφέρεια, ενώ, το 2013, απασχολούνταν σε αυτόν περίπου 286.000 εργαζόμενοι στον κλάδο (κατάλυμα - εστίαση), έναντι 307.000 το 2009». «Κι ενώ, η συνολική τραπεζική δραστηριότητα, μειώθηκε το 2013 σε σχέση με το 2010, κατά (- 16%), αντιθέτως, στον τουριστικό τομέα, στο ίδιο διάστημα, αυξήθηκε κατά (5,2%)». Εξάλλου, όπως αναφέρει η ίδια πάντα Έκθεση, «από το 2009, έως το 2013 επεκτείνονται, αναβαθμίζονται ή ανοίγουν 914 μονάδες, 63.392 κλινών και έκλεισαν 613, με 34.480 κλίνες. Οι νέες, εντάχθηκαν σε υψηλές βαθμίδες, ενώ έκλεισαν αυτές στις χαμηλές». Ακολούθως η Έκθεση παραθέτει και τα εξής στοιχεία: «Από το 2001, έως το 2013, ο αριθμός των ξενοδοχείων αυξήθηκε κατά 1,3%, τα δωμάτια κατά 5,6%, εκ των οποίων τα 5 αστέρων κατά 31,4%, ενώ αυτά με ένα και δυο αστέρια μειώθηκαν κατά 1,5% και 2,8%, αντίστοιχα». «Οι τρεις πρώτες βαθμίδες έχουν το 60% των δωματίων. Ο μέσος αριθμός δωματίων κατά μονάδα, από 35 το 1990, έφτασαν 111,4 το 2014. Το 2013, επίσης, τα οικογενειακά ξενοδοχεία (έως 20 δωμάτια) ήταν το 42,8%, τα μικρά (από 20 έως 50) το 37,3%, τα μεσαία (από 51 έως 100), το 12,3% και τα μεγάλα 7,8%». Τα στοιχεία αυτά της απασχόλησης, σε συνδυασμό με την αύξηση της δυναμικότητας των ξενοδοχειακών μονάδων, μαρτυρά την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στον τουρισμό.
Στην συνέχεια, η Έκθεση αναφέρεται στις «ΤΑΣΕΙΣ». «Το 2013 ήταν εξαιρετική χρονιά. Οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά 18,7%, οι διανυχτερεύσεις κατά 14,4% και οι εισπράξεις κατά 14,4%». Γεγονότα που δηλώνουν στασιμότητα των εισπράξεων ανά διανυκτέρευση. Διαπιστώνει ακόμα πως: «Διεθνώς, η αύξηση της τουριστικής κίνησης ήταν μεταξύ του 4% και του 5% και έφτασε το 1.087 δισ. αφίξεις». «Για το 2014, προβλέπει, επίσης, ανάλογη άνοδο της τουριστικής κίνησης. Αλλά αποφασιστικό ρόλο στις επιδόσεις, στο τουρισμό, έπαιξαν: η σημειούμενη αστάθεια στις ανταγωνίστριες χώρες και περιοχές και οι προσφερόμενες μειωμένες τιμές». Θα πρέπει να συνεκτιμηθεί επίσης -ως ιδιαίτερα ανησυχαστικό- και το στοιχείο που προκύπτει από την έρευνα αυτή του Ι.Τ.Ε.Π., εκείνο που αφορά στην εποχικότητα και τη στενή τουριστική περίοδο, η οποία «στην περίπτωση της Ελλάδας είναι εντονότερη από ό,τι στις υπόλοιπες εξεταζόμενες χώρες, για όλα τα έτη. Και μάλιστα, για το σύνολο του τουρισμού στην Ελλάδα. η εποχικότητα αυξάνεται με υψηλότερο ρυθμό από ότι στις ανταγωνίστριες χώρες (Ισπανία, Ιταλία, Κύπρο, Πορτογαλία)». «Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει αβεβαιότητα στις μελλοντικές τάσεις». Όσον αφορά στην απασχόληση κι ως μεγάλα προβλήματα στο τουρισμό, αναφέρονται και τα εξής: «Κύρια χαρακτηριστικά της απασχόλησης είναι: η υψηλή εποχικότητα, οι πολλές ώρες απασχόλησης, οι χαμηλές αποδοχές και η έλλειψη -ως επιλογή των ιθυνόντων- εξειδικευμένου προσωπικού». Ανάλογες είναι κι οι διαπιστώσεις του Διεθνούς Οργανισμού Απασχόλησης (ILO), για την Ελλάδα, σημειώνοντας ότι, «Η απασχόληση στον τουριστικό τομέα χαρακτηρίζεται από υψηλή εποχικότητα, πολλές ώρες απασχόλησης σε αυτόν (47,4 ώρες εργασίας έναντι 41,2 ώρες στο σύνολο της οικονομίας), χαμηλές αμοιβές, έλλειψη εξειδίκευσης». Παρατίθεται εκεί κι ένας αποκαλυπτικός πίνακας χωρών με τα σχετικά συγκριτικά στοιχεία.
Από τα ήδη εκτεθέντα στοιχεία προκύπτουν ορισμένα ιδιαιτέρως κρίσιμα ζητήματα και αμείλικτα ερωτήματα, όπως:
ü  Με πιό έλλειμμα ικανότητας, οι ιθύνοντες για την πολιτική τιμών στο τουρισμό της χώρας (Κυβέρνηση, τράπεζες, επιμελητήρια, ενώσεις ξενοδόχων κ.λπ.), «πετυχαίνουν» τη στασιμότητα εισπράξεων, ανά διανυκτέρευση, παρά τις βελτιωμένες υποδομές, σε μια εποχή αυξημένης ζήτησης στο προσφερόμενο τουριστικό προϊόν της χώρας μας, λόγω της αστάθειας στις ανταγωνίστριες χώρες και περιοχές τα τελευταία χρόνια;
ü  Με πιό έλλειμμα σοβαρότητας των ιθυνόντων, μπορεί ο τουρισμός μας -ένας από τους κύριους παράγοντες για το ξεπέρασμα της αδυσώπητης κρίσης και η κυριότερη ελπίδα για την οικονομική και κοινωνική μας ανάκαμψη- να επιφυλάσσει τόσο άθλιες συνθήκες αμοιβών (με μισθούς χαμηλότερους -κατά 26%- από το μέσο όρο της συνολικής οικονομίας) και μεσαιωνικά ωράρια εργασίας (με ώρες, εβδομαδιαίως, που είναι κατά 15% περισσότερες από τους άλλους κλάδους);
ü  Με πιό έλλειμμα αποτελεσματικότητας των ιθυνόντων, όταν ο τουριστικός τομέας σημειώνει κάποιες θετικές επιδόσεις, μπορεί να επιφυλάσσει τέτοια μεταχείριση στους εργαζόμενούς του, ενώ έχει τόσο προνομιακή μεταχείριση -παρά την κρίση- από τον τραπεζικό δανεισμό; Και τι ανάλογο μπορούν να περιμένουν οι εργαζόμενοι των άλλων τομέων της οικονομίας στην περίοδο της επιδιωκόμενης ανάκαμψής τους;
ü  Με πιό έλλειμμα βάρους της αξίας δηλώσεων των ιθυνόντων (αναφερόμαστε στο βάρος της αξιοπιστίας τους), σε μια εποχή, τόσο ανόδου του επιπέδου των καταλυμάτων κι αναβάθμισης της παραγωγικότητας της εργασίας στον τουριστικό τομέα, όσο κι αύξησης στη ζήτηση του τουριστικού προϊόντος, μπορούν ανερυθρίαστα, να μην εγγυώνται τη διατήρηση -τουλάχιστον- των θετικών προοπτικών στον τουρισμό, όταν -αντί να διευρύνουν τη στενή τουριστική περίοδο- αδυνατούν να διασφαλίσουν ακόμα και την υφιστάμενη εποχικότητα η οποία -σύμφωνα με την έρευνα- εντείνεται συν τω χρόνω(;)…
Όσον δε αφορά στον εσωτερικό τουρισμό, η έρευνα αυτή σημειώνει, μεταξύ άλλων, ότι: «Ο εσωτερικός τουρισμός συρρικνώνεται ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης. Και ενδεικτικά, οι διανυχτερεύσεις των Ελλήνων μειώθηκαν κατά 18,6%, το 2012, σε σχέση με το 2011, ενώ, σύμφωνα με το “Ευρωβαρόμετρο”, το 74% των Ελλήνων -το 2013- δεν πήγε διακοπές»…

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΤΣΑΛΙΚΙΔΗ