Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

Διλημματικό το διακύβευμα της «Νέας Συμφωνίας»

του οικονομολόγου, Παναγιώτη (Τάκη) Κ. Μυλωνά

Τι θα φέρει το διακύβευμα της -προς υπογραφή- «Νέας Συμφωνίας»; Τον «κανιβαλισμό» στη χώρα; Ή το κλειδί για υπέρβαση της κρίσης;
Το δίλημμα αυτό, είναι εκείνο που τροφοδοτεί τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, οι οποίες κινούνται ανάμεσα σε δυο μοντέλα σκέψης για την «επίλυση του προβλήματος». Δυο είναι λοιπόν- τα αλληλοσυγκρουόμενα μοντέλα σκέψης:
>Από τη μιαΑναφερόμαστε σ’ ένα μοντέλο μιας -«μνημονιακού τύπου»- προσέγγισης, η οποία περιγράφει -με «μυωπικό» τρόπο- την «μικρή εικόνα» του ελληνικού ζητήματος και αφορά τις επόμενες ρυθμισμένες -έτσι ή αλλιώς-δόσεις και μόνο. Αλλά, η προσέγγιση αυτή, δεν είναι το κλειδί για λύση του διπλού ελληνικού προβλήματος (της μη βιώσιμης «κρίσης χρέους» και της αποκατάστασης της αποσαθρωμένης παραγωγικής βάσης της οικονομίας μας)Είναι επιλογή που φωτογραφίζει  μια αντιλαϊκή και πάντως εξωπραγματική «κινεζοποίηση» του προτεινόμενου «μοντέλου ανάπτυξής» μας, η οποία και έχει επαρκώς δοκιμαστεί με δραματικά αποτελέσματα.
<Κι απ’ την άλλη. Στο άλλο, το γενικότερο πολιτικό μοντέλο σκέψης και υπέρβασης της κρίσης που μας απειλεί θανάσιμα. Αυτό που θεωρεί πως: η κρίση είναι -πρωτίστως- δικό μας πρόβλημα. Αλλά είναι και των εταίρων - δανειστώνμας, όπως δήλωσε -παλιότερα- κι ο Γ. Δραγασάκης. 
Όμως -το ελληνικό αυτό ζήτημα, στην «μεγάλη εικόνα» του- δεν επιδέχεται «μικρο-λογιστική» διαχείριση. Αφού κι η ιστορία μας λέει ότι: το βάρος του κολοσσιαίου χρέους μας, μπορεί να λειτουργήσει κι ως διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Υπάρχουν, άλλωστε, πολλά ιστορικά προηγούμενα. Δεν πρέπει, ωστόσο, να ξεφεύγει της προσοχής πως: η εξόφληση των δανειστών μας, προϋποθέτει και τη δική μας οικονομική ανάπτυξη, που μόνο με παραγωγική ανασυγκρότηση, νοικοκύρεμα κι επαρκείς επενδύσεις, στην καινοτομίαστις νέες τεχνολογίες κ.λπ., καθώς και με θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, μπορεί να επιτευχθεί.
Στη συνέχεια. Το διακύβευμα αναπτύσσεται ως εξής:
>Από τη μια πλευράυπάρχει η λογική της μειοδοσίας και της υποτέλειας, στις απαιτήσεις των δανειστών και εταίρων μας στην Ε.Ε., όπως και η απεμπόληση των δικαιωμάτων του ελληνικού λαού. Κι όλα αυτά, μέσα από ιδεολογικές αγκυλώσεις, για λιλιπούτειο κράτος. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν, δεν υπάρχουν οικονομικά αναπτυγμένα κράτη, χωρίς εύρωστο δημόσιο τομέα, στρατηγικό καθοδηγητή της ανάπτυξής τους. Οι αντιλήψεις αυτές,μοιάζουν να δανείζονται το πνεύμα και τη λογική της -άλλοτε προβλεπόμενης- διαδικασίας του «Πτωχευτικού Δικαίου». Διαδικασία, δηλαδή, με την οποία, ο δικαστικά οριζόμενος «Σύνδικος Πτώχευσης», επί κηρυχθείσας σε πτώχευση εταιρίας, συνέτασσε τη σχετική «Έκθεση» του «Συνδίκου Πτώχευσης». Και με την «Έκθεση» αυτή, καταρτίζονταν ο κατάλογος -με τη σειρά προτεραιότητας για την εξόφληση των δικαιούχων πιστωτών- για την -μέχρι εξαντλήσεως των διαθεσίμων και της περιουσίας της- εξόφληση των οφειλομένων της επιχείρησης, η οποία περιήλθε σε χρεοκοπία και οικονομικό θάνατο. Και η διαδικασία αυτή συνεχίζονταν μέχρι και τον ολοσχερή «κανιβαλισμό» της, για την μέγιστη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών της. Άλλωστε, οι πολιτικές των μνημονίων που εφαρμόστηκαν, δεν προκάλεσαν -απλώς- μια απότομη απόκλιση στην οικονομική και κοινωνική σύγκλιση της  χώρας μας, με τις άλλες χώρες της Ε.Ε., αλλά οδήγησαν και σε μια τεράστια ανθρωπιστική κρίση. Μια κρίση που βάθαινε ολοένα, με τη συνέχιση της πολιτικής μονόπλευρης λιτότητας. Κοντολογίς, οι προτάσεις αυτές, όχι μόνο δεν εμπεριέχουν κάποια προοπτική εξόδου απ’ την κρίση, αλλά αντίθετα, αποτελούν τα ταφικά  «Κτερίσματα», πιστοποίησης του θανάτου της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας…
<Κι από την άλλη, πάλι, Το κοινό νόμισμα, προϋποθέτει και ενιαίες οικονομικές πολιτικές στήριξής του, οι οποίες να υπηρετούν το στόχο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Διαφορετικά, η «Ευρωζώνη» θα διαλυθεί και θα σκορπίσει η υπόλοιπη Ευρώπη. Οι πολιτικές αποφάσεις στην Ε.Ε., δεν πρέπει να λαμβάνονται με την κοντόθωρη οπτική των οικονομικών «ελίτ», παρά με γνώμονα τα μακροπρόθεσμα πανευρωπαϊκά συμφέροντα των λαών της Ευρώπης. Η ενδυνάμωση της «Ευρωζώνης», λοιπόν, είναι η αναπόφευκτη συνθήκη για την προώθηση μιας ομοσπονδιακής Ευρώπης, προκειμένου ο Ευρωπαϊκός χώρος να επιβιώσει στην ολοένα ανταγωνιστικότερη διεθνή σκηνή και αντί να αντιγράψει, να αποκρούσει τις συνέπειες του οικονομικού, κοινωνικού και περιβαλλοντολογικού «ντάμπιγκ», που επιβάλλει η «παγκοσμιοποίηση». Κι ο απαιτούμενος «έντιμος συμβιβασμός», στη «Νέα Συμφωνία», πρέπει να είναι το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσής μας με την Ε.Ε.. Μια «Συμφωνία» όμως, αμοιβαία ωφέλιμη, που να διαπνέεται από: πολιτικό ρεαλισμό κι αποφασιστικότητα. Στοιχεία που ‘ναι ξένα προς τις μαξιμαλιστικές θέσεις «δραχμιστών» ή και «αντιφεντεραλιστών», που ονειρεύονται ένα άλλο «οίκαδε» (όπως και στο τότε σύνθημα, που προηγήθηκε της «Μικρασιατικής καταστροφής»).
Ακολούθως. Το διακύβευμα αυτό εμπεριέχει και το δίπολο:
>Από τη μια μεριά, υπάρχει η εμπειρία ότι: η συνέχιση της πολιτικής των μνημονίων που εφαρμόστηκαν, δεν προκάλεσαν -απλώς- μια απότομη απόκλιση στην οικονομική και κοινωνική σύγκλιση της  χώρας μας, με τις άλλες χώρες της Ε.Ε., αλλά οδήγησαν και σε μια τεράστια ανθρωπιστική κρίση. Μια κρίση που βάθαινε ολοένα, με τη συνέχιση μιας πολιτικής μονόπλευρης λιτότητας. Και τα «Μνημόνια», αντί για «φάρμακα», υπήρξαν τα «δηλητήρια», που πυροδότησαν μια «αυτοτροφοδοτούμενη κρίση», με ανεξέλεγκτη την αύξηση του Δημόσιου χρέους και τον πειθαναγκασμό της χώρας μας σε μια «χρεο-δουλοπαροικία».
<Κι από το άλλο  μέρος όμως, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία -μέχρι στιγμής- δείχνει να επηρεάζεται απ’ τη νεοφιλελεύθερη πολιτική, και να εκφυλίζει το όραμα και τις ιδρυτικές αρχές της «Ενωμένης Ευρώπης»διαστρέφοντάς τες στο κοντόθωρο στόχο μιας «Γερμανικής Ευρώπης», πρέπει να σταθμίσει -επί τέλους- τις εκτιμήσεις που προτάξαμε και να αποκτήσει μια μακρόπνοη κι αναζωογονητική άλλη οπτική. Εκείνη που την καθόρισε μέχρι σήμερα -μέσα από διαρκείς αντιθέσεις, συγκερασμούς, συνθέσεις, ανατροπές, συμβιβασμούς και συμφωνίες- και θα την εξελίξει και αύριο.Και οι Ευρωπαϊκοί λαοί -ιδίως αυτοί του νότου της, αλλά και το μακροπρόθεσμο συμφέρον της ίδιας της Γερμανίας- οφείλουν να συνδράμουν στον αναπροσανατολισμό της ευρωπαϊκής πολιτικής. Αναπροσανατολισμό, που επιχειρείται με την αναδιαπραγμάτευση του χρέους της χώρας μας, ώστε αυτό να καταστεί βιώσιμο, για να αποφύγουμε μια «Ευρώπη των δυο ταχυτήτων», που διχάζει και διαιρεί την Ε.Ε. και τη διαστρέφει στον κυνισμό της «άνισης ανάπτυξης» («aparthait»), με την επικυριαρχία του οικονομικά ισχυρότερου, εντός της. «Αντικειμενικός σκοπός» κι ανυποχώρητος όρος (κόκκινη γραμμή)στο περιεχόμενο της «Συμφωνίας» αυτής, πρέπει να είναι το άλλο: «NEW DEAL». Η «Νέα Συμφωνία» μας με την Ε.Ε., ανάλογη με το «NEW DEAL», («Νέα Συμφωνία») του ‘30, εκείνη που εφαρμόστηκε στις ΗΠΑ, για το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης του 1929. Και συνεπώς, το «πρόγραμμα» που πρέπει να ακολουθήσει τηνπολιτική συμφωνία, οφείλει να συμπεριλάβει και την αποφυγή των νέων πρωτογενών ελλειμμάτων, αλλά πρέπει να περιλαμβάνει και συμπληρωματικά προγράμματα: για την οικονομική και κοινωνική σύγκλιση της Ελλάδας με την Ε.Ε., στη βάση του μέσου κατά κεφαλή ΑΕΠ, αντί της απόκλισης που σημειώθηκε στα χρόνια των «Μνημονίων» και εξ αιτίας τους. Άλλωστε, το πρώτο αναπτυξιακό μέτρο, άσκησης αυτής της άλλης πολιτικής, είναι η ριζική κάθαρση, με εξάλειψη της διαφθοράς (των πελατειακών σχέσεων και της διαπλοκής) κι η βελτίωση της λειτουργίας και της απόδοσης των δημοκρατικών μας θεσμών.
Κι ενώ η διαπραγμάτευση με τους δανειστές μας συνεχίζεται και το χρέος εξακολουθεί να μας απειλεί θανάσιμα, μου έρχονται στο νου τα λόγια του μεγάλου Γερμανού φιλόσοφου, Γκαίτε, ο οποίος είχε πει, πως: «Όποιος δεν κάνει τίποτα για τους άλλους, δεν κάνει τίποτα και για τον εαυτόν του».
Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόντα κεντρικά στοιχεία μιας «Νέας Συμφωνίας» μας με την Ε.Ε. -στην μεγάλη τους εικόνα  και πέρα από τεχνικές λεπτομέρειες και ποσοστά, όπως του Φ.Π.Α. κ.λπ.- οφείλουν να περιέχουν και τα εξής:
1) Την αποφυγή δημιουργίας δημοσιονομικών ελλειμμάτων, μέχρι την εξόφληση του υπερβολικού δημόσιου χρέους της χώρας, ως προϋπόθεση και συνέπεια του συνόλου της συμφωνίας.
2) Την μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του Δημόσιου χρέους της χώρας, ώστε αυτό να καταστεί βιώσιμο. Αυτόεπιτυγχάνεται: είτε με τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του, είτε με επιμήκυνση της αποπληρωμής του, αλλά και με αρχική περίοδο χάριτος, για έναρξη της πληρωμής χρεολυσίων και με τα χαμηλά επιτόκια -όπως αυτά που δανείζεται η Γερμανία- αλλά και με προβλεπόμενη ρήτρα ανάπτυξης, για περιόδους οικονομικής καχεξίας (Υπάρχει και το ιστορικό προηγούμενο, στην συμφωνία του Λονδίνου του ’53, για τη Γερμανία).
3Την εξασφάλιση πόρων, για χρηματοδότηση των δομών ενός νέου παραγωγικού μοντέλου κι ενός γενναίου προγράμματος οικονομικής ανάπτυξης (νέου τύπου «σχέδιο Μάρσαλ», στην μεταπολεμική Γερμανία), με πόρους: τόσο από τα κοινά Ευρωπαϊκά προγράμματα, ΕΣΠΑ κ.λπ. και κονδύλια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, όσο και από εθνικούς πόρους, ιδίως αυτούς, απ’ τη σταδιακή αποπληρωμή, στην Ελλάδα, των «Κατοχικών Αναγκαστικών Δανείων» της Γερμανίας, ώστε να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά η τεράστια ανεργία κι η εξοντωτική ανθρωπιστική κρίση. Η διαχείριση των πόρων αυτών, περιλαμβάνει, επίσης και την εκπόνηση ενός σχεδίου μεταφοράς των πόρων, από το τέλμα των -δήθεν- χρεοκοπημένων επιχειρήσεων και της κλεπτοκρατίας, προς εκείνες των μακροπρόθεσμων επενδύσεων, του ανταγωνισμού και της εξωστρέφειας, μαζί με ένα ρωμαλέο πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης και με επαρκείς επενδύσεις, στην καινοτομία, στις νέες τεχνολογίες και στην «πράσινη ανάπτυξη». Μόνο τέτοιες επενδύσεις είναι ικανές να προκαλέσουν παλιννόστηση, τουλάχιστον, του μεγαλύτερου μέρους των200.000 «εγκεφάλων», νέων Ελλήνων επιστημόνων, οι οποίοι, στα χρόνια των «Μνημονίων», μετανάστευσαν στο εξωτερικό και χωρίς αυτούς -οι υπόλοιποι Έλληνες- δεν έχουμε και πολλές ελπίδες για το μέλλον μας. (Άλλωστε, κάθε ένας επιστήμονας που γίνεται μετανάστης, είναι βέβαιο ότι προσθέτει μέχρι και δέκα θέσεις ανεργίας στην πατρίδα που τον διώχνει…).
4) Στη «Νέα Συμφωνία» με την Ε.Ε. οφείλει να περιληφθεί κι η εφαρμογή ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων, για διεύρυνση της δημοκρατίας, για εξάλειψη της διαφθοράς, βελτίωσης της λειτουργίας των θεσμών και απόκρουσηςτου αυτιστικού συντεχνιασμού, αλλά και του πελατειακού κράτους και την αντικατάστασή του, με ένα φιλικό και σύγχρονο εργαλείο, αξιοκρατίας κι αποτελεσματικότητας._
1