Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

«ΦΕΝΤΕΡΑΛΙΣΜΟΣ» & «ΑΝΤΙΦΕΝΤΕΡΑΛΙΣΜΟΣ»

του οικονομολόγου Παναγιώτη (Τάκη) Κ. Μυλωνά
Σύμφωνα με το λεξικό. Ο «Φεντεραλισμός», είναι η πολιτική θεωρία που υποστηρίζει τον ομοσπονδιακό τρόπο οργάνωσης μιας χώρας και αποτελεί την επακόλουθη τάση πολλών χωρών να επιθυμούν τη συνένωσή τους σε μεγαλύτερες κρατικές οντότητες.
Συναφώς κι η Ευρωπαϊκή Ένωση,...
αναγνωρίζεται ως μια «φεντεραλιστική» ένωση χωρών με διακηρυγμένες αρχές και αξίες, δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μια ανεπτυγμένη, οικονομικά, γεωγραφική ζώνη ειρήνης, οικονομικής συνεργασίας και αλληλεγγύης, λαών και χωρών. Και μάλιστα, με αμοιβαία ωφελήματα απ’ την αλληλεγγύη αυτή. Ωφελήματα, περισσότερα βέβαια για τα μικρότερα μέλη της, τα οποία διαφορετικά, θα έμεναν «άφωνα», στην «στρογγυλή τράπεζα» της διευθέτησης των σύγχρονων ζητημάτων της οικουμένης, που τους αφορούν άμεσα. Μια πραγματικά Ενωμένη Ευρώπη, ικανή όμως να εμπεδώσει έμπρακτα την -προς αλλήλους- αλληλεγγύη της (μέσα από την εφαρμογή κοινών πολιτικών ισότιμης και ισόρροπης ανάπτυξης χωρών και Λαών) και η οποία δύναται να αντισταθεί στις αντιξοότητες που εμφανίζει -για πολλούς ήδη σήμερα- η ανακύψασα «παγκοσμιοποίηση».
Θεωρητικά, η προβληματική που τέθηκε και κυριάρχησε -από την ίδρυση της Ε.Ο.Κ., μέχρι και την σημερινή Ε.Ε.- ήταν το δίλημμα της προτεραιότητας. Να ακολουθήσει την πορεία της «διεύρυνσης» ή της «εμβάθυνσης»; Ως Ευρωπαίοι πολίτες επιθυμούμε και τα δυο. Θέλουμε και τη «διεύρυνση» και την «εμβάθυνσή» της. Μύχια όμως, ποθούσαμε περισσότερο την «εμβάθυνση», επειδή πιστεύαμε ότι, με τη τελευταία αυτή, θα είχαμε την μεγαλύτερη διεύρυνση στα δικαιώματα και στην ευημερία μας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα -που τη χρειαζόμαστε περισσότερο απ’ ποτέ άλλοτε- τείνει να επηρεάζεται στον προσανατολισμό της απ’ τη νεοφιλελεύθερη πολιτική, η οποία εκφυλίζει το όραμα της «Ενωμένης Ευρώπης» και το διαστρέφει στο κοντόθωρο στόχο μιας «Γερμανικής Ευρώπης». Οι Ευρωπαϊκοί λαοί -ιδίως δε αυτοί του νότου της- πρέπει να συνδράμουν στον αναπροσανατολισμό της Ευρωπαϊκής πολιτικής, που επιχειρείται και με την αναδιαπραγμάτευση του χρέους της χώρας μας, απ’ την Κυβέρνηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., για να αποφύγουμε μια «Ευρώπη των δυο ταχυτήτων». Μια δήθεν «Ενωμένη Ευρώπη», που αναιρεί την οραματικότητά της και τη διαστρέφει στον κυνισμό της άνισης ανάπτυξης, με την επικυριαρχία του οικονομικά ισχυρότερου, εντός της.
Η πολιτική της μονόπλευρης λιτότητας που ασκήθηκε στη χώρα μας -μέσω «μνημονίων»- δεν είναι μόνο κοινωνικά άδικη, ώστε να δυναμιτίζει την κοινωνική συνοχή, είναι και οικονομικά, πλήρως αναποτελεσματική. (Τα σχετικά δεδομένα αφθονούν και πολλά έχουμε παραθέσει σε προηγούμενες αρθρογραφίες μας). Τα «μνημόνια» ήταν «τα λάθος φάρμακα στα οξυμένα, πράγματι, οικονομικά μας προβλήματα», ιδίως του μη βιώσιμου δημόσιου χρέους μας. Ταυτόχρονα, αποδυναμώνουν το όραμα και τη συνοχή της Ενωμένης Ευρώπης και αποσταθεροποιούν το κοινό μας νόμισμα, η υποτίμηση του οποίου μόνο πρόσκαιρα ωφελεί τις εξαγωγές της Γερμανίας.
Τα μείζονα πολιτικά θέματα που διακυβεύονται με την επαναδιαπραγμάτευση, δεν είναι μόνο το βιώσιμο ή μη του ελληνικού δημόσιου χρέους, ούτε μόνο το αναποτελεσματικό της εφαρμοσμένης -επί πενταετία ήδη- πολιτικής, της αιματηρής λιτότητας, η οποία μας οδήγησε στην «αυτοτροφοδοτούμενη κρίση» (όπως την ονόμασε ο Υπουργός Οικονομίας, κ. Γ. Βαρουφάκης), αλλά είναι το θέμα της κατεύθυνσης και πορείας της «Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Έτσι, γίνεται σε όλους φανερό πως, η Ευρώπη δεν μπορεί να προχωρήσει άλλο με τη σημερινή της δομή. Χρειάζεται μια καινούργια αρχιτεκτονική, η οποία -εκτός από τη νομισματική ένωση- να οδηγεί στην ολοκλήρωση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ενοποίησής της.
Η χώρα μας σήμερα είναι σε χειρότερη θέση από αυτή που ήταν το 2009. Το Α.Ε.Π. έχει μειωθεί κατά 1/3 εκείνου που ήταν το 2009. Η ανεργία φλερτάρει με το 30% του εργατικού δυναμικού. Το δημόσιο χρέος, από 127% του Α.Ε.Π., έφθασε το 175% αυτού. Στην 5ετία αυτή των «Μνημονίων», είχαμε περαιτέρω διάλυση της παραγωγικής βάσης της χώρας. Ενδεικτικά μόνο είναι τα ακόλουθα στοιχεία: 300.000 λουκέτα, οι 200.000 νέοι Έλληνες επιστήμονες μετανάστευσαν στο εξωτερικό, πτώση της βιομηχανικής παραγωγής και μείωση των εξαγωγών, παρά τη συντριπτική -για τις αμοιβές εργασίας και τα ασφαλιστικά δικαιώματα- μείωση. Κι ενώ είχαμε τη ραγδαία «εσωτερική υποτίμηση», που αύξησε οριακά την ανταγωνιστικότητα, αυξήθηκε, επίσης -σε απαράδεκτα επίπεδα- η ανισότητα και διπλασιάστηκε το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται ήδη κάτω απ’ το νέο -χαμηλότερο- όριο φτώχειας.
Ωστόσο, το βάρος του κολοσσιαίου χρέους της χώρας μας, μπορεί εξ αντικειμένου να λειτουργήσει κι ως διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Υπάρχουν άφθονα ιστορικά προηγούμενα, με εντυπωσιακότερο εκείνο του «Σουλτανικού χρέους», με το οποίο -μετά την υπόσχεση, να το εξοφλήσουν οι «Νεότουρκοι»- ο Κεμάλ κατάφερε να μεταστρέψει τον διεθνή παράγοντα των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, υπέρ του, αποτρέποντας έτσι τη διάλυση της Τουρκίας.  Άλλωστε, η εξόφληση των δανειστών μας προϋποθέτει την οικονομική μας ευρωστία, μέσα από θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η οποία μόνο με παραγωγική ανασυγκρότηση, νοικοκύρεμα και επενδύσεις, στην καινοτομία και στις νέες τεχνολογίες, μπορεί να επιτευχθεί.
Το κοινό νόμισμα προϋποθέτει -απαραιτήτως- κι ενιαίες οικονομικές πολιτικές, οι οποίες πρέπει να υπηρετούν το στόχο της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Διαφορετικά, η «Ευρωζώνη» θα διαλυθεί και θα σκορπίσει η υπόλοιπη Ευρώπη. Οι πολιτικές αποφάσεις στην Ε.Ε., δεν πρέπει να λαμβάνονται με την κοντόθωρη οπτική των οικονομικών «ελίτ», των οικονομικά ισχυρότερων, παρά με γνώμονα τα μακροπρόθεσμα πανευρωπαϊκά συμφέροντα των λαών της Ευρώπης.
Ωστόσο, η ενδυνάμωση της «Ευρωζώνης», είναι η αναπόφευκτη συνθήκη για την προώθηση μιας ομοσπονδιακής Ευρώπης, προκειμένου ο Ευρωπαϊκός χώρος να επιβιώσει στην ολοένα ανταγωνιστικότερη διεθνή σκηνή και να αποκρούσει τις συνέπειες του οικονομικού, κοινωνικού και περιβαλλοντολογικού «ντάμπιγκ», που επιβάλλει η «παγκοσμιοποίηση».

Κάτω απ’ την υφιστάμενη πολιτική συγκυρία, της επαναδιαπραγμάτευσης της «Δανειακής Σύμβασης» και του δημόσιου χρέους της χώρας μας και μέσα από την επισκόπηση του επίκαιρου «φωτορεπορτάζ», των ομάδων, των παραγόντων και των «πρωταγωνιστών», στην Ελλάδα και διεθνώς, εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς, ποίοι είναι οι θιασώτες του «Φεντεραλισμού» και ποίοι του  «Αντιφεντεραλισμού», στο «κοινό σπίτι» της Ενωμένης Ευρώπης._