Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Η Διεκδίκηση των Κατοχικών Δανείων:
Το «χρέος» και το ΧΡΕΟΣ μας…
Βιβλιοπαρουσίαση, απ’ τον οικονομολόγο Παναγιώτη (Τάκη) Κ. Μυλωνά

Ο συμπατριώτης μας, Ζακυνθινός κι αγαπητός φίλος, Τζανέτος Γκούσκος (Οικονομολόγος και Ιστορικός Αναλυτής), στην παρουσίαση του έργου του στην Αθήνα (για άμεση διεκδίκηση -απ’ την ενιαία Γερμανία- των Κατοχικών Δανείων), με εκδήλωση που έγινε στη «στοά βιβλίου», προσκλήθηκε απ’ τον -εκεί παρευρισκόμενο- Μανώλη Γκλέζο, να προσέλθει στη Βουλή των Ελλήνων -και όχι μόνο συμβολικά- προκειμένου να εξοπλίσει την Ελληνική Κυβέρνηση, με τα συγκροτημένα τεχνοκρατικά, ιστορικά, οικονομικά, και πολιτικά επιχειρήματά του, προκειμένου να ξεκινήσει -ουσιαστικά και με επιτυχία- η διεκδίκηση των Κατοχικών Δανείων της Γερμανίας, από την χώρας μας, με την άρθρωση -επί τέλους- των ατράνταχτων επιχειρημάτων που ήδη διαθέτουμε.
Σχετικά με τα κατοχικά δάνεια....
Κυκλοφόρησε μόλις προ ολίγων ημερών, από τις Εκδόσεις «ΚΑΔΜΟΣ», το βιβλίο του Τζανέτου Γκούσκου, όπου σε 500 περίπου σελίδες και υπό τον τίτλο: «ΙΔΟΥ Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΣΑΣ Κ. ΜΕΡΚΕΛ, 300 δις ευρώ ΑΠ΄ΤΑ ΚΑΤΟΧΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ», αναλύονται τα μεγέθη, με ακρίβεια και πληρότητα και προτείνεται η στρατηγική διεκδίκησής τους.
Στο βιβλίο του αυτό, ο συγγραφέας, ανατρέχοντας στα ιστορικά δεδομένα της κατοχικής, της περιόδου: 1941 - ’44 και ειδικότερα, στις «Ενδιάμεσες Συμφωνίες», που μεσολάβησαν μεταξύ Ελλάδος, Γερμανίας και Ιταλίας, καθώς και στη σχετική αλληλογραφία (πάνω από 100 αναφορές από τα επίσημα αρχεία της «Τράπεζας της Ελλάδος»), καταγράφει αναλυτικά τα μεγέθη (σε μετρητά, προϊόντα και λοιπές αξίες) τα οποία εξαναγκάστηκε να καταβάλει -ως δάνειο- η Ελλάδα στις κατοχικές δυνάμεις. Στο βιβλίο του αυτό, με τεχνοκρατικά εμπεριστατωμένο τρόπο, αποδεικνύει, με τρεις διαφορετικές μεθοδολογίες υπολογισμών, την σημερινή αξία των ληστρικών αυτών υπεξαιρέσεων της ναζιστικής Γερμανίας, η οποία ανέρχεται -κατά μέσο όρο- σε: 300 δις ευρώ.
Παράλληλα, ο συγγραφέας αναδεικνύει (από επίσημα έγγραφα και μαρτυρίες), τη διαδικασία που μεσολάβησε και κατά την διάρκεια της κατοχής, για επιστροφή κάποιων δόσεων -μέσω επιταγών- από την πλευρά των Γερμανών και αποδεικνύει -με τεκμηρίωση που δεν εισέφερε κανείς άλλος μέχρι σήμερα- ότι, οι επιταγές αυτές ήταν ακάλυπτες!!!
Ταυτόχρονα, αποδεικνύει ότι, η λιμοκτονούσα τότε -μέσα στην κατοχή- Ελλάδα, επιδοτούσε τον «Τιμάριθμο» της Ναζιστικής Γερμανίας, με τις ανισότιμες ανταλλαγές και τις μειωμένες τιμές αγαθών που απολάμβανε ο τότε Γερμανός καταναλωτής. Αυτό, καθίστατο δυνατό, μέσω των συμφωνιών «κλήριγκ», όπου: τα μεν εξαγόμενα από την Ελλάδα προϊόντα, είχαν τιμολογηθεί σε παγωμένες τιμές του 1938, τα δε εισαγόμενα από τη Γερμανία προϊόντα -ακόμα και αυτά που προορίζονταν για τις ανάγκες των Γερμανικών στρατευμάτων κατοχής της Ελλάδας- χρεώνονταν υπερτιμημένα, κατά 300% πάνω από την πραγματική τους αξία…
Επίσης, στο βιβλίο αυτό -«ΙΔΟΥ Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΣΑΣ Κ. ΜΕΡΚΕΛ, 300 δις ευρώ ΑΠ΄ΤΑ ΚΑΤΟΧΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ»- υπάρχουν και οι αξιολογήσεις των κυριότερων εκτιμήσεων, Ελλήνων και ξένων αναλυτών, όσον αφορά στον προσδιορισμό των κατοχικών δανείων και γίνονται ειδικότερες αναλύσεις και αξιολογήσεις ως προς την μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε κατά περίπτωση. Μεταξύ αυτών αναφέρονται οι αναλύσεις των: Ι. Λαμπρούκου 1944, Α. Σπαρούνη, 1945, «Τράπεζας Ελλάδος», 1944, ’46, ’63, Σ. Γκοτζαμάνη, 1952, Αγγ. Αγγελόπουλου, 1945, ’64, ’94, Π. Δερτλή, 1964, Σ. Χατζηκυριάκου, 1964, Sven Felix Kellerholf, 2011, Albrecht Ritschl, 2011, K. H. Roth, 2011, Jacques Delpla, 2011 Hagen Fleischer, 2012. Γίνεται αναφορά, επίσης, στο ιστορικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε σχέση με την πορεία των υποχρεώσεων των δυνάμεων του Άξονα (Αποζημιώσεις, Επανορθώσεις, Δάνεια), καθώς και για τις ενέργειες που έγιναν από την ελληνική πλευρά για τη διεκδίκηση των κατοχικών δανείων. Παράλληλα, καταγράφονται εκεί, οι αρνήσεις και οι αιτιάσεις της Γερμανίας να παραδεχθεί τις οφειλές της και ιδίως να τις τακτοποιήσει. Αναλύονται, στη συνέχεια, τα σημερινά οικονομικά μεγέθη: Ελλάδας - Γερμανίας και αναπτύσσεται η πρόταση και οι ενέργειες που πρέπει να γίνουν, όσον αφορά τη στρατηγική διεκδίκησης των κατοχικών δανείων, καθώς και των ενδεχόμενων επιπτώσεών τους, τόσο για τη θετική, όσο και για την αρνητική έκβαση της διεκδίκησης αυτής, σε πλήρη συσχέτιση, πάντα, με τις εξελίξεις στην ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία.
Ο συγγραφέας αποδεικνύει ακόμα ότι, το σημερινό δημόσιο χρέος των: 321 δις ευρώ, αναλογεί σε τιμές παρούσας αξίας, σε 130 δις ευρώ ή 40% της σημερινής του αξίας. Και αυτό μπορεί να αντισταθμιστεί και να αποσβεστεί -ακόμα και κατά 100%- από την οφειλή της Γερμανίας προς την Ελλάδα, χωρίς να διακινδυνεύσει η Γερμανική οικονομία. Προχωρώντας δε σε μια ανάλυση του χρέους των χωρών της ευρωζώνης, καθώς και του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος, διατυπώνει τη βεβαιότητα ότι: η ενδεχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας είναι ανέφικτη, αφού αυτή δεν συμφέρει κανέναν, όταν, δεδομένης της σημερινής στενής διεθνούς διασύνδεσης των οικονομιών και ιδιαίτερα στην ευρωζώνη, θα προξενούσε μια εκτιμούμενη οικονομική ζημία ύψους: 15 τρις ευρώ. Πράγμα που θα οδηγούσε το ευρώ και την ευρωζώνη σε άμεση κατάρρευση…
Στο βιβλίο, εξάλλου, γίνονται συχνές αναφορές στις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν πριν, κατά και μετά την Γερμανική κατοχή στην Ελλάδα. Αναφορές και στα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στην πολιτική σκηνή και χειρίστηκαν κρίσιμα θέματα στην πορεία της μεταπολεμικής Ελλάδας και για τα οποία θα αποκαλυφθεί ο ρόλος τους, είτε ως συνεργάτες των Κατακτητών, είτε και ως εντολοδόχοι των Αγγλοαμερικάνων, αργότερα στον εμφύλιο. Οι ίδιοι καθώς και τα παιδιά και τα εγγόνια τους, εξελίχθηκαν, όχι απλώς απρόσκοπτα, αλλά και ευνοήθηκαν, καταλήγοντας σε αξιοσέβαστους οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες της χώρας μας. Γίνονται επίσης αναφορές στις κορυφαίες μορφές της Εθνικής μας Αντίστασης, οι οποίες υπέγραψαν, με τον αγώνα και το αίμα τους, την ανεξαρτησία και την αξιοπρέπεια της χώρας.
Αντί όμως άλλων σχολείων, πολύ περισσότερο θα άξιζε να αντιγράψω εδώ, ένα απόσπασμα του βιβλίου αυτού -το οποίο παρατίθεται και στο οπισθόφυλλό του- και μας λέει τα εξής:
<<Αν αναλογιστούμε ότι, το χρέος της Ελλάδας ανέρχεται στα: 321 δις ευρώ, όταν την ίδια στιγμή η Γερμανία χρωστάει στην Ελλάδα 300 δις, απ’ τα κατοχικά δάνεια.
Αν αναλογιστούμε ότι, το χρέος είναι προϊόν, δεκανίκι και ελπίδα της κλεπτοκρατίας, με την οποία συνυπάρχει και επιβιώνει χάρη σε αυτό.
Αν αναλογιστούμε ότι, το σημερινό πολιτικό σύστημα στερείται ηθικού σθένους να διεκδικήσει το αυτονόητο για τη χώρα μας κι αντιθέτως, λες και λειτουργεί ως εκπρόσωπος των ξένων συμφερόντων, στήνει απέναντί μας Κύκλωπες και Λαιστυγόνες.
Αν αναλογιστούμε ότι, οι αγώνες του ελληνικού λαού και το αίμα που έχυσε για την ελευθερία του, τις αξίες και τα πιστεύω του, θα πάνε στράφι, αν καθίσουμε με σταυρωμένα χέρια.
Αν αναλογιστούμε τι άλλο, ποιο επίκαιρο και σημαντικότερο θα μπορούσαμε να κάνουμε σήμερα, παρά να πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας και να αποκαταστήσουμε τη διασαλευθείσα τάξη. Τότε, η διεκδίκηση των κατοχικών δανείων είναι υπόθεση όλου του ελληνικού λαού και ο αγώνας που καλούμαστε να δώσουμε είναι αγώνας πατριωτικός, εθνικοαπελευθερωτικός. Είναι αγώνας για τη διαγραφή του επονείδιστου χρέους, αγώνας για την αποτίναξη της κλεπτοκρατίας και την ανασύνταξη της χώρας. Αγώνας για να αναστρέψουμε το χρέος της ντροπής, σε Χρέος Τιμής όλων μας.
Είμαστε οι αχθοφόροι ενός υπέρτερου Χρέους, που θέλει όχι μόνο να ονειρευόμαστε, αλλά να χτίζουμε και τα θεμέλια για ένα καλύτερο κόσμο. Αυτό είναι το πραγματικό Χρέος μας.>>…
Σε άρθρο μου στην εφημερίδα, «ΕΡΜΗΣ», στις 7 - 10 - 2014, με τίτλο: <<Ποια η «Ατζέντα Διαπραγμάτευσης» για το Δημόσιο Χρέος της ΕΛΛΑΔΑΣ;>>, είχα και εγώ προδήλως επηρεαστεί από το εξαίρετο αυτό έργο του συμπατριώτη μας Τζανέτου Γκούσκου -που μας κάνει υπερήφανους- σε ότι εκεί υποστήριξα, για το πλαίσιο διαπραγμάτευσης του Δημόσιου Χρέους της χώρας μας…
Γι’ αυτό λοιπόν: αν όχι, μέχρι και εχθές, οπωσδήποτε, πάντως, σήμερα -όσο ποτέ άλλοτε- επιβάλλεται να αρθρωθεί -επί τέλους- η διεκδίκηση της Ελλάδας, προς την ενιαία Γερμανία, για την επιστροφή των «κατοχικών δανείων». Γιατί, αν εχθές ήταν νωρίς (;), αύριο όμως θα είναι αργά! Και η μόνη ώρα, για την πιο αιτιολογημένη ειρηνική επανάστασή μας, είναι: Τώρα!!!