Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

ΟΛΑ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΣΑΤΑΝΗ - ΠΑΠΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ. Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΒΓΑΛΕΙ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ

    Μόνη επισήμανση: σε μία υπόθεση, που όπως φαίνεται βρίσκεται μόνον στην αρχή και στην οποία εμπλέκονται ως ερευνώμενοι ένας επιχειρηματίας (ο Ανδρέας Βγενόπουλος) και μία δικαστική λειτουργός (η Γεωργία Τσατάνη), που αφαίρεσε δικογραφία από άλλους εισαγγελείς (αρμόδιους ή αναρμόδιους, ας το κρίνει ο καθένας) για να προχωρήσει σε απαλλακτική διάταξη για τον επιχειρηματία, ενέργεια για την οποία ήδη διενεργείται προκαταρκτική εξέταση από την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου , η τυφλή  αντιπολίτευση  έσπευσε, γι' άλλη μία φορά, με λυσσώδη τρόπο, να επιτεθεί κατά της κυβέρνησης. 
 Ο κομματικός φανατισμός δεν τους επιτρέπει ούτε καν να προστατευτούν από το να δίνουν την εικόνα των ταυτισμένων με συμφέροντα , προς όφελος του ΣΥΡΙΖΑ και της Κυβέρνησης.
       
   Κατά τα λοιπά , όλα τα μέχρι τώρα , σχετικά με την υπόθεση , κείμενα, θα τα βρείτε παρακάτω.


        Η αναφορά Τσατάνη, όπως εκτίθεται στο ΒΗΜΑ
     Σύμφωνα με την αναφορά της αυτή , η κυρία Τσατάνη εξηγεί αρχικώς ότι η υπόθεση της ανατέθηκε από τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών στις 17 Δεκεμβρίου 2014 και παρότι κρίθηκε νόμιμη η διαδικασία αυτή και από τον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ν. Παντελή, ξεκίνησαν σε βάρος της πρωτοφανείς και διαρκείς συκοφαντικές επιθέσεις, οι οποίες μεταφέρθηκαν ως και στη Βουλή των Ελλήνων μέσω ερωτήσεων που κατέθεσαν βουλευτές.


Οταν η εισαγγελέας Εφετών πληροφορήθηκε δηλώσεις του αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης Δ. Παπαγγελόπουλου στις οποίες ανέφερε ότι «η κυβέρνηση δεν πρόκειται να ανεχθεί δικαστικά πραξικοπήματα», ζήτησε να τον συναντήσει.

«Περί τα μέσα Νοεμβρίου 2015, μετέβην στο γραφείο του κ. Δ. Παπαγγελόπουλου εις το υπουργείο Δικαιοσύνης κατόπιν τηλεφωνικής εκ μέρους μου πρωτοβουλίας, ώστε να μου εξηγήσει και να λυθούν οι τυχόν παρανοήσεις» αναφέρει η Γεωργία Τσατάνη στην αναφορά της προς την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.


«Τότε εκ του σύνεγγυς του εξέθεσα ότι κατά νόμο χειριζόμουν την υπόθεση. Ομως πιεστικά μου εζήτησε να επιστρέψω τη δικογραφία εις την εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, από την οποία, όπως μου εδήλωσε, παρανόμως ενεργώντας την αφήρεσα, για να ευνοήσω εμπλεκόμενα φυσικά πρόσωπα.Μάλιστα επί λέξει μου εδήλωσε ότι η εισαγγελέας Διαφθοράς που χειριζόταν σχετική δικογραφία, η οποία μου είχε υποβληθεί κατόπιν αιτήματός μου προς συσχέτιση με συναφή την οποία και χειριζόμουν, ευρίσκεται δικονομικά εις στάδιο περαίωσης και η εν λόγω εισαγγελέας προτίθεται να ασκήσει ποινική δίωξη εις βάρος των υπόπτων, τους οποίους με την ενέργειά μου σκόπευα να ευνοήσω, κατά την άποψή του.


Τότε εξέφρασα την απορία μου για το γεγονός γνώσεως υπ' αυτού της εκ των προτέρων δικανικής κρίσεως της εισαγγελέως Διαφθοράς. Και επίσης απήντησα ότι η προκαταρκτική εξέταση είναι εκ του νόμου μυστική και ότι λυπάμαι για το γεγονός της εκ μέρους του απόπειρας παραβίασης του απορρήτου. Καθ' όσον αφορούσε στη διενέργεια από εμένα της εν λόγω προκαταρκτικής εξέτασης, επιφυλάχθηκα δε για τα περαιτέρω μετά το πέρας αυτής, δι' ο και υποβάλλω στο παρόν χρονικό σημείο την παρούσα».


Οπως καταγγέλλει η κυρία Τσατάνη, από το σημείο αυτό και μετά οι πιέσεις του κ. Παπαγελλόπουλου άρχισαν να γίνονται ακόμη περισσότερο πιεστικές και να συνοδεύονται από πρωτοφανείς, για τα δικαστικά χρονικά, απειλές. Στην αναφορά της υπογραμμίζει:


«Περαιτέρω, την 22/11/2015 ημέρα Κυριακή και περί ώραν 11.30 πρωινήν, καθ' ο χρόνο εκινούμην με το υπηρεσιακό όχημα μετά το γραφείο, εδέχθην εις το κινητό μου τηλέφωνο δύο τηλεφωνικές κλήσεις από το κινητό τηλέφωνο του αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης κ. Δ. Παπαγγελόπουλου, κατά τη διάρκεια των οποίων είπε ότι ήθελε να μου μιλήσει. Η απάντησή μου ήτο ότι ευρισκόμουν καθ' οδόν προς την οικία μου και ότι εντός ολίγων λεπτών θα ευρισκόμουν εκεί, από όπου και θα του τηλεφωνούσα η ίδια, όπως και έγινε. Κατά τη διάρκεια της τηλεφωνικής επικοινωνίας, σε συμβουλευτικό δήθεν ύφος, μου συνέστησε εκ νέου να επιστρέψω τη δικογραφία που "χειρίζομαι παράνομα" στην εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς και άμεσα, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα ξεσπάσει σε βάρος μου άγριος πόλεμος.


Χαρακτηριστικά δε, τόνισε ότι έχω στα χέρια μου... ένα απόστημα που θα σκάσει σε βάρος μου... και για να κάνω Χριστούγεννα με την οικογένειά μου.


Κατόπιν των ανωτέρω και με την απαιτούμενη ψυχραιμία, του ανέφερα ότι είμαι αφοσιωμένη στο έργο μου».
«Εξετέλεσα το καθήκον μου»


Και η κυρία Τσατάνη στην αναφορά της καταλήγει: «Εις το σημείο τούτο σας αναφέρω ότι διά τις προαναφερθείσες επικοινωνίες του κ. αναπληρωτή υπουργού υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία. Σκοπός της εν λόγω αναφοράς μου είναι να σας καταστήσω κοινωνό και να σας γνωστοποιήσω και επισήμως τα εις βάρος μου λαβόντα χώρα ως άνω γεγονότα. Δεν προέβην δε εις άμεση υποβολή της παρούσης, προκειμένου να μη θεωρηθεί ότι εξ αιτίας των προαναφερθέντων ζητούσα να απεκδυθώ της ευθύνης χειρισμού της άνω υπόθεσης και προσέτι προκειμένου να τηρήσω με την απαιτούμενη ευλάβεια την εκ του νόμου υποχρεωτική μυστικότητα της διενεργούσης και σε εξέλιξη τότε προκαταρκτικής εξέτασης. Ευελπιστώ ότι εξετέλεσα το καθήκον μου και εις τη συγκεκριμένη υπόθεση, ακολουθώντας την αδήριτη και ανεξάρτητη από υποδείξεις, επιβουλές και διαβολές φωνή της συνειδήσεώς μου, όπως και πράττω από την ημέρα της ορκίσεώς μου».
ΠΗΓΗ ΕΔΩ

Διαβάστε ολόκληρη την επιστολή Παπαγγελόπουλου προς τον Πρόεδρο της Βουλής:

«Προς
Τον κ. Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων Αθήνα. 02/03/2016
Κύριε Πρόεδρε,
Θα ήθελα να σας ενημερώσω προκειμένου στη συνέχεια να ενημερωθούν και οι κ.κ. βουλευτές της Βουλής των Ελλήνων για τα ακόλουθα:
Η Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών κα Γεωργία Τσατάνη υπέβαλε στην κα Εισαγγελέα του Α.Π. τη με αριθμό πρωτ. ΕΠ 43/22-2-2016 αναφορά της στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει, ότι με δική της πρωτοβουλία με επισκέφθηκε στο γραφείο μου στα μέσα Νοεμβρίου, για να μου εξηγήσει και να λυθούν οι τυχόν παρανοήσεις μετά τις διαρκείς δημοσιογραφικές επιθέσεις εις βάρος της. Οι επιθέσεις αυτές είχαν κατά την αναφορά της κας Τσατάνη μεταφερθεί στη Βουλή με ερώτηση βουλευτών και με τις δηλώσεις μου ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να ανεχθεί δικαστικά πραξικοπήματα. Στη συνέχεια η Εισαγγελέας Εφετών αναφέρει, ότι πιεστικά της ζήτησα να επιστρέφει τη δικογραφία κατά του Ανδρέα Βγενόπουλου που αφαίρεσε από την Εισαγγελέα κατά της Διαφθοράς για να τη συσχετίσει με άλλη δικογραφία που χειριζόταν η ίδια Επίσης αναφέρει, ότι την 22-11-2015 περίπου μία εβδομάδα μετά τη συνάντησή μας, τής τηλεφώνησα και «σε συμβουλευτικό, δήθεν, ύφος» της συνέστησα να επιστρέψει την ανωτέρω δικογραφία που χειρίζεται στην Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα ξεσπάσει άγριος πόλεμος κ.λ.π. Τέλος η Εισαγγελέας Εφετών ισχυρίζεται ότι «δεν προέβη εις άμεση υποβολή» της αναφοράς της προκειμένου να μη θεωρηθεί ότι ζητούσε να απεκδυθεί την ευθύνη χειρισμού της υπόθεσης, αλλά την υπέβαλε μόλις αρχειοθέτησε την υπόθεση, χωρίς να ενδώσει σε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση απειλή.
Στα όσα αναφέρει η Εισαγγελέας Εφετών θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Η κα Γεωργία Τσατάνη. πράγματι μου τηλεφώνησε και ζήτησε να συναντηθούμε και μάλιστα μου πρότεινε να την επισκεφθώ στο γραφείο της, απογευματινές ή βραδινές ώρες, ή να συναντηθούμε κάπου αλλού και να μην έρθει αυτή στο γραφείο μου γιατί δεν ήθελε να γίνει γνωστή η συνάντησή μας. Ευγενικά της απάντησα ότι οι όποιες συναντήσεις μου με δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, ως εκ της θέσεώς μου, αρμοδίως και θεσμικά λαμβάνουν χώρα στο γραφείο μου. Παρ’ ότι επέμεινε στην αρχική πρότασή της τελικά με επισκέφθηκε στο γραφείο μου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.
Στην αρχή της συνομιλίας μας μού ανέφερε ότι δεν γνωριζόμαστε, αλλά οι εισαγγελείς που με γνώριζαν την είχαν διαβεβαιώσει για την καλοσύνη μου και τη συναδελφική αλληλεγγύη που είχα επιδείξει στους συναδέλφους Εισαγγελείς πριν συνταξιοδοτηθώ. Γι’ αυτό πήρε την πρωτοβουλία να με συναντήσει γιατί ήθελε τη βοήθειά μου και τις συμβουλές μου. Μου είπε επίσης ότι με βλέπει ως παλιό συνάδελφο και όχι ως Υπουργό και μου ζήτησε να την αντιμετωπίσω και εγώ το ίδιο. Την ευχαρίστησα για τα καλά της λόγια, τη διαβεβαίωσα ότι και εγώ τη θεωρώ συνάδελφο και συμφωνήσαμε μάλιστα να ξεχάσουμε την υπουργική μου ιδιότητα και να μιλάμε στον ενικό. Στη συνέχεια σχεδόν κλαίγοντας ζήτησε τη βοήθειά μου γιατί μερίδα του Τύπου της καταλόγιζε, ότι αφαίρεσε παράτυπα δικογραφία κατά του Ανδρέα Βγενόπουλου από την Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς λίγο πριν ασκηθεί ποινική δίωξη, δήθεν για να τη συσχετίσει με άλλη δικογραφία, με πραγματικό σκοπό να αποτρέψει την άσκηση ποινικής δίωξης.
Επίσης δημοσιεύματα στον Τύπο της απέδιδαν, ότι χειρίσθηκε δικογραφίες που αφορούσαν στελέχη της Νέας Δημοκρατίας και μολονότι, ο σύζυγος και η κόρη της ήταν υποψήφιοι βουλευτές της Ν.Δ. δεν δήλωσε αποχή όπως ορίζεται στα σχετικά άρθρα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Μου ζήτησε να λυπηθώ την κόρη της που αναφερόταν στα δημοσιεύματα του Τύπου και είχε στοχοποιηθεί, επικαλέσθηκε την αγάπη που και εγώ έχω στα παιδιά μου και μάλιστα μου έδειξε φωτογραφία της κόρης της σε δίπτυχη κάρτα που μάλιστα την άφησε και παραμένει στο γραφείο μου. Επιπλέον μου ανέφερε ότι φοβάται μήπως της ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, διότι αυτό θα εμπόδιζε την προαγωγή της, την οποία ανέμενε σε λίγους μήνες.
Της απάντησα ότι αντιλαμβάνομαι τη δύσκολη θέση της. ότι θα τη βοηθήσω όσο μπορώ, πρόθεση που επανειλημμένως έχω εκφράσει δημοσίως για όλους τους εισαγγελικούς και δικαστικούς λειτουργούς και ότι δεν επιθυμώ η θητεία μου, ως υπουργού, να συνδεθεί με πειθαρχική δίωξη εναντίον πρώην συναδέλφου μου. Της συνέστησα όμως να είναι προσεκτική στο μέλλον, διότι η νομική μου άποψη ήταν. ότι και την δικογραφία δεν έπρεπε να ζητήσει από την Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς και έπρεπε να έχει κάνει δηλώσεις αποχής για υποθέσεις που είχαν σχέση με στελέχη της Νέας Δημοκρατίας.
Πράγματι δε, της επεσήμανα ότι η νομική μου άποψη ήταν να επιστρέψει τη δικογραφία στην Εισαγγελέα κατά της Διαφθοράς ως μόνη αρμόδια σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν. 4022/2011 και 4139/2013 και τη σχετική εγκύκλιο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Συνεπώς η εκφορά της νομικής μου άποψης απευθυνόμενος στην κα Τσατάνη, κατά την επιδιωχθείσα από την ίδια συνάντησή μας, για την αποκλειστική αρμοδιότητα για την έρευνα της υπόθεσης από την Εισαγγελέα κατά της Διαφθοράς και συνεπώς την αναγκαιότητα, συμφωνά με το νόμο, της επιστροφής της δικογραφίας στην αρμόδια Εισαγγελέα, δεν υποκρύπτει την παραμικρή υπόνοια παρέμβασής μου ή επηρεασμού της δικανικής της άποψης. Επισημαίνω δε ότι απέφυγα οποιαδήποτε συζήτηση για την ουσία της υπόθεσης και δεν διατύπωσα άποψη για την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης ή αρχειοθέτηση της δικογραφίας.
Συζήτηση έγινε και για τις δηλώσεις αποχής, που επίσης κατά τη νομική μου άποψη, έπρεπε να είχε υποβάλει, αλλά επειδή πρόκειται για ιδιωτική συνομιλία και μάλιστα μετά από παράκληση της συνομιλήτριάς μου να τη βοηθήσω, οι αρχές μου και ο χαρακτήρας μου δεν μου επιτρέπουν να αποκαλύψω το πλήρες περιεχόμενό της προς το παρόν και θα αναφερθώ στο μέλλον αν απαιτηθεί. Στο τέλος η κα Τσατάνη μού είπε ότι θα σκεφθεί όσα συζητήσαμε και ζήτησε να ξαναμιλήσουμε και τώρα που γνωρισθήκαμε να κρατήσουμε επαφή.
Πράγματι μετά από λίγες ημέρες της τηλεφώνησα και εκείνη επικαλούμενη ότι ήταν καθ’ οδόν προς την οικία της, όπως αναφέρει και στην αναφορά της, μού τηλεφώνησε η ίδια σε λίγα λεπτά, οπότε και της επανέλαβα τα ίδια που της είχα πει στο γραφείο μου και εκείνη μου είπε και πάλι ότι θα σκεφθεί τι θα πράξει. Πρέπει να επισημανθεί ότι η κα Τσατάνη ισχυρίζεται στην αναφορά της ότι έχει αποδεικτικά στοιχεία για τις τηλεφωνικές επικοινωνίες μας. Δεν διευκρινίζει όμως εάν έχει κρατήσει τις εκατέρωθεν κλήσεις ή έχει μαγνητοφωνήσει την ιδιωτική μας συνομιλία κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 370Α Π.Κ. Πάντως η αναγραφή δήθεν φράσεών μου στο κείμενο της αναφοράς της εντός εισαγωγικών και με χρήση αποσιωπητικών, υπό μορφή απομαγνητοφωνημένου κειμένου, και μάλιστα 3 μήνες μετά τη συνομιλία μας. οδηγεί ευθέως στο συμπέρασμα ότι η Εισαγγελίας Εφετών διαθέτει πολύ δυνατή μνήμη.
Στο σημείο αυτό θέλω να διευκρινίσω ότι με μεγάλη λύπη αναφέρομαι σε όσα συζητήσαμε ιδιωτικά με την κα Τσατάνη και εξ αυτού του λόγου περιορίζομαι να απαντήσω αποκλειστικά και μόνο σε όσα αποκάλυψε η ίδια. Επίσης πρέπει να ληφθεί  υπόψη ότι ουδέποτε αναφέρθηκα στο πρόσωπο της κας Τσατάνη δημοσίως ή ιδιωτικώς, ουδέποτε δήλωσα ή υπονόησα ότι συμμετέχει σε δικαστικά πραξικοπήματα και αγνοώ για ποιο λόγο θεώρησε ότι τα δικαστικά πραξικοπήματα την αφορούν προσωπικά.
Είναι κατ’ αρχάς γνωστό ότι εγώ για πρώτη φορά αναφέρθηκα σε επαπειλούμενα δικαστικά πραξικοπήματα την 27-11-2015, σε ομιλία μου στη Βουλή των Ελλήνων. Είναι επομένως εντελώς ανυπόστατος ο ισχυρισμός της Εισαγγελέως ότι στα μέσα Νοεμβρίου ζήτησε να συναντηθούμε για να της εξηγήσω και να λυθούν οι τυχόν παρεξηγήσεις για δηλώσεις που δεν είχα ακόμη κάνει και όταν τις έκανα, όπως προαναφέρω, δεν αφορούσαν την κα Τσατάνη.
Μετά τη συνάντησή μου με την Εισαγγελέα Εφετών μεσολάβησε η αρχειοθέτηση της υπόθεσης Βγενόπουλου και η συνέντευξή του, όπου εκφράσθηκε με επαινετικούς χαρακτηρισμούς για την κα Τσατάνη. Είναι σαφές ότι η Εισαγγελέας Εφετών παραδέχεται μεν ότι η ίδια αιτήθηκε τη συνάντησή μας, αλλά αισθάνεται αμήχανα ως προς τα προφανή κίνητρά της, δηλαδή, μεταξύ άλλων, την αποφυγή πειθαρχικού ελέγχου για τις υπηρεσιακές της ενέργειες. Η αμηχανία αυτή την αναγκάζει να επινοεί αιτιολόγηση της πρωτοβουλίας της για τη συνάντησή μας που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και καταρρίπτεται από την κοινή λογική. Δεν θέλω να πιστέψω ότι υπάρχουν άλλα κίνητρα.
Επιπλέον πρέπει να σημειωθεί ότι για την αφαίρεση της δικογραφίας από την Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς λίγο πριν την άσκηση της δίωξης είχαν υπάρξει δημοσιεύματα, προγενέστερα της συνάντησής μας, και επομένως δεν είχα ενημερωθεί από την κα Ράικου, όπως υπονοεί η κα Τσατάνη, ούτε είχε παραβιασθεί το απόρρητο και η μυστικότητα της προκαταρκτικής εξέτασης. Η Εισαγγελέας Εφετών ουδέποτε με κατηγόρησε για «απόπειρα παραβίασης του απορρήτου» κατά τη συνάντησή μας, ενόσω δηλαδή καταπτοημένη και μεταξύ συναισθηματικών εξάρσεων ζητούσε τη βοήθειά μου. η δε σχετική περικοπή της αναφοράς της δεν είναι αληθής.
Αποδεικνύει δε πλήρως την έλλειψη ενδιαφέροντος από την πλευρά μου και την μη περαιτέρω ενασχόλησή μου με την υπόθεση το γεγονός ότι η ίδια αιτήθηκε τη συνάντησή μας, η ίδια αναφέρθηκε στην υπόθεση και μου ζήτησε τις συμβουλές μου, ενώ εγώ κατά τα λεγόμενα της ίδιας της κας Τσατάνη δεν ζήτησα καμιά πληροφορία για την ουσία της υπόθεσης και δεν υπέδειξα την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι δεν κινήθηκε εις βάρος της κας Τσατάνη καμιά πειθαρχική διαδικασία παρά εκφρασμένους από την ίδια κατά τη συνάντησή μας φόβους και δεν επεδίωξα μέχρι σήμερα καμιά περαιτέρω επικοινωνία μαζί της. Αξιοσημείωτο επίσης είναι, ότι η κα Τσατάνη στην αναφορά της ισχυρίζεται, ότι καθυστέρησε την υποβολή της για να μη θεωρηθεί, ότι ζητούσε να απεκδυθεί την ευθύνη χειρισμού της δικογραφίας. Είναι επομένως προφανής τόσο η επιμέλεια όσο και το ενδιαφέρον της να ολοκληρώσει η ίδια την προκαταρκτική έρευνα.
Είμαι βαθύτατα απογοητευμένος από τη συμπεριφορά της κας Τσατάνη και λυπάμαι ειλικρινά γιατί με ανάγκασε κατά παράβαση των αρχών μου να αποκαλύψω λίγες πτυχές από την ιδιωτική συζήτηση που είχα μαζί της, μετά από δικό της αίτημα, προκειμένου να τη βοηθήσω και να τη συμβουλεύσω. Εύχομαι ολόψυχα να μην αναγκασθώ να αποκαλύψω όλη τη συζήτησή μας.
Τέλος πρέπει να επισημάνω και ορισμένες αξιοπερίεργες συμπτώσεις στην υπόθεση αυτή. Συγκεκριμένα στην από 24-2-2016 επιστολή του προς εμένα ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας μεταξύ άλλων αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Σύμφωνα με την προαναφερθείσα χθεσινή ανακοίνωση του κ. Βγενόπουλου, την Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016, η κα Τσατάνη περάτωσε την Προκαταρκτική Εξέταση, την οποία διεξήγαγε και με σχετική Διάταξη της υπό στοιχεία 1/22-2-2016, αποφάνθηκε ότι δεν προέκυψαν οποιεσδήποτε ενδείξεις περί διάπραξης αδικημάτων και ότι η όλη υπόθεση τέθηκε στο αρχείο. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι «εκ συμπτώσεως», κατά την ίδια ημερομηνία ο κ. Βγενόπουλος, ως είχε προκαθοριστεί, εμφανίστηκε ενώπιον της 10ης Ανακριτρίας κας Μ. Ευαγγέλου για ανάκριση, αρνούμενος και πάλι να ανακριθεί. Επικαλέστηκε δε, όπως πληροφορούμαι από τις Κυπριακές ανακριτικές Αρχές, τη Διάταξη της κας Τσατάνη, η οποία φαίνεται να μην είχε μέχρι εκείνη την ώρα εκδοθεί.
Απ’ ό,τι πληροφορούμαι επιστολή με το ίδιο περιεχόμενο έχει σταλεί από το Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας στην κα Πρόεδρο του Αρείου Πάγου.
Την ημέρα που έδωσε συνέντευξη ο Ανδρέας Βγενόπουλος εξυμνώντας την κα Τσατάνη και κατηγορώντας εμένα με ανακριβή στοιχεία και αβάσιμους συνειρμούς και εικασίες, διαβιβάσθηκε συμπτωματικά στον Υπουργό Δικαιοσύνης η αναφορά της κας Τσατάνη από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου.
Με την παρούσα επιστολή μου αναφέρομαι μόνο στα πραγματικά γεγονότα και δεν ασχολούμαι καθόλου με το νομικό μέρος της αναφοράς σε βάρος μου. Οσο είναι ηθικά ανεπίτρεπτη η αποκάλυψη και η προσπάθεια ποινικοποίησης μιας ιδιωτικής συνομιλίας που έγινε με πρωτοβουλία της κας Τσατάνη, προκειμένου να ζητήσει βοήθεια και συμβουλές, άλλο τόσο είναι και νομικά αβάσιμη, εφ’ όσον δεν προκύπτει η ελαχίστη αναφορά για δήθεν παρέμβασή μου ως προς την ουσία της υπόθεσης και την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης ή την αρχειοθέτηση της δικογραφίας. Δυστυχώς η πείρα μου και οι νομικές μου γνώσεις μού επιτρέπουν να έχω σχηματίσει ασφαλή εκτίμηση και κρίση για τα κίνητρα και τους σκοπούς της κας Τσατάνη.
Είμαι βέβαιος ότι κάθε νοήμων άνθρωπος μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του.
Με τιμή,
Δημήτρης Παπαγγελόπουλος
Αναπληρωτής Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων».
Διαβάστε ολόκληρη την απάντηση Παπαγγελόπουλου  στο δημοσίευμα του «Βήματος της Κυριακής», το οποίο τον κατηγορεί για πιέσεις στη Δικαιοσύνη:
«Η διαπλοκή ψυχορραγεί και παραληρεί. Λίγο πριν το τέλος του παιχνιδιού για αυτήν παίζει τα ρέστα της.
Η κα Τσατάνη παραδέχεται στην ανακοίνωσή της ότι με επισκέφθηκε στο γραφείο μου, με δική της πρωτοβουλία. Εντυπωσιακά αστείο είναι ότι σαν αιτία επικαλείται της επίσκεψης της δηλώσεις που δεν είχα κάνει ακόμα, αλλά έκανα 15 μέρες μετά τη συνάντηση μας. Η αλήθεια είναι ότι με επισκέφθηκε για την συμβουλεύσω και να τη βοηθήσω.
Ενεργώντας πάντα θεσμικά έχω στείλει επιστολή στον Πρόεδρο της Βουλής κ. Νικόλαο Βούτση για να τον ενημερώσω και να ενημερωθούν στη συνέχεια και οι βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου. Με την επιστολή αυτή απαντάω σε όσα ισχυρίζεται η κα Τσατάνη.
Την Δευτέρα, που θα δημοσιοποιηθεί η επιστολή, θα βγάλει ο καθένας τα συμπεράσματα του».
ΟΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ , ΤΟΥ ΛΕΑΝΔΡΟΥ ΡΑΚΙΝΤΖΗ ! ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ...ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΥ
Την έντονη αντίδραση της ΝΔ και των υπόλοιπων κομμάτων της Αντιπολίτευσης προκάλεσε το δημοσίευμα περί παρέμβασης του αναπληρωτή υπουργού Δημήτρη Παπαγγελόπουλου στο έργο της Δικαιοσύνης.

Ο εκπρόσωπος Τύπου της ΝΔ Γιώργος Κουμουτσάκος ζήτησε την άμεση διαβίβαση στη Βουλή της υπόθεσης των παρεμβάσεων στη Δικαιοσύνη, αλλά και τη σύγκληση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας για να απαντήσει η κυβέρνηση στα ερωτήματα που έχουν προκύψει.

Το Ποτάμι σε ανακοινωσή του αναφέρει, μεταξύ άλλων: «Τα όσα συμβαίνουν στον χώρο της δικαιοσύνης και οι απροκάλυπτες κυβερνητικές παρεμβάσεις, που παραβιάζουν το σύνταγμα, τη διάκριση των εξουσιών και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, παραπέμπουν σε ολοκληρωτικό καθεστώς και όχι σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος δικαίου. Το Ποτάμι θα σταθεί απέναντι στα κυβερνητικά σχέδια και καλεί όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις να κάνουν το ίδιο.»

Στο θέμα αναφέρθηκε και ο τέως επιθεωρήτης Δημόσιας Διοίκησης, Λέανδρος Ρακιντζής, σε παρέμβασή του στο Mega:

«Παρακολουθώ το δημόσιο βίο περίπου 60 χρόνια. Πρώτη φορά γίνεται καταγγελία εκ μέρους δικαστού για ανάμειξη υπουργού. Καταγγελία δεν έχει γίνει ποτέ.»

Ανακοίνωση εξέδωσε και ο Ανδρέας Βγενόπουλος, εκφράζοντας θλίψη «για τις απροκάλυπτες επεμβάσεις στην Δικαιοσύνη εις βάρος μου σε μία περίοδο μάλιστα όπου η MIG, από την οποία ζουν αμέσως ή εμμέσως 30.000 οικογένειες, διεκδικεί νομίμως από την Κυπριακή Δημοκρατία ποσόν άνω του 1 δισ. ευρώ, ενώ η Λαϊκή Τράπεζα με την έγκριση της 'φίλης' κυπριακής κυβέρνησης διεκδικεί από την Ελληνική Δημοκρατία περίπου 4 δισ. ευρώ.»


Ευ.Βενιζέλος: Μείζον ζήτημα δημοκρατίας

Στο ίδιο θέμα αναφέρθηκε και ο τέως πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος πριν από λίγες μέρες είχε ζητήσει να συζητηθεί το ζήτημα της εσωτερικής και εξωτερικής ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής.

«Πέρα όμως από την ανάγκη της άμεσης και εις βάθος διερεύνησης της υπόθεσης, προκύπτουν μεγάλα θεσμικά ζητήματα από τις παραδοχές που έχει ήδη κάνει ο κ. αναπληρωτής Υπουργός Δικαιοσύνης με κοινοβουλευτικές και άλλες δημόσιες τοποθετήσεις του και με τα όσα ο ίδιος δήλωσε αντικρούοντας την αναφορά της εισαγγελέως εφετών Αθηνών της οποίας προφανώς έλαβε γνώση πριν διαβιβαστεί στη Βουλή:


  • Συνομολογεί ότι παρακολουθεί ποινικές προδικασίες που είναι κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας μυστικές και την πορεία δικογραφιών που εκκρεμούν στη εισαγγελία όχι για λόγους διοίκησης της δικαιοσύνης αλλά επί της ουσίας.»