Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Για εξυγίανση της Δημόσιας Διοίκησης:
Μπιγκ-Μπανγκ μεταρρυθμίσεων! ή μια “τρύπα στο νερό”…
(Κράτος: κέλυφος διαπλοκής, που ενισχύεται μέσα στην κρίση)
του οικονομολόγου Παναγιώτη (Τάκη) Κ. Μυλωνά
Σήμερα (στην εποχή της αδυσώπητης οικονομικής κρίσης, που επί πέντε συνεχή χρόνια μας απειλεί θανάσιμα), πρωταρχικός όρος επιβίωσης της ελληνικής οικονομίας και κορυφαίο κοινωνικό αίτημα -απαραίτητο όσο ποτέ άλλοτε απ’ την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα- αποτελεί η ανάπτυξη.
Η ανάπτυξη όμως, για να επιτευχθεί και να είναι διατηρήσιμη, χρειάζεται ισχυρούς θεσμούς δημοκρατικής και οικονομικής διακυβέρνησης, οι οποίοι να λειτουργούν στα πλαίσια ενός ισχυρού κράτους, ικανού να εφαρμόσει τις αναγκαίες μεταρρυθμιστικές πολιτικές που θα ανταποκρίνονται στις συνθήκες που δημιουργούν οι εξελίξεις στην κοινωνία και το διεθνές περιβάλλον.
Παγκοσμίως, πάντως, κάθε ανεπτυγμένη οικονομία στηρίζεται σε ένα ισχυρό κράτος. Χωρίς ισχυρό κράτος, άλλωστε, καμιά πολιτική δεν μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά.
Αντί το δικό μας κράτος να είναι ταυτόχρονα ένα σύγχρονο δημοκρατικό «κράτος δικαίου», «κράτος ισονομίας και ισοπολιτείας», «κράτος - στρατηγείο οικονομικού σχεδιασμού», «κράτος - μοχλός ολόπλευρης οικονομικής ανάπτυξης του συνόλου της κοινωνίας», «κράτος πρόνοιας & μηχανισμός εισοδηματικής αναδιανομής, υπέρ των ασθενέστερων οικονομικών τάξεων»,... το κράτος μας ήταν και παραμένει ένας «ελέφαντας με πήλινα πόδια», φαυλότητας κι ανημποριάς. Κι ακόμα: ένα διαλυμένο «Τανκ», εχθρικό προς τον πολίτη και την ανάπτυξη. Ενώ, ταυτόχρονα, ήταν και παραμένει κι ένα απέραντο «μαγαζί: σε μια βάρκα - παλάντζα»,...
στην κοίτη του ποταμού των πελατειακών σχέσεων. Το ελληνικό Δημόσιο αποτελούσε συχνά τη συγκαλυμμένη προέκταση -κάθε λογίς- ιδιωτικών και κλεπτοκρατικών συμφερόντων, που το ακύρωναν και στα οποία, οικιοθελώς στηνόταν -το κράτος- για να το λεηλατήσουν (άλλοτε ως «εθνικοί προμηθευτές και εργολάβοι», άλλοτε ως «καρτέλ», άλλοτε ως «συντεχνίες του νεποτισμού» κι άλλοτε, με τη διαφθορά και τη διαπλοκή). Ο δε «ιδιωτικός τομέας» στην Ελλάδα -εκείνος που αναπτύχθηκε καλύτερα- δεν ήταν ο παραγωγικότερος, αλλά ο κρατικοδίαιτος κι ο μεροληπτικά και επιτηδευμένα κρατικοπροστατευμένος. Το τμήμα ακριβώς εκείνο του «ιδιωτικού τομέα» το οποίο διέθετε προνομιακές σχέσεις με το Δημόσιο και τα υποκείμενα της υπερκείμενης εξουσίας του τόπου. Κι αυτά συνέβαιναν κάτω απ’ την ομπρέλα αφανών εταιριών, στις οποίες συμμετείχαν ισότιμα: η πολιτική μας ηγεσία, οι εθνικοί προμηθευτές και εργολάβοι Δημόσιων έργων κι οι «καναλάρχες» των Μ.Μ.Ε.. Έτσι, η δημόσια διοίκηση στη χώρα μας, περίσσευε και ξεχείλιζε -ως γραφειοκρατία- όπου ήταν άχρηστη και γι’ αυτό ήταν και επιβλαβής, ενώ σπάνιζε ή απουσίαζε -σε «βαθμό ανομβρίας»- στις «καλλιέργειες» όπου την χρειαζόσουνα με τον πληθυντικό του «ΕΜΕΙΣ» (δηλαδή, σε εκείνο το πεδίο, της οργανωμένα πολιτισμένης συλλογικής μας εκδοχής).

Το παραλυτικό Δημόσιο και το φιάσκο Σαμαρά:
Το κράτος μας, πρακτικά, υπήρξε «χρήσιμο» μόνο για να αναπαράγει το μοντέλο του παρασιτικού καπιταλισμού και για να αναλάβει το ρίσκο του συνεχούς και υπέρογκου δανεισμού, ο οποίος και μας έφερε την κρίση που βιώνουμε, διανέμοντας, αλλού το προϊόν του δανεισμού αυτού κι αλλού τα βάρη του…
Και τώρα, αντί για την άσκηση πολιτικών ξεπεράσματος της κρίσης, με πρώτο θέμα την μεταρρύθμιση του κράτους, εδώ έχουμε αρχίσει στραβά κι ανάποδα.
Αντί να τεθούν και να απαντηθούν τα θεμελιώδη ερωτήματα: (α) Τι κράτος θέλουμε(;), (β) Με ποια δομή και χαρακτήρα λειτουργίας θα υπηρετεί τους στόχους που θα του θέταμε(;), (γ) Ποιες προδιαγραφές πρέπει να έχουν οι λειτουργοί του σε κάθε επίπεδο(;), απουσιάζει οποιοσδήποτε σοβαρός και αξιόπιστος σχεδιασμός, για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις του και την κατάλληλη στελέχωση και λειτουργία του. Οι θέσεις ευθύνης εξακολουθούν να διανέμονται ως λάφυρο στα κυβερνητικά κόμματα και πολλά παλιά και νεοσύστατα όργανα φουσκώνουν σπάταλα τον όγκο τους, με ρουσφέτια.
Κι ενώ η νομοθεσία γίνεται όλο περισσότερο περίπλοκη και βραδυπορούσα -μέχρι απελπισίας- η Ελλάδα εξακολουθεί να κατατάσσεται στην κατώτερη βαθμίδα μεταξύ κρατών μελών της Ε.Ε., αναφορικά με τη ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης. Συνεπώς, οι δημόσιες υποθέσεις γίνονται όλο και περισσότερο αδιαφανείς, ενώ εμπεδώνεται η ατιμωρησία και διευρύνεται -μαζί με την εξουσία του κράτους- και η ταλαιπωρία των πολιτών και των επιχειρήσεων.
Το μόνο θέμα που απασχολεί την προβληματική του κυβερνητικού συνασπισμού σήμερα είναι να πιάσουμε τους «στόχους» του «Μνημονίου», με τις προσχηματικές κι αφερέγγυες αξιολογήσεις και τις οριζόντιες απολύσεις που έχουν συμφωνήσει με την Τρόικα. Ενώ, η άλλη πλευρά λέει να μην επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, χωρίς όμως ολοκληρωμένη αντιπρόταση. Η διάρθρωση, η αποτελεσματική λειτουργία και η κατάλληλη στελέχωση του κράτους δεν φαίνεται να απασχολούν κανένα στα σοβαρά ακόμα…
Εξακολουθούν -ακόμα και μέσα στην κρίση που διανύουμε- να μένουν άθικτα τα συμφέροντα της διαπλοκής, της φοροδιαφυγής και της συναφούς ανομίας, ενισχυόμενα κιόλας, χωρίς να είναι ορατός κι ο ορίζοντας του τέλους της πολυεπίπεδης κρίσης που μας κατατρέχει. Και πώς να είναι άλλωστε ορατή η έξοδος απ’ την κρίση: με ασήκωτο το βάρος του μη βιώσιμου χρέους της χώρας και με το ένα τρίτο του εργατικού μας δυναμικού να είναι εξουδετερωμένο από την ανεργία και αντικειμενικά αδύναμο να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε προσπάθεια να ξεκολλήσουμε απ’ τη λάσπη και να βγούμε απ’ την κρίση. Οι προβαλλόμενες κυβερνητικές προφάσεις, για προσπάθειες εξυγίανσης της Δημόσιας Διοίκησης, αποτελούν προπέτασμα καπνού στην προώθηση των ατελέσφορων πολιτικών της και συνιστούν «μια τρύπα στο νερό», μήπως και κυλήσει κάποια ποσότητα νερού προς στο μύλο μακροημέρευσης της ασταθούς εξουσίας της.
Το μόλις πρόσφατο φιάσκο της συνάντησης: του Πρωθυπουργού μας, κ. Σαμαρά, με την Καγκελάριο της Γερμανίας κα Μέρκελ, στο Βερολίνο, δεν οφείλεται τόσο στο επεισόδιο της υποτίμησης κι εξύβρισης, από την Ελληνική αντιπροσωπεία, του κ. Π. Ζωγράφου -Πρέσβη μας στο Βερολίνο- αλλά οφείλεται -κυρίως- στην ασθενή Δημόσια Διοίκηση της Ελλάδας. Και συγκεκριμένα, ο αναποτελεσματικός φοροεισπρακτικός μας μηχανισμός υπήρξε η κύρια αιτία του φιάσκου αυτής της συνάντησης. Και αυτό γιατί: όπως δημοσίευσε το -μεγάλης κυκλοφορίας γερμανικό δημοσιογραφικό έντυπο, «Der Spiegel» (ο Καθρέπτης)- κατά το χρόνο της υποδοχής εκεί του κ. Σαμαρά, αναδείχθηκε -για την υπερχρεωμένη Ελλάδα- το κολοσσιαίο θέμα της εκτεταμένης φοροδιαφυγής της, το οποίο δυσκολεύει τη χώρα προκειμένου να επιζητά τη συνδρομή των δανειστών της. Και προς απόδειξη του προαναφερόμενου, αναφέρει η εφημερίδα πως: οι διακοπές, το φετινό Αύγουστο στην Ελλάδα, ενός μεγαλοστελέχους της εφημερίδας αυτής, σε τρεις αντιπροσωπευτικούς τουριστικούς προορισμούς της χώρας μας -με κυριότερο αυτόν της Μυκόνου- υπήρξαν ιδιαίτερα εντυπωσιακές από το γεγονός ότι, για όλες τις δαπάνες που πραγματοποίησε, κατά την παραμονή του στην χώρα μας, επί ένα 20ήμερο, δεν έλαβε ούτε μια απόδειξη. Συνεπώς, ο σκοπός της μετάβασης του Πρωθυπουργού, υπονομεύθηκε όταν αποκαλύφθηκε πως, παρά τις «μεταρρυθμίσεις», τον μηχανογραφικό εκσυγχρονισμό και την μετάθεση του σημαντικότερου μέρους του υπηρεσιακού έργου (από τις Δ.Ο.Υ. στους φορολογούμενους, στα λογιστικά γραφεία και στις τράπεζες), ο φοροελεγκτικός μας μηχανισμός εξακολουθεί να απουσιάζει και να αποδίδει εντελώς απαράδεκτα παραγωγικά αποτελέσματα: με διόγκωση της φοροδιαφυγής και υπέρβαση κάθε ορίου στις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το δημόσιο. Η επαύξηση των οποίων, υπερβαίνει το 1,5 δισ, Ευρώ μηνιαίως. Οι ληξιπρόθεσμες αυτές οφειλές, κινούνται σε τέτοιο ύψος πια, που δημιουργούν, όχι μόνο ίλιγγο, αλλά και δικαιολογημένο άγχος, για την μη ομαλή εκτέλεση του τρέχοντος προϋπολογισμού του 2014, φέρνοντας ολοένα και πιο κοντά το «ξαφνικό ατύχημα», όπως έγραψε -άλλωστε- στην κατάληξη του κύριου άρθρου της «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», στις 28-9-2014 (περιγράφοντας την Κυβερνητική αστάθεια): «…το ξαφνικό ατύχημα καθίσταται αναπόφευκτο.»…
Ωστόσο, το πρόβλημα (ίσως) να το επιλύσουν οι επόμενες βουλευτικές εκλογές, οι οποίες, όσο νωρίτερα γίνουν, τόσο μικρότερο θα είναι το κόστος, αφού μέχρι τότε δεν πρόκειται να έλθει στη χώρα κανένας ξένος επενδυτής, με την αστάθεια που προξενεί η ίδια η κρίση και η παραλυσία της κεντρικής διοίκησης που συνεχίζεται αδιάκοπα με ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης.

Το «ανέλεγκτο» και το «αδιοίκητο»:
Η ανιστόρητη πολιτική μας ηγεσία, δεν μπορεί να ιδεί και να εννοήσει τη σημασία που είχε, για τους Ρωμαίους -της «PAX ROMANA»- αυτό που λέγανε -κι αποτελούσε την κοινή τους πεποίθηση- πως: «είναι αδύνατο να διοικήσει κανείς μια χώρα εάν δεν μπορεί να την μετρήσει»… Εξαιρετικά, επί του προαναφερόμενου, καταθέτω εδώ και την ακόλουθη σχετική μαρτυρία μου, ότι: «Ο μακαρίτης πατέρας μου -μπακάλης στο επάγγελμα, στην πόλη της Ζακύνθου- με τη φιλοσοφία ζωής που διέθετε, έλεγε συχνά “θυμοσοφίες” και προς εμάς, τα παιδιά του. Πάντα με καθοδηγητική πρόθεση. Μας έλεγε, λοιπόν, μεταξύ άλλων -ως απάνθισμα απ’ τις εμπειρίες της ζωής του- πως, όταν δεν μπορείς να …μετρηθείς μόνος σου, τότε θα σε …μετρήσουν κάποιοι άλλοι!!!”». Και η «ρήση» του αυτή, σήμερα, είναι κάτι που -συνειρμικά- με παραπέμπει στην επικαιρότητα των «Μνημονίων».
Με τις παρατηρούμενες κραυγαλέες «ελλείψεις» του αναγκαίου αριθμού ελεγκτικών οργάνων στο δημόσιο, γίνεται απολύτως ανέφικτη μια: γνήσια δημοκρατική, ποιοτική και αποτελεσματική «διοίκηση και διαχείριση των δημόσιων θεμάτων και του δημόσιου χρήματος.
Στην ελληνική περίπτωση, η δημόσια διοίκηση, ήταν και παραμένει, ένα «αυθαίρετο οικοδόμημα». Χωρίς μελέτη, για τη διάρθρωση, τη «στατικότητα», τη σκοπιμότητα και τη λειτουργικότητά του. Ένα «οικοδόμημα - ικρίωμα» ξένο, προς οτιδήποτε θα συνιστούσε τη λειτουργία ενός ευνομούμενου, με «χρηστή διοίκηση», κράτους.
Το Κράτος μας αποτέλεσε την ιστορική εξέλιξη των ανακολουθιών κι αντιφάσεων μιας «Τουρκομπαρόκ» δημόσιας διοίκησης. Μείγμα των παθογενειών ενός ημιανεξάρτητου κράτους και «οικοσύστημα των παράσιτων» του χαοτικού «Βυζαντινισμού» και της «πελατειακής κομματοκρατίας». Όπου ενέδρευαν -ράθυμα ή μη- οι κάθε λογίς μαφίες. Αυτές που στήθηκαν μέσα στην κρατική μηχανή και πίσω από προσχήματα των -δήθεν- κοινωνικών ή εθνικών σκοπών, τους οποίους έθετε -ως προμετωπίδα της- μια πολιτική και οικονομική «ελίτ», που ήταν εκμαυλισμένη και σε παρακμή. Αυτή «προέτασσε» την «κοινή ωφέλεια», που επικαλούνταν -αναπόδεικτα- οι δημόσιοι λειτουργοί της.
Κανόνας στη λειτουργία της «κρατικής μηχανής» ήταν: το «επιτηδευμένα ανοργάνωτο» (με αλληλεπικαλύψεις των συναρμόδιων - «ανευθυνοϋπεύθυνων») και η απουσία κάθε έννοιας αξιοκρατίας, αξιολόγησης, προγραμματισμού, απολογισμού, κοστολόγησης και λογοδοσίας.
Πλέον της προκλητικής επιβολής του «γρηγορόσημου» και η διαρκής «μετάθεση ευθυνών», ήταν οι μόνες επιδεξιότητες που επέδειξαν οι λειτουργοί της. Η γνωστή δε φράση του Εμμανουήλ Ροΐδη, πως: «Εις μόνον Νόμος χρειάζεται εις την Ελλάδα, ο της τήρησης των υπαρχόντων Νόμων», αγνοήθηκε πλέον του αιώνα (Γλαφυρό παράδειγμα αποτελεί, η κατ’ έτος νομοθέτηση της εφαρμογής του «συστήματος εισροών - εκροών» στα πρατήρια υγρών καυσίμων, χωρίς όμως και να έχει -από το 2010- εφαρμοστεί ακόμα).

Ο «φαύλος κύκλος», της «ατιμωρησίας και διαφθοράς»:
Η αγεωγράφητη πολιτική μας ηγεσία, αγνοεί επιδεικτικά τους παράγοντες που επέτρεψαν την μετατροπή των σημείων συνύφανσης: της πολιτικής εξουσίας, με την δημόσια διοίκηση και τον ιδιωτικό τομέα, σε οίκους συναλλαγής συνειδήσεων, εξόρυξης «μαύρου πολιτικού χρήματος» και παντοειδούς αστείρευτης διαφθοράς. Καταστάσεις, δηλαδή, που εξέθρεψαν τον πολιτικαντισμό, τον νεποτισμό και την «πολυνομία» στο δημόσιο βίο. Ότι ακριβώς έστησαν -με τη σειρά τους- οι πολλαπλές «αυθεντικές» ερμηνείες κάθε διοικητικής υπόθεσης. Ερμηνείες που επέτρεψαν, στους χειριστές τους, την υποκειμενική κι ιδιοτελή διαχείριση των υποθέσεων αυτών, που αποτέλεσαν το σταθερότερο υπόβαθρο κάθε φαύλου πολιτικού στοιχείου. Ιδίως δε του καθεστώτος που παρήγαγε -θεσμικά- ακόμα και το Νόμο «περί ευθύνης Υπουργών», οι διατάξεις του οποίου ακύρωναν, ουσιαστικά και τη τυπική δημοκρατική ισότητα των πολιτών απέναντι στο Νόμο και μάλιστα, με συνταγματική κατοχύρωση.
Η απερίγραπτη πολιτική μας ηγεσία δεν διείδε επίσης γιατί: το «ανέλεγκτο» και το «αδιοίκητο» αυτό, προδιέγραφε και προεξοφλούσε την «ατιμωρησία» των υπαίτιων κάθε παρασπονδίας, παρανομίας ή/και εγκλήματος, ενθαρρύνοντας έτσι και επιταχύνοντας τον «φαύλο κύκλο» της ατιμωρησίας και της διαφθοράς. Όλο σχεδόν το μέχρι σήμερα κυβερνητικό πολιτικό μας προσωπικό -ως οι «ασύδοτοι λωτοφάγοι» των σύγχρονων καιρών- δεν λησμόνησε απλώς τον προορισμό, την αποστολή και το καθήκον του, αλλά απέδειξε πως: ουδέποτε είχε συνειδητοποιήσει τα ανοσιουργήματά του.
Η «ατιμωρησία», ωστόσο (παρ’ ότι θεωρείται -και είναι- το μεγαλύτερο απ’ τα μεγάλα εγκλήματα), δεν είναι η πρωτογενής αιτία της κακοδαιμονίας της χώρας. Αλλά αντίθετα, η «ατιμωρησία» αυτή, είναι το αποτέλεσμα και η τελική κατάληξη: τόσο του «ανέλεγκτου», όσο και του «αδιοίκητου». Γνωστές είναι -άλλωστε- και οι συνέπειες που υπονοεί ο λαός μας, όταν αναφέρεται στο: «ξέφραγο αμπέλι»… Αφοπλιστικά -για οποιονδήποτε αντίλογο σε αυτά- είναι και τα ερωτήματα - επιχειρήματα, που αναφύονται για την αμφίδρομη σχέση, μεταξύ: του «ανέλεγκτου κι αδιοίκητου», από τη μια και της «ατιμωρησίας», από την άλλη. Τέτοια ερωτήματα - επιχειρήματα είναι και τα ακόλουθα: «Πώς μπορεί να τιμωρηθεί ποτέ, κανείς, ως υπεύθυνος κάποιας παράβασης -υποτίθεται- χωρίς προηγουμένως να υπάρχει -για την ευθύνη που του αποδίδεται- τόσο η απαραίτητη διοικητική βούληση, για εξέταση και παραπομπή του -η οποία συνήθως λείπει- όσο και η απαιτούμενη τεκμηρίωση της παράβασής του; Η οποία προϋποθέτει τον έλεγχο, οποίος συχνότατα απουσιάζει». Και ακόμα: «πώς μπορεί να υπάρξει ποτέ η αδιαμφισβήτητη τεκμηρίωση κι η απόδοση ευθύνης σε κάποιον, με απουσία ελέγχου, χωρίς να έχει προηγηθεί, ακριβώς, η έγκυρη εξέταση και καταμέτρηση όλων των παραμέτρων για την υπό κρίση υπόθεσή του; Συνεπώς, αβίαστα διαπιστώνει κανείς ότι: οι παράμετροι, του «ανέλεγκτου» και του «αδιοίκητου», αυτές είναι τα μεγαλύτερα εγκλήματα. Και όχι η «ατιμωρησία», όπως, λαθεμένα, νομίζουν πολλοί. Η «ατιμωρησία», άλλωστε, αποτελεί την αναπόφευκτη κατάληξη όλων όσων έχουν ήδη προηγηθεί, αφού αυτά την καθιστούν μοιραία και αναπόφευκτη συνέπειά τους και τα οποία την αναγορεύουν ως «αθώα του αίματος» κι απολύτως σίγουρη, στην πεποίθησή της, ότι, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί δόλος σε βάρος της ατιμωρησίας, όταν αυτός αναλήφθηκε από τους γεννήτορές της: το «ανέλεγκτο» και το «αδιοίκητο».

Από το καθυστερημένο κράτος, σε ένα «Μπίγκ Μπάγκ» μεταρρυθμίσεων:
Δεν μπορεί η πολιτική μας ηγεσία, να δανείζεται το μύθο της «τυφλής δικαιοσύνης», προκειμένου να δικαιολογήσει την ανύπαρκτη αντικειμενικότητά της. Κι όταν βαδίζει «σαν τον κάβουρα», στην «διαχείριση της κρίσης», που ήδη μας συγκλονίζει, αυτό να οφείλεται στην μειωμένη όρασή της. Ωστόσο, η παροιμιώδης αναποτελεσματικότητα της «κρατικής μηχανής», δεν λύνεται με τη σημερινή υποχρηματοδότησή της (όπως μαρτυρούν, τόσο οι αυξανόμενες «ουρές» στην εξυπηρέτηση των πολιτών, όσο και η πτώση του επιπέδου των κοινωνικών παροχών), αλλά με το ριζικό εκσυγχρονισμό, με την μεταρρυθμιστική αναδιοργάνωση δομών και λειτουργιών και με την παραγωγική αναδιάρθρωσή της.
Όσον δε αφορά στην αργοπορία απονομής της δικαιοσύνης, τα παραδείγματα αφθονούν. Η αργοπορία της αυτή, εκτός του ότι, οδηγεί στην αναπηρία της δημοκρατίας, στο σκέλος της Δικαστικής εξουσίας, επιφέρει και την παθογένεια της κατάφορης κοινωνικής αδικίας, που ονομάζεται «αρνησιδικία». Η οποία, εμποδίζει δραματικά και την ανάπτυξη. Άλλωστε, η καθυστερημένη απονομή της, αποτελεί σπουδαίο λόγο για την αποτροπή και την ματαίωση των επενδύσεων, που τόσο πολύ τις χρειαζόμαστε -όσο ποτέ άλλοτε- τώρα. Αρκεί να αναφέρω δύο μόνο -συναφή με τις καθυστερήσεις αυτές της δικαιοσύνης- συγκριτικά παραδείγματα, τα οποία μας δίνουν το «πρωτάθλημα» σε παγκόσμιο επίπεδο. Το πρώτο αναφέρεται στο σκάνδαλο της λεγόμενης «παράγκας», των στημένων αγώνων στο ποδόσφαιρο και στο συναφές σκάνδαλο του «παράνομου στοιχηματισμού», το οποίο είχε αποκαλυφθεί, σχεδόν ταυτόχρονα, στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Και όπου, ενώ στην Τουρκία, έχει -από πολλών ετών ήδη- πλήρως εκκαθαριστεί, στην Ελλάδα -χρόνια τώρα- καθυστερούμε, χωρίς ουσιαστική πρόοδο στην εκδίκασή τους. Το δεύτερο παράδειγμα αφορά στο πολυεθνικό «σκάνδαλο SIEMENS», το οποίο, ενώ έχει -από ετών- εκκαθαριστεί σε όλες τις άλλες -δέκα στον αριθμό- χώρες (με υποδειγματική, για εμάς, χώρα, τη Νιγηρία), εμείς κωλυσιεργούμε, με απανωτές αστοχίες στην εκδίκασή του.
Αντί να έχουμε, ένα «Κράτος υπηρέτη» των εθνικών και λαϊκών προτεραιοτήτων κι αναγκών κι ένα «Κράτος σύγχρονο, ως το επιτελείο του σχεδιασμού, μιας χειραφετημένα ελεύθερης κοινωνικής και οικονομική ανάπτυξης», είχαμε ένα «πελατειακό κι αναποτελεσματικό Κράτος». Ένα «Κράτος παραλυτικού γιγαντισμού και Κράτος - δυνάστη». Είχαμε, ένα κατ’  επίφαση «δημοκρατικό», αλλά κατ’ ουσία,  «Αυταρχικό Κράτος», που αναχαίτιζε τις δημοκρατικές διεκδικήσεις, για τις ελλείπουσες λαϊκές ελευθερίες και δικαιώματα του λαού.
Αλλά ότι εδώ στηλιτεύουμε, δεν είναι απλώς, ένα μόνο αντιαισθητικό χαρακτηριστικό στοιχείο. Ούτε είναι, απλώς, μια ανήθικη παράμετρος της κοινωνικής μας συμβίωσης, αλλά κάτι πολύ σημαντικότερο, το οποίο «φιλοδοξεί» να εκπαιδεύσει και τη νέα γενιά, ως παράδειγμα προς αποφυγήν.
Η απαιτούμενη «αναμόρφωση» της δημόσιας ζωής και της δημόσιας διοίκησης, δεν μπορεί να ξεκινήσει με κάποια απλά «σεμινάρια» - «ασπιρίνες». Απαιτεί: ένα «σεισμικό σοκ», για την κατεδάφιση του υπάρχοντος νοσηρού νομικού καθεστώτος ασυλίας των υπεύθυνων πολιτικών μας ταγών. Χρειάζεται ένα συγκροτημένο κι αξιόπιστο σχέδιο, για μια ριζοσπαστική επαναθεμελίωση της «δημόσιας διοίκησης», μαζί και με ένα άρτιο, τεχνολογικά και λειτουργικά, πρόγραμμα, εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης. Πρόγραμμα το οποίο, να διασφαλίζει, ταυτόχρονα, την ορθολογική οργάνωση της «κρατικής μηχανής», την ευέλικτη και διαρκώς αξιολογημένη δράση της -στηριγμένη στην ορθή χρήση της τεχνολογίας- και την κοστολογημένη, δίκαιη και χρηστή διαχείριση των λειτουργιών της, απέναντι στον πολίτη και την κοινωνία.
Το αναγεννητικό αυτό έργο, πρέπει να κατατείνει στην αναβάθμιση των βασικών λειτουργιών της δημόσιας διοίκησης, ιδιαίτερα στους τομείς: της υγείας, της παιδείας και πρόνοιας, χωρίς να παραμελεί τους υπόλοιπους. Να αξιοποιεί τα μεταβιβαστικά εκείνα «εργαλεία» του παραγόμενου πλούτου, που στοχεύουν σε μια δίκαιη κι αξιόπιστη αναδιανομή εισοδημάτων, υπέρ των ασθενέστερων οικονομικά τάξεων, με την εφαρμογή πολιτικών που διασφαλίζουν την κοινωνική συνοχή.
Το αναμορφωτικό αυτό έργο, είναι μια τόσο αδήριτη αναγκαιότητα και τόσο υψηλής προτεραιότητας πολιτική για τον τόπο, αφού -καθόλου τυχαία- και η τελευταία «Έκθεση του Ο.Ο.Σ.Α.», «για την δημόσια διοίκηση στην Ελλάδα» (το 2012), έχει θέσει -ως προμετωπίδα της- ένα συγκλονιστικό τίτλο (ο οποίος δεν χρησιμοποιήθηκε, ποτέ άλλοτε, για καμιά άλλη χώρα στον κόσμο). Τον τίτλο, που -λέξη προς λέξη- αναγράφει, ακριβώς,  η έκθεση αυτή του Ο.Ο.Σ.Α., με την ακόλουθη διατύπωση: «Η Ελλάδα χρειάζεται ένα “Big Bang” μεταρρυθμίσεων»…