Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

Τα «Αγροτικά Μπλόκα» δεν δίνουν «Λύση»…
Αγκάθι» ο νομικός προσδιορισμός του «κατά κύριο επάγγελμα αγρότης»)
Αναλύει ο Οικονομολόγος και τέως Διοικητής μεγάλου αγροτικού Οργανισμού
 (του Οργανισμού Βάμβακος), ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ (Τάκης) Κ. ΜΥΛΩΝΑΣ
Η -πολλά υποσχόμενη- αγροτική οικονομία μας, μπορούσε να έχει -αντικειμενικά- τα χαρακτηριστικά, της σταθερής και βιώσιμης ανάπτυξης, με μεγάλο χρονικό ορίζοντα και με συνέργειες, στη διατροφική μας αυτοτέλεια, στην εξωστρέφεια της ελληνικής βιομηχανίας και στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας, αποτελώντας πηγή πλούτου και ευδαιμονίας του πληθυσμού. Και στη σημερινή πραγματικότητα των «Μνημονίων», η πρωτογενής παραγωγή θα μπορούσε να συμβάλει -αποφασιστικά- στην έξοδό μας απ’ την κρίση, μέσα και απ’ τη λεγόμενη «παραγωγική ανασυγκρότησή» μας.
Συνεκτιμώντας παράλληλα και τα στοιχεία που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας, απ’ τη «Διεθνή Διαφάνεια», η οποία -παρά την πολύ χαμηλή μας ακόμη κατάταξη, σε παγκόσμιο επίπεδο- αναβάθμισε τη σχετική θέση της χώρας μας, στο τομέα της διαφάνειας και της διαφθοράς, έχουμε να παρατηρήσουμε και κάτι θετικό: Η χώρα μας, ...
από την 93η θέση, το 2010, στο σχετικό πίνακα της «Διεθνούς Διαφάνειας», αναβαθμίστηκε στην 69η θέση, το 2014 και στην 58η θέση, το 2015. Απ’ τους σχετικούς αυτούς πίνακες, επίσης, παρατηρεί κανείς πως: οι χώρες που θεωρούνται πως κατέχουν τις καλλίτερες θέσεις -από άποψη διαφάνειας και καταπολέμησης της διαφθοράς- αυτές είναι και οι ανταγωνιστικότερες και περισσότερο εύρωστες. Και συνεπώς, το στοιχείο αυτό ισχύει, όχι μόνο για τη συγκριτική αξιολόγηση χωρών, αλλά και για την ανάγκη της οικονομικής εξυγίανσης των τομέων της οικονομίας, όπως είναι π.χ. και αυτός της «πρωτογενούς παραγωγής», ο οποίος πανθομολογούμενα πάσχει σε όλες του τις πλευρές…
Ωστόσο, η «στροφή» μας στον «πρωτογενή τομέα», , καθίσταται η πιο «Μεγάλη Χίμαιρα», αφού, ο αγροτικός αυτός τομέας, βυθίζεται στην παραοικονομία και βρίσκεται σε απόλυτα απελπιστική κατάσταση. Ο τομέας αυτός, ενώ απορρόφησε -αντιπαραγωγικά και μόνο καταναλωτικά, επί 30 χρόνια- το μεγαλύτερο ποσοστό των 200 δισ. Ευρώ, των κοινοτικών επιχορηγήσεων της Ε.Ε., παράγει μόλις το 3% του Α.Ε.Π. (το 1/6 του οποίου δηλώνεται ως φορολογητέο εισόδημα) και απασχολεί ένα –γερασμένο, έως υπέργηρο και κατά προσέγγιση- 8% των εργαζομένων της χώρας. Ταυτόχρονα, το μεγαλύτερο ποσοστό των αγροτών, αντιμετωπίζει το ζήτημα της άμεσης οικονομικής επιβίωσής του. Αφού, παρά την εξακολουθούμενη -έστω και μειούμενη- οικονομική του ενίσχυση (κι ενώ δεν είναι σε θέση να μας παράσχει μια σχετική επισιτιστική «αυτοδυναμία», όχι αυτάρκεια, αλλά, έστω, το μη ελλειμματικό διατροφικό ισοζύγιο στη χώρα), καλείται τώρα να αναλάβει και το αυξημένο κόστος της ασαφούς παραγωγικής και ασφαλιστικής μεταρρύθμισής του, ενώ διατηρεί τις στρεβλώσεις και τις δυσκαμψίες που του επέβαλλαν -ιστορικά- οι μικροπολιτικές του «πελατειακού Κράτους» οι οποίες και το «έπνιξαν» διαχρονικά.
[Βασικός διαστρεβλωτικός παράγοντας, στο «νομικό καθεστώς» των αγροτών, ήταν και παραμένει, ο «εννοιολογικός» προσδιορισμός του «κατά κύριο επάγγελμα αγρότη». Όπου, την ιδιότητα του «αγρότη» (με το 25% ή και το 35% του εισοδήματός του, ανάλογα τις περιοχές με: κάτω ή πάνω από 100.000 κατοίκους) την δανείζονται και άλλες κατηγορίες επαγγελματιών, για να φοροδιαφεύγουν οι ίδιες και να απομειώνουν, ταυτόχρονα, τη διαθέσιμη, για τον αγρότη, ενίσχυση. Αφθονούν οι περιπτώσεις όπου, οι άλλοι επιτηδευματίες -για παράδειγμα, εστιάτορες ψαροταβέρνας, κρεοπώλες, ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί, λογιστές, ιδιοκτήτες τουριστικών καταλυμάτων κ.λπ.- εμφανίζοντας ζημιές ή περιορισμένα κέρδη από την άλλη δραστηριότητά τους, δανείζονται την ιδιότητα του αγρότη -με τα ποσοστά εισοδήματος που εμφανίζουν- και έτσι φοροδιαφεύγουν, εισφοροδιαφεύγουν και λαμβάνουν μέρος στις αγροτικές ενισχύσεις και στις σχετικές παροχές του].
Ταυτόχρονα, οι στρεβλώσεις και οι παθογένειες της συνολικής μας οικονομίας, υπονομεύουν και την αγροτική, σε όλες τις περιπτώσεις της συνύφανσής τους. Ας δούμε δυο παραδείγματα όπου ενώ διαθέτουμε ανυπέρβλητα συγκριτικά πλεονεκτήματα, ως χώρα, είμαστε παγιδευμένοι στην αναποτελεσματική και αντιοικονομική λειτουργία: α) Ο κλάδος π.χ., της Ιχθυοκαλλιέργειας, στον οποίο έχουμε -ως γνωστό- παγκόσμιο παραγωγικό πλεονέκτημα, εμφανίζει πολύ αρνητική σχέση: «ιδίων / προς ξένα κεφάλαια», ίση: με: 1 / 7. Υπό το καθεστώς αυτό, δεν επιδιώκεται παραγωγή, παραγωγικότητα, ανταγωνιστικές τιμές, ποιότητα προϊόντος, επενδύσεις παραγωγικού εκσυγχρονισμού, οικονομίες κλίμακος στην παραγωγή ιχθυαλεύρων και σχετικής επιχειρησιακής έρευνας, αλλά παρεμποδίζεται μόνο η είσοδος νέων παικτών και εκτυλίσσονται πολιτικές, εκβιασμού τραπεζών, κράτους και εργαζομένων, για απόσπαση νέων δανείων και διεκδίκηση διατήρησης των μεριδίων της αγοράς, μιας μειούμενης παραγωγικής διαδικασίας,  β) Ο κλάδος επίσης των αλλαντικών, εμφανίζει τη χειρότερη σχέση: «ιδίων / προς ξένα κεφάλαια», ίση: με: 1 / 9. Ενώ κι αυτός έχει μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα παραγωγικής επέκτασής του, λόγω της μεγάλης δυνατότητας υποκατάστασης των εισαγωγών αλλαντικών, τα οποία επικρατούν στην ελληνική αγορά. Εργάζονται δε αντιπαραγωγικά, αφού, «καταφέρνουν» να εμφανίζουν, ζημιές και ελλείμματα στην εγχώρια δραστηριότητά τους και υπερκέρδη στην «εκτός έδρας» όμοιά της (όταν -συνήθως- έχουν εξαγωγική δραστηριότητα, μέσω των ενδοομιλικών τους συναλλαγών).
Όσον αφορά την κατάσταση που επικρατεί στους Αγροτικούς Συνεταιρισμούς, οι οποίοι θα μπορούσαν να αποτελέσουν το «βαρύ πυροβολικό», στη «μάχη», για παραγωγική ανασυγκρότηση, εκσυγχρονισμό και οικονομική ανάταξη των χειμαζόμενων παραγωγών, αποτελεί πολύ χαρακτηριστικό το σχετικό ρεπορτάζ που προκύπτει, από τις συναφείς δηλώσεις -με αφορμή το νέο Ν/Σ για τους Αγροτικούς Συνεταιρισμούς- του αρμόδιου Υπουργού, κ. Β. Αποστόλου, ο οποίος δήλωνε -μόλις προ ολίγων ημερών- ότι: «η υπερχρέωσή τους είναι τόσο επιβαρυμένη ώστε, από τους 1.042 λειτουργούντες Αγροτικούς Συνεταιρισμούς, μόνο 15 με 20, εξ αυτών, είναι σε κάποια υγιή οικονομική βάση»…
Αλλά, για την ορθή προσέγγιση του αγροτικού ζητήματος, οφείλουμε να συμπεριλάβουμε στους υπολογισμούς μας και τα «θαλασσοδάνεια» της ΑΤΕ, προς τους «αγροτοπατέρες» των συνεταιριστικών αυτών οργανώσεων. Τα οποία, -παρά τις απανωτές «χαριστικές ρυθμίσεις» του παρελθόντος- παραμένουν ανεξόφλητες και εξαϋλωμένες -ήδη- ληξιπρόθεσμες γιγαντιαίες οφειλές, στην υγειά του Δημόσιου χρέους της χώρας, του αποκλεισμού της επικράτειας -σε πάμπολλα σημεία, με τη χρηματοδότηση των «Τρακτέρ», απ’ τα λεγόμενα «σχέδια βελτίωσης»- και των κορόιδων λοιπών πολιτών της. Αλλά υπέρ, της περιουσίας και της ευημερίας των απογόνων ή και κληρονόμων της ειδικής κατηγορίας των «αγροτοσυνεταιριστών», που καταλήστευσαν τους συνεταιρισμένους συναδέλφους τους και το ελληνικό δημόσιο, απειλώντας το, υβρίζοντάς το και εκβιάζοντάς το: «ζεσταίνοντας τις μηχανές των Τρακτέρ», πάντα κάθε χειμώνα, τα τελευταία -σχεδόν- 30 χρόνια. Κι εύλογα αναρωτιέται κανείς: εκτός από τη «Λίστα Λαγκάρντ», τους «Αγροτοπατέρες - Ληστές» ή και τους κληρονόμους, επικαρπωτές – κλεπταποδόχους των, θα τους αναζητήσει και θα τους ενοχλήσει κανείς? 
Αλλ’ όμως, ο αγροτικός μας τομέας, από μόνος του δεν φτάνει. Στην καλύτερη περίπτωση -ακόμα κι αν πετύχαινε την ευρεία αναδιάρθρωση καλλιεργειών- δεν θα ήταν σε θέσει να αναχαιτίσει την κολοσσιαία ανεργία της χώρας (του 26%), σε περισσότερο από το 1% έως 2%, του αργούντος εργατικού μας δυναμικού. Απεναντίας, ότι διεκδικείται σήμερα από τα «Αγροτικά Μπλόκα», είναι μόνο η διατήρηση και συντήρηση ενός πελατειακού κράτους, που καθιστά τον «πρωτογενή τομέα», «παρασιτικό αποκύημα» των άλλων τομέων παραγωγής, επί των οποίων, πάντα, θα «επιδιαιτητεύουν οι «πάτρωνες» και με τους οποίους -χωρίς σχέδιο και προοπτική- θα μπορέσουμε ποτέ να πορευτούμε σε έξοδο απ’ την αιμοβόρα αυτή κρίση.
Μόνο με την περιδιάβαση και επίλυση των σημείων & πληροφοριών του «Οδικού Χάρτη» και των στοιχείων προβληματισμού που προεκθέσαμε, έχει κάποιες ελπίδες ο διάλογος, μεταξύ Κυβέρνησης και Αγροτών, να αποβεί παραγωγικός & γόνιμος…
Όμως, οι παλιές αμαρτίες μας παγιδεύουν στον «Αταβισμό» της υπερχρέωσης που καθιστούν χίμαιρες κι αυταπάτες ότι κατατρώγει τις ελπίδες μας, για: την παραγωγική μας ανασυγκρότηση, για το χτύπημα στην αβυσσαλέα ανεργία, για τη συνακόλουθη διάσωση και διασφάλιση του κοινωνικοασφαλιστικού μας συστήματος και για το ξεπέρασμα της αιμοβόρας –έως και θανάσιμης- κρίσης, που τώρα απειλεί και τις επόμενες γενιές…
Γι’ αυτό, λοιπόν, σε όλες στις πλευρές που αντιπαλεύουν, στις εθνικές οδούς. Ας αλλάξουμε -με νου, γνώση και επίγνωση- τη «ρότα» των γεγονότων, τώρα!!! Όσο υπάρχει καιρός (Αν υπάρχει βέβαια ακόμα?)!!!