Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ



ΟΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ, ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ



Άρθρο 17 Εφάπαξ παροχή
 1. Στην ασφάλιση του κλάδου εφάπαξ παροχών υπάγονται τα πρόσωπα που είχαν ήδη κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υπαχθεί στην ασφάλιση των φορέων, τομέων – κλάδων του άρθρου 20 περ. β, καθώς και όσοι αναλαμβάνουν εργασία ή απασχόληση ή αποκτούν ιδιότητα, η οποία σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις των ως άνω τομέων – κλάδων, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, δημιουργούσαν υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση των εν λόγω φορέων, τομέων – κλάδων. 
2. Πόροι του κλάδου εφάπαξ παροχών αποτελούν: α) Τα έσοδα από τις προβλεπόμενες εισφορές υπέρ των φορέων, τομέων – κλάδων πρόνοιας που εντάσσονται στον ΕΦΚΑ σύμφωνα με το άρθρο 20 του παρόντος, οι πρόσοδοι περιουσίας, καθώς και η απόδοση των κεφαλαίων και αποθεματικών αυτών και κάθε άλλο έσοδο και πόρος που προβλέπεται στην οικεία νομοθεσία ή άλλες γενικές διατάξεις. β) Τα έσοδα από τις ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων. Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ παροχή ορίζεται σε ποσοστό 4%, βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους και υπολογίζεται για τους μισθωτούς επί των πάσης φύσεως αποδοχών τους για τους ελεύθερους επαγγελματίες - αυταπασχολούμενους – αγρότες επί του εισοδήματός τους, κατ’ αναλογία των ειδικότερα προβλεπόμενων στα άρθρα 53 και 54 του παρόντος. 
3. Χρόνος ασφάλισης στον κλάδο εφάπαξ παροχών είναι: α) Ο χρόνος για τον οποίο καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές από την έναρξη λειτουργίας του ΕΦΚΑ και εφεξής. β) Ο χρόνος ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε στους εντασσόμενους φορείς - τομείς και κλάδους, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου που αναγνωρίστηκε και εξαγοράστηκε ή συνεχίζεται η εξαγορά του, καθώς και ο χρόνος που έχει προσμετρηθεί από οποιαδήποτε αιτία.
 4. α) Από τον κλάδο εφάπαξ παροχών απονέμεται η εφάπαξ παροχή,...
εφόσον ο ασφαλισμένος έτυχε σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις από τις καταστατικές διατάξεις των εντασσομένων φορέων, κλάδων ή τομέων. 24 -Απόρρητο- β) Εφάπαξ παροχή χορηγείται σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου, που δεν είχε αποκτήσει κατά το χρόνο του θανάτου του δικαίωμα για λήψη εφάπαξ παροχής, δηλαδή ασφαλισμένου ο οποίος απεβίωσε πριν την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, γήρατος ή αναπηρίας, στα πρόσωπα της οικογένειας του, εφόσον συντρέχουν οι χρονικές προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως λόγω θανάτου, του φορέα κύριας κοινωνικής ασφάλισης στον οποίο ήταν ασφαλισμένος ο θανών. Στην περίπτωση κατά την οποία, σύμφωνα με το παραπάνω εδάφιο, δεν υπάρχουν πρόσωπα της οικογένειας που δικαιούνται σύνταξη εξαιτίας του θανάτου του ασφαλισμένου, το εφάπαξ βοήθημα χορηγείται στον επιζώντα σύζυγο και στα τέκνα αυτού ανάλογα με το κληρονομικό τους δικαίωμα. Στην περίπτωση που σύμφωνα με τα ανωτέρω εδάφια δεν υπάρχουν πρόσωπα που να δικαιούνται την εφάπαξ παροχή, αυτή καταβάλλεται στους γονείς, αδελφούς του θανόντος ασφαλισμένου, κατά το ποσοστό του κληρονομικού τους δικαιώματος Εάν ο ασφαλισμένος απεβίωσε μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, γήρατος ή αναπηρίας, τότε η εφάπαξ παροχή χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις περί κληρονομικής διαδοχής. γ) Δεν επιτρέπεται προκαταβολής της εφάπαξ παροχής και κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται. 
5. Το ποσόν της εφάπαξ παροχής ισούται με το άθροισμα του τμήματος της εφάπαξ παροχής που αντιστοιχεί για τα έτη ασφάλισης μέχρι την 31.12.2013 και του τμήματος της εφάπαξ παροχής που αντιστοιχεί για τα έτη ασφάλισης από 1.1.2014 και εφεξής. α) Για χρόνο ασφάλισης που έχει διανυθεί έως την 31.12.2013: ι) Για τους μισθωτούς: Το εφάπαξ βοήθημα αποτελείται από το γινόμενο του εβδομήντα επί τοις εκατό (70%) των συνταξίμων αποδοχών επί των οποίων έγιναν οι νόμιμες κρατήσεις, επί τα έτη ασφάλισης. Ως συντάξιμες αποδοχές νοούνται το πηλίκον της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος κατά τα πέντε (5) ημερολογιακά έτη που προηγούνται εκείνου της υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης, οι οποίες υπεβλήθησαν σε ασφαλιστικές εισφορές, χωρίς να υπολογίζονται τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δια του αριθμού των μηνών απασχόλησης που έχουν πραγματοποιηθεί εντός της χρονικής αυτής περιόδου. ιι) Για τους αυτοτελώς απασχολούμενους:  Το εφάπαξ βοήθημα αποτελείται από το γινόμενο του ογδόντα πέντε επί τοις εκατό (85% ) των συνταξίμων αποδοχών, στις οποίες έγιναν οι νόμιμες κρατήσεις, επί τα έτη ασφάλισης. Για τους αυτοτελώς απασχολούμενους λαμβάνονται υπόψη οι ασφαλιστικές κατηγορίες βάσει των οποίων κατεβλήθησαν εισφορές ολόκληρο το χρόνο της ασφάλισης του ασφαλισμένου, όπως έχουν διαμορφωθεί την 31.12 του προηγούμενου της υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης κάθε επιπλέον έτος ασφάλισης που πραγματοποιείται έως τη συμπλήρωση έτους. β. Για το χρόνο ασφάλισης που πραγματοποιείται από την 1.1.2014 και εντεύθεν: Για τους μισθωτούς, αυτοτελώς απασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες το τμήμα της εφάπαξ παροχής που αναλογεί στα έτη ασφάλισης από 1.1.2014 και εφεξής, υπολογίζεται με βάση την αρχή της ισοδυναμίας και το ποσό της εφάπαξ παροχής ισούται με τη συσσωρευμένη αξία των εισφορών κατά την ημερομηνία αποχώρησης. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, καθορίζεται η νέα τεχνική βάση για τον υπολογισμό της εφάπαξ παροχής καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την υλοποίηση της παρούσας διάταξης. 6. Εκκρεμείς αιτήσεις κρίνονται βάσει των διατάξεων του άρθρου αυτού. 7. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού περί του τρόπου υπολογισμού της εφάπαξ παροχής εφαρμόζονται και για τις εφάπαξ παροχές που καταβάλλονται από ΝΠΙΔ που προήλθαν εκ μετατροπής από ΝΠΔΔ κατά το άρθρο 6 παρ. 20 Ν.3029/02, καταργουμένου του άρθρου 180Ζ Ν.4261/14. 


Άρθρο 51 Εισφορές επικουρικής ασφάλισης
 1. Από 1.1.2016 και μέχρι την 31.12.2018, το ποσό της μηνιαίας εισφοράς στο Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (ΕΤΕΑ) όλων των μισθωτών, ασφαλισμένων πριν και μετά την 1.1.1993, υπολογίζεται σε ποσοστό 3,5% για τον ασφαλισμένο και σε ποσοστό 4% για τον εργοδότη επί των πάσης φύσεως αποδοχών του εργαζόμενου, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 2084/1992, όπως ισχύει. Μετά το πέρας της τριετίας, η μηνιαία εισφορά επανέρχεται στο ύψος που ίσχυε κατά την 31.12.2015.
2. Από 1.1.2016 και για διάστημα τριών ετών, το ποσό της μηνιαίας εισφοράς όλων των αυταπασχολούμενων, ελευθέρων επαγγελματιών, ασφαλισμένων πριν και μετά την 1.1.1993 στο Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (ΕΤΕΑ), υπολογίζεται σε ποσοστό 7,5% επί του εισοδήματος όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στα άρθρα 53 και 54 του παρόντος. Μετά το πέρας της τριετίας, η μηνιαία εισφορά διαμορφώνεται στο ύψος που ίσχυε κατά την 31.12.2015.
3. Με απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης δύναται, εντός του διαστήματος των τριών αυτών ετών, να μειώνεται αναλόγως το ύψος των  εισφορών των ασφαλισμένων μισθωτών και αυταπασχολούμενων, ανάλογα με την αύξηση της εισπραξιμότητας αυτών.
 4. Εισφορές που καταβλήθηκαν νόμιμα δεν επιστρέφονται.
5. α. Το σύνολο της περιουσίας του Ειδικού Λογαριασμού Επικούρησης Μελών Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας (ΕΛΕΜ) του Ταμείου Υγείας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδας (ΤΥΠΑΤΕ) περιέρχεται αυτοδίκαια στο ΕΤΕΑ, χωρίς καταβολή φόρου, τέλους ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου, ΟΤΑ ή άλλων προσώπων, το δε ΕΤΕΑ βαρύνεται με την καταβολή της σύνταξης των ασφαλισμένων και συνταξιούχων του ΕΛΕΜ και για το πέραν του προβλεπόμενου από το άρθρο 10 του Κανονισμού ΕΛΕΜ χρόνου συνταξιοδότησης. β. Για τη μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία μεταγράφεται ατελώς στα οικεία βιβλία του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου ή κτηματολογικού γραφείου

Άρθρο 52 Εισφορές Μισθωτών και Εργοδοτών 
1. Από τη δημοσίευση του νόμου, το συνολικό ποσοστό εισφοράς κλάδου σύνταξης στον ΕΦΚΑ ασφαλισμένου μισθωτού και εργοδότη ορίζεται σε 20% επί των πάσης φύσεως αποδοχών των εργαζομένων, με εξαίρεση τις κοινωνικού χαρακτήρα έκτακτες παροχές λόγω γάμου, γεννήσεως τέκνων, θανάτου και βαριάς αναπηρίας και κατανέμεται κατά 6,67% σε βάρος των ασφαλισμένων και κατά 13,33% σε βάρος των εργοδοτών, συμπεριλαμβανομένου από 1.1.2017 και του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 4 και 5.
 2. α. Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των μισθωτών και των εργοδοτών, συνίσταται στο δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών. β. Το ανώτατο όριο του εδαφίου α εφαρμόζεται και επί πολλαπλής μισθωτής απασχόλησης ή έμμισθης εντολής όσον αφορά στην εισφορά ασφαλισμένου.
3. Καταβάλλουν ασφαλιστική εισφορά εργοδότη - εργαζόμενου για τον κλάδο σύνταξης, ως μισθωτοί και οι ακόλουθες, ιδίως, κατηγορίες ασφαλισμένων, διατηρούμενης σε ισχύ του τεκμηρίου της ρύθμισης του άρθρου 2 παρ. 1 του ΑΝ 1846/51: - α) Οι ασφαλισμένοι που έως την έναρξη ισχύος του παρόντος υπάγονταν στην ασφάλιση του Τομέα Ασφάλισης Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων του ΟΑΕΕ, καθώς και οι αναβάτες και προπονητές που έως ισχύος του παρόντος υπάγονταν στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 9 του ν.3655/2008, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση. β) Οι ασφαλισμένοι που έως την έναρξη ισχύος του παρόντος υπάγονταν στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ και παρέχουν εξαρτημένη εργασία, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση. γ) Οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή, και άλλα πρόσωπα ασφαλιστέα λόγω ιδιότητας, για το εισόδημα που προέρχεται από τη διαρκή σχέση παροχής υπηρεσιών, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση. Ως προς το εισόδημα από άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος, για το οποίο εκδίδονται δελτία παροχής υπηρεσιών, τιμολόγια ή αποδείξεις επαγγελματικής δαπάνης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 53, με την εξαίρεση της υποχρέωσης υπαγωγής στην κατώτατη ασφαλιστική κλάση χαμηλότερου εισοδήματος. Ειδικά για τους ασφαλισμένους της ανωτέρω περ. α, το ύψος της ασφαλιστικής εισφοράς για τον ασφαλισμένο καθορίζεται από 1.7.2016 σε 17%, από 1.1.2017 σε 15%, από 1/1/2018 σε 10% και από 1/1/2019 και μετά σε 6,67%. Το ύψος της ασφαλιστικής εισφοράς για τον εργοδότη καθορίζεται από 1.7.2016 σε 3%, από 1/1/2017 σε 5%, από 1/1/2018 σε 10% και από 1/1/2009 και μετά σε 13,33%. ε) Υπόχρεος για την καταβολή της εργοδοτικής εισφοράς είναι οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, για λογαριασμό του οποίου οι ασφαλισμένοι του παρόντος άρθρου παρέχουν τις υπηρεσίες τους έναντι περιοδικής παροχής. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται και στις κατηγορίες αυτές οι πάσης φύσεως διατάξεις περί εισφορών του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
 6. Τυχόν υψηλότερα ή χαμηλότερα των οριζομένων στην παράγραφο 1 ποσοστά ασφαλιστικών εισφορών Κλάδου Σύνταξης ασφαλισμένου και εργοδότη που προβλέπονταν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος αναπροσαρμόζονται ετησίως ισόποσα και σταδιακά από 1.1.2017 και εφεξής, ούτως ώστε από 1.1.2020 να διαμορφωθούν στο αντίστοιχο ποσοστό που ορίζεται στην ανωτέρω παράγραφο.
7. Δεν αναπροσαρμόζονται, και παραμένουν στο ύψος που προβλεπόταν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων, που εμπίπτουν στις κατηγορίες που εξαιρέθηκαν από την αύξηση των ορίων ηλικίας της υποπαρ. Ε3 της παραγράφου Ε του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, σύμφωνα με την υπ’ αριθμό Φ11321/οικ.47523/1570 απόφασης του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β’ 2311/26-10-2015), καθώς και των εργαζομένων που υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 20 και 21 του ν. 3863/2010 (Α115), όπως ισχύει. Στο ίδιο ύψος παραμένουν και οι αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές.  8. Οι εισφορές δηλώνονται από τον εργοδότη στην Αναλυτική Περιοδική Δήλωση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σύμφωνα με την ισχύουσα κατά τη δημοσίευση του παρόντος νομοθεσία του τελευταίου. 9. α) Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθορίζονται οι απαιτούμενες διαδικασίες για τον επαναπροσδιορισμό των ποσοστών, οι προσαρμογές στα πληροφοριακά συστήματα, η αναπροσαρμογή των ποσοστών των κατά την παρ. 5 εξαιρούμενων κατηγοριών ασφαλισμένων, και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού. β) Με όμοια απόφαση, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΝΑΤ, προσδιορίζεται η βάση υπολογισμού των καταβαλλόμενων εισφορών των ασφαλισμένων σε αυτό και άλλο ειδικότερο ζήτημα αφορά εισφορές.

 Άρθρο 53 Εισφορές αυτοπασχολουμένων και ελεύθερων επαγγελματιών 
1.Από 1.1.2017 οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι οποίοι σύμφωνα με τις γενικές ή ειδικές ή καταστατικές διατάξεις, όπως ίσχυαν ως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, 
υπάγονταν στην ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε και του Ε.Τ.Α.Α. αντίστοιχα, καταβάλλουν, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, μηνιαία ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης, ύψους 20% επί του μηνιαίου εισοδήματός τους, όπως αυτό καθορίζεται είτε με βάση το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα, από την ασκούμενη δραστηριότητά τους κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος, είτε με βάση την καθαρή αξία των παρεχόμενων μηνιαίως ή σε άλλη τακτική χρονική βάση, υπηρεσιών του τρέχοντος έτουςγια το οποίο εκδίδονται δελτία παροχής υπηρεσιών, τιμολόγια ή αποδείξεις επαγγελματικής δαπάνης. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης εξειδικεύονται τα ειδικότερα θέματα όσον αφορά στους κανόνες προσδιορισμού της βάσης υπολογισμού εισφορών ανά επαγγελματική δραστηριότητα.
 2. Σε καμία περίπτωση η μηνιαία ασφαλιστική εισφορά που υποχρεούνται να καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι της παρ. 1 δεν δύναται να υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί σε ποσοστό 20% επί του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών. Ως προς το ανώτατο όριο ασφαλιστέου μηνιαίου εισοδήματος εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 52.
3. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και για τους υγειονομικούς που αμείβονται κατά πράξη και περίπτωση, καθώς και για τους δικηγόρους που βρίσκονται σε αναστολή άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Δικηγόρων,  όπως και για τους μηχανικούς που βρίσκονται σε αναστολή άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας. Οι δικηγόροι και οι μηχανικοί αυτοί καταβάλλουν την εισφορά του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2.
4. Από 1.1.2017 οι ασφαλισμένοι για τους οποίους, βάσει των γενικών ή ειδικών ή καταστατικών διατάξεων που ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής στον Τομέα Ασφάλισης Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων του ΟΑΕΕ και ασκούν ελεύθερο επάγγελμα, καταβάλλουν, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, τις προβλεπόμενες στις παραγράφους 1 και 2 ασφαλιστικές εισφορές.
 5.Τυχόν υψηλότερα ή χαμηλότερα των οριζομένων στην παράγραφο 1 ποσοστά ασφαλιστικών εισφορών Κλάδου Σύνταξης ασφαλισμένου και εργοδότη που προβλέπονταν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος αναπροσαρμόζονται ισόποσα και σταδιακά από 1.7.2016, και ετησίως από 1.1.2017 και εφεξής, ούτως ώστε από 1.1.2020 να διαμορφωθούν στο αντίστοιχο ύψος που ορίζεται στην ανωτέρω παράγραφο.
 6. α. Για τους ασφαλισμένους που προέρχονται από τον Τομέα Ασφάλισης Νομικών, οι διατάξεις που προβλέπουν το συνυπολογισμό ποσών που καταβάλλονται επί αμοιβών και επί αναλογικών δικαιωμάτων εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την 1.1.2017. Ειδικά για τους δικηγόρους, από 1-7-2016 τα ένσημα υπέρ της κοινωνικής ασφάλισης καταργούνται. Υπέρ του ΕΦΚΑ καταβάλλεται προείσπραξη επί του 20% της ελάχιστης αμοιβής ανά δικηγορική πράξη ή παράσταση. Ο οικείος δικηγορικός Σύλλογος αποστέλλει στον ΕΦΚΑ τη σχετική συγκεντρωτική κατάσταση ανά δικηγόρο. Για τους δικηγόρους που απασχολούνται με έμμισθη εντολή, τα ποσά που έχουν καταβληθεί μέσω ενσήμων ή της ανωτέρω διαδικασίας που τα αντικαθιστά, αφαιρούνται από την εισφορά του ασφαλισμένου. β. Σε περίπτωση που τα ποσά που καταβάλλονται βάσει των ανωτέρω ρυθμίσεων υπολείπονται της εισφοράς, ο ασφαλισμένος καταβάλλει την προκύπτουσα διαφορά σε χρήμα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν.2042/1992. γ. Σε περίπτωση που τα ποσά που καταβλήθηκαν υπερβαίνουν την προβλεπόμενη μηνιαία εισφορά, δεν επιστρέφονται, αλλά συμψηφίζονται με την ετήσια ασφαλιστική οφειλή. 
7. Διατάξεις νόμου που προβλέπουν την καταβολή μειωμένων ασφαλιστικών εισφορών για τους ασφαλισμένους προερχόμενους από το ΕΤΑΑ, κατά την πρώτη πενταετία υπαγωγής στην ασφάλιση, καταργούνται από 1.1.2017. 
 8. Από 1.7.2016 ο ΕΦΚΑ συνεισπράττει με τις ασφαλιστικές εισφορές και την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 44 παρ. 2 του ν.3986/2011 εισφορά, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 του ν. 4144/2013, υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού Ανεργίας υπέρ των Αυτοτελώς και Ανεξάρτητα Απασχολούμενων – Κλάδος ασφαλισμένων ΟΑΕΕ και ΕΤΑΠ – ΜΜΕ καθώς και υπέρ των Αυτοτελώς και Ανεξάρτητα Απασχολούμενων – Κλάδος ασφαλισμένων ΕΤΑΑ, την οποία και αποδίδει στον ΟΑΕΔ.
9. Ο ΕΦΚΑ παρέχει από 1.7.2016 και εφεξής τις υπηρεσίες που αφορούν στην εγγυοδοσία και πιστοδοσία για τους ασφαλισμένους που προέρχονται από τον Τομέα Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΣΜΕΔΕ) του ΕΤΑΑ, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τις μέχρι σήμερα ισχύουσες διατάξεις, αναλογικά εφαρμοζόμενες. Έσοδα που προκύπτουν από την παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών αποτελούν πόρους του ΕΦΚΑ.
10. Το ύψος της ασφαλιστικής εισφοράς καθώς και οι ασφαλιστικές κατηγορίες ή κλάσεις ή αποδοχές, βάσει των οποίων υπολογίζεται η μηνιαία εισφορά των ασφαλισμένων για τους οποίους, βάσει των γενικών ή ειδικών ή καταστατικών διατάξεων που ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής στον ΟΑΕΕ, συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλισμένων που υπάγονταν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος στον Τομέα Ασφάλισης Ναυτικών και Τουριστικών Πρακτόρων, όπως έχουν διαμορφωθεί μέχρι 31.12.2015 παραμένουν αμετάβλητες μέχρι 31.12.2016.
11. Η σταθερή μηνιαία εισφορά, το ύψος της ασφαλιστικής εισφοράς καθώς και οι ασφαλιστικές κατηγορίες ή αποδοχές, βάσει των οποίων υπολογίζεται η μηνιαία εισφορά των ασφαλισμένων για τους οποίους, βάσει των γενικών ή ειδικών ή καταστατικών διατάξεων όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής στους Τομείς του κλάδου κύριας ασφάλισης του ΕΤΑΑ (Τομέας Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων, Τομέας Σύνταξης και Ασφάλισης Υγειονομικών, Τομέας Ασφάλισης Νομικών), όπως έχουν διαμορφωθεί μέχρι 31/12/2015 παραμένουν αμετάβλητες μέχρι 31/12/2016.
 12. Μέχρι την 30.6.2016 οι ασφαλιστικές εισφορές των παρ. 10 και 11 του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να εισπράττονται από τους ασφαλιστικούς φορείς που εντάχθηκαν στον ΕΦΚΑ δυνάμει των ρυθμίσεων των άρθρων 19 και 21 του νόμου αυτού.
13. α) Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΕΦΚΑ, εξειδικεύεται ο τρόπος υπολογισμού των εισφορών για τις κατηγορίες των αυτοαπασχολούμενων – ελευθέρων επαγγελματιών, οι οποίοι έως την έναρξη ισχύος του παρόντος υπάγονταν στην ασφάλιση άλλων Φορέων Κύριας Ασφάλισης, πλην ΟΑΕΕ και ΕΤΑΑ.  β) Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που εκδίδεται μετά από γνώμη του ΔΣ του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ, ρυθμίζεται ο τρόπος και η διαδικασία καταβολής των εισφορών όσων ασφαλίζονταν στο Ταμείο αυτό πριν από την δημοσίευση του παρόντος και κάθε άλλο ειδικό ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή του εδαφίου αυτού. γ) Λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου αυτού ρυθμίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Προστασίας.

Άρθρο 56 Προθεσμία Καταβολής ασφαλιστικών εισφορών
 1. Οι ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων που προέρχονται από τον ΟΑΕΕ, το ΕΤΑΑ και τον ΟΓΑ, ελευθέρων επαγγελματιών και εμμίσθων, καταβάλλονται εντός των προβλεπόμενων από τις οικείες διατάξεις προθεσμιών και σύμφωνα με την ισχύουσα για κάθε φορέα διαδικασία μέχρι 31.12.2016.
2. Από 1.1.2017 οι ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων, ελευθέρων επαγγελματιών και εμμίσθων, που έως την έναρξη ισχύος του παρόντος υπάγονταν στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ και του ΕΤΑΑ, καταβάλλονται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα που αυτές αφορούν. Οι εισφορές των αγροτών καταβάλλονται ανά τρίμηνο. Εάν δεν εξοφληθούν εγκαίρως οι ασφαλιστικές εισφορές θεωρούνται καθυστερούμενες και βαρύνονται με τις νόμιμες προσαυξήσεις.
3.Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος.
 Άρθρο 57 Ασφαλιστικές εισφορές υγειονομικής περίθαλψης ασφαλισμένων 
1. Από 01.01.2016 η ασφαλιστική εισφορά υπέρ υγειονομικής περίθαλψης των μισθωτών και των λοιπών κατηγοριών των οποίων οι ασφαλιστικές εισφορές κλάδου σύνταξης υπολογίζονται κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 52 του παρόντος νόμου, ορίζεται σε ποσοστό 7,10% επί των πάσης φύσεως αποδοχών και κατανέμεται κατά ποσοστό 6,45% για παροχές σε είδος, εκ του οποίου 2,15% βαρύνει τον ασφαλισμένο και 4,30% βαρύνει τον εργοδότη, και ποσοστό 0,65% για παροχές σε χρήμα, εκ του οποίου 0,40% βαρύνει τον ασφαλισμένο και 0,25% βαρύνει τον εργοδότη. Όπου προβλέπεται η καταβολή, επιπλέον των ανωτέρω οριζομένων, ποσοστού εισφοράς, και ποσοστού εισφοράς για την ασφάλιση των μελών οικογενείας καταργείται.
2. Η ασφαλιστική εισφορά υπέρ υγειονομικής περίθαλψης των ελεύθερων επαγγελματιών, των ανεξάρτητα απασχολούμενων, των κατ’επάγγελμα αγροτών καθώς και των λοιπών κατηγοριών των οποίων οι ασφαλιστικές εισφορές κλάδου σύνταξης υπολογίζονται κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 53 και 54, αντιστοίχως του παρόντος νόμου, ορίζεται σε ποσοστό 6,95% επί του ασφαλιστέου εισοδήματός τους, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 53, βαρύνει εξολοκλήρου τους ασφαλισμένους και κατανέμεται κατά ποσοστό 6,45% για παροχές σε είδος και ποσοστό 0,50 % για παροχές σε χρήμα.  3. α. Όπου το ποσοστό εισφορών είναι κατά την δημοσίευση του νόμου μικρότερες ή μεγαλύτερες των οριζόμενων στο άρθρο αυτό, αναπροσαρμόζονται ισόποσα ετησίως μέχρι την 31.12.2019 ώστε από 1.1.2020 να διαμορφωθεί στα ανωτέρω ποσοστά. β. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος