Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΔΣΑ ΣΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ 30.3.2016

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Όπως όλοι γνωρίζετε, τον Ιανουάριο του 2016 η κυβέρνηση έδωσε στη δημοσιότητα το αποκαλούμενο «προσχέδιο μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος».
Το προσχέδιο αυτό προκάλεσε άμεσα την ομόθυμη αντίδραση του συνόλου των επαγγελματικών κλάδων. Στην πρώτη γραμμή ήταν και είναι το δικηγορικό σώμα.

Θα ήθελα –κατ’ αρχάς- να υπενθυμίσω το γιατί:
Αναμφίβολα, η επίμαχη πρόταση για το ασφαλιστικό είναι καταστροφική.
Οι αριθμοί είναι εύγλωττοι. Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του προσχεδίου οι δικηγόροι καλούνται να καταβάλουν:
·       Εισφορά κύριας σύνταξης: 20% επί του (καθαρού φορολογητέου) εισοδήματος.
·       Εισφορά επικουρικής ασφάλισης: 7,5% επί του εισοδήματος.
·       Εισφορά υγειονομικής περίθαλψης: 6,95% επί του εισοδήματος.
·       Εισφορά για εφάπαξ παροχή : 4% επί του εισοδήματος.
Συνολικά, λοιπόν, επιβάλλεται επιβάρυνση 38,45% στο φορολογητέο εισόδημα για εισφορές κοινωνικής ασφάλισης.

Δημόσια λοιπόν διατυπώσαμε τη θέση ότι το προσχέδιο αυτό δεν συνιστά μια πραγματική και αξιόπιστη πρόταση μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος. Με επιχειρήματα και αριθμούς καταδείξαμε ότι το προτεινόμενο σύστημα είναι ατελές, ανορθολογικό και μη βιώσιμο.

Ειδικότερα, προβάλαμε με κάθε δυνατό τρόπο τους λόγους, για τους οποίους στερείται βασικών προϋποθέσεων μιας σοβαρής πρότασης. Υποστηρίξαμε ότι το επίμαχο προσχέδιο:
-Δεν σέβεται θεμελιώδεις αρχές και θεσμούς της κοινωνικής ασφάλισης. Η ανταποδοτικότητα είναι ένας άγνωστος στόχος των προτεινόμενων ρυθμίσεων.
-Δεν θεμελιώνεται σε αναλογιστική μελέτη, τεκμηριωμένες ποσοτικοποιήσεις και εμπεριστατωμένα στοιχεία.
-Δεν περιέχει πρόβλεψη επιπτώσεων.
-Διακατέχεται από πρόδηλη σύγχυση ασφαλιστικών ρυθμίσεων και φορολογικών επιδιώξεων....

-Εμφορείται από σκοπούς και λογικές, που δεν συνάδουν με την κοινωνική ασφάλιση. Είναι αυτονόητο ότι το ασφαλιστικό σύστημα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εργαλείο ανάκτησης δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Ούτε μπορεί να θεμελιώνεται σε αόριστες  τοξικές  "ταξικές" διαφορές και άστοχες διακρίσεις μεταξύ "αδύναμων" και "φοροφυγάδων".
-Δεν αντιλαμβάνεται ή δεν θέλει να αντιληφθεί τη δεινή κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα και τους αριθμούς. Ή ακόμη μια απλή αριθμητική πράξη: την πρόσθεση των ήδη ισχυουσών φορολογικών επιβαρύνσεων και των προτεινόμενων υπέρμετρων ασφαλιστικών επιβαρύνσεων. Είναι σαφές ότι το άθροισμα βρίσκεται πέραν της δυνατότητας επιβίωσής μας.
-Δεν λαμβάνει υπόψη την εισφοροδοτική ικανότητα.
-Δεν συνεκτιμά την απασχόληση και την ανάπτυξη.

Κατόπιν αυτών, κοινή μας διαπίστωση και θέση είναι ότι η τυχόν εφαρμογή των προτεινόμενων ρυθμίσεων:
α) Θα  εξωθήσει σε πρόωρη συνταξιοδότηση ενεργούς ελεύθερους επαγγελματίες, με αποτέλεσμα την μείωση των εισροών και την αύξηση των δαπανών.
β) Θα προκαλέσει δραστική αύξηση των ανείσπρακτων οφειλών.
γ) Θα οδηγήσει σε επαγγελματικό αδιέξοδο ανθρώπους, που ιδίως την τελευταία πενταετία, αγωνίζονται να σταθούν όρθιοι και να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους.

Δεν είναι λοιπόν ούτε δίκαιο ούτε βιώσιμο ένα σύστημα:
-Όταν οδηγεί σε οικονομική και επαγγελματική εξόντωση την πλειονότητα όλων των επιστημονικών-επαγγελματικών κλάδων.
-Όταν συνεπάγεται την έξοδο από το επάγγελμα και τη ραγδαία κάθοδο στη φτωχοποίηση.
-Όταν εσφαλμένα θεωρούν οι εμπνευστές του ότι έτσι θα αντληθούν πρόσκαιρες πηγές για την κάλυψη άλλων αναγκών.

Οι θέσεις μας αυτές έχουν έρεισμα το ίδιο το Σύνταγμα. Ως νομικοί είχαμε και έχουμε την υποχρέωση να υπογραμμίσουμε τον αντισυνταγματικό χαρακτήρα των επίμαχων ρυθμίσεων.
Διευκρινίζω:

Αντισυνταγματικότητα του προσχεδίου

1. Υφίσταται συνταγματική υποχρέωση εκπόνησης ειδικής, εμπεριστατωμένης και επιστημονικά τεκμηριωμένης αναλογιστικής μελέτης (άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, άρθρο 70 παρ. 3 Ευρωπαϊκού Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλειας). Ουδέποτε καταρτίστηκε η απαιτούμενη αναλογιστική μελέτη.
2. Υφίστανται συνταγματικά όρια στην εισφοροδοτική επιβάρυνση και τη σύνδεση των ασφαλιστικών εισφορών με το εισόδημα.(Συντ. 2 παρ. 1, 4 παρ. 5, 5 παρ. 1, 17, 22 παρ. 1, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1, 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο στην ΕΣΔΑ)Το κυβερνητικό προσχέδιο, που ορίζει το συνολικό ύψος των εισφορών σε 38,45%, υπερβαίνει προδήλως τα ακραία συνταγματικά όρια εισφοροδοτικής επιβάρυνσης.
3.  Εγείρεται ζήτημα δυσανάλογου περιορισμού του δικαιώματος δικαστικής προστασίας (Συντ. 20), λόγω της υπέρμετρης αύξησης του κόστους πρόσβασης στην δικαιοσύνη από την επιβάρυνση των γραμματίων προείσπραξης με τις ασφαλιστικές εισφορές κύριας σύνταξης (20%).
4. Υφίσταται υποχρέωση σύνδεσης της εισφοροδοτικής υποχρέωσης με την εισφοροδοτική ικανότητα(Συντ. 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 25)Η απόλυτη προστασία της ανθρώπινης αξίας, σε συνδυασμό με την αρχή του κοινωνικού κράτους κατοχυρώνει ένα ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης για όλους. Το ελάχιστο προστατευόμενο εισόδημα πρέπει να διαφυλάσσεται απολύτως έναντι του κράτους και να αποτελεί εξίσου αφορολόγητο και ανεισφορολόγητο  εισόδημα.

Η αντίδραση του δικηγορικού σώματος

Ενόψει των παραπάνω, σε επίπεδο όχι μόνον των επιμέρους Δικηγορικών Συλλόγων, αλλά της Ολομέλειας αυτών, λάβαμε, με ομοψυχία, τις ακόλουθες αποφάσεις για τις μορφές κινητοποίησης κατά του ασφαλιστικού προσχεδίου:
·       Μετά την πρώτη άκαρπη συνάντηση με τον Υπουργό Εργασίας (στις 7 Ιανουαρίου) αποφασίσαμε την 12.1.2016 αποχή με αυστηρό πλαίσιο, που τηρείται μέχρι σήμερα. Προκρίναμε τη δυναμική αυτή αντίδραση, διεκδικώντας το δικαίωμα επιβίωσής μας.
·       Άμεσα, στις 14 Ιανουαρίου, διοργανώθηκε πανδικηγορικό συλλαλητήριο με πρωτοφανή συμμετοχή.
·       Πανδικηγορική κινητοποίηση επαναλήφθηκε, με την ίδια μαζικότητα, στις 21 Ιανουαρίου.
·       Για πρώτη φορά συγκροτήθηκε μέτωπο 26 επιστημονικών φορέων.
·       Για πρώτη φορά υπήρξε διαφημιστικό σπότ για τις θέσεις μας, που για ένα μήνα μεταδιδόταν τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά.
·       Στις 4 Φεβρουαρίου οι Δικηγόροι έδωσαν δυναμικό «παρών» στην μεγάλη κινητοποίηση, συγκέντρωση και πορεία εργαζομένων, επιστημόνων και ελευθέρων επαγγελματιών κατά του ασφαλιστικού προσχεδίου της Κυβέρνησης.
·       Ακολούθησε συμβολικός αποκλεισμός των δικαστηρίων της Ευελπίδων για 4 ώρες.
·       Στις 12 Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση-μουσική διαμαρτυρία στο υπουργείο Εργασίας με τη συμμετοχή των χορωδιών του ΔΣΑ.
•     Το δικηγορικό σώμα πρωτοστάτησε στις 25 Φεβρουαρίου στον αποκλεισμό και την παράσταση διαμαρτυρίας έξω από το υπουργείο Δικαιοσύνης, στο πλαίσιο αντίστοιχων ενεργειών όλων των επιστημονικών φορέων στα οικεία Υπουργεία.

Αντίκτυπος στον τύπο
Οι παραπάνω κινητοποιήσεις των Δικηγόρων και γενικά των επιστημόνων είχαν αντίκτυπο στον ελληνικό και τον διεθνή τύπο.
Τις μεγάλες κινητοποιήσεις-διαδηλώσεις του δικηγορικού σώματος κάλυψαν με εκτεταμένα δημοσιεύματα το σύνολο του ελληνικού τύπου[1]. Αναλυτικά ρεπορτάζ  και φωτογραφίες δημοσίευσαν τα δύο μεγαλύτερα διεθνώς ειδησεογραφικά πρακτορεία, το Associated Press και το Reuters. Το θέμα αναπαρήχθη σε εκατοντάδες εφημερίδες και ιστοσελίδες της Ευρώπης αλλά και της Αμερικής[2].
Ως Πρόεδρος της Ολομέλειας συμμετείχα, με συνεχείς παρεμβάσεις, σε τηλεοπτικές εκπομπές, ραδιοφωνικές  συνεντεύξεις και άρθρα σε εφημερίδες, αναλύοντας τις θέσεις του δικηγορικού σώματος[3].

Ενεργοποίηση της CCBE


Η δράση μας δεν εξαντλήθηκε μόνο σε δυναμικές κινητοποιήσεις.
Έπειτα από αίτημα των Ελλήνων δικηγόρων στο πλαίσιο της CCBE, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου των Δικηγορικών Συλλόγων της Ευρώπης, Michel Benichou, απέστειλε επιστολή προς τον Πρωθυπουργό Αλ. Τσίπρα, την οποία κοινοποίησε και στον Υπ. Δικαιοσύνης Ν. Παρασκευόπουλο. Με την επιστολή αυτή ασκεί δριμεία κριτική στις επιχειρούμενες αλλαγές στο ασφαλιστικό και δηλώνει την πλήρη συμπαράστασή του στους Έλληνες δικηγόρους[4].

Αίτημα χορήγησης των αναλογιστικών μελετών από το Υπουργείο

Επιπλέον, πιστεύοντας στους κανόνες του διαλόγου, δεν σταματήσαμε τις ενέργειές μας προς την κυβέρνηση.
Με έγγραφη αίτησή μας (στις 10 Φεβρουαρίου) προς τον Υπουργό Εργασίας, ζητήθηκε η άμεση χορήγηση αντιγράφων των εκπονηθεισών –κατά τη δημόσια δήλωσή του Υπουργού- αναλογιστικών μελετών για το ασφαλιστικό σύστημα. Το αίτημα τεκμηριώθηκε αναλυτικά σε επάλληλες νομικές βάσεις, ήτοι: α) Στην αρχή της ανοικτής διάθεσης και περαιτέρω χρήσης των εγγράφων, πληροφοριών και δεδομένων που βρίσκονται στην κατοχή των φορέων του δημόσιου τομέα (ν. 4305/2014),  β) Στο δικαίωμα πρόσβασης στα διοικητικά έγγραφα (ν. 2690/1999). γ) Στο δικαίωμα των δικηγορικών συλλόγων για παρέμβαση ενώπιον κάθε αρχής, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, οικονομικού ενδιαφέροντος που ενδιαφέρει το δικηγορικό σώμα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, ή οικονομικού ενδιαφέροντος (ν. 4194/2013).
Ο Υπουργός απέρριψε το αίτημά μας (με το υπ’ αριθ. 9419/7722/20.2.2015 έγγραφό του) ως μη νόμιμο, επικαλούμενος τοστατιστικό απόρρητο και την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Αγνοεί προφανώς -είτε εκουσίως, είτε ακουσίως- ο κύριος Υπουργός ότι τόσο το στατιστικό απόρρητο, όσο και η προστασία των προσωπικών δεδομένων αφορούν αποκλειστικά στην απαγόρευση αποκάλυψης των στοιχείων εξατομίκευσης των φυσικών προσώπων. Όχι βεβαίως τα ίδια τα στατιστικά δεδομένα και τα εξαγόμενα αποτελέσματα της μελέτης, τα οποία είναι πάντοτε εκ της φύσεώς τους συγκεντρωτικά και ανωνυμοποιημένα. 
Αφήνοντας ασχολίαστες τις διαχρονικά αντιφατικές και αλληλοαναιρούμενες τοποθετήσεις του κυρίου Υπουργού για το μείζον θέμα της αναλογιστικής τεκμηρίωσης των λύσεων που προτείνει, τον καλούμε να μας χορηγήσει τις «μελέτες που υφίστανται ήδη» και σκοπεύει να θέσει υπόψη της Βουλής και ενδεχομένως υπόψη των δανειστών. Κρυπτόμενος πίσω από αβάσιμα νομικά επιχειρήματα δεν προωθεί, αλλά αντιθέτως υπονομεύει, τον καλόπιστο διάλογο για την εύρεση βιώσιμης, σύμφωνης με τις συνταγματικές αρχές, και κοινά αποδεκτής λύσης για το ασφαλιστικό.

Εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης

Έναντι αυτής της άρνησης του Υπουργείου, δεν μείναμε αδρανείς.Για την επιστημονική τεκμηρίωση των θέσεών ας, ζητήθηκε και παρουσιάστηκε στις 18 Φεβρουαρίου (ολοκληρωμένη) αναλογιστική μελέτη για την βιωσιμότητα του ασφαλιστικού ταμείου των Νομικών.
Ειδικότερα προέκυψε ότι:
Σύμφωνα με οικονομικά στοιχεία για τον Τομέα Ασφάλισης Νομικών (ΕΤΑΑ/ΤΑΝ), το κράτος οφείλει στο Τομέα Ασφάλισης Νομικών από την τριμερή χρηματοδότηση 379 εκ. ευρώ, ενώ εξαιτίας του PSI (κούρεμα ιδιωτικού χρέους), το Ταμείo υπέστη απώλειες 571 εκ. ευρώ.
Εδώ σημειώνω ότι, το πρώτον τώρα, η Διοικούσα Επιτροπή του Ταμείου Νομικών αποφάσισε και ήγειρε δύο αγωγές, για το PSI και το δικαίωμα προτίμησης (warrants) για τις μετοχές της Εθνικής Τράπεζας.

Πλέον, λόγω της οικονομικής κρίσης τα έσοδα του Ταμείου παρουσιάζουν σημαντική πτώση, ενώ η εισπραξιμότητα εμφανίζει επίσης μεγάλη κάμψη και από 95% το 2010 έφτασε στο 59% το 2015.

Η Κυβέρνηση φαίνεται να παραγνωρίζει παντελώς την παράμετρο της εισπραξιμότητας των ασφαλιστικών εισφορών, η οποία είναι αντιστρόφως ανάλογη με την εισφοροδοτική επιβάρυνση των ασφαλισμένων. Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημάνουμε  ότι η καταργηθείσα ρύθμιση του ν. 4331/2015 (για τη δυνατότητα υπαγωγής σε κατώτερη ασφαλιστική κατηγορία) ήταν κατά γενική ομολογία επιτυχής, όχι μόνον διότι ελάφρυνε τους οικονομικά ασθενέστερους ασφαλισμένους, αλλά και διότι επέτρεψε σε μεγαλύτερο αριθμό εξ αυτών να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους στο ΕΤΑΑ. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με στοιχεία του ΕΤΑΑ – ΤΣΜΕΔΕ (μηχανικοί) κατέβαλαν ασφαλιστικές εισφορές 40.875 ασφαλισμένοι το Α’ εξάμηνο του 2015, έναντι 33.589 το Β΄ εξάμηνο του 2014 (δηλ. 7.286 περισσότεροι, αύξηση 21,70%).

Αντίστοιχα, το Α’ εξάμηνο του 2015 η εισπραξιμότητα των οφειλομένων εισφορών αυξήθηκε εντυπωσιακά σε σχέση με το Β΄ εξάμηνο του 2014, και το ταμείο αύξησε συνολικά τα έσοδά του κατά 9.203.454 εκ. €. Συγκεκριμένα, εισέπραξε το Α’ εξάμηνο του 2015 76.032.894 ευρώ, έναντι 66.829.440 ευρώ το Β’ εξάμηνο του 2014 (αύξηση 13,80%).

Τέλος, ας σημειωθεί ότι τα αποθεματικά του Τομέα Ασφάλισης Νομικών  ανέρχονται σήμερα στα 342 εκ. ευρώ και του ΤΕΑΔ (Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων) στα 53 εκ. ευρώ.

Εδώ πρέπει να διευκρινίσω ότι: Η αναλογιστική μελέτη δεν συνιστά θέση. Αναδεικνύει κάποια σενάρια. Πρωτίστως όμως καταδεικνύει το ορθό των απόψεών μας.  Δηλαδή:
Αναλύοντας τα βασικά συμπεράσματά της αναλογιστικής μελέτης και συγκρίνοντας τα με το ασφαλιστικό προσχέδιο της Κυβέρνησης, συνάγεται ευχερώς ότι η πρόταση του Υπουργείου Εργασίας δημιουργεί αναλογιστική ανισορροπία στο Ταμείο Ασφάλισης Νομικών. Το προτεινόμενο από την Κυβέρνηση ασφαλιστικό σύστημα δεν δίνει μόνιμη αλλά πρόσκαιρη λύση, μετατοπίζοντας τη βιωσιμότητα  του Ταμείου Ασφάλισης Νομικών μόλις κατά 2-3 έτη.

Η πρόταση του Υπουργείου μεταφέρει και πολλαπλασιάζει στο άμεσο μέλλον το πρόβλημα, καθώς δεν έχει αναλογιστική βάση, ούτε προβλεπόμενη ανταποδοτικότητα μεταξύ εισφορών και παροχών.
Σε κάθε περίπτωση, βασικά στοιχεία μιας πρότασης δεν μπορεί παρά να είναι η εξασφάλιση της αλληλεγγύης μεταξύ των γενεών, η ισότητα των μελών και η ανταποδοτικότητα εισφορών – παροχών.

Παρέμβαση στους «θεσμούς»

Παράλληλα προς τις ανωτέρω ενέργειες, αποφασίσαμε να θέσουμε υπόψη των τεχνικών κλιμακίων των «θεσμών» τις απόψεις μας επί του επίμαχου προσχεδίου.
Γιατί; Η απάντηση δεν είναι μόνο απλή, αλλά και θλιβερή. Η κυβέρνηση στερείται πλέον της κανονιστικής αυτονομίας. Ο διάλογος λοιπόν δεν μπορεί να εξαντλείται μόνον μεταξύ ημών και της κυβέρνησης. Ούτε μπορούμε να είμαστε παθητικοί παρατηρητές της διαπραγμάτευσης με τους «θεσμούς». Διεκδικώντας το δικαίωμά μας στην ουσιαστική συμμετοχή κατά τη λήψη αποφάσεων που μας αφορούν άμεσα, ζητήσαμε να έλθουμε σε απευθείας διάλογο με τα τεχνικά κλιμάκια για τα προβλήματα που συνεπάγεται το επίμαχο προσχέδιο.

Έτσι, στις 8 Μαρτίου συναντηθήκαμε -οι επιστημονικοί φορείς της χώρας-με τον επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα για το Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στήριξης, κ. Chris Allen με αντικείμενο το ασφαλιστικό.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στα γραφεία της Αντιπροσωπείας της ΕΕ στην Αθήνα.
Στη συνάντηση συμμετείχαν πέρα από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, το Οικονομικό  Επιμελητήριο Ελλάδας, ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος, η Ελληνική Οδοντιατρική Ομοσπονδία, η Ένωση Συμβολαιογράφων Ελλάδας, η Ένωση Ελλήνων Χημικών, η Πανελλήνιος Κτηνιατρικός Σύλλογος και ο Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος.
Στη συνάντηση αυτή εξήγησα γιατί οι ρυθμίσεις του προσχεδίου που παρουσίασε η Κυβέρνηση για το ασφαλιστικό είναι και άδικες και οικονομικά ατελέσφορες, σε ό,τι αφορά τους ελεύθερους επαγγελματίες και ιδίως τους δικηγόρους. Ανέφερα συγκεκριμένα αριθμητικά παραδείγματα που δείχνουν ότι με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις ο δικηγόρος αποστερείται του μεγαλύτερου μέρους των εισοδημάτων του. Όλοι οι σχετικοί πίνακες με τα παραδείγματα και τα ποσοτικοποιημένα στοιχεία (ανά κλιμάκιο εισοδήματος) δόθηκαν στον κ. Άλεν.
Επανέλαβα την πάγια θέση του δικηγορικού σώματος, αλλά και όλων των επιστημονικών φορέων, για αυτοτελές,  βιώσιμο Ταμείο Επιστημόνων - Ελεύθερων επαγγελματιών και ενεχείρισα στον κ. Άλεν, την εκπονηθείσα αναλογιστική μελέτη για το ΤΑΝ.
Τόνισα, περαιτέρω, ότι δεν πρέπει να ζούμε σε αυταπάτες. Η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών που επιδιώκει Κυβέρνηση θα είναι αλυσιτελής και θα επιταχύνει την κατάρρευση του συστήματος, λόγω της κατακόρυφης μείωσης της εισπραξιμότητας των ασφαλιστικών εισφορών και της αύξησης των συνταξιοδοτήσεων.  Ας λάβουν το στοιχείο αυτό υπόψη τους οι «θεσμοί» κατά την τρέχουσα διαπραγμάτευση.
Το συμπέρασμα είναι ότι το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών πρέπει - όχι μόνον για νομικούς αλλά και για οικονομικούς λόγους- να συνδέεται με την εισφοροδοτική ικανότητα. Στο πλαίσιο αυτό, έθεσα και το φορολογικό, διατυπώνοντας ξεκάθαρο αίτημα:
α) να κατοχυρωθεί αφορολόγητο όριο για τους ελεύθερους επαγγελματίες, κατά τρόπο ανάλογο με όσα ισχύουν για τους μισθωτούς  και τους αγρότες,
β) να αυξηθεί το όριο των επισφαλειών.
Σε ό,τι αφορά τις ασφαλιστικές εισφορές εξήγησα ότι δεν πρέπει να συνδέονται αποκλειστικά με το εισόδημα,  αλλά πρέπει να καθορίζονται στην λογική του ασφαλίστρου και της αντίστοιχης παροχής.   
Τέλος, τόνισα ότι πρέπει να υπάρχει ειδική πρόνοια για τους νέους ασφαλισμένους που κατά τεκμήριο έχουν μικρότερη εισφοροδοτική ικανότητα (όπως συμβαίνει σήμερα που για την πρώτη πενταετία οφείλουν το ήμισυ των εισφορών).


Όπως όλοι γνωρίζετε, τις θέσεις μας αυτές έχουμε εκθέσει κατά σαφή τρόπο και στην Κυβέρνηση. Ειδικότερα:
Παράλληλα με την κλιμάκωση των κινητοποιήσεών μας, συναντηθήκαμε με τον Πρωθυπουργό στις 25 Ιανουαρίου και τον Υπουργό Εργασίας στις 13 Ιανουαρίου και στις 11 Μαρτίου. Εμμείναμε στην σταθερή μας άποψη ότι χωρίς αναλογιστικές μελέτες δεν μπορεί να γίνει ουσιαστικός διάλογος. Και σε κάθε περίπτωση καταστήσαμε σαφές το πλαίσιο των διεκδικήσεών μας, με βασικούς άξονες: Πρώτον, τη σύνδεση ασφαλίστρου και παροχής, σύμφωνα με την αρχή της ανταποδοτικότητας, Δεύτερον, την προστασία των νέων ασφαλισμένων και των χαμηλών εισοδημάτων. Τρίτον, την διατήρηση του ΕΤΑΑ.

Εξαγγελθείσες τροποποιήσεις επί του προσχεδίου από την Κυβέρνηση

Η κλιμακούμενη αυτή πίεση του δικηγορικού σώματος απέφερε τα εξής:
Διασφαλίσαμε την εθνική σύνταξη και για τους δικηγόρους, που είχαν εξαιρεθεί με το ν. 3863/2010.
Στις 20 Ιανουαρίου ο Υπουργός Εργασίας, προανήγγειλε με δημόσια τοποθέτηση (Άρθρο στην Αυγή, 20.1.2016) την δυνατότητα υπαγωγής των νέων ασφαλισμένων σε κατώτερη ασφαλιστική κατηγορία.
Στις 25 Ιανουαρίου, μετά τη συνάντηση με τους επιστημονικούς φορείς, ο Πρωθυπουργός υποσχέθηκε τις εξής βελτιώσεις για τους νέους επιστήμονες:
1. Για την πρώτη πενταετία άσκησης επαγγέλματος: Υπολογισμός των εισφορών στο 80% του μισθού του ανειδίκευτου εργάτη, δηλαδή στα 468 €, αντί για τα 586 €.
2. Για τα δύο πρώτα χρόνια άσκησης επαγγέλματος: Εισφορά κύριας σύνταξης 14% αντί για 20%.
3. Για τα επόμενα τρία χρόνια άσκησης επαγγέλματος: Εισφορά κύριας σύνταξης 17%, αντί για 20%.
4. Απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών για όσους βρίσκονται σε αναστολή άσκησης επαγγέλματος
5. Μειωμένη εισφορά (6% αντί για 20%) και καταβολή του υπολοίπου από τον «εργοδότη» στην περίπτωση ασφαλισμένων επαγγελματιών που απασχολούνται σταθερά σε έναν εργοδότη.

Στη συνέχεια η κυβερνητική πρόταση «βελτιώθηκε» έτι περαιτέρω με την εξαγγελία εκπτώσεων από τον Υπουργό στις 8 Φεβρουαρίου. Συγκεκριμένα, το Υπουργείο Εργασίας πρότεινε μια μεταβατική περίοδο τριών ετών, κατά την οποία οι εισφορές (όπως υπολογίζονται βάσει του προσχεδίου) θα έχουν μείωση, που ξεκινά από 50% για όσους έχουν εισόδημα από 7.000 έως 10.000 ευρώ. Για τα υψηλότερα εισοδήματα η έκπτωση θα αναπροσαρμόζεται (μειώνεται) κλιμακωτά ανά 1% από 10.000 ευρώ και πάνω, για κάθε επιπλέον 1.000 ευρώ εισοδήματος. Δηλ. η εν λόγω «έκπτωση» ανέρχεται σε 40% για όσους έχουν εισόδημα 20.000, σε 30% για όσους έχουν εισόδημα 30.000 και μέχρι 5% για όσους έχουν εισόδημα έως 55.000 ευρώ.

Η Κυβέρνηση υποσχέθηκε και άλλες αλλαγές κατά την τελευταία συνάντηση με τον Υπουργό Εργασίας. Συγκεκριμένα πρότεινε τις εξής αλλαγές, στις οποίες και δεσμεύθηκε:
1. Εκπτώσεις (νέα βελτιωμένη εκδοχή):
-     Ο υπολογισμός των εισφορών για εισοδήματα μέχρι 7.000 να γίνεται  στο κατώτατο όριο του 10πλασίου του βασικού μισθού άγαμου μισθωτού. (2.703 € ετήσιες εισφορές)
-     Ο υπολογισμός των εισφορών για εισοδήματα από 7.001 € μέχρι 13.000 € να γίνεται επί του ετήσιου εισοδήματος με έκπτωση 50% στο σύνολο των εισφορών.
-     Ο υπολογισμός των εισφορών για εισοδήματα από 13.001 € μέχρι 63.000 € να γίνεται επί του ετήσιου εισοδήματος με έκπτωση από 49% στο σύνολο των εισφορών, βαίνουσα μειούμενη κατά 1% για κάθε 1.000 € εισοδήματος (* Οι εκπτώσεις αυτές ισχύουν για 3 χρόνια 2017, 2018 και 2019. Και το σύστημα θα επανεξεταστεί μετά την εκπόνηση σχετικών αναλογιστικών μελετών).
2. Διατηρείται η ειδική πρόνοια για τους νέους: Την πρώτη 5ετία υπαγωγής στην ασφάλιση καταβολή εισφοράς στην κύρια σύνταξη 14% αντί για 20% τα πρώτα 3 χρόνια δικηγορίας (0-3) και 17% τα επόμενα 2 χρόνια (3-5). Οι λοιπές εισφορές 7,5% επικουρικό, 4% εφάπαξ, 6,95% (υγειονομική) παραμένουν στα ίδια ποσοστά.
3. Καταβολή εισφορών εξαμηνιαίως αντί μηνιαίως που προέβλεπε το προσχέδιο.
4. Τα ποσά από αμοιβές και αναλογικά δικαιώματα παρακρατούνται προς εξατομικευμένο όφελος του δικηγόρου. Δηλαδή οι εισφορές που παρακρατούνται στο γραμμάτιο προείσπραξης υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων (9% επί του γραμματίου)δημιουργούν έναν ατομικό λογαριασμό του δικηγόρου που εξοφλεί με αυτόν τον τρόπο τις εισφορές του. Αν υπάρχει υπόλοιπο καταβάλλεται σε χρήμα πέραν του γραμματίου (εξωδικαστική συμβουλευτική δικηγορία, αμοιβή επιπλέον της νομίμου κοκ).
5. Παραμένουν τα ένσημα (αποϋλοποιημένες εισφορές) και συμψηφίζονται με την ατομική εισφορά του ασφαλισμένου. Δηλαδή και μέσα από τις «ουρίτσες» μπορεί ο δικηγόρος να προσαυξάνει τις εισφορές που του έχουν παρακρατηθεί, έτσι ώστε να έχει τη μικρότερη δυνατή επιβάρυνση σε χρήμα. Θα υπάρχουν λοιπόν αποϋλοποιημένα ένσημα για όλες τις δικαστικές και εξωδικαστικές ενέργειες, που θα συμψηφίζονται με τις ασφαλιστικές εισφορές.
6. Υπολογισμός της ασφαλιστικής εισφοράς στο μέρισμα στην περίπτωση των δικηγορικών εταιριών.
7α. Καταβολή εισφορών από τους έμμισθους δικηγόρους στις μηνιαίες αποδοχές ως μισθωτοί και αποκλειστικά στο πραγματικό εισόδημα από ελεύθερο επάγγελμα (δηλ. για το εισόδημα από την ελεύθερη δικηγορία). Αν δεν έχουν εισόδημα από ελεύθερο επάγγελμα η σχετική εισφορά είναι μηδενική. Δηλαδή δεν θα εφαρμόζεται το τεκμαρτό όριο των 7.000 ευρώ.
7β. Καταργείται η υποχρέωση διπλής καταβολής εισφοράς ΟΑΕΔ 120 ευρώ για τους εμμίσθους, η οποία θα καταβάλλεται άπαξ.
8. Εξομοίωση των παροχών σε χρήμα (επίδομα ασθενείας, επίδομα κύησης – λοχείας, παροχές μητρότητας, επίδομα ατυχήματος κλπ), των δικηγόρων, όπως και οι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ και ΟΑΕΔ
9. Δυνατότητα απόσπασης του ΤΕΑΔ (Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων)  από το ΕΤΕΑ και δημιουργίααυτοδιοικούμενου ΝΠΙΔ υποχρεωτικής ασφάλισης κατόπιν σχετικής αναλογιστικής μελέτης με εισφορές καθοριζόμενες από το ίδιο το ταμείο και παροχές ρυθμιζόμενες (μόνο μετά από πρόταση της Ολομέλειας και υπό την αίρεση της έγκρισης από τους θεσμούς). Στο πλαίσιο αυτό, θα καταργηθεί η εισφορά του 7,5% επί του εισοδήματος.
10.Δυνατότητα διανομής του αποθεματικού του Κλάδου Εφάπαξ στους εισφέροντες υπολογιζόμενο με το τεχνικό επιτόκιο της ΤτΕ(3,6%), με ταυτόχρονη κατάργηση της εισφοράς υπέρ εφάπαξ (4%) ή διατήρηση του σημερινού καθεστώτος (μετά από προηγούμενη απόφαση του ΔΣΑ). Σημειώνω ότι το εφάπαξ έχει μειωθεί από 25.000 σε 16.000 ευρώ κι έχει καθοδική τάση.
11. Κίνητρα παραμονής στην ασφάλιση για τους δικηγόρους με θεμελιωμένο συνταξιοδοτικό δικαίωμα (62 ετών και άνω) είτε με μεγαλύτερο συντελεστή στη σύνταξη είτε με μεγαλύτερη έκπτωση στις εισφορές. Αυτό θα συμβάλει στο να παραμείνει η αναλογία 1 (συνταξιούχος) προς 3 (ενεργούς δικηγόρους) που υπάρχει σήμερα και δεν θα αυξηθεί υπέρμετρα η συνταξιοδοτική δαπάνη.

Αποτίμηση των κυβερνητικών προτάσεων

Οφείλουμε να αποτιμήσουμε τις κινήσεις αυτές από την πλευρά της Κυβέρνησης. Διότι ρωτούν πολλοί: Σας ικανοποιούν αυτές οι βελτιώσεις;
Απαντούμε: Καταδεικνύουν μεν ότι ο αγώνας μας δεν είναι άκαρπος. Έχει αποτέλεσμαΌμως, ακόμα κι αν είναι σε μια θετική κατεύθυνση, οι μετατοπίσεις αυτές δεν μας ικανοποιούν.  Για τους εξής λόγους:
·       Κατ’ αρχάς, δεν έχουν οριστικοποιηθεί. Έχουν εκφραστεί μόνον προφορικώς και δεν έχουν καταστεί ακόμη δεσμευτικές, ούτε έχουν ενσωματωθεί σε κείμενο νομοσχεδίου. 
·       Οι «εκπτώσεις» έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Η επαγγελματική μας ζωή δεν τελειώνει σε 3 χρόνια, οπότε λήγουν οι μεταβατικού χαρακτήρα εκπτώσεις που εξήγγειλε το Υπουργείο. Βιώσιμη λύση στο ασφαλιστικό σημαίνει μόνιμη λύσηπου διασφαλίζει το επαγγελματικό μέλλον των ελευθέρων επαγγελματιών. Δεν μπορούμε να δεχθούμε μία λύση που νομιμοποιεί έμμεσα (έστω και μετά τριετία) ένα μη αποδεκτό και καταφανώς άδικο ασφαλιστικό σύστημα
·       Δεν υπάρχει καμία δέσμευση για επαναφορά του αφορολογήτου ή πρόβλεψη ανεισφορολογήτου για τους ελεύθερους επαγγελματίες.
·       Δεν βελτιώνεται η ανταποδοτικότητα του συστήματος. 

Και το ερώτημα είναι: Πού βρισκόμαστε τώρα;
Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι το ασφαλιστικό είναι ένα επιμέρους μόνο τμήμα της αξιολόγησης και άρα της διαπραγμάτευσης. Δανειστές και Κυβέρνηση δεν έχουν ακόμη συμφωνήσει ούτε στο πώς θα καλυφθεί το δημοσιονομικό κενό των 5,5 δισ. ευρώ, ούτε στην φορολογική μεταρρύθμιση, ούτε στα κόκκινα δάνεια.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να θυμίσω ότι μέχρι σήμερα η Κυβέρνηση έχει αποδειχθεί απολύτως αναξιόπιστη σε ό,τι αφορά τον προσδιορισμό του χρόνου ψήφισης του ασφαλιστικού. Ειδικότερα:
Στις 22 Δεκεμβρίου του 2015 ο πρωθυπουργός φερόταν σε δημοσιεύματα να έχει δεσμευθεί ότι το ασφαλιστικό θα έχει ψηφιστεί μέχρι τις 15 Ιανουαρίου.
Μια μέρα μετά, ο Υπουργός Εργασίας έλεγε ότι θα ψηφιστεί μέχρι το τέλος Ιανουαρίου.
Η Κυβερνητική Εκπρόσωπος δήλωνε στις 7 Ιανουαρίου ότι το ν/σ θα έχει ψηφιστεί μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου.
Ο Πρόεδρος της Βουλής δήλωσε την επόμενη ημέρα, στις 8 Ιανουαρίου, ότι η ψήφιση θα έχει ολοκληρωθεί στο πρώτο 10ήμερο του Φεβρουαρίου. Την ίδια εκτίμηση έκανε η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας μια εβδομάδα αργότερα.
Στις αρχές Μαρτίου ο Υπουργός Εργασίας δήλωσε ότι «ο Μάρτης δεν μπορεί να φύγει χωρίς να έχει κατατεθεί στη βουλή το ασφαλιστικό». Την ίδια δήλωση έκανε και ο Πρωθυπουργός, ο οποίος εκτίμησε ότι εντός του Μαρτίου το φορολογικό και το ασφαλιστικό θα κατατεθούν στη Βουλή προς ψήφιση, μαζί με άλλα 4 ν/σ: τον αναπτυξιακό νόμο, το νόμο για τα αδήλωτα εισοδήματα, το λαθρεμπόριο καπνού, και καυσίμων. Όλοι γνωρίζουμε πόσο επαληθεύτηκαν αυτές οι δηλώσεις (!). 
Στη διαπραγμάτευση φαίνεται λοιπόν να επικρατεί ο νόμος του Πάρκινσον: τίποτα δεν κλείνει αν δεν εξαντληθεί ο χρόνος που υπάρχει για να κλείσει. Αυτό συμπαρασύρει αυτονοήτως το ασφαλιστικό. Ποιος όμως είναι αυτός ο χρόνος;
Στις 4 Απριλίου επιστρέφουν οι εκπρόσωποι των θεσμών στην Αθήνα και ξεκινούν εκ νέου οι διαπραγματεύσεις.
Στις 7 Απριλίου συνεδριάζει το Euroworking Group. Στόχος είναι εκείνη τη μέρα να υπάρχει μια αρχική συμφωνία για φορολογικό – ασφαλιστικό – δημοσιονομικά μέτρα.
Στις 12 Απριλίου αναμένεται να ολοκληρωθεί η διαπραγμάτευση.
Στις 15-17 Απριλίου λαμβάνει χώρα η εαρινή σύνοδος του ΔΝΤ. Στις 22 Απριλίου συνεδριάζει το Eurogroup, στο οποίο εκτιμάται ότι θα κλείσει έστω μερικώς η διαπραγμάτευση (που θα περιλαμβάνει και το ασφαλιστικό).

Η διαμόρφωση της στάσης μας

Κι ερχόμαστε στη δική μας στάση από δω και μπρος.
Ρωτώ: Μεταβλήθησαν οι απόψεις μας επί του κυβερνητικού σχεδίου; Έχουμε κάποιο λόγο να αποστούμε από τις σταθερές μας θέσεις;
Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική. Το προσχέδιο αυτό:
- Σαρώνει την ζωντανή οικονομία.
-Στοχοποιεί τους ελεύθερους επαγγελματίες, και κατά μείζονα λόγο τους δικηγόρους.
-Στερείται παντελώς αναλογιστικής τεκμηρίωσης.
-Έχει απροκάλυπτα φορολογικό χαρακτήρα και δημευτικό αποτέλεσμα.

Συνάδελφοι,
Γίνομαι κι εγώ, όπως πιστεύω πολλοί από μας, δέκτες αιτιάσεων συναδέλφων ότι στην πραγματικότητα αγωνιζόμαστε μόνοι. Οι λοιποί επιστημονικοί φορείς σε μεγάλο βαθμό συμπαραστέκονται μόνο σε επίπεδο διακηρύξεων.
Οι δικηγόροι είναι αυτοί που απέχουν και ματώνουν. Όμως, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι η αποχή συνιστά έναν σοβαρό μοχλό πίεσηςΓιατί; Οι απώλειες του ελληνικού Δημοσίου από την αποχή μας είναι πολλές και πρέπει να αναδειχθούν. Αναφέρω ενδεικτικά: Μετατροπές ποινών. Καταθέσεις εγγυήσεων. Φορολογικά έσοδα, άμεσα (με τις προεισπράξεις) ή έμμεσα. Έσοδα του Δημοσίου από συμβάσεις του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ.

Στο ερώτημα, λοιπόν: εμείς γιατί συνεχίζουμε, η απάντηση είναι νομίζω προφανής:
Συνάδελφοι
·       Είμαστε υπερήφανοι που ηγούμαστε ενός αγώνα για την επιβίωση και την αξιοπρέπειά μας.
·       Είμαστε υπερήφανοι, αν η προσπάθειά μας έχει θετικές επιπτώσεις και σε άλλους κλάδους ή και την κοινωνία συνολικά.
·       Ο δικηγόρος είναι υπερασπιστής δικαιωμάτων και αυτό το αποδεικνύει διαχρονικά, με την καθημερινή του επαγγελματική δράση, αλλά και τον δημόσιο λόγο του και τη δημόσια δράση του.
·       Αυτό έπραξε και πράττει και τώρα. Δείξαμε ότι ξέρουμε να αγωνιζόμαστε, ότι έχουμε πίστη στις ιδέες και τις δυνάμεις μας,  και ότι ενωμένοι μπορούμε να πετύχουμε.
·       Μέχρι σήμερα, μπορεί να έχουμε δει ορισμένες μετατοπίσεις από την πλευρά της Κυβέρνησης. Αυτές όμως δεν είναι ακόμη ούτε οριστικές, ούτε βέβαιες. Η υποχώρησή μας τώρα, θα εξέπεμπε εσφαλμένο μήνυμα. Θα σήμαινε την ματαίωση των προσπαθειών μας και θα αδικούσε τον αγώνα που κάναμε.

Οφείλουμε στον εαυτό μας, στην ιστορία μας να συνεχίσουμε. Όσο πλησιάζουμε προς το τέλος της διαπραγμάτευσης και της αξιολόγησης, ο αγώνας μας, που εισέρχεται προφανώς στην πιο κρίσιμη καμπή του, πρέπει να μην υπονομευθεί. Με σοβαρότητα και υπευθυνότητα, να εμμείνουμε στις θέσεις μας, έως ότου υπάρξει ουσιώδης και απτή βελτίωση της κυβερνητικής πρότασης. Να διεκδικήσουμε, μέχρι τέλους, ένα δίκαιο και ορθολογικό ασφαλιστικό σύστημα.

Σε κάθε περίπτωση, το δικηγορικό σώμα πρέπει να εκφράζεται πρωτογενώς, αυθεντικά και ανεπηρέαστα. Επειδή η συνέχιση ή μη της αποχής και η μορφή των κινητοποιήσεων, αποκτούν πλέον υπαρξιακό χαρακτήρα –μετά την πλήρη ενημέρωση για όσα έγιναν μέχρι τώρα- το σώμα πρέπει να εκφραστεί μέσω της Γενικής Συνέλευσης.



[1]Εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, ΕΘΝΟΣ, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, ΕΛ. ΤΥΠΟΣ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, κ.ά.
[2]Σχετική αρθρογραφία υπήρξε ενδεικτικά στους Financial Times, την Wall street Journal την Daily Mail, την Telegraph, την Guardian, την Figaro, το Europe online, το euroactive.com, τον εθνικό Κήρυκα της Ν. Υόρκης,  στη σελίδα της γερμανικής Deutsche Welle, στην Huffington Post, το CBC news, την κινέζικη εφημερίδα-ιστοσελίδα Xinhua.net, το CP24 του Τορόντο, την Boston herald.com της Βοστώνης, το Τelesur, την τουρκική Ζaman, τη Jakarta post της Ινδονησίας κ.ά.
[3]Ενδεικτικά:-Εγιναν παρεμβάσεις σε τηλεοπτικές εκπομπές  της ΕΡΤ (focus), του Μέγκα, του ΣΤΑΡ, του Έψιλον.  
-Ραδιοφωνικές συνεντεύξεις στον Άλφα, στον Βήμα FM και  στο Κόκκινο.
-Αρθρογραφία στις εφημερίδες Βήμα, Ημερησία, Τα ΝΕΑ, Επένδυση.
Ενδεικτικό, τέλος, του διεθνούς ενδιαφέροντος που προκάλεσαν οι κινητοποιήσεις  των δικηγόρων ήταν η συνέντευξη που ζήτησε η μεγαλύτερη ιαπωνική εφημερίδα  Yomiuri Shimbun, στέλνοντας απεσταλμένη δημοσιογράφο στην Ελλάδα για να καλύψει τις αντιδράσεις  στο ασφαλιστικό.
[4]Συγκεκριμένα, ο κ. Benichou, αναφέρεται στις επιπτώσεις των προωθούμενων αλλαγών, και δη στο δυσθεώρητο ύψος των εισφορών, που τελεί σε αναντιστοιχία με την πραγματική αδυναμία καταβολής εισφορών από περισσότερους από τους μισούς Έλληνες δικηγόρους. Η παρέμβαση της κυβέρνησης, σύμφωνα με τον κ. Benichou,  στρέφεται ευθέως κατά της ανεξαρτησίας των δικηγόρων, η οποία αποτελεί απαίτηση κάθε δημοκρατικής ευρωπαϊκής χώρας και προϋπόθεση  άσκησης του θεμελιώδους δικαιώματος κάθε πολίτη για πρόσβαση στη Δικαιοσύνη. Υπογραμμίζει, τέλος, την άμεση επίδραση που αυτή η τεράστια επιβάρυνση θα επιφέρει τελικά στους Έλληνες πολίτες, ιδιαίτερα στους οικονομικά πιο αδύναμους, ως προς το κόστος προσφυγής στη Δικαιοσύνη.