Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Η άλλη όψη του «facebook»…

του οικονομολόγου, Παναγιώτη (Τάκη) Κ. Μυλωνά


Η χρήση του «facebook» στις μέρες μας είναι πλέον τόσο διαδεδομένη στην διαπροσωπική επικοινωνία όλων μας ώστε να θεωρείται -και να είναι πια- ένα -κυρίως- λαϊκό «σπορ». Αλλά όπως κι ο «λαϊκισμός», έτσι και η λαϊκότητα του «facebook», δεν είναι καθόλου αυθεντική.
Τόσο ο «λαϊκισμός», όσο και το «facebook», έχουν μια κατ’ επίφαση λαϊκότητα (Άλλωστε, ο«λαϊκισμός», ως μορφή πολιτικής ιδεολογίας, αντιπαραβάλλει τα συμφέροντα της μάζας του Λαού, ενάντια σε αυτά των «ελίτ». Ωστόσο, καταλήγει πάντοτε, στην ψευδολογία, στην κολακεία των αδυναμιών και των ελαττωμάτων του Λαού, που ικανοποιούν όμως το πρόσκαιρο συναίσθημά του, ενώ τον βλάπτουν μακροπρόθεσμα. Αντικειμενικός δε σκοπός του είναι η εξαπάτηση του Λαού και η υποταγή του στους επιτήδειους και πονηρούς εξουσιαστές του. Γι’ αυτό και έχει αναγνωριστεί ως μια πολιτική μέθοδος η οποία, υιοθετήθηκε ιστορικά από όλους τους δημαγωγούς και στην σύγχρονη ιστορία, αναβαθμίσθηκε σε «επιστήμη», από τους φασίστες).
Με την υπερβολική χρήση...
του «facebook», η συνεχής -άκριτη πολλές φορές- επαφή με πολλούς και διάφορους ανθρώπους, οι οποίοι δεν έχουν πάντοτε το χαρακτήρα και το ήθος που θα μας ταίριαζε, λειτουργεί συχνά αρνητικά, για μας τους ίδιους. Η διαρκής επικοινωνία μέσω «facebook», με άλλους ανθρώπους, χωρίς η επιλογή τους να έχει γίνει με προσοχή, οδηγεί συχνά τον άνθρωπο -χρήστη του «facebook»- ενδεχομένως και στην απώλεια ορισμένων στοιχείων της προσωπικής του ταυτότητας, σε σημαντικό βαθμό, ενώ ξεθωριάζουν κάποια άλλα στοιχεία του, τα οποία συνθέτουν και την μοναδικότητά του. Με συνέπεια, να υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί η αξιοπρέπειά του και ο αυτοσεβασμός του. Ιδίως όταν, η κατάχρηση της ενασχόλησής του με το «facebook», τον κάνει να παραμελεί τον αγώνα που χρειάζεται για να χτίσει κανείς την προσωπικότητά του και τον κάνει να αφήνεται να παρασυρθεί από το ρεύμα που τον κάνει ίδιο με το άμορφο πλήθος. Το παραπάνω ισχύει περισσότερο για τους νέουςη προσωπικότητα των οποίωνείναι ακόμα υπό διαμόρφωση, ενώ πολλοί από αυτούς παραμελούν ακόμα και την μελέτη τους απ’ την υπερβολική προσήλωσή τους στο «facebook»
Αυτός ο βασανιστικός συγχρωτισμός και αυτή η αγχώδης προπέτεια αποδοχής ή απόρριψης και τελικά η μανιώδης ανάγκη ματαιόδοξης και γρήγορης αναγνώρισης, αλλά και ένταξης και προσαρμογής σε «μανιχαϊστικές» κατηγοριοποιήσεις («αρέσει» «δεν αρέσει»), εξαναγκάζει τον χρήστη στην ταύτισή του με τη μάζα. Του στερεί τη διάθεση και τη νηφαλιότητα, πολλές φορές, να προστατεύσει την προσωπικότητά του, αφήνοντάς τον -με εκτεθειμένα τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του- στις διαθέσεις ακόμα και ανολοκλήρωτων άλλων προσώπων. Ταυτόχρονα, με την ακατάσχετη χρήση του «facebook», περισσότερο πιθανόν είναι να κινδυνεύσει να χάσει ότι τον κάνει ιδιαίτερο και ξεχωριστό, στην ατομικότητά του. Ενώ και η απειλή του εξευτελισμού της ζωής διογκώνεται, με την μακρά πάροδο της παθολογικής και εξαρτημένης -πια- χρήσης του «facebook».
Η άμυνα που επιβάλλεται για την αποφυγή των κινδύνων αυτών είναι το μέτρο. Είναι η συστηματική αποφυγή -κατά το δυνατό- των ανούσιων και περιττών συνομιλιών μέσω «facebook» και η προτίμηση της δια ζώσης οδού, διαπροσωπικής επαφής και επικοινωνίας με τους φίλους. Ταυτόχρονα, κατά τη συγκρατημένη χρήση του «facebook», επιβάλλεται η υπέρβαση -ως μη υφιστάμενων- όλων των -εκτός αυστηρής προσωπικής επιλογής- τεθέντων θεμάτων και ερωτημάτων, τα οποία δεν έχουν -για τον ίδιο το χρήστη- άμεσο πρακτικό αντίκρισμα, για την εκτός «Ίντερνετ», πραγματική ζωή.
Μια χαλαρή στάση μας απέναντι στα ζητήματα αυτά, πιθανότατα να μας οδηγήσει στην αλλοτρίωση και ίσως ακόμα και στην αποξένωσή μας από τον ίδιο μας τον εαυτό.
Εξάλλου, ο χρόνος που αφιερώνει κανείς στο «facebook», είναι χρόνος που μας στερεί από το χτίσιμο -με γνώσεις, ιδιαίτερες δεξιότητες και ατομικές αξίες- της προσωπικότητάς μαςΚαι προσπαθώντας να ταιριάξουμε με άλλους, βιαστικά κι άκριτα, χάνει την μοναδικότητά μας, πολλές φορές και ίσως τον ίδιο μας τον εαυτό και συνεπώςτη δυνατότητά μας να είμαστε ελεύθεροιάνθρωποι.
Επειδή λοιπόν -αντικειμενικά, αφού είμαστε κοινωνικά όντα- δεν μπορούμε να προφυλαχτούμε απόλυτα από τις ανούσιες αυτές κι εκπτωτικές -σε αρχές και αξίες- συναναστροφές κι επικοινωνίες, οι οποίες συχνά είναι κενές περιεχομένου (χωρίς τον κίνδυνο να απομονωθούμε ή να παρεξηγηθούμε ακόμα και από όσους εκτιμάμε ιδιαίτερα), θα πρέπει να προσπαθούμε να συλλάβουμε το «μέτρο», εκείνο που απαιτείται σε κάθε περίπτωση. Κι αυτό, με το διακριτικό εκείνο τρόπο, που να μη γίνεται, όχι απλώς προκλητικό, αλλά ούτε καν αισθητό, από κανέναν.
Κι ενώ αυτά είχα στο νου μου, για το πρόβλημα του καιρού μας, αναφορικά με το βαθμό και τον τρόπο χρήσης του «facebook», ένα αιώνα νωρίτερα, ο Αλεξανδρινός ποιητής μας Κωνσταντίνος Καβάφης, έγγραφε το πασίγνωστο ποίημά του: «όσο μπορείς», το οποίο σήμερα ξαναγίνεται -και λόγω «facebook»- τόσο επίκαιρο:

« Όσο μπορείς…
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς μην την εξευτελίζεις
μες την πολλήν συνάφεια του κόσμου,
μες των πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηένοντάς την,
γυρίζοντάς συχνά κ’ εκθέτοντά την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινή ανοησία,
ως που να γίνει σαν μια ξένη φορτική. »

2