Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΧΕΤΙΚΗ ΜΕ ΤΟ ΕΑΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ Ή ΟΧΙ Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΣΕ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΣΤΕΡΗΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΠΟΙΝΗΣ ΤΗΣ ΚΑΘΕΙΡΞΕΩΣ ΠΕΝΤΕ (5) ΕΤΩΝ



ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 


Δικαστήριο:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος:
ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:
130
Ετος:
2017

Όροι θησαυρού:
ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ (ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΣΟΔΑ - ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ - ΔΗΜΟΣΙΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ)

Περίληψη
Φοροδιαφυγή - Μετατροπή ποινής - Κάθειρξη - Χρηματική ποινή -. Διαπράττει φοροδιαφυγή όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου. Για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος δεν απαιτείται, ως πρόσθετο στοιχείο, σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Είναι ορθή και αιτιολογημένη η καταδικαστική απόφαση για φοροδιαφυγή. Αναιρείται εν μέρει ως προς την απόρριψη του αιτήματος του καταδικασθέντος για μετατροπή της ποινής κάθειρξης σε χρηματική, εφόσον υπόκειται σε μετατροπή και η ποινή κάθειρξης πέντε ετών, καθώς και η συνολική ποινή κάθειρξης, όταν η ποινή βάση αυτής είναι ποινή κάθειρξης πέντε ετών. (Αντίθετη 1586/2016).

Κείμενο Απόφασης
    Αριθμός 130/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
    Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Π. του Γ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούτα, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 127/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαρίσης.
    Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Νοεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2015.
    Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
    ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ’ αριθμ. ...2015 από 13-11-2015 αίτηση του Ι. Π. του Γ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 127/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) ..., η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ. α’ του ΚΠΔ βιβλίο την 3-11-2015, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως κατά το άρθρο 473 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ.
    Επομένως, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο...
των λόγων της.
    Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ.1 και 4 του Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 40 παρ.1 Ν. 3220/2004 και 2 παρ. 2 Ν. 3943/2011, καταλαμβάνει δε την παρούσα υπόθεση, ως εκ του κατά την 11-10-2011 χρόνου τελέσεως της επιδίκου πράξεως, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Ειδικά, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) "με κάθειρξη", εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ. Κατά την παρ. 2 του άνω άρθρου (19 ν. 2523/1997, όπως διαμορφώθηκε και ισχύει), το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου ενώ κατά την παρ 3, θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησης του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται, επίσης, ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου.
    Εικονικό κατά την παρ. 4 είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας.
    Εξ άλλου, με το νόμο 4174/2013 θεσπίστηκε κώδικας φορολογικών στοιχείων, ενώ με το αρθρ. 8 ν. 4337/2015 υπό τον τίτλο Εγκλήματα φοροδιαφυγής - Ποινικές Κυρώσεις τα άρθρα 66 και 67 του Δωδέκατου Κεφαλαίου του Μέρους Α’ του ν. 4174/2013 αναριθμούνται σε 72 και 73, το Κεφάλαιο Δωδέκατο αναριθμείται σε Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο, τα άρθρα 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75 και 76 αναριθμούνται σε 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 82 και προστίθεται νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο υπό τον τίτλο ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ - ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ, με το δε άρθρο 66 καταργούνται οι διατάξεις των αρθρ. 17, 18 και 19 παρ. 1 εδ. α 20 και 21 τον ν. 2523/1997 και για το αδίκημα της έκδοσης πλαστών εικονικών τιμολογίων ορίζονται πλέον στην παρ. 5 του άρθρου τούτου 66, τα εξής: Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ.
    Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωριστεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησης του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται, επίσης, ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας.
    Από την σύγκριση των άνω διατάξεων προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, της φοροδιαφυγής με έκδοση εικονικών τιμολογίων, απαιτείται αντικειμενικώς, έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ή, νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση η αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς...
το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η’ του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της υποκειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. (ΑΠ 224/2016). Η νέα ως άνω ρύθμιση του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. β’ , που προστέθηκε στο Ν. 4174/2013 "Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας κλπ, καθ’ ο μέρος ορίζει, ότι όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) ..... και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ, ως επιεικέστερη της προϊσχύσασας διάταξη, τυγχάνει, κατά το άρθρ. 2 παρ.1 Π.Κ., εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση, όπου η συνολική αξία των επίδικων εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ και ανέρχεται σε διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα (241.980) ευρώ), αφού για την σε βαθμό κακουργήματος τιμώρηση της πράξεως απαιτεί ήδη το ποσό των 200.000 ευρώ, αντί του μικροτέρου εκείνου των 150.000 ευρώ, που απαιτούσε η προϊσχύσασα διάταξη και επί πλέον απειλεί ποινή μικρότερη, κατά το ανώτατο όριό της (κάθειρξη έως δέκα ετών), από εκείνη της παλαιάς ρυθμίσεως, που απειλούσε κάθειρξη έως είκοσι έτη (άρθρα 52 παρ. 2 και 3 του ΠΚ).
    Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά, που απεδείχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ’ αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της φοροδιαφυγής με τη μορφή της αποδοχής εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου ο νόμος αρκείται σε απλό δόλο (ΑΠ 224/2016).
    Για την ύπαρξη της, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμησις των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμησις εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγησις των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψις αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου κεχωρισμένως και η παράλειψις της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίσις του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την υπόθεση, προκειμένου να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση και να αχθεί στην καταδικαστική του αναιρεσείοντος κρίση του για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ (ανερχόμενη σε διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα (241.980) ευρώ), έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα, που ανεγνώσθησαν ενώπιόν του επ’ ακροατηρίου. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την απαιτούμενη κατά το μέρος αυτό της προσβαλλομένης αποφάσεως ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της, το δικαστήριο να προβεί στην αναφορά των στοιχείων και του περιεχομένων των αναγνωσθέντων εγγράφων και στην αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου από τα ανωτέρω χωριστά, ούτε να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους, ούτε να διαλάβει τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά, όπως ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, ότι έπρεπε να κάνει το δικαστήριο, προκειμένου να διαλάβει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την παραδοχή, ότι "τα ως άνω εικονικά φορολογικά στοιχεία τα αποδέχθηκε στην κατοχή του με δόλο γνωρίζοντας ότι είναι εικονικά καθόσον το περιεχόμενό τους δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού δεν είχαν θεωρηθεί νομίμως, ενώ ουδέποτε η επιχείρηση "... ΕΠΕ" πραγματοποίησε της αναφερόμενες σε αυτά εργασίες, αφού δεν είχε την απαιτούμενη υποδομή, ενώ τυγχάνει ανύπαρκτη επαγγελματικά". Επομένως, η σχετική αιτίαση, που προβάλλει ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων και, υπό την επίφαση της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουσα την ανέλεγκτη περί τούτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.-
    Εξ άλλου, φαινομένη συρροή ή απλή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 94 Π.Κ., υπάρχει, όταν οι περισσότερες πράξεις, οι οποίες διώκονται, δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους και αυτοτελώς κολάσιμες, αλλά συγκροτούν την έννοια ενός και του αυτού εγκλήματος, είτε διότι η μεν αποτελεί κατά νόμο συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης, είτε διότι χρησιμεύει κατά νόμο ως αναγκαίο μέσο για την τέλεση αυτής, είτε, τέλος, διότι παρίσταται ως αναγκαία συνέπεια της προηγηθείσης, από την οποία και απορροφάται (ΑΠ 388/2016). Περαιτέρω, όπως προαναφέρεται, με το νόμο 4174/2013 θεσπίστηκε κώδικας φορολογικών στοιχείων, ενώ με το αρθρ. 8 ν. 4337/2015 υπό τον τίτλο Εγκλήματα φοροδιαφυγής - Ποινικές Κυρώσεις τα άρθρα 66 και 67 του Δωδέκατου Κεφαλαίου του Μέρους Α’ του ν. 4174/2013 αναριθμούνται σε 72 και 73, το Κεφάλαιο Δωδέκατο αναριθμείται σε Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο, τα άρθρα 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75 και 76 αναριθμούνται σε 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 82 και προστίθεται νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο υπό τον τίτλο ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ - ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ και με το αρθρ. 66 καταργούνται οι διατάξεις των αρθρ. 17, 18 και 19 παρ. 1 εδ. α 20 και 21 τον ν. 2523/1997 και ειδικότερα για το αδίκημα της έκδοσης πλαστών εικονικών τιμολογίων ορίζονται στις παρ. 1 έως και 5 του αρθρ. 66 του αρθρ. 8 ν. 4337/2015, τα εξής: "1. Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση: α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ), αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη, β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, γ) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο το φόρο αυτόν. 2. Παρακρατούμενοι φόροι, τέλη και εισφορές είναι εκείνοι που ρητά ορίζονται σε επί μέρους διατάξεις ότι παρακρατούνται και τελικά αποδίδονται στο Δημόσιο ή άλλο φορέα από πρόσωπο διάφορο του πραγματικού φορολογούμενου. 3. Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στη παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών: α) αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος: αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση. 4. Επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας, ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς. 5. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.
    Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι στην περίπτωση εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή, που χρησιμοποιήθηκαν για την συντέλεση παραβάσεων φοροδιαφυγής, ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία, ως αυτουργός ή συμμέτοχος, απορροφωμένης, συνεπώς, από εκείνη (φοροδιαφυγή) της πράξεως της εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθιερουμένης, με τη νέα ως άνω ρύθμιση, φαινομένης κατ’ ιδέαν συρροής μεταξύ των δύο αυτών αδικημάτων. Η τελευταία νέα αυτή ρύθμιση είναι επικεικεστέρα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, της προϊσχύσασας του άρθρου 19 παρ.1 και 4 του Ν. 2523/1997, αφού πλέον ή έκδοση ή η αποδοχή εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων απορροφάται (φαινομενικώς κατ’ ιδέαν) από την πράξη της φοροδιαφυγής και δεν τιμωρείται αυτοτελώς. Πλέον τούτων, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελ. ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι στην περίπτωση, που μετά την δημοσίευση της αποφάσεως που προσβάλλεται, μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά την αξιόποινη πράξη ή και την επιβληθείσα ποινή κύρια ή παρεπόμενη, το δικαστήριο, εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξεως έως την αμετάκλητη εκδίκαση της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας (ΟλΑΠ 3/1995). Ως ηπιότερος νόμος κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ θεωρείται εκείνος, ο οποίος, όπως ίσχυσε, περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις δηλαδή με την εφαρμογή, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις επέρχεται ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ’ αυτές. Εάν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο απ’ όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά ο νεότερος επιεικέστερος (ΑΠ 39/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν διαλαμβάνεται παραδοχή, ότι τα επίδικα εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις ως άνω πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του του προαναφερομένου άρθρου 66 Ν. 4174/2013 (αντίστοιχες των προϊσχυσασών παραβάσεων των άρθρων 17 και 18 του Ν. 2523/1997).
    Συνεπώς, η επίκληση από τον αναιρεσείοντα, ότι, αφού με την υπ’ αριθμ. 898/2015 απόφασή του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., που σημειωτέον δεν επικαλείται ότι έχει καταστεί αμετάκλητη, ουδέ προκύπτει ότι προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και ζητήθηκε η αποδεικτική της αξιοποίηση, κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, διότι ζήτησε, έλαβε και κατεχώρησε στα βιβλία του τα πλαστά και εικονικά τιμολόγια, το αδίκημα της αποδοχής των αυτών εικονικών και πλαστών τιμολογίων, για το οποίο κατεδικάσθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δεν στοιχειοθετείται και ως εκ τούτου πρέπει, κατ’ εφαρμογή της, μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, θέση σε ισχύ της ως άνω επιεικέστερης διατάξεως του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. γ’ του Ν. 4174/2013, και των άρθρων 511 εδ. γ’ και 514 εδ. γ’ του ΚΠΔ, να αναιρεθεί η απόφαση να κηρυχθεί αθώος, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, γιατί προκειμένου να τύχει εφαρμογής η τελευταία αυτή διάταξη, πρέπει τα εικονικά αυτά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή, να χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 Ν. 4174/2013 και να υπάρχει περί τούτου σχετική παραδοχή στην προσβαλλομένη απόφαση, μετά από την εκτίμηση των πραγμάτων.
    Όπως ήδη προαναφέρεται, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως ερευνά αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής κάθε τέτοιας περιστάσεως (ΑΠ 931/2007). Η προβολή των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης να γίνεται και προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Όταν δε προτείνεται ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικού απαιτείται επίκληση περιστατικών και δεν αρκεί απλώς η αναφορά της διατάξεως που το προβλέπει ή η επανάληψη της εκφράσεως του νόμου. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους.
    Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β, γ, δ και ε, που συνίστανται στο "α) το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", β) "το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια, "δ) το ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και "ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Ειδικότερα, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ ΠΚ, απαιτείται ο υπαίτιος, με κριτήριο τους κανόνες της εννόμου τάξεως και τις κρατούσες ηθικές αρχές και αντιλήψεις για την ηθική αξία και την κοινωνική υπόληψη του προσώπου, να έζησε μέχρι τον χρόνο που τέλεσε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και να αποδεικνύονται κατά την ακροατηριακή διαδικασία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θετικής και έντιμης συμπεριφοράς στους αντίστοιχους τομείς βιοτικής δράσης, σε βαθμό που εύλογα να μην αναμένεται εκτροπή αυτού σε πράξεις ποινικής παραβατικότητας. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ’ απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά (ΑΠ 1090/2015). Για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περιστάσεως των μη ταπεινών αιτών κατά την έννοια του εδ. β’ της παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου (84 ΠΚ), απαιτείται ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, που ως τοιαύτα νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή, περί ηθικής ή κοινωνικής τάξεως, συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρος και κακοβουλία του δράστη, για δε το ορισμένο του απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια, αυτά που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του (ΑΠ 2365/2008 ΤΝΠ Νόμος). Η δε μη ταπεινότητα των αιτίων, από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικώς, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικώς, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας (ΑΠ 295/2015). Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια, είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 453/2016).
    Περαιτέρω, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ’ του ΠΚ, ήτοι το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης (ΑΠ 1192/2016), η μετά τη σύλληψή του υπαιτίου ομολογία της πράξεώς του, έστω και αν έγινε αυθόρμητα, ή η διευκόλυνση του έργου των αστυνομικών δια μόνης της ομολογίας του (ΑΠ 951/2012 ΤΝΠ Νόμος). Εξ άλλου η αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε’ ΠΚ, προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης. Όμως, ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θεσπίσεως της οικείας διατάξεως, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας, διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξεως, δεν αρκεί για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού, η καλή και συνήθης συμπεριφορά και δη εργασία και ομαλή οικογενειακή ζωή και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα (ΑΠ 69/2013 ΤΝΠ Νόμος).
    Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά ούτε προκύπτει ότι διορθώθηκαν, η συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, δια του οποίου ο τελευταίος παρίστατο, υπέβαλε εγγράφως και ανάπτυξε προφορικώς πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, τους εξής, επί λέξει, αυτοτελείς ισχυρισμούς - αιτήματα αναγνωρίσεως της συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων: "Ο κατηγορούμενος µε τους παρόντες ισχυρισμούς του προβάλει το αίτημα - ισχυρισμό του για την αναγνώριση στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων και ειδικότερα: l) Στην πράξη της δεν ωθήθηκε από ταπεινά αίτια, αντίθετα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε πεισθεί ότι η αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση (η οποία φέρεται να εξέδωσε εικονικά τιμολόγια] ήταν µια νόμιμη επιχείρηση καθόσον είχε μιλήσει προσωπικά µε τον εκπρόσωπό της, είχε νόμιμη έδρα και υφιστάμενο Αριθμό Φορολογικού Μητρώου, που ήταν τα βασικό. στοιχεία για την ανάθεση σε αυτήν υπεργολαβίας στα έργα που εκτέλεσε. Πέραν τούτου, δεν υπέπεσε στην αντίληψη του κατηγορούμενου η πιθανότητα αποδοχής εικονικών τιμολογίων καθώς είχε συνάψει µε την αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση ιδιωτικό συμφωνητικό ανάθεσης υπεργολαβίας, τα οποία μάλιστα κατατέθηκαν νόμιμα στην αρμόδια ΔΟΥ, όπως προέβλεπε η ισχύουσα φορολογική νομοθεσία, τα οποία θα έπρεπε η αρμόδια φορολογική αρχή να ελέγξει και στην περίπτωση που είχε αμφιβολίες να προστατεύσει τον φορολογούμενό της (κατηγορούμενο), καθώς τα στοιχεία που φέρει σήμερα η Αρχή για την απόδειξη εκδόσεως εικονικών τιμολογίων, ήταν σε θέση να γνωρίζει μόνον αυτή και είχε υποχρέωση να γνωστοποιήσει τέτοια πιθανότητα στον κατηγορούμενο ώστε να τον προστατεύσει. Αντίθετα, όχι μόνον δεν του γνωστοποίησε την πιθανότητα να συμβάλλεται µε µια επιχείρηση που υποπίπτει σε φορολογικά αδικήματα τέτοιου µμεγέθους, αλλά παρέλαβε τα συμφωνητικά και μετά από έτη διαπίστωσε τέτοιες πράξεις, ενώ μόνον αυτή θα μπορούσε (λόγω του απορρήτου των φορολογικών στοιχείων και υποθέσεων) να τον προστατεύσει. Επομένως ο κατηγορούμενος, θεωρώντας ότι πρόκειται για µια νόμιμα λειτουργούσα επιχείρηση (εκδότρια), συμβλήθηκε νόμιμα, απαίτησε και υπογράφηκαν ιδιωτικά συμφωνητικά τα οποία αποδείκνυαν τις μεταξύ τους συναλλαγές, από τις εργασίες που έγιναν πραγματικά - καθώς μπορούν να ελεγχθούν τα έργα που έλαβαν χώρα (δημόσια έργα), ακόμη και σήμερα - κατέβαλε το τίμημα των τιμολογίων, στον φερόμενο ως εκπρόσωπό της και καταχώρησε όλα τα άνω τιμολόγια στα επίσημα φορολογικά βιβλία του.
    Τα παραπάνω, συνιστούν πράξεις τις οποίες ενεργεί ο κάθε μέσος συνετός άνθρωπος που πιστεύει ότι συμβάλλεται νόμιμα και αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος είχε πεισθεί -µε βεβαιότητα- ότι είναι απολύτως σύννομες οι συναλλαγές του µε την αντισυμβαλλόμενή του επιχείρηση. Αποτέλεσμα των διαπιστώσεων περί εικονικών τιμολογίων, που οδήγησε στο συμπέρασμα αυτό την αρμόδια φορολογική αρχή είναι το γεγονός ότι ο Μ. αρνήθηκε οποιαδήποτε συναλλαγή µε τον κατηγορούμενο και τους άλλους επιχειρηματίες, ενώ ουσιαστικά έγιναν οι εργασίες και εισέπραξε τα χρήματα γι’ αυτές, δεδομένου ότι δεν τήρησε τη νόμιμη διαδικασία δηλαδή την δήλωση των εισοδημάτων από αυτές τις αιτίες και την πληρωμή του ΦΠΑ που είχε εισπράξει από τους αντισυμβαλλόμενους, προκειμένου να απεκδυθεί των ευθυνών τους, συνεπεία δε αυτών ήταν να οδηγείται τόσο ο παρών κατηγορούμενος όσο και άλλοι που συναλλάχθηκαν µε αυτόν, στην πεποίθηση ότι δεν πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές και ότι τα τιμολόγια είναι εικονικά, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, επρόκειτο για πραγματικές συναλλαγές και πραγματικά τιμολόγια, µε αποτέλεσμα την ηθική, επαγγελματική και οικονομική του καταστροφή. 2) Όπως μάλιστα προκύπτει, από την προσκομιζόμενη, από 19-3-2012 αίτησή του, µε αρ. πρωτ. .../2012, απευθυνόμενη στον Υπουργό Οικονομικών και το Σώμα Φορολογικών Διαιτητών (δια της Β’ ΔΟΥ ...), κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια, παρά το γεγονός ότι δεν ενήργησε µε δόλο, να άρει ή έστω να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του, αιτούμενος την διαιτητική επίλυση των διαφορών των σε ό,τι αφορά τα επιβαλλόμενα πρόστιμα από τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, ώστε το ποσό που θα προκύψει να το καταβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο. 3) Τόσον από την εν λόγω υπόθεση όσο και μετά από αυτήν δεν απασχόλησε τις Αρχές ή τα Δικαστήρια και ζούσε και συνέχισε να ζει έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή και συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του καθώς δεν είναι άτομο που ρέπει προς την εγκληματικότητα. 4) Εξάλλου συμβιώνει, εδώ και τουλάχιστον 25 έτη µε την σύντροφό του Σ. Κ., µε την οποία απέκτησε µια κόρη την Γ. Π., ηλικίας σήμερα δώδεκα (12) ετών (όπως αυτό προκύπτει από το προσκομιζόμενο µε αρ.πρωτ.... 19-9-2012 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου ... και η οποία γεννήθηκε την 18-11-2001 (σχ.προσκ.αντίγρ. της αρ.... /2001 Ληξιαρχικής Πράξης Γέννησης του Δήμου ...), την οποία οικογένειά του φροντίζει συνεχώς και αδιάλειπτα, ασχολείται τακτικά µε την επιμέλεια και ανατροφή της ανήλικης κόρης του, καθώς δεν υπάρχουν άτομα που μπορούν να βοηθήσουν σ’ αυτό πέραν του ιδίου και της συντρόφου του. 5) Πέραν τούτου.. δεν είναι επικίνδυνο για την δημόσια τάξη και ασφάλεια, ούτε επιρρεπής σε εγκληματικές συμπεριφορές και ούτε επικίνδυνος για την τέλεση άλλων αξιόποινων συμπεριφορών.
    Είναι έντιμος οικογενειάρχης, αγαπητός στον κοινωνικό του κύκλο και ποτέ δεν έδωσε την παραμικρή αφορμή. Υπέστην δε, από την όλη υπόθεση πολύ µμεγάλη επαγγελματική, οικογενειακή και ατομική καταστροφή και αρκετά προβλήματα υγείας όπως μόνιμες κεφαλαλγίες, ημικρανίες κ.λπ. Επομένως προκύπτει, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, από τα παραπάνω ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, οι επικαλούμενες ελαφρυντικές περιστάσεις και πρέπει να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 γ’ , δ’ και ε ‘ του ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά και ιδίως στοιχεία της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, ώστε το δικαστήριο να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί του ότι αυτός δεν ωθήθηκε στην πράξη του αυτή από ταπεινά αίτια και μετά την πράξη του έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει (ή να μειώσει) τις συνέπειες της πράξεώς του µε την υποβολή αιτήσεως προς τον Υπ. Οικονομικών-ΣΦΔ για διαιτητική επίλυση της διαφοράς ενώ η επικαλούμενη από αυτόν μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά, έλαβε χώρα σε καθεστώς ελεύθερης διαβίωσης (ΑΠ 1003 j 2003 Ποιν. Λογ.2003Ι 1097). Επικουρικά δε από τον χρόνο εκδόσεως της σχετικής διατάξεως της κας Ανακρίτριας ... αφενός κατέβαλε εμπρόθεσμα την τασσόμενη εγγύηση αφετέρου τήρησε κατά γράμμα τους περιοριστικούς όρους που του τέθηκαν χωρίς καμία μέχρι και σήμερα παρέκκλιση. Επομένως, ενόψει αυτών, πρέπει το Δικαστήριό Σας να κάνει δεκτούς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου για την αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ. γ, δ και ε του ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τα πιο πάνω ελαφρυντικά, ότι, δηλαδή, αυτός δεν ωθήθηκε στην πράξη του από ταπεινά αίτια παράλληλα έδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του καθώς δε συμπεριφέρθηκε από τον χρόνο τελέσεως των πράξεων αυτών, καλά μέχρι και σήμερα και µε τις παραδοχές αυτές να οδηγηθεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.".
    Το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του απέρριψε κατά πλειοψηφία τους ανωτέρω περί ελαφρυντικών αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος με την εξής, επί λέξει, αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α, β, γ, δ και ε πρέπει να απορριφθούν για τους εξής λόγους: Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος πριν από την τέλεση των προαναφερόμενων πράξεων επέδειξε θετική και επωφελή για την κοινωνία δράση σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς, που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2α, τέτοια δε συμπεριφορά δεν αποτελεί το γεγονός ότι συμβιώνει με τη σύντροφο του Σ. Κ. με την οποία απέκτησε μια κόρη ηλικίας σήμερα 12 ετών, ότι φροντίζει την οικογένεια του συνεχώς και αδιαλείπτως, ότι ασχολείται τακτικά με την επιμέλεια και ανατροφή της ανήλικης κόρης του και ότι δεν υπάρχουν άλλα άτομα που μπορούν να βοηθήσουν σ’ αυτό. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στις προαναφερόμενες πράξεις του για τις οποίες κρίθηκε ένοχος από μη ταπεινά ελατήρια. Άλλωστε, ο εν λόγω ισχυρισμός του συνοδεύεται από περιστατικά, που συνιστούν άρνηση της κατηγορίας, για την οποία (άρνηση), όμως, δεν αποδείχθηκαν τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν. Ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84παρ 2 γ ΠΚ το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε χωρίς την αναφορά πραγματικών περιστατικών, που να αποδεικνύουν τη συνδρομή της. Περαιτέρω, δεν προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι ο κατηγορούμενος μετανόησε ειλικρινά και ότι επεζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, μόνη δε η αποδειχθείσα υποβολή εκ μέρους του αίτησης για διαιτητική επίλυση της διαφοράς δεν μαρτυρεί ειλικρινή μετάνοια του ούτε προσπάθεια να άρει τις συνέπειες των πράξεων του. Σημειωτέον ότι ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε ούτε στο Δικαστήριο έτσι ώστε τουλάχιστον από την απολογία του σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία να διαγνωσθεί εάν η επικαλούμενη εκ μέρους του μεταμέλεια υπήρξε ειλικρινής. Τέλος, ως προς την τελευταία ελαφρυντική περίσταση, ήτοι αυτή της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς δεν αποδείχθηκαν τέτοια πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορουμένου προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα. Πέραν τούτου δεν αποδείχθηκε ότι η μη επιλήψιμη συμπεριφορά του μετά την τέλεση της προαναφερόμενης πράξης είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης αυτού, αντίθετα μάλιστα εκτιμάται ότι αυτή ( η μη επιλήψιμη συμπεριφορά) είναι αποτέλεσμα της αναμενόμενης δικαστικής κρίσεως ώστε να μπορεί ευπροσώπως να υποστηρίξει αίτημα αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του αυτής της ελαφρυντικής περίστασης.".
    Με αυτά που, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη των μελών του, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε, σχετικά με την απορριπτική του αιτήματος του αναιρεσείοντα να του αναγνωρισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως των μη ταπεινών αιτίων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β’ του ΠΚ (την οποίαν εκ προδήλου παραδρομής ο αναιρεσείων παραθέτει ότι στηρίζεται στο εδ. γ’ αντί του ορθού εδ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ) την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία δεν προέκυπτε ότι ωθήθηκε αυτός στην πράξη του από μη ταπεινά ελατήρια. Άλλωστε, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι τέλεσε την πράξη του από μη ταπεινά ελατήρια συνοδεύεται από περιστατικά, που συνιστούν άρνηση της κατηγορίας, για την οποία, όμως, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν. Καθ’ όσον αφορά τον επίσης εκ των ανωτέρω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος εκείνο για την αναγνώριση του κατά το άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α’ του ΠΚ ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενό του δεν ήταν επαρκώς ορισμένος, αφού, κατά την ως άνω σχετική νομική σκέψη, μόνον το λευκό ποινικό μητρώο του, η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητάς του μέχρι την τέλεση της πράξεως και η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά του, με την δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, δεν αρκούν χωρίς την επί πλέον επίκληση και απόδειξη πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά του, τα οποία και εν προκειμένω ο κατηγορούμενος αυτός δεν επικαλέσθηκε.
    Επίσης, υπό μόνον το εκτεθέν σχετικώς περιεχόμενό του, δεν ήταν επαρκώς ορισμένος ο ισχυρισμός του (αναιρεσείοντος) για την αναγνώριση και της συνδρομής του κατά το άρθρο 84 παρ. 2 εδ. δ’ του ΠΚ ελαφρυντικού της ειλικρινούς εμπράκτου μετανοίας του, αφού δεν συνδυαζόταν με την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, τα οποία να δείχνουν ότι και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινώς και όχι προσχηματικώς να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, μη αρκούσης της επικλήσεως και μόνον ότι υπέβαλε την από 19-3-2012 αίτησή του, µε αρ. πρωτ. .../2012, απευθυνόμενη στον Υπουργό Οικονομικών και το Σώμα Φορολογικών Διαιτητών (δια της Β’ ΔΟΥ ...), προς διαιτητική επίλυση των διαφορών σε ό,τι αφορά τα επιβαλλόμενα πρόστιμα από τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, ώστε το ποσό που θα προκύψει να το καταβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς την περαιτέρω επίκληση της τύχης της αιτήσεως αυτής και επίσης χωρίς την επίκληση καταβολής κάποιου ποσού εκ των οφειλομένων. Τέλος, υπό το εκτεθέν περιεχόμενό του επίσης δεν ήταν επαρκώς ορισμένος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση και της ελαφρυντικής περιστάσεως της καλής συμπεριφοράς του μετά την πράξη του, αφού προς στοιχειοθέτησή του, πέραν της επικλήσεως καλής και συνήθους συμπεριφοράς του, εργασίας του, ομαλής οικογενειακής του ζωής, ελλείψεως παραβατικότητας, και συμμορφώσεώς του στην, μετά την απολογία στο ανακριτή εκδοθείσα από το τελευταίο διάταξη, με την οποίαν του επιβλήθηκε ο περιοριστικός όρος της καταβολής εγγυήσεως, δεν επικαλέσθηκε πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της, κατά την ελεύθερη και όχι την εξαναγκαζόμενη από τις περιστάσεις αναμονής της δίκης, βούλησή του, αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξεως και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Παρά την τοιαύτη αοριστία τους με την ανωτέρω για εκάστη των αορίστων αυτών ελαφρυντικών περιστάσεων το δικαστήριο, καίτοι δεν ήταν υποχρεωμένο, διέλαβε την προαναφερόμενη στο σκεπτικό σχετική επαρκή αιτιολογία της απορριπτικής κρίσεώς του.
    Επομένως απορρίπτοντας τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς του ως άνω αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ αναιρετικού λόγου της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως εκ τούτου τα αντίθετα, που υποστηρίζει με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.- Στο άρθρο 82 παρ. 1 και 3 ΠΚ, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν από τις περ. 1 και 2 της υποπαραγράφου ΙΓ’ του πρώτου άρθρου ν. 4093/2012 ορίζονται τα εξής : "1. ... Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφαση του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων...3. Κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ ... Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών". Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ως περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που είναι ανώτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, η οποία μετατρέπεται σε χρηματική, εκτός αν το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει ότι απαιτείται η μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων, νοείται τόσο η ποινή φυλακίσεως όσο και η ποινή καθείρξεως. Η ερμηνευτική εκδοχή αυτή συμπορεύεται με το γράμμα του νόμου, όπου προκρίνεται η διατύπωση "περιοριστική της ελευθερίας ποινή", και όχι ο όρος "φυλάκιση", αλλά και με τον σκοπό του νόμου, ο οποίος συνίσταται στην αποσυμφόρηση των φυλακών με πνεύμα σύγχρονης σωφρονιστικής αντίληψης. Παρόμοιος ήταν και ο σκοπός των νόμων 3727/2008 στο άρθρο 16 αυτού, 3772/2009 στο άρθρο η παρ. 3 αυτού και 3811/2009 στο άρθρο 26 αυτού, οι οποίοι προβλέπουν τη δυνατότητα μετατροπής για περιορισμένο χρονικό διάστημα και ποινής καθείρξεως πέντε ετών, συμπεριλαμβάνοντάς την στη φραστική διατύπωση "στερητική της ελευθερίας ποινή" και αναφέροντας ρητά τον όρο "πενταετής κάθειρξη".
    Εξάλλου, ως βαρύνον κριτήριο για τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή δεν τάσσεται ο κακουργηματικός ή πλημμεληματικός χαρακτήρας της πράξης αλλά η φύση και η χρονική διάρκεια της στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία και σε κακουργήματα, όταν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις ή άλλοι γενικοί λόγοι μείωσης της ποινής, έχει ως ελάχιστα όρια φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή ενός έτους (άρθρο 83 στοιχ. β’ -γ’ ΠΚ). Από τα προαναφερθέντα συνάγεται, ότι υπόκειται σε μετατροπή και η ποινή καθείρξεως πέντε ετών, καθώς και η συνολική ποινή καθείρξεως, όταν η ποινή βάση αυτής είναι ποινή καθείρξεως πέντε ετών (ΑΠ 454/2016). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με τον ν. 4093/2012, συνισταμένη στην απόρριψη του αιτήματός του για μετατροπή της ποινής καθείρξεως πέντε (5) ετών, η οποία επιβλήθηκε σε βάρος του με την προσβαλλόμενη απόφαση για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, ανερχόμενο σε διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα (241.980) ευρώ). Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 23), ο αναιρεσείων μετά την απαγγελία της ανωτέρω ποινής υπέβαλε δια της συνηγόρου του σχετικό αίτημα, το οποίο απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία ως μη νόμιμο με την αιτιολογία, ότι για την μετατροπή εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 82 του ΠΚ, που ορίζουν για μετατροπή ποινών φυλάκισης από τρία έως πέντε έτη και όχι για μετατροπή ποινών καθείρξεως πέντε (5) ετών. Όμως, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη και αφού η ποινή είναι ποινή καθείρξεως πέντε ετών, υπόκειται (καταρχήν) σε μετατροπή. Επομένως, το άνω Πενταμελές Εφετείο παραβίασε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ, όπως αυτή αντικ. με το πρώτο άρθρο υπό παρ. ΙΓ’ περ. 1-2 ν. 4093/2012, εσφαλμένως ερμηνεύοντας αυτήν και συνακολούθως είναι βάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, με τον οποίον πλήττεται η απορριπτική διάταξη του αιτήματος μετατροπής της ποινής καθείρξεως των πέντε (5) ετών που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα.-.
    Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μόνο ως προς τη διάταξη που απορρίπτει το αίτημα μετατροπής της ποινής, να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση με διαφορετική σύνθεση, προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τη μετατροπή ή μη της συνολικής ποινής της πενταετούς καθείρξεως που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 519 ΚΠΔ).-
    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 127/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) Λάρισας, ως προς τη διάταξή της που απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος για μετατροπή της συνολικής ποινής της πενταετούς καθείρξεως, που επιβλήθηκε σε βάρος του.
    Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τη μετατροπή ή μη της ποινής.
    Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
    Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2017.
    Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πρόεδρος:
Γεώργιος Σακκάς, Αντιπρόεδρος
Δικηγόροι:
Βασίλειος Κούτας
Εισηγητές:
Αντεισαγγελέας ΑΠ: Αθανάσιος Ακριτίδης Εισηγητής: Ιωάννης Μπαλιτσάρης, Αρεοπαγίτης
Μέλη:
Βασίλειος Καπελούζος, Δημήτριος Γεώργας, Δημήτριος Τζιούβας, Ιωάννης Μπαλιτσάρης
Λήμματα:
Φοροδιαφυγή ,Μετατροπή ποινής ,Κάθειρξη ,Χρηματική ποινή

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 

Δικαστήριο:ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος:ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:315
Ετος:2017

Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 315/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Γεώργιο Αναστασάκο και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Τ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Κωνσταντίνου Κρεμμύδα, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 570/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πατρών και με πολιτικώς ενάγοντα το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Δημήτριο Φαρμάκη. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2016 αίτηση αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό ...2016. Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
    ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ν.2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις" τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δηλώσεως εισοδήματος (άρθρ. 17), β) τη μη απόδοση Φ.Π.Α. και άλλων παρακρατούμενων φόρων ή εισφορών (άρθρ. 18) και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρ. 19). Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 19 παρ. 1 του ν.2523/1997, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του από την εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του χρόνου τέλεσης της πράξης, διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 του ν.3220/2004 και πριν από την τροποποίησή του από το άρθρο 3 παρ. 2 εδ. η’ του ν.3943/201 1, "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με κάθειρξη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ." Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου 19 του ν.2523/1997, "εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι, επίσης, το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας". Περαιτέρω, κατά τις παρ.1 α και 6 του άρθρου 20 του ίδιου ν.2523/1997, "1. Στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται: α) Στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω ... 6. Οι ανωτέρω αυτουργοί και συνεργοί τιμωρούνται εφόσον κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος είχαν την ιδιότητα αυτή και εφόσον γνώριζαν ή από την ιδιότητά τους και εν όψει των συγκεκριμένων περιστάσεων γίνεται φανερό ότι γνώριζαν για τις πράξεις ή παραλείψεις, με τις οποίες εκπληρώθηκαν οι όροι των αδικημάτων του παρόντος". Από τις πιο πάνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων (και μάλιστα ανεξαρτήτως αν τα τελευταία είναι και πλαστά, αφού ο νόμος δεν θεωρεί ως εικονικά μόνο τα γνήσια), υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και, επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η’ του ν.1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την, επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία,, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση, που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της, όταν αυτό, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ’ αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της φοροδιαφυγής με τη μορφή της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων (τιμολογίων), για τη στοιχειοθέτηση του οποίου ο νόμος αρκείται σε απλό δόλο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 570/2015 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι, των εγγράφων των οποίων έγινε ανάγνωση, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, καθώς και των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθησαν κατά λέξη τα εξής: "Ο κατ/νος με πρόθεση ως διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." με αντικείμενο κατασκευή κτιρίων με έδρα την Πάτρα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος έλαβε εικονικά φορολογικά στοιχεία κατά τις κατωτέρω αναφερόμενες διακρίσεις, η καθαρή συνολική αξία των οποίων ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 2.677.474,87 ευρώ. Τα τιμολόγια αυτά ήταν εικονικά στο σύνολο τους τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς την αξία και αφορούσαν συναλλαγές που δεν πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των ανωτέρω επιχειρήσεων και του παραπάνω νομικού προσώπου, καθόσον, όπως προέκυψε από τον από 29.8.2011 έλεγχο των αρμοδίων υπαλλήλων του ΣΔΟΕ Δ.Ελλάδος, κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσής τους, οι φερόμενες ως εκδότριες εταιρείες που αναφέρονται στο διατακτικό, με εξαίρεση την ... ΑΕ, δεν λειτουργούσαν, ενώ και η τελευταία λειτουργούσε μεν πλην όμως στα στελέχη δεν είχαν αποτυπωθεί ευκρινώς τα στοιχεία μεταφοράς, δεν βρέθηκαν πρωτότυπες φορτωτικές ενώ και η διευθύνουσα σύμβουλος Σ. Φ. δήλωσε προφορικά στους αρμοδίους ελεγκτές του ΣΔΟΕ ότι δεν έχει καμία σχέση με τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία κατέθεσε ότι αυτά δεν είναι της επιχείρησής της. Τα ανωτέρω προκύπτουν από το πόρισμα της από 29.8.2001 θεωρημένη έκθεσης ελέγχου που αναγνώστηκε και από τη σαφή κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Χ.Γ. που έκανε έλεγχο στην ανωτέρω επιχείρηση που δεν ανατρέπονται από αντίθετο πειστικό αποδεικτικό στοιχείο. Ειδικότερα αποδείχθηκε από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα ότι: Α) Κατά τη χρήση του έτους 2005, έλαβε εκατόν είκοσι εννέα (129) εικονικά στο σύνολο τους φορολογικά στοιχεία, συνολικής καθαρής αξίας 1.271.783,73 ευρώ, ήτοι τα παρακάτω εικονικά ως προς τη συναλλαγή (στο σύνολο τους) Δ.Α.-Τιμολόγια και Τ.Π.: I) Από φερόμενη εκδότρια Τ. Τ. δέκα τρία (13), συνολικής καθαρής αξίας 105.045,04 ευρώ: 1) …5.19.2005 καθαρής αξίας 7.100,40 ευρώ, 2) …10.10.2005 καθαρής αξίας 6.596,00 ευρώ, 3) …14.10.2005, καθαρής αξίας 6.906,40 ευρώ, 4) …18.10.2005 καθαρής αξίας 7.022,80 ευρώ, 5) …5.10.2005 καθαρής αξίας 9.376,64 ευρώ, 6) …7.10.2005 καθαρής αξίας 9.506,00 ευρώ, 7) …12.10.2005 καθαρής αξίας 9.800,00 ευρώ, 8) …14.10.2005 καθαρής αξίας 9.917,60 ευρώ, 9) …15.10.2005 καθαρής αξίας 10.192,00 ευρώ, 10) …6.11.2005 καθαρής αξίας 3.060,00 ευρώ, 11) …18.11.2005 καθαρής αξίας 8.482,20 ευρώ, 12) …22.11.2005 καθαρής αξίας 8.241,00 ευρώ, 13) …25.11.2005 καθαρής αξίας 8.844,00 ευρώ, ΙΙ) Από φερόμενη εκδότρια ... Ε.Π.Ε. είκοσι ένα (21) συνολικής καθαρής αξίας 200.217,70 ευρώ: 1) ...4.1.2005, καθαρής αξίας 10.440,94 ευρώ, 2) ...10.11.2005 καθαρής αξίας 10.120,00 ευρώ, 3) ...15.11.2005, καθαρής αξίας 10.800,00 ευρώ, 4) ...5.12.2005 καθαρής αξίας 9.408,00 ευρώ, 5) .../7.12.2005 καθαρής αξίας 12.320,00 ευρώ, 6) .../9.12.2005 καθαρής αξίας 10.000,00 ευρώ, 7) .../10.12.2005 καθαρής αξίας 12.494,40 ευρώ, 8) .../12.12.2005 καθαρής αξίας 10.040,00 ευρώ, 9) .../15.12.2005 καθαρής αξίας 5.796,00 ευρώ, 10) .../2.8.2005 καθαρής αξίας 9.306,00 ευρώ, 11) .../3.8.2005 καθαρής αξίας 9.279,60 ευρώ, 12) .../4.8.2005 καθαρής αξίας 9.332,40 ευρώ, 13) .../5.8.2005 καθαρής αξίας 9.702,00 ευρώ, 14) .../8.8.2005 καθαρής αξίας 9.817,50 ευρώ, 15) .../10.8.2005 καθαρής αξίας 9.240,00 ευρώ, 16) .../17.8.2005 καθαρής αξίας 8.454,60 ευρώ, 17) .../19.8..2005 καθαρής αξίας 9.124,60 ευρώ, 18) .../22.8.2005 καθαρής αξίας 8.015,70 ευρώ, 19) .../24.8.2005 καθαρής αξίας 9.193,80 ευρώ, 20) .../26.8.2005 καθαρής αξίας 9.748,20 ευρώ, 21) .../2005 καθαρής αξίας 7.623,00 ευρώ. Ill) Από φερόμενο εκδότη Τ. Δ. εβδομήντα οκτώ (78), συνολικής καθαρής αξίας 766.344,99 ευρώ: 1) …12.4.2005, καθαρής αξίας 17.73,99 ευρώ, 2) …15.4.2005 καθαρής αξίας 4.202,10 ευρώ, 3) …1.4.2005, καθαρής αξίας 3.780,00 ευρώ, 4) …8.7.2005 καθαρής αξίας 10.179,00 ευρώ, 5) …11.7.2005 καθαρής αξίας 10.062,00 ευρώ, 6) ….11.7.2005 καθαρής αξίας 10.140,00 ευρώ, 7) …12.7.2005 καθαρής αξίας 10.101,00 ευρώ, 8) ….12.7.2005 καθαρής αξίας 10.140,00 ευρώ, 9) …13.7.2005 καθαρής αξίας 10.159,50 ευρώ, 10) …14.7.2005 καθαρής αξίας 10.081,50 ευρώ, 11) …14.7.2005 καθαρής αξίας 10.101,00 ευρώ, 12) …15.7.2005 καθαρής αξίας 9.886,50 ευρώ, 13) …15.7.2005 καθαρής αξίας 10.140,00 ευρώ, 14) …18.7.2005 καθαρής αξίας 10.042,50 ευρώ, 15) …18.7.2005 καθαρής αξίας 10.140,00 ευρώ, 16) …19.7.2005 καθαρής αξίας 9.984,00 ευρώ, 17) …19.7.2005 καθαρής αξίας 10.140,00 ευρώ, 18) …20.7.2005 καθαρής αξίας 10.101,00 ευρώ, 19) …20.7.2005 καθαρής αξίας 10.140,00 ευρώ, 20) …21.7.2005 καθαρής αξίας 9.964,50 ευρώ, 21) …21.7.2005 καθαρής αξίας 9.750,00 ευρώ, 22) …22.7.2005 καθαρής αξίας 10.140,00 ευρώ, 23) …22.7.2005 καθαρής αξίας 10.101,00 ευρώ, 24) …23.7.2005 καθαρής αξίας 10.140,00 ευρώ, 25) …3.10.2005 καθαρής αξίας 10.257,00 ευρώ, 26) …15.12.2005 καθαρής αξίας 11.990,00 ευρώ, 27) …15.12.2005 καθαρής αξίας 10.165,50 ευρώ, 28) …16.12.2005 καθαρής αξίας 10.935,00 ευρώ, 29) …16.12.2005 καθαρής αξίας 11.169,90 ευρώ, 30) …16.12.2005 καθαρής αξίας 12.485,00 ευρώ, 31) …16.12.2005 καθαρής αξίας 10.590,75 ευρώ, 32) …17.12.2005 καθαρής αξίας 10.955,25 ευρώ, 33) …17.12.2005 καθαρής αξίας 10.874,25 ευρώ, 34) …17.12.2005 καθαρής αξίας 12.182,50 ευρώ, 35) …19.12.2005 καθαρής αξίας 11.056,50 ευρώ, 36) …20.12.2005 καθαρής αξίας 10.874,25 ευρώ, 37) …20.12.2005 καθαρής αξίας 10.752,00 ευρώ, 38) …21.12.2005 καθαρής αξίας 10.428,75 ευρώ, 39) …21.12.2005 καθαρής αξίας 12.496,00 ευρώ, 40) …21.12.2005 καθαρής αξίας 11.076,75 ευρώ, 41) …22.12.2005 καθαρής αξίας 10.602,90 ευρώ, 42) …22.12.2005 καθαρής αξίας 10.530,00 ευρώ, 43) …23.12.2005 καθαρής αξίας 12.548,50 ευρώ, 44) …23.12.2005 καθαρής αξίας 10.732,50 ευρώ, 45) …23.12.2005 καθαρής αξίας 10.104,75 ευρώ, 46) …24.12.2005 καθαρής αξίας 10.787,98 ευρώ, 47) …24.12.2005 καθαρής αξίας 1 1.028,15 ευρώ, 48) …24.12.2005 καθαρής αξίας 10.935,00 ευρώ, 49) …27.12.2005 καθαρής αξίας 12.676,50 ευρώ, 50) …27.12.2005 καθαρής αξίας 10.663,65 ευρώ, 51) …28.12.2005 καθαρής αξίας 9.760,50 ευρώ, 52) …28.12.2005 καθαρής αξίας 10.683,90 ευρώ, 53) …21.3.2005 καθαρής αξίας 6.424,00 ευρώ, 54) …18.7.2005 καθαρής αξίας 9.886,50 ευρώ, 55) …21.7.2005 καθαρής αξίας 9.723,48 ευρώ, 56) …26.7.2005 καθαρής αξίας 10.140,00 ευρώ, 57) …27.7.2005 καθαρής αξίας 9.652,50 ευρώ, 58) …11.8.2005 καθαρής αξίας 9.418,50 ευρώ, 59) …17.8.2005 καθαρής αξίας 9.868,32 ευρώ, 60) …18.8.2005 καθαρής αξίας 9.702,00 ευρώ, 61) …19.8.2005 καθαρής αξίας 9.683,70 ευρώ, 62) …20.8.2005 καθαρής αξίας 9.664,20 ευρώ, 63) …23.8.2005 καθαρής αξίας 9.730,50 ευρώ, 64) …23.8.2005 καθαρής αξίας 5.250,00 ευρώ, 65) …25.8.2005 καθαρής αξίας 4.662,00 ευρώ, 66) …26.8.2005 καθαρής αξίας 5.958,75 ευρώ, 67) …29.8.2005 καθαρής αξίας 5.250,00 ευρώ, 68) …30.8.2005 καθαρής αξίας 5.617,50 ευρώ, 69) …31.8.2005 καθαρής αξίας 6.315,75 ευρώ, 70) …31.8.2005 καθαρής αξίας 6.159,30 ευρώ, 71) …31.8.2005 καθαρής αξίας 4.200,00 ευρώ, 72) …8.10.2005 καθαρής αξίας 10.042,50 ευρώ, 73) …12.10.2005 καθαρής αξίας 10.464,87 ευρώ, 74) …14.10.2005 καθαρής αξίας 10.542,50 ευρώ, 75) …17.10.2005 καθαρής αξίας 10.276,50 ευρώ, 76) …20.10.2005 καθαρής αξίας 11.116,60 ευρώ, 77) …21.10.2005 καθαρής αξίας 10.530,00 ευρώ και 78) …26.10.2005 καθαρής αξίας 10.366,20 ευρώ. IV) Από φερόμενη εκδότρια ... Α.Ε. δέκα επτά (17), συνολικής καθαρής αξίας 200.176,00 ευρώ: 1) ...3.10.2005, καθαρής αξίας 12.182,50 ευρώ, 2) ...13.10.2005 καθαρής αξίας 12.870,00 ευρώ, 3) ...18.10.2005, καθαρής αξίας 12.100,00 ευρώ, 4) ...7.10.2005 καθαρής αξίας 12.500,00 ευρώ, 5) ...21.10.2005 καθαρής αξίας 11.112,50 ευρώ, 6) ...26.10.2005 καθαρής άξιας 10.716,00 ευρώ, 7) ...1.11.2005 καθαρής αξίας 12.496,00 ευρώ, 8) ...3.11.2005 καθαρής αξίας 10.125,00 ευρώ, 9) ...7.11.2005 καθαρής αξίας 12.512,50 ευρώ, 10) ...9.11.2005 καθαρής αξίας 10.449,00 ευρώ, 11) ...11.11.2005 καθαρής αξίας 12.017,50 ευρώ, 12) ...14.11.2005 καθαρής αξίας 10.570,50 ευρώ, 13) ...16.11.2005 καθαρής αξίας 12.760,00 ευρώ, 14) ...18.11.2005 καθαρής αξίας 10.530 ευρώ, 15) ...23.11.2005 καθαρής αξίας 12.485,00 ευρώ, 16) ...26.11.2005 καθαρής αξίας 12.265,00 ευρώ, 17) ...19.11.2005 καθαρής αξίας 12.485,00 ευρώ. Β) Κατά τη χρήση του έτους 2006, έλαβε πενήντα οκτώ (58) εικονικά στο σύνολο τους φορολογικά στοιχεία, συνολικής καθαρής αξίας 605.609,04 ευρώ, ήτοι τα παρακάτω εικονικά ως προς τη συναλλαγή Δ.Α. - Τιμολόγια και Τ.Π. Ι) Από φερόμενη εκδότρια ... Ε.Π.Ε. είκοσι τρία ,i23) συνολικής καθαρής αξίας 217.026,20 ευρώ: 1) ...8.11.2006 καθαρής αξίας 9.494,94 ευρώ, 2) ...10.11.2006 καθαρής αξίας 9.560,74 ευρώ, 3) ...11.11.2006 καθαρής αξίας 10.385,50 ευρώ, 4) ...16.11.2006 καθαρής αξίας 10.593,80 ευρώ, 5)...16.11.2006 καθαρής αξίας 9.016,00 ευρώ, 6)...16.11.2006 καθαρής αξίας 10.462,20 ευρώ, 7) ...18.11.2006 καθαρής αξίας 5.336,00 ευρώ, 8)...18.11.2006 καθαρής αξίας 9.613,50 ευρώ, 9)...26.11.2006 καθαρής αξίας 10.725,40 ευρώ, 10) …28.11.2006 καθαρής αξίας 8.083,60 ευρώ, 11) …1.11.2006 καθαρής αξίας 9.494,94 ευρώ, 12) …3.11.2006 καθαρής αξίας 9.189,70 ευρώ, 13) …/2.11.2006.2006 καθαρής αξίας 9.848,40 ευρώ, 14) …8.11.2006 καθαρής αξίας δ.402,66 ευρώ, 15) …9.11.2006 καθαρής αξίας 9848,30 ευρώ, 16) …10.11.2006 καθαρής αξίας 8.343,44 ευρώ, 17) …13.11.2006 καθαρής αξίας 10.495,10 ευρώ, 18) …17.11.2006 καθαρής αξίας 9.100,00 ευρώ, 19) …/18.11.2006 καθαρής αξίας 9.679,58 ευρώ, 20) …/20.11.2006 καθαρής αξίας 9.738,40 ευρώ, 21) …/21.11.2006 καθαρής αξίας 9.576,00 ευρώ, 22) …/22.11.2006 καθαρής αξίας 9.689,00 ευρώ και 23) …/23.11.2006 καθαρής αξίας 10.349,00 ευρώ. ΙΙ) Από φερόμενο εκδότη Τ. Δ. δέκα επτά (17), συνολικής καθαρής αξίας 178.082,84 ευρώ: 1) ...2.3.2006 καθαρής αξίας 3.427,20 ευρώ, 2) …6.4.2006 καθαρής αξίας 4.025,00 ευρώ, 3) …10.3.2006 καθαρής αξίας 12.520,00 ευρώ, 4) ...15.3.2006 καθαρής αξίας 12.469,80 ευρώ, 5) ...17.3.2006 καθαρής αξίας 12.404,70 ευρώ, 6) …21.3.2006 καθαρής αξίας 5.250,00 ευρώ, 7) ...3.4.2006 καθαρής αξίας 12.480,00 ευρώ, 8) …3.4.2006 καθαρής αξίας 10.492,00 ευρώ, 9) …5.4.2006 καθαρής αξίας 12.200,00 ευρώ, 10) ...6.4.2006 καθαρής αξίας 12.499,00 ευρώ, 11) …6.4.2006 καθαρής αξίας 12.467,50 ευρώ, 12) ...8.4.2006 καθαρής αξίας 12.450,00 ευρώ, 13) …11.4.2006 καθαρής αξίας 12.566,50 ευρώ, 14) …12.4.2006 καθαρής αξίας 12.531,50 ευρώ, 15) …14.4.2006 καθαρής αξίας 12.480,00 ευρώ, 16) …19.4.2006 καθαρής αξίας 11.683,44 ευρώ και 17) …22.5.2006 καθαρής αξίας 6.156,00 ευρώ. ΙΙΙ) Από φερόμενη εκδότρια ... Α.Ε. δέκα οκτώ (18) συνολικής καθαρής αξίας 210.500,00 ευρώ: 1) …1.12.2006 καθαρής αξίας 12.350,00 ευρώ, 2) ....2.12.2006 καθαρής αξίας 11.760,00 ευρώ, 3) …2.12.2006 καθαρής αξίας 11.700,00 ευρώ, 4) …5.12.2006 καθαρής αξίας 12.500,00 ευρώ, 5) …7.12.2006 καθαρής αξίας 12.420,00 ευρώ, 6) …/8.12.2006 καθαρής αξίας 12.600,00 ευρώ, 7)…/9.12.2006 καθαρής αξίας 12.000,00 ευρώ, 8) …/12.12.2006 καθαρής αξίας 12.240,00 ευρώ, 9) …/13.12.2006 καθαρής αξίας 12.350,00 ευρώ, 10) …/14.12.2006 καθαρής αξίας 12.040,00; ευρώ, 11) …/15.12.2006 καθαρής αξίας 12.350,00 ευρώ, 12) …/16.12.2006 καθαρής αξίας 12.120,00 ευρώ, 13) …/18.12.2006 καθαρής αξίας 12.250,00 ευρώ, 14) …/19.12.2006 καθαρής αξίας 12.040,00 ευρώ, 15) …/20.12.2006 καθαρής αξίας 11.700,00 ευρώ, 16) …/21.12.2006 καθαρής αξίας 12.360,00 ευρώ, 17) …/22.12.2006 καθαρής αξίας 12.320,00 ευρώ και 18) …/27.12.2006 καθαρής αξίας 3.400,00 ευρώ. Γ) Κατά τη χρήση του έτους 2007, έλαβε εξήντα εννέα (69) εικονικά και πλαστά στο σύνολο τους φορολογικά στοιχεία, συνολικής καθαρής αξίας 800.082,10 ευρώ, ήτοι τα παρακάτω εικονικά ως προς τη συναλλαγή Δ.Α.- Τιμολόγια και Τ.Π.: I) Από φερόμενη εκδότρια ..., τριάντα τρία (33) πλαστά, συνολικής καθαρής αξίας 375.573,40 ευρώ: 1)...2.7.2007 καθαρής αξίας 12.488,00 ευρώ, 2) ...4.7.2007, καθαρής αξίας 12.364,50 ευρώ, 3) ...5.7.2007 καθαρής αξίας 12.498,00 ευρώ, 4) ...9.7.2007, καθαρής αξίας 12,488,00 ευρώ, 5) ...10.7.2007, καθαρής αξίας 12.429,00 ευρώ 6) ...11*7.2007, καθαρής αξίας 12.498,00 ευρώ, 7) ...16.7.200, καθαρής αξίας 12.444,40 ευρώ, 8) ...17.7.2007, καθαρής αξίας 12.420,00 ευρώ, 9) ...18.7.2007, καθαρής αξίας 12.376,00 ευρώ, 10) ...19.7.2007, καθαρής αξίας 12.360,00 ευρώ, 11)...20.7.2007, καθαρής αξίας 12.270,00 ευρώ, 12) ...21.7.2007, καθαρής αξίας 12.445,50 ευρώ, 13) ...23.7.007, καθαρής αξίας 12.210,00 ευρώ 14) ...25.7.2007, καθαρής αξίας 10.500,00 ευρώ, 15) ...26.7.2007, καθαρής αξίας 9.390,00 ευρώ, 16) ...27.7.2007, καθαρής αξίας 10.680,00 ευρώ, 17)...28.7.2007, καθαρής αξίας 9.141,00 ευρώ, 18) ...1.6..2007, καθαρής αξίας 12.350,00 ευρώ, 19) ...6.6.2007, καθαρής αξίας 12.540,00 ευρώ, 20) ...8.8.2007, καθαρής αξίας 12587,50 ευρώ, 21)...12.6.2007, καθαρής αξίας 12,587,50 ευρώ, 22) ...13.6.2007, καθαρής αξίας 12.730,00 ευρώ, 23) ...14.6.2007, καθαρής αξίας 12.540,00 ευρώ, 24) ...15.6.2007, καθαρής αξίας 12.730,00 ευρώ, 25)...18.6.2007, καθαρής αξίας 12.445,00 ευρώ, 26) ...19.6.2007, καθαρής αξίας 12.730,00 ευρώ, 27)...21.6.2007, καθαρής αξίας 7.700,00 ευρώ, 28) ...22.6.2007, καθαρής αξίας 7.722,00 ευρώ, 29) ...25.6.2007, καθαρής αξίας 8.160,00 ευρώ, 30) ...26.6.2007, καθαρής αξίας 8.400,00 ευρώ, 31) ...27.6.2007, καθαρής αξίας 8.424,00 ευρώ, 32) …28.6.2007 καθαρής αξίας 8.575,00 ευρώ και 33) ...29.6.2007 καθαρής αξίας 12.350,00 ευρώ. ΙΙ) Από φερόμενη εκδότρια ... Ε.Π.Ε. δέκα οκτώ (18) εικονικά, συνολικής καθαρής αξίας 212.611,60 ευρώ: 1) ...4.5.2007 καθαρής αξίας 11.970,00 ευρώ, 2) ...15.5.2007, καθαρής αξίας 12.084,00 ευρώ, 3) ...15.5.2007 καθαρής αξίας 11.200,00 ευρώ, 4) ...18.5.2007, καθαρής αξίας 11.286,00 ευρώ, 5) ...18.5.2007, καθαρής αξίας 12.075,00 ευρώ, 6) ...21.5.2007, καθαρής αξίας 11.400,00 ευρώ, 7) ...21.5.2007, καθαρής αξίας 11.200,00 ευρώ, 8) ...22.5.2007, καθαρής αξίας 12.255,00 ευρώ, 9) ...22.5.2007, καθαρής αξίας 12.160,00 ευρώ, 10) ...23.5.2007, καθαρής αξίας 10.560,00 ευρώ, 11) ...23.5.2007, καθαρής αξίας 12.426,00 ευρώ, 12) ...24.5.2007, καθαρής αξίας 12.540,60 ευρώ, 13) ...24.5.007, καθαρής αξίας 12.540,00 ευρώ 14) ...26.5.2007, καθαρής αξίας 10.560,00 ευρώ, 15) 5...28.5.2007, καθαρής αξίας 11.200,00 ευρώ, 16) ...28.5.2007, καθαρής αξίας 12.540,00 ευρώ, 17) ...29.5.2007, καθαρής αξίας 12.540,00 ευρώ και 18)...30.5.2007, καθαρής αξίας 12.075,00 ευρώ. ΙΙΙ) Από φερόμενη εκδότρια ... Α.Ε., τέσσερα (4) εικονικά συνολικής καθαρής αξίας 42.250,00 ευρώ: 1) ...11.1.2007 καθαρής αξίας 10.400,00 ευρώ, 2) ...19.1.2007 καθαρής αξίας 11.050,00 ευρώ, 3) ...24.1.2007 καθαρής αξίας 9.750,00 ευρώ και 4) ...29.1.2007 καθαρής αξίας 11.050,00 ευρώ. ΙV) Από φερόμενη εκδότρια ... Α.Ε., δέκα τέσσερα (14) εικονικά, συνολικής καθαρής αξίας 169.647,10 ευρώ: 1) ...1.11.2007, καθαρής αξίας 12.441 ευρώ, 2) ...2,11.2007, καθαρής αξίας 12.412,00 ευρώ, 3) ...5.11.2007, καθαρής αξίας 12.412,00 ευρώ, 4) ...6.11.2007, καθαρής αξίας 12.412,00 ευρώ, 5) ...10.11.2007, καθαρής αξίας 12.412,00 ευρώ, 6) ...14.11.2007, καθαρής αξίας 12.383,00 ευρώ, 7) ...17.11.2007, καθαρής αξίας 12.383,00 ευρώ, 8) ...23.11.2007, καθαρής αξίας 12.441,00 ευρώ, 9) ...20.11.2007, καθαρής αξίας 12.441,00 ευρώ, 10) ...21.11.2007, καθαρής αξίας 12.441,00 ευρώ, 11) ...26.11.2007, καθαρής αξίας 10.914,15 ευρώ, 12) ...27.11.2007, καθαρής αξίας 12.441,00 ευρώ, 13) ...28.11.2007 καθαρής αξίας 9.672,95 ευρώ και 14) ...29.11.2007 καθαρής αξίας 12.441,00 ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την πράξη, για την οποία κατηγορείται. Το Δικαστήριο ωστόσο δέχεται ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α’ ΠΚ, όπως και πρωτοδίκως." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ’ εξακολούθηση, αναγνωρίζοντας σ’ αυτόν το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, μετατραπείσα προς πέντε ευρώ την ημέρα, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στην Πάτρα, κατά τις χρήσεις 2005, 2006 και 2007, με πρόθεση, ως διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", με αντικείμενο κατασκευή κτηρίων κ.λ.π., με έδρα την Πάτρα, οδός ..., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, έλαβε εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία, κατά τις κατωτέρω διακρίσεις, η καθαρή συνολική των οποίων υπερβαίνει για κάθε χρήση το ποσό των 150.000 ευρώ και συνολικά ανέρχεται στο ποσό των 2.677.474,87 ευρώ. Ειδικότερα, κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε αρμοδίως από εφοριακούς υπαλλήλους του Σ.Δ.Ο.Ε. Περιφερειακής Διεύθυνσης Δυτικής Ελλάδος και σύμφωνα με το πόρισμα της από 29.8.2011 θεωρημένης έκθεσης ελέγχου διαπιστώθηκε ότι: Α) Κατά τη χρήση του έτους 2005, έλαβε εκατόν είκοσι εννέα (129) εικονικά στο σύνολο τους φορολογικά στοιχεία, συνολικής καθαρής αξίας 1.271.783,73 ευρώ, ήτοι τα παρακάτω εικονικά ως προς τη συναλλαγή (στο σύνολο τους) Δ.Α.-Τιμολόγια και Τ.Π.: I) Από φερόμενη εκδότρια Τ. Τ. δέκα τρία (13), συνολικής καθαρής αξίας 105.045,04 ευρώ: 1) …5.19.2005 καθαρής αξίας 7.100,40 ευρώ, 2) …10.10.2005 καθαρής αξίας 6.596,00 ευρώ, 3) …14.10.2005, καθαρής αξίας 6.906,40 ευρώ, 4) …18.10.2005 καθαρής αξίας 7.022,80 ευρώ, 5) …5.10.2005 καθαρής αξίας 9.376,64 ευρώ, 6) …7.10.2005 καθαρής αξίας 9.506,00 ευρώ, 7) …12.10.2005 καθαρής αξίας 9.800,00 ευρώ, 8) …14.10.2005 καθαρής αξίας 9.917,60 ευρώ, 9) …15.10.2005 καθαρής αξίας 10.192,00 ευρώ, 10) …6.11.2005 καθαρής αξίας 3.060,00 ευρώ, 11) …18.11.2005 καθαρής αξίας 8.482,20 ευρώ, 12) …22.11.2005 καθαρής αξίας 8.241,00 ευρώ, 13) …25.11.2005 καθαρής αξίας 8.844,00 ευρώ, ΙΙ) Από φερόμενη εκδότρια ... Ε.Π.Ε. είκοσι ένα (21) συνολικής καθαρής αξίας 200.217,70 ευρώ: 1) ...4.1.2005, καθαρής αξίας 10.440,94 ευρώ, 2) ...10.11.2005 καθαρής αξίας 10.120,00 ευρώ, 3) ...15.11.2005, καθαρής αξίας 10.800,00 ευρώ, 4) ...5.12.2005 καθαρής αξίας 9.408,00 ευρώ, 5) .../7.12.2005 καθαρής αξίας 12.320,00 ευρώ, 6) .../9.12.2005 καθαρής αξίας 10.000,00 ευρώ, 7) .../10.12.2005 καθαρής αξίας 12.494,40 ευρώ, 8) .../12.12.2005 καθαρής αξίας 10.040,00 ευρώ, 9) .../15.12.2005 καθαρής αξίας 5.796,00 ευρώ, 10) .../2.8.2005 καθαρής αξίας 9.306,00 ευρώ, 11) .../3.8.2005 καθαρής αξίας 9.279,60 ευρώ, 12) .../4.8.2005 καθαρής αξίας 9.332,40 ευρώ, 13) .../5.8.2005 καθαρής αξίας 9.702,00 ευρώ, 14) .../8.8.2005 καθαρής αξίας 9.817,50 ευρώ, 15) .../10.8.2005 καθαρής αξίας 9.240,00 ευρώ, 16) .../17.8.2005 καθαρής αξίας 8.454,60 ευρώ, 17) .../19.8..2005 καθαρής αξίας 9.124,60 ευρώ, 18) .../22.8.2005 καθαρής αξίας 8.015,70 ευρώ, 19) .../24.8.2005 καθαρής αξίας 9.193,80 ευρώ, 20) .../26.8.2005 καθαρής αξίας 9.748,20 ευρώ, 21) .../2005 καθαρής αξίας 7.623,00 ευρώ. Ill) Από φερόμενο εκδότη Τ. Δ. εβδομήντα οκτώ (78), συνολικής καθαρής αξίας 766.344,99 ευρώ: 1) …12.4.2005, καθαρής αξίας 17.73,99 ευρώ, 2) …15.4.2005 καθαρής αξίας 4.202,10 ευρώ, 3) …1.4.2005, καθαρής αξίας 3.780,00 ευρώ, 4) …8.7.2005 καθαρής αξίας 10.179,00 ευρώ, 5) …11.7.2005 καθαρής αξίας 10.062,00 ευρώ, 6) …11.7.2005 καθαρής αξίας 10.140,00 ευρώ, 7) …12.7.2005 καθαρής αξίας 10.101,00 ευρώ, 8) …12.7.2005 καθαρής αξίας 10.140,00 ευρώ, 9) …13.7.2005 καθαρής αξίας 10.159,50 ευρώ, 10) …14.7.2005 καθαρής αξίας 10.081,50 ευρώ, 11) …14.7.2005 καθαρής αξίας 10.101,00 ευρώ, 12) …15.7.2005 καθαρής αξίας 9.886,50 ευρώ, 13) …15.7.2005 καθαρής αξίας 10.140,00 ευρώ, 14) …18.7.2005 καθαρής αξίας 10.042,50 ευρώ, 15) …18.7.2005 καθαρής αξίας 10.140,00 ευρώ, 16) …19.7.2005 καθαρής αξίας 9.984,00 ευρώ, 17) …19.7.2005 καθαρής αξίας 10.140,00 ευρώ, 18) …20.7.2005 καθαρής αξίας 10.101,00 ευρώ, 19) …20.7.2005 καθαρής αξίας 10.140,00 ευρώ, 20) …21.7.2005 καθαρής αξίας 9.964,50 ευρώ, 21) …21.7.2005 καθαρής αξίας 9.750,00 ευρώ, 22) …22.7.2005 καθαρής αξίας 10.140,00 ευρώ, 23) …22.7.2005 καθαρής αξίας 10.101,00 ευρώ, 24) …23.7.2005 καθαρής αξίας 10.140,00 ευρώ, 25) …3.10.2005 καθαρής αξίας 10.257,00 ευρώ, 26) …15.12.2005 καθαρής αξίας 11.990,00 ευρώ, 27) ..15.12.2005 καθαρής αξίας 10.165,50 ευρώ, 28) …16.12.2005 καθαρής αξίας 10.935,00 ευρώ, 29) …16.12.2005 καθαρής αξίας 11.169,90 ευρώ, 30) …16.12.2005 καθαρής αξίας 12.485,00 ευρώ, 31) …16.12.2005 καθαρής αξίας 10.590,75 ευρώ, 32) …17.12.2005 καθαρής αξίας 10.955,25 ευρώ, 33) ...17.12.2005 καθαρής αξίας 10.874,25 ευρώ, 34) ...17.12.2005 καθαρής αξίας 12.182,50 ευρώ, 35) …19.12.2005 καθαρής αξίας 11.056,50 ευρώ, 36) …20.12.2005 καθαρής αξίας 10.874,25 ευρώ, 37) ...20.12.2005 καθαρής αξίας 10.752,00 ευρώ, 38) …21.12.2005 καθαρής αξίας 10.428,75 ευρώ, 39) ...21.12.2005 καθαρής αξίας 12.496,00 ευρώ, 40) ...21.12.2005 καθαρής αξίας 11.076,75 ευρώ, 41) …22.12.2005 καθαρής αξίας 10.602,90 ευρώ, 42) …22.12.2005 καθαρής αξίας 10.530,00 ευρώ, 43) ...23.12.2005 καθαρής αξίας 12.548,50 ευρώ, 44) …23.12.2005 καθαρής αξίας 10.732,50 ευρώ, 45) …23.12.2005 καθαρής αξίας 10.104,75 ευρώ, 46) …24.12.2005 καθαρής αξίας 10.787,98 ευρώ, 47) …24.12.2005 καθαρής αξίας 1 1.028,15 ευρώ, 48) ...24.12.2005 καθαρής αξίας 10.935,00 ευρώ, 49) ...27.12.2005 καθαρής αξίας 12.676,50 ευρώ, 50) ...27.12.2005 καθαρής αξίας 10.663,65 ευρώ, 51) ...28.12.2005 καθαρής αξίας 9.760,50 ευρώ, 52) ...28.12.2005 καθαρής αξίας 10.683,90 ευρώ, 53) …21.3.2005 καθαρής αξίας 6.424,00 ευρώ, 54) …18.7.2005 καθαρής αξίας 9.886,50 ευρώ, 55) …21.7.2005 καθαρής αξίας 9.723,48 ευρώ, 56) …26.7.2005 καθαρής αξίας 10.140,00 ευρώ, 57) …27.7.2005 καθαρής αξίας 9.652,50 ευρώ, 58) …11.8.2005 καθαρής αξίας 9.418,50 ευρώ, 59) …17.8.2005 καθαρής αξίας 9.868,32 ευρώ, 60) …18.8.2005 καθαρής αξίας 9.702,00 ευρώ, 61) …19.8.2005 καθαρής αξίας 9.683,70 ευρώ, 62) …20.8.2005 καθαρής αξίας 9.664,20 ευρώ, 63) …23.8.2005 καθαρής αξίας 9.730,50 ευρώ, 64) …23.8.2005 καθαρής αξίας 5.250,00 ευρώ, 65) …25.8.2005 καθαρής αξίας 4.662,00 ευρώ, 66) …26.8.2005 καθαρής αξίας 5.958,75 ευρώ, 67) …29.8.2005 καθαρής αξίας 5.250,00 ευρώ, 68) …30.8.2005 καθαρής αξίας 5.617,50 ευρώ, 69) …31.8.2005 καθαρής αξίας 6.315,75 ευρώ, 70) …31.8.2005 καθαρής αξίας 6.159,30 ευρώ, 71) …31.8.2005 καθαρής αξίας 4.200,00 ευρώ, 72) …8.10.2005 καθαρής αξίας 10.042,50 ευρώ, 73)…12.10.2005 καθαρής αξίας 10.464,87 ευρώ, 74) …14.10.2005 καθαρής αξίας 10.542,50 ευρώ, 75) …17.10.2005 καθαρής αξίας 10.276,50 ευρώ, 76) …20.10.2005 καθαρής αξίας 11.116,60 ευρώ, 77) …21.10.2005 καθαρής αξίας 10.530,00 ευρώ και 78) …26.10.2005 καθαρής αξίας 10.366,20 ευρώ. IV) Από φερόμενη εκδότρια ... Α.Ε. δέκα επτά (17), συνολικής καθαρής αξίας 200.176,00 ευρώ: 1) ...3.10.2005, καθαρής αξίας 12.182,50 ευρώ, 2) ...13.10.2005 καθαρής αξίας 12.870,00 ευρώ, 3) ...18.10.2005, καθαρής αξίας 12.100,00 ευρώ, 4) ...7.10.2005 καθαρής αξίας 12.500,00 ευρώ, 5) ...21.10.2005 καθαρής αξίας 11.112,50 ευρώ, 6) ...26.10.2005 καθαρής άξιας 10.716,00 ευρώ, 7) ...1.11.2005 καθαρής αξίας 12.496,00 ευρώ, 8) ...3.11.2005 καθαρής αξίας 10.125,00 ευρώ, 9) ...7.11.2005 καθαρής αξίας 12.512,50 ευρώ, 10) ...9.11.2005 καθαρής αξίας 10.449,00 ευρώ, 11) ...11.11.2005 καθαρής αξίας 12.017,50 ευρώ, 12) ...14.11.2005 καθαρής αξίας 10.570,50 ευρώ, 13) ...16.11.2005 καθαρής αξίας 12.760,00 ευρώ, 14) ...18.11.2005 καθαρής αξίας 10.530 ευρώ, 15) ...23.11.2005 καθαρής αξίας 12.485,00 ευρώ, 16) ...26.11.2005 καθαρής αξίας 12.265,00 ευρώ, 17) ...19.11.2005 καθαρής αξίας 12.485,00 ευρώ. Β) Κατά τη χρήση του έτους 2006, έλαβε πενήντα οκτώ (58) εικονικά στο σύνολο τους φορολογικά στοιχεία, συνολικής καθαρής αξίας 605.609,04 ευρώ, ήτοι τα παρακάτω εικονικά ως προς τη συναλλαγή Δ.Α. - Τιμολόγια και Τ.Π. Ι) Από φερόμενη εκδότρια ... Ε.Π.Ε. είκοσι τρία ,i23) συνολικής καθαρής αξίας 217.026,20 ευρώ: 1) ...8.11.2006 καθαρής αξίας 9.494,94 ευρώ, 2) ...10.11.2006 καθαρής αξίας 9.560,74 ευρώ, 3) ...11.11.2006 καθαρής αξίας 10.385,50 ευρώ, 4) ...16.11.2006 καθαρής αξίας 10.593,80 ευρώ, 5) 8...16.11.2006 καθαρής αξίας 9.016,00 ευρώ, 6) 8...16.11.2006 καθαρής αξίας 10.462,20 ευρώ, 7) ...18.11.2006 καθαρής αξίας 5.336,00 ευρώ, 8) 8...18.11.2006 καθαρής αξίας 9.613,50 ευρώ, 9) ...26.11.2006 καθαρής αξίας 10.725,40 ευρώ, 10) ...28.11.2006 καθαρής αξίας 8.083,60 ευρώ, 11) ...1.11.2006 καθαρής αξίας 9.494,94 ευρώ, 12) ...3.11.2006 καθαρής αξίας 9.189,70 ευρώ, 13) ...2.11.2006.2006 καθαρής αξίας 9.848,40 ευρώ, 14) ...8.11.2006 καθαρής αξίας δ.402,66 ευρώ, 15) ...9.11.2006 καθαρής αξίας 9848,30 ευρώ, 16) ...10.11.2006 καθαρής αξίας 8.343,44 ευρώ, 17) ...13.11.2006 καθαρής αξίας 10.495,10 ευρώ, 18) ...17.11.2006 καθαρής αξίας 9.100,00 ευρώ, 19) ...18.11.2006 καθαρής αξίας 9.679,58 ευρώ, 20) ...20.11.2006 καθαρής αξίας 9.738,40 ευρώ, 21) ...21.11.2006 καθαρής αξίας 9.576,00 ευρώ, 22) ...22.11.2006 καθαρής αξίας 9.689,00 ευρώ και 23) ...23.11.2006 καθαρής αξίας 10.349,00 ευρώ. ΙΙ) Από φερόμενο εκδότη Τ. Δ. δέκα επτά (17), συνολικής καθαρής αξίας 178.082,84 ευρώ: 1) ...2.3.2006 καθαρής αξίας 3.427,20 ευρώ, 2) ...6.4.2006 καθαρής αξίας 4.025,00 ευρώ, 3) …10.3.2006 καθαρής αξίας 12.520,00 ευρώ, 4) ...15.3.2006 καθαρής αξίας 12.469,80 ευρώ, 5) ...17.3.2006 καθαρής αξίας 12.404,70 ευρώ, 6) …21.3.2006 καθαρής αξίας 5.250,00 ευρώ, 7) ...3.4.2006 καθαρής αξίας 12.480,00 ευρώ, 8) …3.4.2006 καθαρής αξίας 10.492,00 ευρώ, 9) …5.4.2006 καθαρής αξίας 12.200,00 ευρώ, 10) ...6.4.2006 καθαρής αξίας 12.499,00 ευρώ, 11) …6.4.2006 καθαρής αξίας 12.467,50 ευρώ, 12) ...8.4.2006 καθαρής αξίας 12.450,00 ευρώ, 13) …11.4.2006 καθαρής αξίας 12.566,50 ευρώ, 14) …12.4.2006 καθαρής αξίας 12.531,50 ευρώ, 15) …14.4.2006 καθαρής αξίας 12.480,00 ευρώ, 16) …19.4.2006 καθαρής αξίας 11.683,44 ευρώ και 17) …22.5.2006 καθαρής αξίας 6.156,00 ευρώ. ΙΙΙ) Από φερόμενη εκδότρια ... Α.Ε. δέκα οκτώ (18) συνολικής καθαρής αξίας 210.500,00 ευρώ: 1) ...1.12.2006 καθαρής αξίας 12.350,00 ευρώ, 2) ...2.12.2006 καθαρής αξίας 11.760,00 ευρώ, 3) ...2.12.2006 καθαρής αξίας 11.700,00 ευρώ, 4) ...5.12.2006 καθαρής αξίας 12.500,00 ευρώ, 5) ...7.12.2006 καθαρής αξίας 12.420,00 ευρώ, 6) ...8.12.2006 καθαρής αξίας 12.600,00 ευρώ, 7) ...9.12.2006 καθαρής αξίας 12.000,00 ευρώ, 8) ...12.12.2006 καθαρής αξίας 12.240,00 ευρώ, 9) ...13.12.2006 καθαρής αξίας 12.350,00 ευρώ, 10) ...14.12.2006 καθαρής αξίας 12.040,00; ευρώ, 11) ...15.12.2006 καθαρής αξίας 12.350,00 ευρώ, 12) ...16.12.2006 καθαρής αξίας 12.120,00 ευρώ, 13) ...18.12.2006 καθαρής αξίας 12.250,00 ευρώ, 14) ...19.12.2006 καθαρής αξίας 12.040,00 ευρώ, 15) ...20.12.2006 καθαρής αξίας 11.700,00 ευρώ, 16) ...21.12.2006 καθαρής αξίας 12.360,00 ευρώ, 17) ...22.12.2006 καθαρής αξίας 12.320,00 ευρώ και 18) ...27.12.2006 καθαρής αξίας 3.400,00 ευρώ. Γ) Κατά τη χρήση του έτους 2007, έλαβε εξήντα εννέα (69) εικονικά και πλαστά στο σύνολο τους φορολογικά στοιχεία, συνολικής καθαρής αξίας 800.082,10 ευρώ, ήτοι τα παρακάτω εικονικά ως προς τη συναλλαγή Δ.Α.- Τιμολόγια και Τ.Π.: I) Από φερόμενη εκδότρια ..., τριάντα τρία (33) πλαστά, συνολικής καθαρής αξίας 375.573,40 ευρώ: 1)...2.7.2007 καθαρής αξίας 12.488,00 ευρώ, 2) ...4.7.2007, καθαρής αξίας 12.364,50 ευρώ, 3) ...5.7.2007 καθαρής αξίας 12.498,00 ευρώ, 4) ...9.7.2007, καθαρής αξίας 12,488,00 ευρώ, 5) ...10.7.2007, καθαρής αξίας 12.429,00 ευρώ 6) ...11*7.2007, καθαρής αξίας 12.498,00 ευρώ, 7) ...16.7.200, καθαρής αξίας 12.444,40 ευρώ, 8) ...17.7.2007, καθαρής αξίας 12.420,00 ευρώ, 9) ...18.7.2007, καθαρής αξίας 12.376,00 ευρώ, 10) ...19.7.2007, καθαρής αξίας 12.360,00 ευρώ, 11) 1...20.7.2007, καθαρής αξίας 12.270,00 ευρώ, 12) ...21.7.2007, καθαρής αξίας 12.445,50 ευρώ, 13) ...23.7.007, καθαρής αξίας 12.210,00 ευρώ 14) 1...25.7.2007, καθαρής αξίας 10.500,00 ευρώ, 15) ...26.7.2007, καθαρής αξίας 9.390,00 ευρώ, 16) ...27.7.2007, καθαρής αξίας 10.680,00 ευρώ, 17) ...28.7.2007, καθαρής αξίας 9.141,00 ευρώ, 18) ...1.6..2007, καθαρής αξίας 12.350,00 ευρώ, 19) ...6.6.2007, καθαρής αξίας 12.540,00 ευρώ, 20) ...8.8.2007, καθαρής αξίας 12587,50 ευρώ, 21) ...12.6.2007, καθαρής αξίας 12,587,50 ευρώ, 22) ...13.6.2007, καθαρής αξίας 12.730,00 ευρώ, 23) ...14.6.2007, καθαρής αξίας 12.540,00 ευρώ, 24) ...15.6.2007, καθαρής αξίας 12.730,00 ευρώ, 25) ...18.6.2007, καθαρής αξίας 12.445,00 ευρώ, 26) ...19.6.2007, καθαρής αξίας 12.730,00 ευρώ, 27) ...21.6.2007, καθαρής αξίας 7.700,00 ευρώ, 28) ...22.6.2007, καθαρής αξίας 7.722,00 ευρώ, 29) ...25.6.2007, καθαρής αξίας 8.160,00 ευρώ, 30) ...26.6.2007, καθαρής αξίας 8.400,00 ευρώ, 31) ...27.6.2007, καθαρής αξίας 8.424,00 ευρώ, 32) ...28.6.2007 καθαρής αξίας 8.575,00 ευρώ και 33) ...29.6.2007 καθαρής αξίας 12.350,00 ευρώ. ΙΙ) Από φερόμενη εκδότρια ... Ε.Π.Ε. δέκα οκτώ (18) εικονικά, συνολικής καθαρής αξίας 212.611,60 ευρώ: 1) ...4.5.2007 καθαρής αξίας 11.970,00 ευρώ, 2) ...15.5.2007, καθαρής αξίας 12.084,00 ευρώ, 3) ...15.5.2007 καθαρής αξίας 11.200,00 ευρώ, 4) ...18.5.2007, καθαρής αξίας 11.286,00 ευρώ, 5) ...18.5.2007, καθαρής αξίας 12.075,00 ευρώ, 6) ...21.5.2007, καθαρής αξίας 11.400,00 ευρώ, 7) ...21.5.2007, καθαρής αξίας 11.200,00 ευρώ, 8) ...22.5.2007, καθαρής αξίας 12.255,00 ευρώ, 9) ...22.5.2007, καθαρής αξίας 12.160,00 ευρώ, 10) ...23.5.2007, καθαρής αξίας 10.560,00 ευρώ, 11) ...23.5.2007, καθαρής αξίας 12.426,00 ευρώ, 12) ...24.5.2007, καθαρής αξίας 12.540,60 ευρώ, 13) ...24.5.007, καθαρής αξίας 12.540,00 ευρώ 14) ...26.5.2007, καθαρής αξίας 10.560,00 ευρώ, 15) 5...28.5.2007, καθαρής αξίας 11.200,00 ευρώ, 16) ...28.5.2007, καθαρής αξίας 12.540,00 ευρώ, 17) ...29.5.2007, καθαρής αξίας 12.540,00 ευρώ και 18) 5...30.5.2007, καθαρής αξίας 12.075,00 ευρώ. ΙΙΙ) Από φερόμενη εκδότρια ... Α.Ε., τέσσερα (4) εικονικά συνολικής καθαρής αξίας 42.250,00 ευρώ: 1) ...11.1.2007 καθαρής αξίας 10.400,00 ευρώ, 2) ...19.1.2007 καθαρής αξίας 11.050,00 ευρώ, 3) ...24.1.2007 καθαρής αξίας 9.750,00 ευρώ και 4) ...29.1.2007 καθαρής αξίας 11.050,00 ευρώ. ΙV) Από φερόμενη εκδότρια ... Α.Ε., δέκα τέσσερα (14) εικονικά, συνολικής καθαρής αξίας 169.647,10 ευρώ: 1) ...1.11.2007, καθαρής αξίας 12.441 ευρώ, 2) ...2,11.2007, καθαρής αξίας 12.412,00 ευρώ, 3) ...5.11.2007, καθαρής αξίας 12.412,00 ευρώ, 4) ...6.11.2007, καθαρής αξίας 12.412,00 ευρώ, 5) ...10.11.2007, καθαρής αξίας 12.412,00 ευρώ, 6) ...14.11.2007, καθαρής αξίας 12.383,00 ευρώ, 7) ...17.11.2007, καθαρής αξίας 12.383,00 ευρώ, 8) ...23.11.2007, καθαρής αξίας 12.441,00 ευρώ, 9) ...20.11.2007, καθαρής αξίας 12.441,00 ευρώ, 10) ...21.11.2007, καθαρής αξίας 12.441,00 ευρώ, 11) ...26.11.2007, καθαρής αξίας 10.914,15 ευρώ, 12) ...27.11.2007, καθαρής αξίας 12.441,00 ευρώ, 13) ...28.11.2007 καθαρής αξίας 9.672,95 ευρώ και 14) ...29.11.2007 καθαρής αξίας 12.441,00 ευρώ. Όλα δε τα ανωτέρω τιμολόγια ήταν εικονικά στο σύνολο τους, τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και προς την αξία και ειδικότερα αφορούσαν σε συναλλαγές, που ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των ανωτέρω επιχειρήσεων και του παραπάνω νομικού προσώπου, καθόσον όπως προέκυψε από τον έλεγχο των αρμοδίων υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε. κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης τους οι φερόμενες ως εκδότριες εταιρείες, με εξαίρεση την ... δεν λειτουργούσαν, ενώ και η τελευταία λειτουργούσε μεν, πλην όμως στα στελέχη δεν έχουν αποτυπωθεί ευκρινώς τα στοιχεία μεταφοράς, δεν βρέθηκαν πρωτότυπες φορτωτικές, ενώ και η διευθύνουσα σύμβουλος της ανωτέρω εταιρείας δήλωσε προφορικά ότι δεν έχει καμία σχέση με τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία. ΔΕΧΕΤΑΙ ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, η προκύπτουσα από το συνδυασμό του ανωτέρω αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, είναι η απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της λήψης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση, η καθαρή αξία των οποίων υπερβαίνει για κάθε χρήση το συνολικό ποσό των 150.000 ευρώ, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ 1, 98 παρ. 1 ΠΚ και 19 παρ. 1 περ. β’ του ν.2523/1997, όπως τροπ. με το αρ. 2 του ν. 3943/2011 σε συνδ. με το άρθρ. 21 παρ. 10 ν.2523/1997 όπως τροπ. με άρθρ. 2 ν.2954/2001, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος: α) αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση, β) από το παραπάνω αιτιολογικό προκύπτει με βεβαιότητα η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και επίσης προκύπτει ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου αποδεικτικού στοιχείου, γ) το εκτεθέν αιτιολογικό δεν εξαντλείται σε τυπική επανάληψη και αντιγραφή του διατακτικού της αποφάσεως, με το οποίο ταυτίζεται μεν σε πολλά σημεία, αλλ’ όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η οποιαδήποτε διαφοροποίηση του αιτιολογικού της αποφάσεως, δ) ως προς το δόλο του κατηγορουμένου αιτιολογείται επαρκώς η κρίση του δικαστηρίου ότι πρόκειται για εικονικότητα ως προς τη συναλλαγή όλων των αναφερομένων τιμολογίων, πλην της περίπτωσης των τριάντα τριών (33) (τιμολογίων), συνολικής αξίας 375.573,40 Ευρώ με φερόμενη εκδότρια την εταιρεία "...", τα οποία χαρακτηρίζονται ως πλαστά και αναφέρονται στη χρήση του έτους 2007, που αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος (νυν αναιρεσείων), ως διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", έδρα την Πάτρα και αντικείμενο την κατασκευή κτιρίων, και καταχώρησε στα βιβλία της προαναφερομένης εταιρείας, δεχθέν, όπως προκύπτει σαφώς από το σύνολο των άνω παραδοχών, ότι αυτός τελούσε σε γνώση της άνω εικονικότητας ως προς το πρόσωπο του εκδότη και ως προς το ύψος της συναλλαγής, με τις αναφερόμενες εταιρείες, αφού τα τιμολόγια αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές του με τις εταιρείες αυτές, πέραν του ότι το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ιδιαίτερα το δόλο του τελευταίου, διότι αυτός (δόλος) ενυπάρχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 19 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και προκύπτει από τις αναφερόμενες ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, αφού από το νόμο δεν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για τη θεμελίωση της υποκειμενικής του υπόστασης, ε) η απόφαση δέχεται ότι τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία που αποδέχθηκε ο κατηγορούμενος ήταν εικονικά, αναλύοντας επαρκώς γιατί αυτά ήταν εικονικά, αφορώντα ανύπαρκτες συναλλαγές της επιχείρησής του με τις εταιρείες, ("...κατά το κρίσιμο χρόνο έκδοσής τους, οι φερόμενες ως εκδότριες εταιρείες δεν λειτουργούσαν, εκτός της "... ΑΕ", η οποία λειτουργούσε μεν πλην όμως στα στελέχη δεν είχαν αποτυπωθεί ευκρινώς τα στοιχεία μεταφοράς, δεν βρέθηκαν πρωτότυπες φορτωτικές ενώ και η διευθύνουσα σύμβουλος Σ. Φ. δήλωσε προφορικά στους αρμοδίους ελεγκτές του ΣΔΟΕ ότι δεν έχει καμία σχέση με τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία κατέθεσε ότι αυτά δεν είναι της επιχείρησής της..."), στ) στο εκτεθέν αιτιολογικό ουδεμία ασάφεια δημιουργείται από την παραδοχή στην υπό στοιχ. Γ κατηγορία ότι κατά τη χρήση του έτους 2007 αποδέχθηκε ο αναιρεσείων εξήντα εννέα (69) εικονικά στο σύνολο τους φορολογικά στοιχεία χωρίς να διευκρινίζεται ποια είναι τα εικονικά και ποια τα πλαστά, αφού αμέσως παρακάτω γίνεται διαχωρισμός αυτών (σελ. 10 και 11 της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Εξάλλου, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται περί του ότι το σύνολο των φορολογικών στοιχείων ήταν εικονικά, γεγονός το οποίο αρκεί για την κατάφαση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, ανεξάρτητα από το ότι ορισμένα από αυτά ήταν επί πλέον και πλαστά, και ζ) Τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται σαφής αναφορά του συνολικού ποσού που ανέρχεται σε 2.677.474,87 ευρώ, και αυτού που αναφέρεται σε κάθε χρήση και υπερβαίνει, για κάθε μία, το ποσό των 150.000 ευρώ. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγοι (πρώτος και τρίτος) του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σε σχέση με τους ανωτέρω λόγους, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος αυτού (αναιρεσείοντος) ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως. Στο άρθρο 82 παρ. 1 και 3 ΠΚ, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν από τις περ. 1 και 2 της υποπαραγράφου ΙΓ’ του πρώτου άρθρου ν. 4093/2012 (ΚΝοΒ σελ. 2437, 2584) ορίζονται τα εξής : "1. ... Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφαση του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων...3. Κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ ... Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών". Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, ως περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που είναι ανώτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, η οποία μετατρέπεται σε χρηματική, εκτός αν το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει ότι απαιτείται η μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων, νοείται τόσο η ποινή φυλάκισης όσο και η ποινή κάθειρξης. Η ερμηνευτική εκδοχή αυτή συμπορεύεται με το γράμμα του νόμου, όπου προκρίνεται η διατύπωση "περιοριστική της ελευθερίας ποινή", και όχι ο όρος "φυλάκιση", αλλά και με τον σκοπό του νόμου, ο οποίος συνίσταται στην αποσυμφόρηση των φυλακών με πνεύμα σύγχρονης σωφρονιστικής αντίληψης (βλ. σχετική αιτιολογική έκθεση ν. 4093/2012 σε ΚΝοΒσελ. 2484). Παρόμοιος ήταν και ο σκοπός των νόμων 3727/2008 στο άρθρο 16 αυτού, 3772/2009 στο άρθρο η παρ. 3 αυτού και 3811/2009 στο άρθρο 26 αυτού, οι οποίοι προβλέπουν τη δυνατότητα μετατροπής για περιορισμένο χρονικό διάστημα και ποινής κάθειρξης πέντε ετών, συμπεριλαμβάνοντάς την στη φραστική διατύπωση "στερητική της ελευθερίας ποινή" και αναφέροντας ρητά τov όρο "πενταετής κάθειρξη" (βλ. ιδίως αιτιολ. έκθεση ν. 3811/2009 σε ΚΝοΒ σελ. 2923). Εξάλλου, ως βαρύνον κριτήριο για τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή δεν τάσσεται ο κακουργηματικός ή πλημμεληματικός χαρακτήρας της πράξης αλλά η φύση και η χρονική διάρκεια της στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία και σε κακουργήματα, όταν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις ή άλλοι γενικοί λόγοι μείωσης της ποινής, έχει ως ελάχιστα όρια φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή ενός έτους (άρθρο 83 στοιχ. β’ -γ’ ΠΚ). Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται ότι το δικαστήριο της ουσίας εφόσον η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο ποινή είναι πέντε ετών (αδιακρίτως εάν είναι ποινή φυλακίσεως ή καθείρξεως), έχει υποχρέωση να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων μετατροπής της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του, διαφορετικά ιδρύεται, από την έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με τον ν. 4093/2012, καθόσον δεν μετέτρεψε την ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών, η οποία επιβλήθηκε σε βάρος του με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλειψε δε να αιτιολογήσει την απόρριψη. Στην προκείμενη περίπτωση σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη και αφού η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο με την προσβαλλόμενη απόφαση είναι ποινή στερητική της ελευθερίας (κάθειρξη) πέντε (5) ετών, υπόκειται (καταρχήν) σε μετατροπή. Επομένως, το άνω Τριμελές Εφετείο παραβίασε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ, όπως αυτή αντικ. με το πρώτο άρθρο υπό παρ. ΙΓ’ περ. 1-2 ν. 4093/2012 και υπέπεσε σε σφάλμα, παραλείποντας να εκφέρει αιτιολογημένη κρίση για την μη μετατροπή της ποινής, σε συνάρτηση με το ζήτημα αν η μη μετατροπή αυτής ήταν αναγκαία για να αποτρέψει τον κατηγορούμενο από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Συνακολούθως είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., ο οποίος πλήττει μόνο την απορριπτική διάταξη του αιτήματος μετατροπής της ποινής. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της Αρεοπαγίτου Μαρίας Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, το δικάσαν δικαστήριο, που δεν μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, την επιβληθείσα ποινή καθείρξεως των πέντε (5) ετών, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 82 Π.Κ., τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, και επομένως ο δεύτερος συτός λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του, που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρυόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, παρελκούσης της έρευνας του ετέρου σκέλους αυτού, περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας σε σχέση με τους λόγους της μη μετατροπής της ποινής. Και τούτο διότι, αν ο νομοθέτης ήθελε και την μετατροπή σε χρηματική, της ποινής καθείρξεως των πέντε ετών, (που οπωσδήποτε διαφοροποιείται, έχοντας βαρύτερες συνέπειες, από την ποινή φυλακίσεως των πέντε ετών, για τις οποίες θα αναφερθούμε ειδικότερα), θα το όριζε ρητά, όπως έκανε σε ανάλογες περιπτώσεις, όπως εκείνες των άρθρων: α) 14 παρ. 2 του ν. 37...2009, (ΦΕΚ τ. Α* 112/10.7.2009), με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 3727/2008 από τότε που ίσχυσε, και κατά το οποίο η στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία έχει καταγνωσθεί ή καταγιγνώσκεται εντός εννέα μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος και δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, συμπεριλαμβανομένης και της ποινής καθείρξεως, μετατρέπεται σε χρηματική και από την υποβολή της περί της οποίας αιτήσεως αναστέλλεται μέχρι της εκδόσεως αποφάσεως του δικαστηρίου περί της μετατροπής ή μη της ποινής, η προθεσμία για την άσκηση τυχόν προβλεπομένων κατά της καταδικαστικής αποφάσεως ενδίκων μέσων και, β) 26 παρ. 1 του Ν. 3811/2009, που άρχισε να ισχύει κατά το άρθρο 27 αυτού από τη δημοσίευση του στις 18/12/2009 στο τεύχος Α" αριθμός φύλλου 231 της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, και κατά το οποίο η στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία έχει καταγνωσθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, εφόσον δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, συμπεριλαμβανομένης και της πενταετούς καθείρξεως, μετατρέπεται σε χρηματική με αίτηση του καταδικασθέντος που υποβάλλεται παραδεκτά εντός δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, και γίνεται δεκτή εκτός εάν με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση το δικαστήριο κρίνει, από την εν γένει συμπεριφορά του καταδικασθέντος, τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του, ότι η μετατροπή δεν αρκεί για να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση άλλων ανάλογης βαρύτητας αξιοποίνων πράξεων, αφού προϋπόθεση για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής ήταν να έχει καταγνωσθεί η στερητική της ελευθερίας ποινή για την οποία γίνεται λόγος σ’ αυτήν μέχρι της 18.12.2009, και η σχετική αίτηση για την μετατροπή της σε χρηματική για να είναι παραδεκτή έπρεπε να είχε υποβληθεί μέχρι 18.2.2010. Επίσης, ο νομοθέτης εκφράσθηκε ρητά και συσταλτικά στην παρ. 3 της ανωτέρω διατάξεως, που όρισε το ποσό μετατροπής ημερησίως ότι, "κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από πέντε ευρώ έως εκατό (100) ευρώ", χωρίς καμία αναφορά σε μετατροπή για κάθε ημέρα κάθειρξης. Η ρητή και συσταλτική αυτή αναφορά, περιορίζει την ερμηνεία της παρ. 1 αυτής, ότι η περιοριστική της ελευθερίας ποινή μετατρέπεται μόνο για την ποινή της φυλακίσεως, αφού για την ποινή της καθείρξεως καθίσταται κενό γράμμα νόμου, δεδομένου ότι για αυτήν δεν ορίσθηκε ποσό μετατροπής. Επιχείρημα υπέρ της ανωτέρω απόψεως αποτελεί και η σχετικά πρόσφατη νομοθετική παρέμβαση που έγινε με το ν.4264/2014, (ΦΕΚ Α 118/15.5.2014), στο άρθρο 41 παράγραφος 3 του οποίου ορίζεται ότι: "Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζεται και στην περίπτωση μετατροπής ποινών φυλάκισης από τρία έως και πέντε έτη που επιβλήθηκαν αμετάκλητα μέχρι τη δημοσίευση του ν.4093/2012. Για τη μετατροπή αποφασίζει αμετάκλητα το Δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, ύστερα από κλήτευση του αιτούντος. Κατά τη μετατροπή εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα", αφού ρητά γίνεται λόγος σ’ αυτή για μετατροπή "ποινών φυλάκισης από τρία έως και πέντε έτη" και όχι και για μετατροπή ποινών καθείρξεως πέντε (5) 1 ετών. Και ναι μεν στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 4093/2012, διατυπώνεται ως σκοπός αυτού η αποσυμφόρηση των φυλακών, με πνεύμα σύγχρονης σωφρονιστικής αντίληψης, δεν έπεται όμως από το λόγο αυτόν ότι διέλαθε από τον νομοθέτη, η ποιοτική διαφορά του ενός είδους ποινής από την άλλη. Η ετερότητα αυτή, διακρίνεται στο νόμο από τις συνέπειες που επιφέρει η ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών από την ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών. Ειδικότερα, στην κάθειρξη των πέντε (5) ετών επιβάλλεται πάντοτε και υποχρεωτικά, αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων (άρθρο 60) ΠΚ, ενώ στη φυλάκιση πέντε (5) ετών, υπό προϋποθέσεις και δυνητικά μερική, (άρθρα 61 και 64 ΠΚ), η αποκατάσταση στην απόλαυση τους, (πολιτικών δικαιωμάτων), συντελείται μετά την πάροδο διαφορετικού χρόνου για την κάθε μία ποινή, (άρθρ. 66 ΠΚ), στην κάθειρξη η απόλυση υπό όρο προϋποθέτει έκτιση των 3/5 της ποινής, ενώ στη φυλάκιση των 2/5 (άρθρο 105 της παρ. α! και β! ΠΚ), η κάθειρξη παραγράφεται μετά από είκοσι έτη, ενώ η φυλάκιση μετά από δέκα έτη (άρθρο 114 στοιχ. β! και γ! ΠΚ). Περαιτέρω σε περίπτωση παραδοχής μετατροπής της ποινής κάθειρξης των πέντε (5) ετών, επί συνολικής ποινής κάθειρξης είκοσι πέντε (25) ετών κατόπιν συγχωνεύσεως ποινών, με ποινή βάση κάθειρξη πέντε (5 ετών), μετατρέπεται το σύνολο της ποινής και η μόνη πλέον αμετάτρεπτη ποινή καθίσταται αυτή της ισόβιας κάθειρξης, κάτι που οπωσδήποτε δεν ήθελε ο νομοθέτης, διότι αυτό, ως πραγματικό γεγονός, οδηγεί στην αύξηση της εγκληματικότητας ευπόρων εγκληματιών, οι οποίοι θα εξαγοράζουν τις ποινές τους, και υποβαθμίζει τόσο την γενική όσο και την ειδική πρόληψη των εγκλημάτων. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να γίνει, κατά πλειοψηφία, εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης μόνο καθό μέρος αφορά τη μη μετατροπή της ποινής, να απορριφθεί δε ομόφωνα κατά τα λοιπά η αίτηση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση με διαφορετική σύνθεση, προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τη μετατροπή ή μη της ποινής της πενταετούς (5) κάθειρξης που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.).
    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά πλειοψηφία εν μέρει την απόφαση 570/2015 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, μόνο ως προς τη διάταξη που απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος για μετατροπή της ποινής της πενταετούς κάθειρξης, που επιβλήθηκε σε βάρος του. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τη μετατροπή ή μη της ποινής. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2017. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2017. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 

Δικαστήριο:ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος:ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:94
Ετος:2017

Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 94/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Φίλη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 708/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Αυγούστου 2015 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 21 Οκτωβρίου 2016 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../15. Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
    ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 13-8-2015 (αριθμ. ...2015) αίτηση του Κ. Κ. του Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 708/2014 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε έναν τουλάχιστον ορισμένο και επομένως παραδεκτό λόγο αναίρεσης και δη αυτόν της παντελούς έλλειψης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, συνεκδικαζόμενη με τους από 21-10-16 πρόσθετους λόγους, που κατατέθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με χωριστό δικόγραφο στις 21-10-16. Κατά την διάταξη του αρθ. 18 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η προκειμένη φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση του με το αρθρ. 21 παρ. 1θ’ του ν. 2948/2001 και πριν από την τροποποίηση του με τα άρθρα 16 παρ. 1 του ν. 3888/2010 και 2 του ν. 3943/2011,"αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών, δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α, τιμωρούμενος: α) με φυλάκιση εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση έως το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ". Από τη χρήση της λέξης "προκειμένου" στο κείμενο του νόμου, συνάγεται ότι στην περιπτώσεις αυτές διαπλάθεται έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης (έγκλημα σκοπού) και ο φορολογούμενος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο (άρθρο 27 παρ. 2 ΠΚ) και συγκεκριμένα, θα πρέπει με τη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση φόρου προστιθέμενης αξίας, να αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα, γνωρίζοντας και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας. Αν δεν υπάρχει ο ανωτέρω εγκληματικός σκοπός στο πρόσωπο του φορολογουμένου, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα του άρθρου 18 του ανωτέρω νόμου. Επομένως, θα πρέπει στην καταδικαστική απόφαση για την ανωτέρω πράξη να περιέχεται πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφενός της αντικειμενικής υπόστασης που θεμελιώνει το άνω αδίκημα, κυρίως όμως, να αιτιολογείται ο συγκεκριμένος σκοπός (αποφυγής πληρωμής φόρου προστιθέμενης αξίας), ο οποίος πρέπει να αναφέρεται και να εξειδικεύεται ρητά και με σαφήνεια, αφού πρόκειται για στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του αδικήματος του άρθρου 18 του ως άνω ν. 2523/1997 (Α.Π. 225/2015, 267/2013, 1231/2011). Περαιτέρω, με το υπό τον τίτλο Εγκλήματα φοροδιαφυγής -Ποινικές Κυρώσεις του αρθ 8 ν.4337/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε στις 17-10-2015, ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλομένης εδώ αποφάσεως, τα άρθρα 66 και 67 του Δωδέκατου Κεφαλαίου του Μέρους Α’ του ν. 4174/2013 αναριθμούνται σε 72 και 73, το Κεφάλαιο Δωδέκατο αναριθμείται σε Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο, τα άρθρα 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75 και 76 αναριθμούνται σε 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 82 και προστίθεται νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο υπό τον τίτλο ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ - ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ και με το αρθ. 66 καταργούνται οι διατάξεις των αρθ. 17, 18 και 19 παρ. 1 εδ. α 20 και 21 τον ν. 2523/1997 και ειδικότερα για τα αδικήματα των αρθ. 17 και 18 του ν. 2523/1997 ορίζεται ότι έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ) αποκρύπτει από τα όργανα της φορολογικής διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείπει να υποβάλλει δήλωση, ή, υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές, (ολικά ή μερικά), δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες ώστε να μη εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς καθώς και όποιος παραπλανά τη φορολογική διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή καθώς και όποιος διακρατεί φόρους τέλη ή εισφορές γ) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο τον φόρο αυτόν. Και στην παράγραφο 3 του άνω άρθρου του ίδιου νόμου όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών α) αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρύβει υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος αα) τις 50.000 ευρώ εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση. Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 4 επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς. Τέλος, το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, που κάθε μία περιέχει πλήρη στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, αλλά όλες συνδέονται με την ταυτότητα της αποφάσεως για την εκτέλεση τους. Κατά την παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ (όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2721/1999), η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται αυτά. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ" αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ,ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα, επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Κακ/των Πατρών, που, δικάζοντας κατ" έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων (πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και αναγνωσθέντα έγγραφα), ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στην ... στους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", με αντικείμενο εργασιών κέντρου διασκέδασης, που εδρεύει στην ... και τηρεί βιβλία ΚΒΣ δεύτερης κατηγορίας, δεν απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο Φόρο Προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) των κατωτέρω αναφερόμενων διαχειριστικών περιόδων, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του, ο οποίος σε ορισμένες από τις κάτωθι διαχειριστικές περιόδους υπερβαίνει ετησίων το ποσό των 3.000 ευρώ., ενώ σε άλλη διαχειριστική περίοδο υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό των 75.000 ευρώ, η δε οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής έγινε στις 13-03-2011. Ειδικότερα, στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 20-04-2009 έως 20-10-2010, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής, διότι δεν υπέβαλε δηλώσεις στο Ελληνικό Δημόσιο για τον αναλογούντα φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), που αφορά διαχειριστικές περιόδους από 1-1-2009 Έως 31-12-2009 και από 1-1-2010 Έως 30-09-2010, όπως διαπιστώθηκε κατόπιν αρμοδίως γενομένου φορολογικού ελέγχου από ελεγκτές της ..., για τον οποίο συντάχθηκαν οι υπ’ αριθμ. .../14-12-2010 δύο (2) πράξεις προσδιορισμού Φ.Π.Α. , κατά τις οποίες περιόδους το συνολικό ποσό τούτου που είχε υποχρέωση να δηλώσει και να αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο υπό την ως άνω ιδιότητα του, υπερβαίνει κατά την πρώτη ως άνω περίοδο το ποσό των 3.000 ευρώ και συγκεκριμένα στο ποσό των 57.207,58 ευρώ και κατά την δεύτερη ως αν περίοδο υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ και συγκεκριμένα ανέρχεται στο ποσό των 93.842,57 ευρώ. Τα ως άνω οφειλόμενα ποσά Φ.Π.Α έπρεπε να καταβάλει άμεσα με την υποβολή των περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α για τις ως άνω χρήσεις, δηλαδή μέχρι και την 20Π ημέρα του επόμενου ημερολογιακού μήνα που ακολουθεί κάθε ημερολογιακό τρίμηνο, δηλαδή για τα τέσσερα τρίμηνα της χρήσης του έτους 2009 στις 20-04-2009 ποσό 14.965,18 ευρώ, στις 20-07-2009 ποσό 8.175,46 ευρώ, στις 20-10-2009 ποσό 7.751,03 ευρώ, και στις 20-01-2010 ποσό 26.315,91 ευρώ και για τα τρία πρώτα τρίμηνα της χρήσης του έτους 2010 στις 20-04-2010 ποσό 54.783,44 ευρώ, στις 20-07-2010 ποσό 23.435,16 ευρώ και στις 20-10-2010 ποσό 15.623,97 ευρώ. Η δε οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής έγινε στις 12-03-2011 με την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας των 60 ημερών για την άσκηση προσφυγής ή επίλυσης με διοικητικό συμβιβασμό για το ανωτέρω χρέος, δεδομένου ότι οι ως άνω πράξεις προσδιορισμού Φ.Π.Α κοινοποιήθηκαν σ’ αυτόν (κατ/νο) υπό την ως άνω ιδιότητα του στις 10-+01-2011. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος του αδικήματος της φοροδιαφυγής κατ’ εξακολούθηση, όπως σωστά εκτιμώντας τις αποδείξεις έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτόμενης κατ’ ουσίας της έφεσής του." Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσειοντα του ότι : "Στην …, στους ακολούθως αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και ειδικότερα αυτό της φοροδιαφυγής. Ειδικότερα, ενεργώντας ως υπόχρεος υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", με αντικείμενο εργασιών κέντρου διασκέδασης, που εδρεύει στην ... και τηρεί βιβλία Κ.Β.Σ. δεύτερης κατηγορίας, δεν απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) των κατωτέρω αναφερόμενων διαχειριστικών περιόδων, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του, ο οποίος σε ορισμένες από τις κάτωθι διαχειριστικές περιόδους υπερβαίνει ετησίως το ποσό των 3.000 ευρώ, ενώ σε άλλη διαχειριστική περίοδο υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό των 75.000 ευρώ, η δε οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής έγινε στις 12-3-2011. Ειδικότερα, στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 20-4-2009 έως 20-10-2010, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής, διότι δεν υπέβαλε δηλώσεις στο Ελληνικό Δημόσιο για τον αναλογούντα φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), που αφορά στις διαχειριστικές περιόδους από 1-1-2009 έως 31-12-2009 και από 1-1-2010 έως 30-9-2010, όπως διαπιστώθηκε κατόπιν αρμοδίως γενομένου φορολογικού ελέγχου από ελεγκτές της ..., για τον οποίο συντάχθηκαν οι υπ’ αριθμ. .../14-12-2010 δύο (2) πράξεις προσδιορισμού Φ.Π.Α., κατά τις οποίες περιόδους το συνολικό ποσό τούτου που είχε υποχρέωση να δηλώσει και να αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο υπό την ως άνω ιδιότητα του, υπερβαίνει κατά την πρώτη ως άνω περίοδο το ποσό των 3.000 ευρώ και συγκεκριμένα ανέρχεται στο ποσό των 57.207,58 ευρώ και κατά τη δεύτερη ως άνω περίοδο υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ και συγκεκριμένα ανέρχεται στο ποσό των 93.842,57 ευρώ. Τα ως άνω οφειλόμενα ποσά Φ.Π.Α. έπρεπε να καταβάλει άμεσα με την υποβολή των περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α. για τις ως άνω χρήσεις, δηλαδή μέχρι και την 20° ημέρα του επόμενου ημερολογιακού μήνα που ακολουθεί κάθε ημερολογιακό τρίμηνο, δηλαδή για τα τέσσερα τρίμηνα της χρήσης του έτους 2009 στις 20-4-2009 ποσό14.965,18 ευρώ, στις 20-7-2009 ποσό 8.175,46 ευρώ, στις 20-10-2009 ποσό ευρώ και στις 20-1-2010 ποσό 26.375,91 ευρώ και για τα τρία πρώτα τρίμηνα της χρήσης του έτους 2010 στις 20-4-2010 ποσό 54.783,44 ευρώ, στις 20-7-2010 ποσό 23.435,16 ευρώ: και στις 20-10-2010 ποσό 15.623,97 ευρώ! Η δε οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής έγινε στις 12-3-2011 με την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας των 60 ημερών για την άσκηση προσφυγής ή επίλυσης με διοικητικό συμβιβασμό για το ανωτέρω χρέος, δεδομένου ότι οι ως άνω πράξεις προσδιορισμού Φ.Π.Α. του κοινοποιήθηκαν υπό την ως άνω ιδιότητα του στις 10-1-2011. Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. Ια, 27 παρ. 2, 98 ΠΚ και 18 παρ.1 περ,. β’ , γ’ του Ν. 2523/1997, τις οποίες, κατά την προεκτεθείσα έννοια τους, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα τη συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης ότι ο κατηγορούμενος, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε", η οποία είχε υποχρέωση υποβολής δηλώσεων ΦΠΑ και στη συνέχεια απόδοσης αυτού στο Δημόσιο και ότι, προκειμένου να αποφύγει την απόδοση του, με πρόθεση δεν υπέβαλλε περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ για τις διαχειριστικές περιόδους από 1-1-2009 έως 31-12-2009 και από 1-1-2010 έως 30-9-2010 και δεν απέδωσε ΦΠΑ συνολικού ποσού 151.050,15 ευρώ. Ωσαύτως, υπάρχει πλήρης αιτιολογία ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του αδικήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, με την παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι τα ανωτέρω έπραξε με πρόθεση και σκοπός του ήταν να αποφύγει την καταβολή του οφειλομένου ΦΠΑ. Σημειωτέον ότι η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων τόσο υπό την ισχύ του ν. 2523/1997, ως ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, όσο και υπό την ισχύ του επιεικέστερου ν. 4337/17-10-15, που ίσχυσε μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης και πριν αυτή καταστεί αμετάκλητη, φέρει τον χαρακτήρα κακουργήματος (ολ ΑΠ 5/2002, ΑΠ 1154/2010) , αφού πρόκειται για φοροδιαφυγή κατ’ εξακολούθηση, συνολικού ποσού υπερβαίνοντος αθροιστικά τις 100.000 ευρώ και συγκεκριμένα για φοροδιαφυγή συνολικού ποσού 151.050,15 ευρώ, στην αποφυγή πληρωμής του οποίου, ως σαφώς συνάγεται από τις παραδοχές της προσβαλλομένης, εξ αρχής απέβλεπε ο αναιρεσείων, (αρθρ. 98 παρ. 2 ΠΚ), απορριπτόμενων των, περιλαμβανομένων στους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, περί του αντιθέτου ισχυρισμών αυτού. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Στο άρθρο 82 παρ. 1 και 3 ΠΚ, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν από τις περ. 1 και 2 της υποπαραγράφου ΙΓ’ του πρώτου άρθρου ν. 4093/2012 (ΚΝοΒ σελ. 2437, 2584) ορίζονται τα εξής : "1. ... Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφαση του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων...3. Κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ ... Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών". Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, ως περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που είναι ανώτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, η οποία μετατρέπεται σε χρηματική, εκτός αν το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του κρίνει ότι απαιτείται η μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων, νοείται τόσο η ποινή φυλάκισης όσο και η ποινή κάθειρξης. Η ερμηνευτική εκδοχή αυτή συμπορεύεται με το γράμμα του νόμου, όπου προκρίνεται η διατύπωση "περιοριστική της ελευθερίας ποινή", και όχι ο όρος "φυλάκιση", αλλά και με τον σκοπό του νόμου, ο οποίος συνίσταται στην αποσυμφόρηση των φυλακών με πνεύμα σύγχρονης σωφρονιστικής αντίληψης (βλ. σχετική αιτιολογική έκθεση ν. 4093/2012 σε ΚΝοΒ σελ. 2484). Παρόμοιος ήταν και ο σκοπός των νόμων 3727/2008, 3772/2009 και 3811/2009,οι οποίοι προβλέπουν τη δυνατότητα μετατροπής για περιορισμένο χρονικό διάστημα και ποινής κάθειρξης πέντε ετών, συμπεριλαμβάνοντας την στη φραστική διατύπωση "στερητική της ελευθερίας ποινή" και αναφέροντας ρητά τον όρο "πενταετής κάθειρξη" (βλ. ιδίως αιτιολ. έκθεση ν. 3811/2009 σε ΚΝοΒ σελ. 2923). Εξάλλου, ως βαρύνον κριτήριο για τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή δεν τάσσεται ο κακουργηματικός ή πλημμεληματικός χαρακτήρας της πράξης αλλά η φύση και η χρονική διάρκεια της στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία και σε κακουργήματα, όταν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις ή άλλοι γενικοί λόγοι μείωσης της ποινής, έχει ως ελάχιστα όρια φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή ενός έτους (άρθρο 83 στοιχ. β’ -γ’ ΠΚ). Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται ότι υπόκειται σε μετατροπή και η ποινή κάθειρξης πέντε ετών, καθώς και η συνολική ποινή κάθειρξης, όταν η ποινή βάσης αυτής είναι ποινή κάθειρξης πέντε ετών (ΑΠ 454/2016). Στην προκείμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων καταδικάστηκε με την προσβαλλομένη απόφαση σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών. Επομένως, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη, η ως άνω ποινή που του επιβλήθηκε, υπόκειται (καταρχήν) σε μετατροπή. Επομένως, το άνω Τριμελές Εφετείο παραβίασε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ, όπως αυτή αντικ. με το πρώτο άρθρο υπό παρ. ΙΓ’ περ. 1-2 ν. 4093/2012 και υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας, παραλείποντας να εκφέρει αιτιολογημένη κρίση για την μετατροπή της προαναφερθείσας ποινής, σε συνάρτηση με το ζήτημα αν η μη μετατροπή αυτής ήταν αναγκαία για να αποτρέψει τον κατηγορούμενο από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Συνακολούθως είναι βάσιμος ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ και Η’ ΚΠΔ, πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, ο οποίος πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για τις ως άνω πλημμέλειες. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος, κύριος ή πρόσθετος, αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και δη μόνο ως προς το κεφάλαιο της περί μη μετατροπής της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα ποινής, να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση με διαφορετική σύνθεση, προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τη μετατροπή ή μη της ποινής της πενταετούς κάθειρξης που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 519 ΚΠΔ).
    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 708 /2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών και δη μόνο ως προς το κεφάλαιο της περί μη μετατροπής της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα ποινής της πενταετούς κάθειρξης. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τη μετατροπή ή μη της ανωτέρω ποινής, που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 13-8-2015 (αριθμ. ...2015) αίτηση του Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 708/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών καθώς και τους από 21-10-16 πρόσθετους λόγους, που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο στις 21-10-16. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2017. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2017. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ 
Δημοσίευση:ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ







ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ 

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 



Δικαστήριο:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος:
ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:
454
Ετος:
2016


Όροι θησαυρού:
ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΠΟΙΝΩΝ

Περίληψη
Ψευδής βεβαίωση - Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες - Μετατροπή στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική - Υπέρβαση εξουσίας -. Το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης στοιχειοθετείται και όταν το δημόσιο έγγραφο είναι άκυρο ή απαιτείται για την ολοκλήρωση του η συνυπογραφή και άλλου προσώπου εκτός από τον αρμόδιο υπάλληλο ή υπάρχει, έστω και παράτυπη, συγκατάθεση τρίτου για τη συμπλήρωση και υπογραφή του δημόσιου εγγράφου από τον φυσικό αυτουργό της πράξης. Το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες προϋποθέτει την προγενέστερη τέλεση άλλου εγκλήματος που συνιστά την εγκληματική δραστηριότητα (βασικό έγκλημα), από το οποίο κάποιος, ο υπαίτιος ή άλλος, αποκόμισε παράνομα έσοδα. Η ποινή κάθειρξης πέντε ετών, καθώς και η συνολική ποινή κάθειρξης, όταν η ποινή βάση αυτής είναι ποινή κάθειρξης πέντε ετών υπόκειται σε μετατροπή. Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση ως προς τη διάταξη που απορρίπτει το αίτημα της αναιρεσείουσας για μετατροπή της συνολικής ποινής της επταετούς κάθειρξης, που επιβλήθηκε σε βάρος της. Το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του και παραβίασε τη σχετική ουσιαστική ποινική, αφού παρέλειψε να εκφέρει αιτιολογημένη κρίση για την μετατροπή της συνολικής ποινής, σχετικά με το ζήτημα αν η μη μετατροπή αυτής ήταν αναγκαία για να αποτρέψει την κατηγορουμένη από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων.

Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 454/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Αρτεμισία Παναγιώτου, (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορούμενης Ε. Β. - Ξ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπανδρουλάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1815/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Οκτωβρίου 2014 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1115/2014.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή, που προστατεύει τη γενική εμπιστοσύνη στο ιδιαίτερο καθήκον αληθείας του υπαλλήλου κατά την έκδοση δημοσίων εγγράφων, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (γραπτό ψεύδος ή διανοητική πλαστογραφία), η οποία εντάσσεται στα εγκλήματα που αφορούν την υπηρεσία, και όχι τα έγγραφα (υπομνήματα), απαιτείται α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. α σε συνδυασμό με το άρθρο 263α \ ΠΚ, β) η έκδοση ή σύνταξη από αυτόν δημόσιου εγγράφου κατά την άσκηση των καθηκόντων του, έστω και σε προσωρινή αναπλήρωση άλλου αρμόδιου υπαλλήλου, μέσα στα όρια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, γ) η βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού, δηλαδή βεβαίωση περιστατικού που δεν συνέβη καθόλου ή συνέβη με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που αναφέρεται στο έγγραφο ή παράλειψη αναφοράς στο έγγραφο περιστατικού που υπέπεσε στην αντίληψη του υπαλλήλου, ο οποίος είχε νομική υποχρέωση να το βεβαιώσει και δ) συνείδηση του υπαιτίου ότι βεβαιώνει ψευδές περιστατικό και είτε θέληση αυτού για παραγωγή των εννόμων συνεπειών που μπορεί να επιφέρει η βεβαίωση του ψευδούς περιστατικού (άμεσος δόλος) είτε πρόβλεψη και αποδοχή από αυτόν των εννόμων συνεπειών που μπορεί να επιφέρει η βεβαίωση του ψευδούς περιστατικού (ενδεχόμενος δόλος). Ως έννομες δε συνέπειες νοούνται η θεμελίωση, διατήρηση, αλλοίωση ή κατάργηση δικαιώματος, έννομης σχέσης ή κατάστασης (δημόσιας ή ιδιωτικής). Δημόσιο έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 242 παρ. 1 ΠΚ (συνδυαστικά και με τα άρθρα 13 περ. γ’ ΠΚ και 438 ΚΠολΔ), είναι το έγγραφο που συντάσσεται από καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο υπάλληλο ή λειτουργό μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία και πλήρη απόδειξη έναντι όλων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται μ’ αυτό και έχει έννομη σημασία, ενώ δεν είναι δημόσιο έγγραφο, με την παραπάνω έννοια, το έγγραφο που αφορά την εσωτερική υπηρεσία και λειτουργία των δημοσίων αρχών.
Επίσης το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης στοιχειοθετείται και όταν το δημόσιο έγγραφο είναι άκυρο ή απαιτείται για την ολοκλήρωση του η συνυπογραφή και άλλου προσώπου (πλην του αρμόδιου υπαλλήλου) ή υπάρχει, έστω και παράτυπη, συγκατάθεση τρίτου για τη συμπλήρωση και υπογραφή του δημόσιου εγγράφου από τον φυσικό αυτουργό της πράξης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2331/1995 (για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες), όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3424/2005, με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα έτη τιμωρείται όποιος, από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή για να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α) για την αντικειμενική στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, απαιτείται (εναλλακτικά) η αγορά, απόκρυψη, λήψη ως εμπράγματης ασφάλειας, αποδοχή της κατοχής, απόκτηση οπωσδήποτε δικαιώματος, μετατροπή ή μεταβίβαση οποιασδήποτε περιουσίας που αποκτήθηκε με εγκληματική δραστηριότητα και β) για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται δόλος (και ενδεχόμενος) και επιπλέον σκοπός κερδοσκοπίας ή συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης της σχετικής περιουσίας ή παροχής συνδρομής (από τρίτον) προς άλλον, ο οποίος ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα και απέκτησε από αυτή περιουσία, για κερδοσκοπία ή για συγκάλυψη της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής.
Επίσης το υπόψη έγκλημα προϋποθέτει την προγενέστερη τέλεση άλλου εγκλήματος που συνιστά την εγκληματική δραστηριότητα (βασικό έγκλημα), από το οποίο κάποιος (υπαίτιος ή άλλος) αποκόμισε παράνομα έσοδα (όπως είναι και το χρήμα σε υλική ή άϋλη μορφή). Ειδικότερα στο περιεχόμενο του δόλου του δράστη περιλαμβάνεται τόσο η γνώση της αξιόποινης προέλευσης των εσόδων όσο και η γνώση του δράστη της αξιόποινης, πράξης από την οποία προήλθαν τα έσοδα. Όταν δε αυτουργός της πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα είναι το ίδιο πρόσωπο με τον δράστη του βασικού εγκλήματος, γεγονός που δεν αποκλείεται από καμία διάταξη νόμου (εκτός από την περίπτωση που το πρώτο τελείται με παροχή συνδρομής προς πρόσωπο ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα, οπότε εννοιολογικά αποκλείεται η ταυτοπροσωπία), τα δύο εγκλήματα συρρέουν πραγματικά, αφού πρόκειται για δύο διαφορετικά κατά τα στοιχεία τους εγκλήματα με διακριτή και χωριστή απαξία το καθένα. Η δε σχετική διχογνωμία, που υπήρχε ως προς το ζήτημα αυτό στη θεωρία και τη νομολογία, έχει λυθεί και νομοθετικά με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 στοιχείο δ’ εδαφ.α’ και β’ του ν. 3424/2005, όπου ορίζεται ότι η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις των ανωτέρω στοιχείων α,’ β’ και γ’ της παραγράφου αυτής (δηλαδή του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 2331/1995, όπως αντικ. με το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 3424/2005), καθώς και ότι στις περιπτώσεις αυτές ο υπαίτιος (του βασικού εγκλήματος) τιμωρείται και ως αυτουργός ή ως ηθικός αυτουργός των εν λόγω πράξεων (νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες), αν η τέλεσή τους από τον ίδιο ή από άλλον εντάσσεται στον συνολικό σχεδιασμό δράσης. Ειδικότερα, με τη μεταγενέστερη ποινική διάταξη αυτή δεν θεσπίστηκε για πρώτη φορά, ως προς τον φυσικό ή ηθικό αυτουργό του βασικού εγκλήματος, ιδιώνυμη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, που δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 2331/1995, ώστε να απαγορεύεται η αναδρομική εφαρμογή της για θεμελίωση του αξιοποίνου, κατά τα άρθρα 7 του Συντάγματος και 1 ΠΚ. Αντίθετα, κατά την έννοια της σχετικής διάταξης, απλώς τάσσεται ως πρόσθετος όρος, για την τέλεση του εγκλήματος του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 2331/1995 και από τον φυσικό ή ηθικό αυτουργό του βασικού εγκλήματος, αυτός να είχε εντάξει την τέλεση του σχετικού εγκλήματος (της νομιμοποίησης ...) στον συνολικό σχεδιασμό της εγκληματικής δράσης του. Πρόκειται δηλαδή για διάταξη, η οποία, επειδή θέτει πρόσθετο όρο (επιπλέον εκείνων του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 2331/1995) για τον κολασμό του δράστη του βασικού εγκλήματος, είναι ηπιότερη από την προγενέστερη και, κατά το άρθρο 2ΠΚ, έχει αναδρομική εφαρμογή και για τις πράξεις νομιμοποίησης εγκληματικών εσόδων που τελέστηκαν πριν από τη θέσπιση του ν. 3424/2005.
Επίσης σημειώνεται ότι, τόσο υπό το καθεστώς του ν. 2331/1995 όσο και υπό το καθεστώς του ν. 3424/2005, ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη και, αν, μεταξύ άλλων, ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα, τότε τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. Στις πράξεις δε αυτές, όταν τελούνται κατ’ επάγγελμα, δεν έχει εφαρμογή η πρόβλεψη του άρθρου 3 παρ. 1 στοιχείο δ’ εδ. δ’ του ν. 3424/2005, κατά την οποία η ποινή που επιβάλλεται στον υπαίτιο του εγκλήματος νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα δεν μπορεί να υπερβαίνει την ποινή που επιβλήθηκε σ’ αυτόν ή τρίτο για το βασικό έγκλημα, από το οποίο προήλθαν τα έσοδα (άρθρο 3 παρ. 1 στοιχείο δ’ εδ. προτελευταίο). Επομένως, οι εν λόγω πράξεις, όταν τελούνται κατ’ επάγγελμα, διατηρούν πάντοτε τον κακουργηματικό χαρακτήρα τους. Τέλος, όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 στοιχείο δ’ εδ. τελευταίο του ν. 3424/2005 (που ορίζει ότι, σε περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαλλαγής του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, αν αυτό τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος, αίρεται το αξιόποινο ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος και για τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 στοιχείο β), όταν το βασικό έγκλημα επισύρει ποινή φυλάκισης ανώτερη του ενός έτους, η εξάλειψη του αξιοποίνου (με παραγραφή ή για άλλο λόγο) του βασικού εγκλήματος ή η απαλλαγή του υπαιτίου δεν επιφέρουν αντίστοιχες έννομες συνέπειες και υπέρ του υπαιτίου τέλεσης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προήλθαν τα σχετικά περιστατικά και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι, υπάρχει η επιβαλλόμενη αιτιολογία και σε περίπτωση που το σκεπτικό αρκείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά με τρόπο τόσο αναλυτικό και πλήρη, ώστε να είναι περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικό μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα. Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησης του. Επίσης δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η εκτίμηση εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται αναιρετικά η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 1815/2014 απόφαση του, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που προσδιορίζονται ως προς το είδος τους σ’ αυτή, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Η κατηγορούμενη Ε. Β. - Ξ. ήταν υπάλληλος του Ελληνικού Προξενικού Γραφείου στο Σεράγεβο της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης. Την 16-9-2001 της ανατέθηκε από τον έλληνα πρέσβυ η αποκλειστική αρμοδιότητα για την έκδοση στο όνομα υπηκόων του ανωτέρω κράτους θεωρήσεων εισόδου "Shengen" (βλ. κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας Γ. - Β. Β.). Για την έκδοση τέτοιων θεωρήσεων προϋπόθεση ήταν η ύπαρξη νόμιμου λόγου αφενός για το ταξίδι και αφετέρου για τη διαμονή στην Ελλάδα ή σε άλλη χώρα του συμφώνου "Shengen", δηλαδή ο τουρισμός ή η νόμιμη επαγγελματική απασχόληση. Σύμφωνα μάλιστα με τις εγκύκλιες οδηγίες ο πιο πάνω νόμιμος λόγος έπρεπε να προκύπτει από δικαιολογητικά έγγραφα, τα οποία θα συνόδευαν υποχρεωτικά τις υποβαλλόμενες σχετικές αιτήσεις. Ειδικότερα η κατηγορούμενη α) προκειμένου να χορηγήσει εμπορικές θεωρήσεις όφειλε να παραλάβει και να ελέγξει τις σχετικές αιτήσεις και επιπλέον απαιτούνταν να παραλάβει και να ελέγξει τις έγγραφες προσκλήσεις από τις ελληνικές εταιρίες ή εταιρίες που είχαν τη δραστηριότητα τους στην Ελλάδα και έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει η εμπορική συνεργασία των ελληνικών εταιριών με τις βοσνιακές και αργότερα από το Μάρτιο του 2002 προσαπαιτούνταν πιστοποιητικό του οικείου επιμελητηρίου της περιφέρειας της έδρας της εταιρίας, που προσκαλούσε τα πρόσωπα που αναφέρονταν στην πρόσκληση προς εμπορική συνεργασία και επιβεβαίωση τηλεομοιοτυπικά (φαξ) της ελληνικής εταιρίας ότι πράγματι έχει προσκαλέσει τα συγκεκριμένα πρόσωπα για επαγγελματική συνεργασία, β) προκειμένου να χορηγήσει τουριστικές θεωρήσεις, όφειλε να παραλάβει και να ελέγξει τις σχετικές αιτήσεις και επιπλέον απαιτούνταν να παραλάβει και να ελέγξει υπεύθυνες δηλώσεις Ελλήνων με θεώρηση του γνήσιου της υπογραφής, από τις οποίες να προκύπτει η πρόσκληση βοσνιακής υπηκοότητας προσώπου. Η κατηγορούμενη δεν γνώριζε την τοπική γλώσσα και το προξενικό γραφείο απασχολούσε ως μεταφράστρια των βοσνιακών πιστοποιητικών μετά το 2001 την Σ. βοσνιακής υπηκοότητας.
Η κατηγορούμενη έχοντας αντιληφθεί το μεγάλο ενδιαφέρον πολλών Βοσνίων υπηκόων να μεταναστεύσουν σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης, προκειμένου να απασχοληθούν παράνομα, κατά το χρονικό διάστημα από 1 Σεπτεμβρίου 2001 έως την 31 Οκτωβρίου 2001, ενεργώντας με πρόθεση μετά από συναπόφαση με την αλλοδαπή Σ., δύο Αλβανούς καταγόμενους απ’ το Κόσοβο αγνώστων στοιχείων ταυτότητας και τους Ελληνικής υπηκοότητας Ν. Ζ., Α. Κ. και Γ. Β., συγκρότησε με τους ανωτέρω και εντάχθηκε ως μέλος με αυτούς σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα που αποτελούνταν από τρία τουλάχιστον άτομα (εγκληματική οργάνωση), η οποία επιδίωξε τη διάπραξη των κακουργημάτων α) της πλαστογραφίας με χρήση κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους στους εαυτούς τους άνω των 15.000 ευρώ και β) της ψευδούς βεβαίωσης με σκοπό προσπορισμού σ’ αυτούς αθέμιτου οφέλους άνω των 73.000 ευρώ. Έτσι, οι μεν ανωτέρω Ν. Ζ. και Α. Κ. καταρτούσαν κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο του 2001 έως τέλος Αυγούστου του 2003 εξαρχής πλαστές αιτήσεις προς το ελληνικό προξενείο στο Σεράγιεβο, με τις οποίες οι αναφερόμενες στο διατακτικό ελληνικές εταιρίες δήθεν προσκαλούσαν στην Ελλάδα τους επίσης αναφερόμενους βόσνιους υπηκόους προς εμπορική συνεργασία θέτοντας πλαστές σφραγίδες και υπογραφές των νομίμων εκπροσώπων των εταιριών χωρίς τη συναίνεση τους καθώς και καταρτούσαν εξαρχής πλαστές βεβαιώσεις των επιμελητηρίων για τις εταιρίες αυτές με πλαστές υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων, η δε κατηγορούμενη Ε. Β. - Ξ. ως αρμόδια υπάλληλος, που υπηρετούσε στο ελληνικό προξενείο στο Σεράγεβο, αν και γνώριζε ότι οι Βόσνιοι υπήκοοι δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις και ότι τα έγγραφα, τα οποία της επιδείκνυαν ήταν πλαστά, αυτή ως αρμόδια υπάλληλος του εν λόγω προξενείου χορηγούσε σ’ αυτούς ψευδείς βεβαιώσεις εισόδου (Visa) στην Ελλάδα, ενώ ο Γ. Β. είχε ηγετικό ρόλο στη συσταθείσα από αυτούς εγκληματική οργάνωση δίνοντας τις κατάλληλες οδηγίες και κατευθύνσεις για τη διάπραξη των ανωτέρω εγκλημάτων (βλ. καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας Μ. Κ. και Θ. Μ.).
Για την έκδοση της κάθε μιας θεώρησης εξόδου εισπράττονταν ως αμοιβή το ποσό των 500 έως 800 ευρώ για τις βίζες μικρής διάρκειας και το ποσό των 1.000 έως 1.500 για τις βίζες μακράς διάρκειας (βλ. κατάθεση Θ. Μ.). Η δράση της εγκληματικής οργάνωσης αποκαλύφθηκε μετά έρευνα, που ακολούθησε την καταγγελία Φιλανδού αξιωματικού στο μάρτυρα κατηγορίας Θ. Μ., που ήταν επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Βοσνία για την αναδιάρθρωση της αστυνομίας και σύμβουλος στο Βοσνιακό Υπουργείο Δημόσιας Τάξης σε θέματα τρομοκρατίας, για την έκδοση δέκα παράνομων θεωρήσεων εισόδου "Shengen" στο ελληνικό προξενείο. Έτσι αρχικά έγινε έλεγχος στις βίζες αυτές και προέκυψε ότι τα δικαιολογητικά που συνόδευαν τις αιτήσεις έκδοσης τους ήταν πλαστά. Ακολούθως ο Α. Κ. κατονόμασε στο εν λόγω μάρτυρα κατηγορίας ως μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, την κατηγορούμενη Ε. Β. - Ξ., τον Ν. Ζ., Γ. Β., τη Σ. και τους δύο Αλβανούς, σύμφωνα δε με τις καταθέσεις της Γ. - Β. Β. και του Μ. Κ. μέλος της οργάνωσης ήταν και ο Α. Κ.. Επακολούθησε η διενέργεια ΕΔΕ, με τα πορίσματα το οποίων επιβεβαιώθηκαν τα παραπάνω περιστατικά, που αποτελούν το περιεχόμενο των μαρτυρικών καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας Μ. των ΕΔΕ και τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Μ. Κ. και Θ. Μ.. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα πορίσματα των ΕΔΕ και τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Μ. Κ. και Θ. Μ., η κατηγορούμενη από το Σεπτέμβριο 2001 έως και το τέλος Αυγούστου 2003, που υπηρετούσε στο προξενικό γραφείο στην ελληνική πρεσβεία του Σεράγεβο Βοσνίας - Ερζεγοβίνης και ήταν επικεφαλής και υπόλογος του προξενικού γραφείου, βεβαίωσε με πρόθεση ψευδή πραγματικά περιστατικά και δη ότι οι αναφερόμενοι στο διατακτικό ... Βόσνιοι υπήκοοι πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις, προκειμένου να τους χορηγηθούν θεωρήσεις εισόδου στην Ελλάδα "Shengen" και χορήγησε αυτές, ενώ γνώριζε ότι αυτοί δεν δικαιούνται τέτοιας θεώρησης, καθώς προσκομίστηκαν προς τούτο σε αυτήν εν γνώσει της είτε πλαστά είτε ελλιπή και ανεπαρκή δικαιολογητικά. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου η κατηγορούμενη να χορηγήσει τις εμπορικές θεωρήσεις όφειλε να παραλάβει και ελέγξει τις σχετικές αιτήσεις με τα σχετικά δικαιολογητικά, δηλαδή να παραλάβει και ελέγξει έγγραφη πρόσκληση από την ελληνική εταιρία ή εταιρία που είχε τη δραστηριότητα της στην Ελλάδα και έγγραφα απρ τα οποία να προκύπτει η εμπορική συνεργασία των ελληνικών εταιριών με τις βοσνιακές και αργότερα απ’ το Μάρτιο του 2002 προσαπαιτούνταν πιστοποιητικό του οικείου εμπορικού επιμελητηρίου της περιφέρειας της έδρας της εταιρίας, που προσκαλούσε τα πρόσωπα που αναφέρονταν στην πρόσκληση προς εμπορική συνεργασία και επιβεβαίωση τηλεομοιοτυπικά (φαξ) της ελληνικής εταιρίας ότι πράγματι είχε προσκαλέσει τα συγκεκριμένα πρόσωπα για επαγγελματική συνεργασία.
Η κατηγορούμενη, όμως, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, βεβαίωσε ψευδώς ότι αναφερόμενοι στο διατακτικό υπήκοοι της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης πληρούν τις προϋποθέσεις χορήγησης βεβαίωσης εισόδου και χορήγησε σ’ αυτούς τις αναφερόμενες στο διατακτικό εμπορικές θεωρήσεις, ενώ δεν πληρούνταν οι ως άνω προϋποθέσεις, δεδομένου ότι τα προσκομιζόμενα σε αυτήν απαραίτητα έγγραφα προς χορήγηση βεβαιώσεων εισόδου είχαν πλαστογραφηθεί από τους Ν. Ζ. και Α. Κ., καθόσον: α) δεν υπήρχαν έγγραφα εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των δήθεν αιτούμενων ελληνικών εταιριών με τις βοσνιακές εταιρίες, β) οι εταιρίες που υπέβαλαν αίτηση - πρόσκληση είναι στην πλειοψηφία τους ανύπαρκτες, όσες δε από αυτές είναι υπαρκτές, φέρεται να έχουν δηλώσει στις αιτήσεις τους αριθμούς τηλεφώνων που είναι ανύπαρκτοι ή ανήκουν σε άλλα πρόσωπα, γ) οι βεβαιώσεις των επιμελητηρίων για τις εταιρίες αυτές είναι πλαστές καθώς αναφέρονται επιμελητήρια που δεν υπάρχουν ή αυτά αναφέρονται με εσφαλμένο όνομα, περιέχουν χονδροειδείς ανορθογραφίες, η σφραγίδα του επιμελητηρίου είτε δεν υπάρχει, είτε είναι δυσανάγνωστη, είτε δεν υπάρχει το όνομα του υπογράφοντος, δ) το έντυπο που απέστελλε το προξενείο τηλεομοιοτυπικά στην αιτούσα εταιρία για να επιβεβαιώσει το αίτημά της μέσω αριθμού φαξ του προξενείου σε πάρα πολλές περιπτώσεις δεν υπάρχει καθόλου καθώς και σε πάρα πολλές περιπτώσεις δεν υπάρχει η εκ μέρους της εταιρίας απάντηση - επιβεβαίωση στο εν λόγω αποστελλόμενο από το προξενείο ή το φαξ επιβεβαίωσης πολλές φορές δεν έχει κάποιο νούμερο ή δεν αντιστοιχεί το αναφερόμενο νούμερο σε εκείνο που περιέχεται στην αίτηση της εταιρίας, ε) σε πολλές περιπτώσεις δεν υπάρχουν ημερομηνίες υποβολής αιτήσεων, στ) είναι γενικευμένο το φαινόμενο της ανορθογραφίας, ζ) σε πολλές περιπτώσεις ο αριθμός του τηλεφώνου ή φαξ της εταιρίας που απευθύνει την αίτηση είναι όμοιο με το τηλέφωνο άλλων εταιριών, η) οι αιτήσεις δεν έχουν στο ειδικό έντυπο την υπογραφή του χειριστή υπαλλήλου, όσον δε αφορά στις τουριστικές θεωρήσεις που χορήγησε η κατηγορούμενη δεν υπάρχουν υπεύθυνες δηλώσεις - προσκλήσεις από την Ελλάδα.
Η κατηγορούμενη όμως βεβαίωσε ψευδώς στις σχετικές αιτήσεις των αναφερόμενων στο διατακτικό Βοσνίων υπηκόων, που παραλάμβανε ότι αυτοί πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να εισέλθουν στην ελληνική επικράτεια και ότι δικαιούνται θεώρηση εισόδου, ενώ δεν πληρούσαν τις απαραίτητες προϋποθέσεις. Περαιτέρω, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδεικνύεται ότι η κατηγορούμενη, στο Σεράγεβο της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2002 έως Αύγουστο 2003 δρώντας από κοινού με τους Γ. Β., Ν. Ζ. και Α. Κ. μετά από συναπόφαση με αυτούς, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, από κερδοσκοπία δέχθηκε στην κατοχή της ποσό, το οποίο κατ’ ελάχιστο υπολογίζεται στο ποσό των 373.125 ευρώ (1.500 ευρώ Χ 995 =) 1.492.500 ευρώ. 4) Από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος αυτού και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης του προκύπτει σκοπός της κατηγορούμενης για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή της προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας της. Κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2001 έως 28 Φεβρουαρίου 2002 η κατηγορούμενη κατηγορείται μεν ότι τέλεσε το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων, πλην όμως δεν κατηγορείται ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα τέλεσε και το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας, δηλαδή κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα φέρεται να νομιμοποιεί έσοδα χωρίς να δωροδοκείται. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν πληρούται η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων: 1) εγκληματικής οργάνωσης, που τελέστηκε στο Σεράγεβο της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2002 έως Αύγουστο 2003, 2) της ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση με σκοπό προσπορισμού στο δράστη αθέμιτου οφέλους που υπερβαίνει το ποσό των -73.000- ευρώ, που τελέστηκε στο Σεράγεβο της Βοσνίας -Ερζεγοβίνης κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο 2001 έως και το τέλος Αυγούστου 2003, και 3) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού, που τελέστηκε στο Σεράγεβο της Βοσνίας Ερζεγοβίνης κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2002 έως Αύγουστο 2003 και πρέπει να κηρυχτεί ένοχη τούτων, ενώ πρέπει να κηρυχτεί αθώα του τελευταίου εγκλήματος, που φέρεται ότι τέλεσε στον παραπάνω τόπο κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2001 έως 28 Φεβρουαρίου 2002. Περαιτέρω πρέπει να αναγνωριστεί η συνδρομή στο πρόσωπο της κατηγορουμένης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, που είχε αναγνωριστεί πρωτοδίκως και αποτελεί ευεργέτημα, το οποίο δεν μπορεί να στερηθεί στο δεύτερο βαθμό σύμφωνα με την αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορούμενου (non reformatio in pejus)" Τέλος, απορρίφθησαν ως αβάσιμοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί της κατηγορουμένης: α) για αναγνώριση στο πρόσωπο αυτής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ’ ΠΚ, και β) για αναγνώριση στο πρόσωπο αυτής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ.
Στη συνέχεια το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για τις κακουργηματικές πράξεις: 1) της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, η οποία επιδίωκε την τέλεση των κακουργημάτων α) της πλαστογραφίας με χρήση του πλαστού κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό προσπόρισης συνολικού περιουσιακού οφέλους ανώτερου των 15.000 (ήδη 30.000 μετά τον ν. 4055/2012) ευρώ και β) της ψευδούς βεβαίωσης με σκοπό προσπόρισης συνολικού αθέμιτου οφέλους ανώτερου των 73.000 (ήδη 120.000 μετά τον ν. 4055/2012) ευρώ, 2) της ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση με σκοπό προσπόρισης στον εαυτό της και σε άλλους συνολικού αθέμιτου οφέλους ανώτερου των 73.000 (και ήδη 120.000) ευρώ και 3) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, από κερδοσκοπία και με σκοπό συγκάλυψης της αληθινής προέλευσης των εγκληματικών εσόδων συνολικού ποσού 497.500 ευρώ, που δέχτηκε στην κατοχή της για λογαριασμό όλων των συναυτουργών, από κοινού με τους Γ. Β., Ν. Ζ. και Α. Κ. κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, όπως οι παραπάνω πράξεις περιγράφονται αναλυτικά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τον τρόπο, τόπο, χρόνο και τις λοιπές περιστάσεις τέλεσής τους. Επίσης αναγνωρίστηκε υπέρ της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ ΠΚ και επιβλήθηκαν οι ποινές κάθειρξης πέντε ετών για την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης και φυλάκισης τριών ετών για καθεμία από τις λοιπές πράξεις και συνολική ποινή κάθειρξης επτά ετών, απορρίπτοντας σχετικό αίτημα μετατροπής της σε χρηματική ποινή. Με αυτά που δέχτηκε το άνω Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία, παραθέτοντας σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κηρύχτηκε ένοχη η κατηγορουμένη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα σχετικά περιστατικά και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 13 περ. α’ , γ’ και στ’, 26 παρ. Ια’ , 27, 45, 94 παρ. 1, 98, 187 παρ. 1 και 5, 242 παρ. 1-3 (όπως τροπ. με άρθρο 25 παρ. 1 ν. 4055/2012) ΠΚ, 1 και 2 παρ. 1 ν. 2331/1995 και 3 ν. 3424/2005, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με ευθύ ή πλάγιο τρόπο, δηλαδή στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προσδιορίζονται ο τρόπος, ο τόπος, ο χρόνος και οι λοιπές ιστορικές περιστάσεις τέλεσης των πράξεων α) της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση από κοινού με την αλλοδαπή Σ., δύο άτομα αλβανικής καταγωγής και τους Γ. Β., Ν. Ζ. και Α. Κ. για τέλεση κακουργηματικών πράξεων πλαστογραφίας και ψευδούς βεβαίωσης, στην οποία ηγετικό ρόλο είχε ο Γ. Β., β) της ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση με σκοπό προσπόρισης στον δράστη συνολικού αθέμιτου οφέλους ανώτερου των 73.000 (ήδη 120.000) ευρώ και γ) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, για τις οποίες κηρύχτηκε ένοχη και καταδικάστηκε η κατηγορουμένη Ε. Β. - Ξ.. Επίσης προσδιορίζεται και αιτιολογείται πλήρως ο σκοπός αυτής για προσπόριση από την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση αθέμιτου συνολικού οφέλους ανώτερου των 120.000 ευρώ, καθώς και ο τρόπος και ο σκοπός συγκάλυψης της αληθινής προέλευσης των εγκληματικών εσόδων συνολικού ποσού τουλάχιστον 373.125 ευρώ, τα οποία η κατηγορουμένη δέχτηκε στην κατοχή της κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2002 έως τον Αύγουστο 2003, ενεργώντας από κερδοσκοπία και με σκοπό να συγκαλύψει την εγκληματική προέλευσή τους από την πράξη της παθητικής δωροδοκίας κατ’ εξακολούθηση, για την οποία έπαυσε οριστικά η σε βάρος της ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Ακόμη, στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχεται σαφής παραδοχή για ένταξη όλων των αξιοποίνων πράξεων της αναιρεσείουσας και των λοιπών εμπλεκομένων δραστών στον συνολικό σχεδιασμό της εγκληματικής δράσης τους και αιτιολογείται πλήρως η κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, από κοινού με τους Γ. Β., Ν. Ζ. και Α. Κ.. Αναφέρονται δε αναλυτικά όλες οι περιπτώσεις (συνολικά 995), κατά τις οποίες η κατηγορουμένη, σε σχετικές αιτήσεις υπηκόων Βοσνίας, τις οποίες αυτή παραλάμβανε ως διοικητική υπάλληλος του προξενικού γραφείου της ελληνικής πρεσβείας στο Σεράγιεβο της Βοσνίας με την αποκλειστική αρμοδιότητα να χορηγεί προξενικές θεωρήσεις εισόδου βοσνίων υπηκόων στην ελληνική επικράτεια μετά από έλεγχο των σχετικών αιτήσεων και των αναγκαίων δικαιολογητικών, βεβαίωνε ψευδώς ότι οι αιτούντες είχαν δικαίωμα να εισέλθουν στην Ελλάδα, γνωρίζοντας ότι αυτοί δεν διέθεταν τα προβλεπόμενα νόμιμα δικαιολογητικά για τη χορήγηση θεώρησης εισόδου (visa), εμπορικής ή τουριστικής, και ότι τα επισυναπτόμενα στις αιτήσεις τους δικαιολογητικά είχαν πλαστογραφηθεί από τους Ν. Ζ. και Α. Κ..
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ προβάλλεται η αιτίαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, επειδή δεν αιτιολογείται η παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα τέλεσε συνολικά εννιακόσιες ενενήντα πέντε (995) περιπτώσεις ψευδούς βεβαίωσης, καίτοι α) από έγγραφα που ήταν αναγνωστέα και αναγνώστηκαν (αποδεικτικά χορήγησης αδειών στην αναιρεσείουσα και διαβατήρια αυτής) και β) από καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας προέκυπτε ότι η αναιρεσείουσα ήταν σε νόμιμη άδεια στην Ελλάδα ή σε συνοδεία διπλωματικού ταχυδρομείου κατά τους χρόνο έκδοσης πεντακοσίων πενήντα τεσσάρων (554) ψευδών βεβαιώσεων του κατηγορητηρίου και δεν μπορούσε αυτή να έχει τελέσει τις σχετικές πράξεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια ανάγεται σε κρίση για την ουσία της υπόθεσης, και συγκεκριμένα αφορά την αναιρετικά ανέλεγκτη στάθμιση, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, της αποδεικτικής αξίας και σημασίας των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, ως προς το πραγματικό ζήτημα του αριθμού των ψευδών βεβαιώσεων που χορήγησε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ προβάλλεται η αιτίαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης α) επειδή υπάρχει αντίφαση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ουσιαστική παραδοχή του χρηματικού ποσού που δέχτηκε στην κατοχή της η αναιρεσείουσα, καθώς διαλαμβάνεται σ’ αυτή ότι το σχετικό ποσό ανέρχεται τουλάχιστον σε 373.125 ευρώ, ήτοι 995 θεωρήσεις εισόδου προς 1.500 ευρώ η καθεμία, ενώ σε άλλο σημείο του σκεπτικού γίνεται δεκτό ότι η αμοιβή που λάμβανε η αναιρεσείουσα για καθεμία θεώρηση εισόδου κυμαινόταν από 500 έως 800 ευρώ για θεωρήσεις μικρής διάρκειας και σε 1.000 έως 1.500 ευρώ για θεωρήσεις μακράς διάρκειας, β) επειδή υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού ως προς το ποσό που δέχτηκε στην κατοχή της η αναιρεσείουσα (373.125 ευρώ στο σκεπτικό και 497.500 ευρώ στο διατακτικό) και ως προς το σύνολο των θεωρήσεων εισόδου που αυτή χορήγησε (995 στο σκεπτικό και 816 στο διατακτικό) και γ) επειδή υπάρχει ασάφεια του σκεπτικού, ως προς τον υπολογισμό σε 373.125 ευρώ του αθέμιτου οφέλους από την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση, το οποίο αυτή δέχτηκε στην κατοχή της με την πράξη της νομιμοποίησης εγκληματικών εσόδων και το οποίο προήλθε μετά από ισομερή επιμερισμό του συνολικού αθέμιτου οφέλους από την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, ποσού 1.492.500 ευρώ, σε τέσσερα μέρη, καίτοι δέχεται στο σκεπτικό της ότι τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης ήταν επτά, και όχι τέσσερα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, ενόψει του γεγονότος ότι κρίσιμο αντικειμενικό στοιχείο για την πρόσδοση κακουργηματικού χαρακτήρα στην πράξη της ψευδούς βεβαίωσης είναι το συνολικό αθέμιτο όφελος που επιδίωξε ο δράστης από την πράξη για τον εαυτό του ή/και για άλλους και άσχετα από την τελική επέλευση ή μη του οφέλους ή από την ολική ή μερική περιέλευσή του στον δράστη ή σε άλλα πρόσωπα, η επικαλούμενη αντίφαση και ασάφεια αφορά πραγματικό γεγονός που δεν ασκεί έννομη επιρροή ως προς τον κακουργηματικό χαρακτηρισμό των πράξεων της ψευδούς βεβαίωσης και της νομιμοποίησης εγκληματικών εσόδων, αφού, με οποιαδήποτε υπολογιστική εκδοχή, το σκοπούμενο συνολικό αθέμιτο όφελος από την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση, καθεαυτό και ανεξάρτητα από τον τρόπο περαιτέρω επιμερισμού του μεταξύ των τεσσάρων συναυτουργών της πράξης της νομιμοποίησης εγκληματικών εσόδων ή των επτά μελών της εγκληματικής οργάνωσης, ανέρχεται τουλάχιστον σε (995 θεωρήσεις εισόδου, κατά το σκεπτικό, επί 500 ευρώ η ελάχιστη αμοιβή για καθεμία ίσον) 497.500 ευρώ ή σε (816 θεωρήσεις εισόδου, κατά το διατακτικό, επί 500 ευρώ η ελάχιστη αμοιβή καθεμία ίσον) 408.000 ευρώ, δηλαδή ποσό ανώτερο των 120.000 ευρώ, που απαιτείται, για να είναι κακουργηματική η πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, ενώ για τον κακουργηματικό χαρακτηρισμό της πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα δεν τάσσεται ανάλογη προϋπόθεση και δεν ασκεί σχετική επιρροή το μέγεθος των νομιμοποιούμενων εγκληματικών εσόδων.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει.
Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Εξάλλου, υπέρβαση εξουσίας που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 στοιχείο Η’ ΚΠΔ, υπάρχει όταν το ποινικό δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του (θετική υπέρβαση εξουσίας) και όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα, που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του και είχε υποχρέωση να αποφασίσει (αρνητική υπέρβαση εξουσίας). Υπέρβαση εξουσίας, που εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση, υπάρχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας προχωρεί στην απόρριψη αιτήματος για μετατροπή περιοριστικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή, παραλείποντας προηγουμένως να ερευνήσει και να εκφέρει αιτιολογημένη κρίση ως προς το ζήτημα αν η μη μετατροπή της ποινής ήταν αναγκαία για να αποτρέψει τον κατηγορούμενο από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, προβάλλεται η αιτίαση για εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 2 παρ. 1 ν. 2331/1995, 3 ν. 3424/2005, 2 ν. 3691/2008 και 2 παρ. 1 ΠΚ, επειδή, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (Μάρτιος 2002 έως Αύγουστο 2003), για την οποία αυτή καταδικάστηκε, οπότε, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, δεν ήταν, υπό το καθεστώς του ν. 2331/1995, αξιόποινη η πράξη της νομιμοποίησης εγκληματικών εσόδων από τον δράστη του βασικού εγκλήματος και δεν μπορούσε η ίδια να είναι υποκείμενο αυτής, αφού ήταν αυτουργός των βασικών εγκλημάτων της παθητικής δωροδοκίας και της ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση, από τις οποίες προήλθαν τα σχετικά εγκληματικά έσοδα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού, όπως αναφέρθηκε στην οικεία νομική σκέψη, κατά την ορθή έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 2331/1995, ο φυσικός ή ηθικός αυτουργός του βασικού εγκλήματος μπορούσε να είναι και δράστης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, η δε μεταγενέστερη και ηπιότερη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 ν. 3424/2005 δεν θεσπίζει για πρώτη φορά, ως προς τον φυσικό ή ηθικό αυτουργό του βασικού εγκλήματος, ιδιώνυμη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, αλλά απλώς τάσσει ως πρόσθετο περιοριστικό όρο, για την τέλεση του εγκλήματος του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 2331/1995 και από τον φυσικό ή ηθικό αυτουργό του βασικού εγκλήματος, αυτός να είχε εντάξει την τέλεση του σχετικού εγκλήματος στον συνολικό σχεδιασμό της εγκληματικής δράσης του. Στο άρθρο 82 παρ. 1 και 3 ΠΚ, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν από τις περ. 1 και 2 της υποπαραγράφου ΙΓ’ του πρώτου άρθρου ν. 4093/2012 (ΚΝοΒ σελ. 2437, 2584) ορίζονται τα εξής : "1. ... Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφαση του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων...3. Κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ ... Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών". Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, ως περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που είναι ανώτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, η οποία μετατρέπεται σε χρηματική, εκτός αν το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει ότι απαιτείται η μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων, νοείται τόσο η ποινή φυλάκισης όσο και η ποινή κάθειρξης. Η ερμηνευτική εκδοχή αυτή συμπορεύεται με το γράμμα του νόμου, όπου προκρίνεται η διατύπωση "περιοριστική της ελευθερίας ποινή", και όχι ο όρος "φυλάκιση", αλλά και με τον σκοπό του νόμου, ο οποίος συνίσταται στην αποσυμφόρηση των φυλακών με πνεύμα σύγχρονης σωφρονιστικής αντίληψης (βλ. σχετική αιτιολογική έκθεση ν. 4093/2012 σε ΚΝοΒισελ. 2484). Παρόμοιος ήταν και ο σκοπός των νόμων 3727/2008 στο άρθρο 16 αυτού, 3772/2009 στο άρθρο η παρ. 3 αυτού και 3811/2009 στο άρθρο 26 αυτού,οι οποίοι προβλέπουν τη δυνατότητα μετατροπής για περιορισμένο χρονικό διάστημα και ποινής κάθειρξης πέντε ετών, συμπεριλαμβάνοντάς την στη φραστική διατύπωση "στερητική της ελευθερίας ποινή" και αναφέροντας ρητά τov όρο "πενταετής κάθειρξη" (βλ. ιδίως αιτιολ. έκθεση ν. 3811/2009 σε ΚΝοΒ σελ. 2923).
Εξάλλου, ως βαρύνον κριτήριο για τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή δεν τάσσεται ο κακουργηματικός ή πλημμεληματικός χαρακτήρας της πράξης αλλά η φύση και η χρονική διάρκεια της στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία και σε κακουργήματα, όταν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις ή άλλοι γενικοί λόγοι μείωσης της ποινής, έχει ως ελάχιστα όρια φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή ενός έτους (άρθρο 83 στοιχ. β’ -γ’ ΠΚ). Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται ότι υπόκειται σε μετατροπή και η ποινή κάθειρξης πέντε ετών, καθώς και η συνολική ποινή κάθειρξης, όταν η ποινή βάση αυτής είναι ποινή κάθειρξης πέντε ετών. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με τον ν. 4093/2012, έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας ως προς την απόρριψη του αιτήματός της για μετατροπή της συνολικής ποινής κάθειρξης επτά ετών, η οποία επιβλήθηκε σε βάρος της με την προσβαλλόμενη απόφαση και έχει ως ποινή βάση τη βαρύτερη ποινή κάθειρξης πέντε ετών, που επιβλήθηκε για την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης και προσαυξήθηκε κατά ένα έτος από τις ποινές φυλάκισης τριών ετών που επιβλήθηκαν για τις πράξεις της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 296-297), η αναιρεσείουσα μετά την απαγγελία της συνολικής ποινής υπέβαλε μέσω του συνηγόρου της σχετικό αίτημα, το οποίο απορρίφθηκε με την εξής αιτιολογία "Κατά το άρθρο 82 παρ. 1 εδάφιο γ’ του ΠΚ, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΓ 1.1. του νόμου 4093/12-11-2012 "Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη μετατρέπεται σε χρηματική, εκτός αν το δικαστήριο με απόφασή του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων". Στην προκείμενη περίπτωση η κατηγορούμενη καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και συνεπώς δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ως άνω διάταξης του ΠΚ για τη μετατροπή της σε χρηματική. Συνακόλουθα πρέπει κατά την πλειοψηφούσα γνώμη τεσσάρων μελών του δικαστηρίου να απορριφθεί το σχετικό αίτημα της κατηγορουμένης. Μειοψήφησε ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, ο οποίος είχε τη γνώμη ότι έπρεπε να μετατραπεί η ποινή κάθειρξης σε χρηματική ...". Όμως, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη και αφού η ποινή βάση είναι ποινή κάθειρξης πέντε ετών, η συνολική ποινή κάθειρξης επτά ετών, που επιβλήθηκε στην κατηγορουμένη με την προσβαλλόμενη. απόφαση, υπόκειται (καταρχήν) σε μετατροπή. Επομένως, το άνω Πενταμελές Εφετείο παραβίασε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ, όπως αυτή αντικ. με το πρώτο άρθρο υπό παρ. ΙΓ’ περ. 1-2 ν. 4093/2012 και υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας, παραλείποντας να εκφέρει αιτιολογημένη κρίση για την μετατροπή της συνολικής ποινής, σε συνάρτηση με το ζήτημα αν η μη μετατροπή αυτής ήταν αναγκαία για να αποτρέψει την κατηγορουμένη από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Συνακολούθως είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ και Η’ ΚΠΔ, ο οποίος πλήττει μόνο την απορριπτική διάταξη του αιτήματος μετατροπής της ποινής.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση στη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής κλπ. Αντίθετα, δεν είναι αυτοτελείς όσοι ισχυρισμοί συνιστούν απλώς νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή αρνούνται ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της ακροατηριακής διαδικασίας και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλον λόγο, ούτε έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία γι’ αυτόν. Κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, ελαφρυντικές περιστάσεις, που επισύρουν μείωση της ποινής στο μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83 ΠΚ, θεωρούνται ιδίως : α)... ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την αναγνώριση της σχετικής ελαφρυντικής περίστασης υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης, απαιτείται να αποδεικνύεται θετική ατομική και κοινωνική συμπεριφορά του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση και συμπεριφορά του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης. Κατά τη συζήτηση ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου η κατηγορουμένη, μέσω του συνηγόρου της, υπέβαλε διατυπωμένο σε γραπτό κείμενο, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά (σελ. 3, 5, 150-165) και ανέπτυξε προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση υπέρ αυτής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ ΠΚ. Ο ισχυρισμός αυτός, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 202), απορρίφθηκε με την εξής αιτιολογία: "... Τέλος, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί της κατηγορούμενης: α) περί αναγνώρισης στο πρόσωπο αυτής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ’ ΠΚ, καθόσον... και β) περί αναγνώρισης στο πρόσωπο αυτής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ, καθόσον δεν αποδείχθηκαν περιστατικά ενεργητικά θετικής συμπεριφοράς στον καθόλου κοινωνικό βίο για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις της, τα δε επικαλούμενα φύλλα αξιολόγησης αναφέρονται στην ενδουπηρεσιακή της συμπεριφορά και δεν συνιστούν κριτήριο για την παροχή του εν λόγω ελαφρυντικού, αφού δεν συνδυάζονται με περιστατικά της εν γένει κοινωνικής παράστασης της κατηγορουμένης".
Ο προαναφερόμενος αυτοτελής ισχυρισμός δεν ήταν επαρκώς ορισμένος, αφού δεν περιείχε πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση του και για την ουσιαστική διερεύνηση και τη δικαστική απόφανση της συνδρομής ή μη της σχετικής ελαφρυντικής περίστασης στο πρόσωπο της κατηγορουμένης. Τα πραγματικά περιστατικά που αυτή επικαλέστηκε και είναι καταχωρισμένα στις σελ. 150-165 των πρακτικών, δηλαδή η θετική υπηρεσιακή αξιολόγηση της κατά τα έτη 2002-2005, η επίκληση σχετικών εγγράφων, η συναίνεση της για άρση του τηλεφωνικού απορρήτου και για άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών της κατά το στάδιο της ανάκρισης, η οικογενειακή κατάσταση της (έγγαμη με δύο παιδιά) και τα ψυχολογικά προβλήματα του γιου της, δεν συνιστούν καλή συμπεριφορά κατά την προαναφερόμενη έννοια της οικείας διάταξης, και κυρίως δεν συνιστούν θετική ατομική και κοινωνική συμπεριφορά που να δηλώνει επίγνωση από αυτή των συνεπειών των πράξεων της και σταθερό εναρμονισμό της προς τις επιταγές της έννομης τάξης. Συνεπώς, το Πενταμελές Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του επίμαχου αυτοτελούς ισχυρισμού και ορθά έκρινε ως ανεπαρκή τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά για τη χορήγηση του αντίστοιχου ελαφρυντικού. Συνακολούθως, είναι αβάσιμος ο σχετικός τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ ΠΚ. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης μόνο ως προς τη διάταξη που απορρίπτει το αίτημα μετατροπής της ποινής, να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση με διαφορετική σύνθεση, προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τη μετατροπή ή μη της συνολικής ποινής της επταετούς κάθειρξης που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την απόφαση 1815/2014 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τη διάταξη που απορρίπτει το αίτημα της αναιρεσείουσας για μετατροπή της συνολικής ποινής της επταετούς κάθειρξης, που επιβλήθηκε σε βάρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τη μετατροπή ή μη της συνολικής ποινής.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πρόεδρος:
Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρος
Δικηγόροι:
Ιωάννης Παπανδρουλάκης
Εισηγητές:
Αντεισαγγελέας ΑΠ: Χαράλαμπος Βουρλιώτης, Εισηγητής: Αριστείδης Πελεκάνος, Αρεοπαγίτης
Μέλη:
Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδης Πελεκάνος, Δημήτριος Χονδρογιάννης, Αρτεμισία Παναγιώτου
Λήμματα:
Ψευδής βεβαίωση ,Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ,Μετατροπή στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ,Υπέρβαση εξουσίας

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ 

Δημοσίευση:
ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ





Απόφαση 1586 / 2016    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1586/2016 


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ 



Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα), Αγγελική Αλειφεροπούλου-Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Α. Γ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε, 2) Μ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος ε`κπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη-Αλέξανδρο Μυλωνά, 3) Ε. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο παραπάνω πληρεξούσιο δικηγόρο Ιπποκράτη-Αλέξανδρο Μυλωνά, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.10/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης και με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) Α. Μ. συζ. Γ., κάτοικο ... η οποία δεν εμφανίστηκε, 2) Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 3) Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται: α) στην από 16 Σεπτεμβρίου 2014, ασκηθείσα δια δηλώσεως που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17-9-2014, αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Α. Γ. και β) στην από 23 Ιανουαρίου 2014 αίτηση αναίρεσης των κατηγορουμένων Μ. Τ. και Ε. Τ., που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2014.
Αφού άκουσε 
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των παραστάντων διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε: α) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η ανωτέρω αίτηση του κατηγορουμένου Α. Γ. και β) να απορριφθούν οι ανωτέρω αιτήσεις των κατηγορουμένων Μ. Τ. και Ε. Τ..



ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι 1) από 16-9-2014 (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17-9-2014) αίτηση του Α. Γ. του Μ., κατοίκου ... και 2) από 23-1-2014 αίτηση των Μ. Τ. του Ι. και Ε. Τ. του Ι., κατοίκων ..., αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 10/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, που πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.
ΙΙ. Επί της αιτήσεως του Α. Γ.: Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. γ’ Κ.Ποιν.Δ., ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, αν ο αναιρεσείων δεν εμφανιστεί η αίτησή του απορρίπτεται. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει, ότι σε περίπτωση που αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν κατ’ αυτήν χωρίς νέα κλήτευση, ακόμη και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής αποφάσεως. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και προς εκείνη της παρ. 3 του άνω άρθρου 513, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου ο αιτών την αναίρεση, ήτοι δεν εμφανιστεί προσηκόντως με συνήγορο ή δεν εκπροσωπηθεί από συνήγορο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 161 Κ.Ποιν.Δ. και μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 166 του ίδιου Κώδικα, για να παραστεί, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται και καταδικάζεται ο αναιρεσείων, κατά το άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., στα δικαστικά έξοδα.- Στην προκειμένη περίπτωση, από τα από 6-11-2014 και 27-11-2014 αποδεικτικά επιδόσεως, που συντάχθηκαν αρμοδίως από τον Υπαρχιφύλακα του Α.Τ. … Ηρακλείου Σ. Ν. το πρώτο και από την Επιμελήτρια της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ. το δεύτερο, προκύπτει ότι επιδόθηκε, αντίστοιχα, α) δια θυροκολλήσεως στον δηλωθέντα τόπο κατοικίας του ανωτέρω αναιρεσείοντος (Α. Γ.), επειδή δεν βρέθηκε εκεί ο ίδιος προσωπικά ούτε άλλο πρόσωπο από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 155 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ., καθώς και β) επίσης δια θυροκολλήσεως στον δηλωθέντα τόπο κατοικίας του δικηγόρου Αθηνών Θρασύβουλου Κονταξή, νομοτύπως διορισθέντος αντικλήτου του άνω αναιρεσείοντος, επειδή δεν βρέθηκε εκεί ο ίδιος προσωπικά ούτε άλλο πρόσωπο από τα κατά τα άνω προβλεπόμενα, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τα άρθρα 155 παρ. 2 και 166 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., η ...13-10-2014 κλήση της Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για να παραστεί ο αναιρεσείων αυτός δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη δικάσιμο της 13-3-2015, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, με την υπ’ αριθ. 265/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (6-11-2015), προκειμένου να υποστηρίξει την προμνημονευόμενη υπό κρίση αίτησή του, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 10/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία καταδικάστηκε αυτός, για κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία, σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών.
Συνεπώς, εφόσον ο πιο πάνω αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δικηγόρο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση στη σειρά της κατά την ανωτέρω δικάσιμο, πρέπει να απορριφθεί η παραπάνω αίτηση αναιρέσεως αυτού και να επιβληθούν εις βάρος του τα αντίστοιχα δικαστικά έξοδα, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΙΙΙ. Επί της αιτήσεως των Μ. Τ. και Ε. Τ.: Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, συνιστώσα επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, υπάρχει δε τέτοια βλάβη (ζημία) σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της αξίας της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της, ενώ εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του άνω άρθρου, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά (ήτοι τα συμβεβηκότα του εξωτερικού κόσμου, που απεικονίζουν την πραγματικότητα), τα οποία ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν, όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων, κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπληρώσεώς τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής καταστάσεως οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ο δε αξιούμενος, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου, σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (έγκλημα με "υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση"). Τέλος, η περιουσιακή βλάβη, που, όπως προεκτέθηκε, υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε από αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Ακόμη, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 14 παρ.4 Ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για να είναι η απάτη κακούργημα, πρέπει α) ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ ή β) το όφελος που επεδίωκε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Κατά δε το άρθρο 25 παρ.1 και 2 Ν. 4055/2012, του οποίου η ισχύς άρχισε, κατ’ άρθρ. 113 αυτού, από 2-4-2012, ήτοι πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το προβλεπόμενο στις διατάξεις της περ. α’ και β’ της παρ. 3 του άρθρου 386 Π.Κ. ποσό των 15.000 και 73.000 ευρώ αντίστοιχα, αναπροσαρμόζεται στο ποσό των 30.000 και 120.000 ευρώ αντίστοιχα. Δηλαδή, κατ’ εφαρμογή της τελευταίας ως άνω ηπιότερης ποινικής διατάξεως (άρθρ. 2 παρ.1 Π.Κ.), η απάτη διώκεται πλέον σε βαθμό κακουργήματος α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ αντί των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ αντί των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ’ ΠΚ, "κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ’ επάγγελμα τελέσεως της πράξεως, αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση αυτής, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή της χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το ίδιο έγκλημα. Το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενυπάρχει (και) επί εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση (άρθρ. 98 Π.Κ.), το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, ενώ, εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ’ επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή, που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Για τη συνδρομή δε της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του εγκλήματος κατά συνήθεια απαιτείται οπωσδήποτε επανειλημμένη τέλεση αυτού, από την οποία να προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, ενώ δεν συντρέχει κατά συνήθεια τέλεση, όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά. Ακόμη, κατά το άρθρο 45 Π.Κ., "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού", με τον οποίο εκφράζεται η έννοια της συναυτουργίας, νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλοντας ή αποδεχόμενος να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 Π.Κ. πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχτηκε, ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος, ως συναυτουργός (Ολ.Α.Π. 50/1990). Από τη διάταξη δε του άρθρου 98 Π.Κ. προκύπτει, ότι κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως (ενότητα δόλου). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, κατά τα άνω, αποφάσεώς του, το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο 1ος κατηγορούμενος γεννηθείς στο … Ηρακλείου στις 7-10-1967 κάτοικος ομοίως, ήταν στο επάγγελμα αγρότης, κτηνοτρόφος και τυροκόμος, ο οποίος επειδή αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα έκλεισε το μικρό τυροκομείο που διατηρούσε στο ..., και περί τον Ιανουαρίου του 2002 μετέβη στον ... όπου εργαζόταν ως φορτοεκφορτωτής σε φορτηγά αυτοκίνητα. Το Φεβρουάριο του 2002 στον ... αυτός (ο 1ος κατηγορούμενος) βρέθηκε με τους δίδυμους αδερφούς συγκατηγορουμένους του 2° και 3°, οι οποίοι διατηρούν κατάστημα εμπόριο τυροκομικών προϊόντων στον … επί της οδού ... με την επωνυμία "..., οι οποίοι στο όνομα του φυγόδικου συγκατηγορουμένου τους Η. Χ. του Γ., τον οποίο γνώριζε ο 1ος κατηγορούμενος, ενεργώντας με κοινό δόλο συναποφάσισαν από κοινού να εξαπατήσουν παραγωγούς-τυροκόμους στην Κρήτη, αγοράζοντας μεγάλες ποσότητες τυριού γραβιέρας χωρίς να τους καταβάλουν οποιοδήποτε αντίστοιχο τίμημα για τις αγορές που θα προέβαιναν, καθώς θα κατέβαλαν σ’ αυτούς μεταχρονολογημένες επιταγές, τις οποίες είχαν προαποφασίσει ότι δεν θα τις πλήρωναν, αφού θα τις χρησιμοποιούσαν σε συνδυασμό με τις παρακάτω αναφερόμενες ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων αποκλειστικά και μόνο για να πείσουν τους παραγωγούς να τους παραδώσουν τις ποσότητες τυριού γραβιέρας, έχοντας έτσι σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομα περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία αυτών με τους οποίους θα συναλλάσσονταν πράγμα που τελικά πέτυχαν, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια. Για την εκτέλεση όμως της απάτης που είχαν συναποφασίσει, την πραγμάτωση της οποίας και θέλησαν οι κατηγορούμενοι, απαιτείτο η σύμπραξη όλων τους στην εκτέλεση αυτής, καθώς έκαστος κατηγορούμενος, κατά το σχέδιό τους και τη συμφωνία τους, θα αναλάμβανε διαφορετικό τομέα δράσης, ενεργώντας διαδοχικά, ώστε οι επί μέρους πράξεις τους να συγκλίνουν στην πραγμάτωση της απάτης, της οποίας η εκτέλεση, σε αντίθετη περίπτωση, χωρίς τη σύμπραξη κάποιου από αυτούς, δεν ήταν δυνατή. Σημειωτέον ότι ο χρόνος που αποφασίσθηκε η τέλεση της αξιόποινης πράξης της απάτης, δεν ήταν τυχαίος, καθόσον η χρονική περίοδος του πρώτου εξαμήνου του 2002 υπήρχε στην Κρήτη πλεόνασμα γραβιέρας και όλοι οι παραγωγοί ήταν ανήσυχοι στο να απορροφηθεί το προϊόν τους το γρηγορότερο, ώστε να μπορέσουν να καλύψουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις, και αναζητούσαν αγοραστές τόσο στην τοπική αγορά της Κρήτης, όσο και στην Αθήνα. Βέβαια το γεγονός αυτό το γνώριζαν τόσο ο 10ς κατηγορούμενος Α. Γ. λόγω της καταγωγής του από το ... Ηρακλείου, όσο οι 20ς και 3ος δίδυμοι αδερφοί κατηγορούμενοι, οι οποίοι όπως προαναφέρθηκε διατηρούν από κοινού κατάστημα εμπορίας τυροκομικών, κυρίως γραβιέρας, στον …, με μεγάλο κύκλο εργασιών, ιδιαίτερα καλοί γνώστες του συγκεκριμένου αντικειμένου και διακινώντας μεγάλες ποσότητες γραβιέρας, σε σούπερ μάρκετ και άλλα καταστήματα και οι οποίοι αδελφοί Τ., ενθάρρυναν τα μέγιστα στη λήψη της ανωτέρω απόφασης και την υλοποίηση του σχεδίου εξαπάτησης, λαμβανομένης υπόψη της καλής οικονομικής τους κατάστασης, οι οποίοι αυτοί έδωσαν στον 1° κατηγορούμενο το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ, ενόψει του ότι ο τελευταίος (1ος κατηγορούμενος) ως εργαζόμενος ως φορτοεκφορτωτής φορτηγών στον ..., δεν είχε δικά του χρήματα, με τα οποία χρήματα των 2.000 ευρώ, με βάση το σχέδιο των κατηγορουμένων και τη συμφωνία τους, στο όνομα του Η. Χ. του Γ. μίσθωσαν κατάστημα επί της οδού ..., το εξόπλισαν με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, το συνέδεσαν με τα τηλέφωνα ..., προέβησαν στην έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας στη ΔΟΥ Δ’ ..., έλαβαν το Α.Φ.Μ. ..., ανοίχθηκαν στο όνομά του οι υπ’ αριθμ. ... τρεχούμενοι λογαριασμοί στις Τράπεζες Λαϊκή και Εγνατία, έλαβε μπλοκ επιταγών και άρχισαν λειτουργώντας στο όνομα του φυγόδικου Η. Χ. επιχείρηση με το διακριτικό τίτλο "...", επί της οδού ... κατά το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο 2002 έως και τον Οκτώβριο 2002, επειδή αυτός ήταν το κατάλληλο πρόσωπο προς τούτο, καθώς δεν είχαν εκδοθεί εις βάρος του ακάλυπτες επιταγές, αφού αυτός ποτέ δεν είχε ασχοληθεί με το εμπόριο και δεν ήταν καταχωρημένος στο διατραπεζικό σύστημα "ΤΕΙΡΕΣΙΑ", γνωρίζοντας αυτά ο 1ος κατηγορούμενος λόγω της μεταξύ τους γνωριμίας καταγόμενοι και δύο από το Ηράκλειο Κρήτης, ενώ αυτός (1ος κατηγορούμενος) ήταν καταχωρημένος στο σύστημα "ΤΕΙΡΕΣΙΑ" και δεν μπορούσε να προβεί στην έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας, να λάβει μπλοκ επιταγών και Α.Φ.Μ. στο όνομα του. Στη συνέχεια ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος κατά τα προαναφερθέντα είχε γνωριμία με τους δίδυμους αδερφούς Μ. και Ε. Τ., θα εμφανιζόταν, για λογαριασμό όλων τους, ως επιχειρηματίας έμπορος τυροκομικών προϊόντων, με το όνομα του φυγόδικου Η. Χ. σε διάφορους παραγωγούς τυροκομικών προϊόντων της Κρήτης, για να αγοράσει μεγάλες ποσότητες γραβιέρας, ήταν δε κατάλληλο προς τούτο πρόσωπο, αφού ο ίδιος στο παρελθόν διατηρούσε στο ... Ηρακλείου το δικό του μικρό τυροκομείο. Η πληρωμή για την αγορά, θα γινόταν με μεταχρονολογημένες επιταγές για 4 μήνες, ενώ στην αγορά οι πληρωμές με μεταχρονολογημένες επιταγές ήταν των έξι και επτά μηνών στις συναλλαγές αυτού του είδους τυροκομικών προϊόντων και γενικότερα στο εμπόριο, οι οποίες θα εκδίδονταν από το μπλοκ επιταγών του φυγόδικου Η. Χ. και στη θέση του εκδότη θα υπέγραφε ο 1ος κατηγορούμενος ως Η. Χ., τις οποίες βέβαια επιταγές κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, δεν είχαν σκοπό να τις πληρώσουν, όπως είχαν προαποφασίσει, αλλά θα τις χρησιμοποιούσαν και αυτές για να πείσουν τους παραγωγούς να τους παραδώσουν τις ποσότητες γραβιέρας. Ακολούθως οι ποσότητες που θα παραλαμβάνονταν θα κατέληγαν στους δίδυμους αδελφούς κατηγορούμενους 2° και 3° και θα διανέμονταν από αυτούς στη αγορά, οι οποίοι και μόνο αυτοί είχαν τη δυνατότητα να διαθέσουν τόσο μεγάλες γραβιέρας ενόψει του είδους της εμπορίας ειδών, τροφίμων που ασκούσαν ... οι οποίοι και θα κατέβαλαν από τα κέρδη μερίδιο στον 1° κατηγορούμενο και στον φυγόδικο Η. Χ.. Το ανωτέρω σχέδιο υλοποιήθηκε με συνέπεια και επιτυχία, καθ’ όσον ο 1ος κατηγορούμενος Α. Γ. ως Η. Χ. ήλθε σε επικοινωνία με τυροκόμους της Κρήτης, οι οποίοι του απέστειλαν μεγάλες ποσότητες γραβιέρας, αφού πείσθηκαν από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις και τα ψευδή γεγονότα που τους παρέστησε, σε συνεννόηση πάντα με τους 2° και 3° δίδυμους αδερφούς κατηγορούμενους οι οποίοι τον χρησιμοποιούσαν καθώς αυτοί πρωταρχικά χειρίζονταν την όλη κατάσταση, αντί μεταχρονολογημένων επιταγών οι οποίες δεν πληρώθηκαν όπως είχε προαποφασισθεί, με αποτέλεσμα να ζημιωθούν οι παθόντες παραγωγοί κατά την αξία της γραβιέρας που απέστειλαν και διατέθηκε από τους 2° και 3° κατηγορούμενους, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα. Συγκεκριμένα με βάση την πιο πάνω συμφωνία των κατηγορουμένων ο 1ος κατηγορούμενος ενεργώντας και για λογαριασμό των συγκατηγορουμένων του: Α) Στις αρχές Μαρτίου 2002, τηλεφώνησε στον Ε. Κ. τυροκόμο στον ... Χανίων, όπου διατηρούσε τυροκομείο υπό μορφή ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", στον οποίο παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς, ότι ονομάζεται "Η. Χ.", ότι είναι έμπορος τυριών, ότι είναι φερέγγυος και διατηρεί κατάστημα επί της οδού ... τροφοδοσίας πλοίων και ξενοδοχείων, ότι ενδιαφέρεται για την αγορά μεγάλων ποσοτήτων γραβιέρας και ότι θα τον εξοφλούσε με μεταχρονολογημένες επιταγές διάρκειας τεσσάρων μηνών, ενώ το σύνηθες στην αγορά ήταν οι πληρωμές με μεταχρονολογημένες επιταγές να είναι των έξι και επτά μηνών γεγονότα βεβαίως που ήταν ψευδή σύμφωνα με τα προπατηθέμενα. Μετά το τηλεφώνημα του 1ου κατηγορούμενου ως Η. Χ., ο Ε. Κ. πριν ακόμα να στείλει τη πρώτη παραγγελία γραβιέρας στην εταιρεία του Η. Χ., τηλεφώνησε επανειλημμένως στην εν λόγω εταιρεία στα τηλέφωνα που του είχε δώσει ως τηλέφωνο της εταιρείας αυτής ο 1ος κατηγορούμενος που του τηλεφώνησε στις αρχές Μαρτίου 2002, στο οποίο αυτό τηλέφωνο του απαντούσε ο 3ος κατηγορούμενος Ε. Τ., όπως κατάλαβε εκ των υστέρων αυτός, ο οποίος του είπε ότι είναι ο λογιστής της συγκεκριμένης εταιρείας του Η. Χ. και ότι ο τελευταίος απουσιάζει για εργασίες της εταιρείας στα νησιά. Ο Ε. Κ. αφού πείσθηκε από τα προαναφερθέντα ψευδή γεγονότα και τις ψευδείς διαβεβαιώσεις των εκκαλούντων-κατηγορουμένων, ενόψει του ότι ήταν συμφερότερος ο τρόπος πληρωμής με μεταχρονολογημένες επιταγές των τεσσάρων μηνών, ενώ στην αγορά των τυροκομικών προϊόντων συνήθως οι πληρωμές με μεταχρονολογημένες επιταγές ήταν των έξι και επτά μηνών, πώλησε και παρέδωσε στην ως άνω εταιρεία του Η. Χ.: α)Στις 20-3-2002 έστειλε 3.773 κιλά τυρί γραβιέρα αξίας μετά του αναλογούντος Φ.Π.Α. 26.323,46 ευρώ, με το υπ’ αριθμ. .../20-3-2002 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο της εταιρείας "... Ο.Ε." με τη μεταφορική εταιρεία "...", τα οποία παραδόθηκαν στην εταιρεία του Η. Χ. επί της οδού .... Μετά τρεις ημέρες από την παραλαβή, οι κατηγορούμενοι για την πληρωμή έστειλαν στον Ε. Κ. την υπ’ αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας με ημερομηνία έκδοσης 20-07-2002, ποσού 26.323,06 ευρώ, εις διαταγή της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας του Ε. Κ. σε χρέωση του υπ’ αριθμ. ... λογαριασμού του φυγόδικου Η. Χ., την οποία εξέδωσε ο 1ος κατηγορούμενος υπογράφοντας επί της σφραγίδας της εταιρείας ως Η. Χ., β)Την 1-4-2002 έστειλε 2.362 κιλά γραβιέρα αξίας με τον Φ.Π.Α. 1....,20 ευρώ, με το υπ’ αριθμ. ...1-4-2002 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, τα οποία παραδόθηκαν στην εταιρεία του Η. Χ. .... Μετά τρεις και πάλι ημέρες από την παραλαβή, οι κατηγορούμενοι για την πληρωμή έστειλαν στον Ε. Κ. την υπ’ αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας με ημερομηνία έκδοσης 5-8-2002, ποσού 16.479,20 ευρώ εις διαταγή της ομόρρυθμης εταιρείας του Ε. Κ. σε χρέωση του ως άνω ... λογαριασμού του φυγόδικου Η. Χ. την οποία εξέδωσε ο 1ος κατηγορούμενος υπογράφοντας επί της σφραγίδας της εταιρείας ως Η. Χ., γ)Στις 24-4-2002 έστειλε 2.597 κιλά γραβιέρα αξίας με τον Φ.Π.Α. 18.118,70 ευρώ, με το υπ’ αριθμ. ...24-4-2002 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, τα οποία παραδόθηκαν στην εταιρεία του Η. Χ. ..., δ)Στις 30-4-2002 έστειλε 1.509 κιλά γραβιέρα αξίας 10.527,40 ευρώ, με το υπ’ αριθμ. .../30-4-2002 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο, τα οποία παραδόθηκαν στην εταιρεία του Η. Χ. .... Για τις δυο αυτές ποσότητες γραβιέρας, οι κατηγορούμενοι μετά την παραλαβή και της παραγγελίας της 30-4-2002 για την πληρωμή έστειλαν στον Ε. Κ. την υπ’ αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας με ημερομηνία έκδοσης 30-8-2002 ποσού 28.646,6 ευρώ εις διαταγή της ομόρρυθμης εταιρείας του Ε. Κ., σε χρέωση του ίδιου ανωτέρω ... λογαριασμού την οποία εξέδωσε ο 1ος κατηγορούμενος υπογράφοντας επί της σφραγίδας της εταιρείας ως Η. Χ., ε) Στις 11-6-2002 έστειλε 576 κιλά γραβιέρα αξίας με τον Φ.Π.Α. 4.011,6 ευρώ, με το υπ’ αριθμ. .../11-06-2002 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, το οποίο παρέδωσαν στην εταιρεία του Η. Χ. .... Η συνολική αξία της πωληθείσας και παραδοθείσας συνολικής ποσότητας γραβιέρας 10,817 κιλών ανέρχεται στο ποσό των 75.460, 86 ευρώ (26.323,46 ευρώ συν 16.479,20 συν 18.118,70 συν 10.527,90 συν 4.011,60 ίσον 75.460,86 ευρώ). Στις 20-7-2002 ημερομηνία έκδοσης της πρώτης μεταχρονολογημένης επιταγής, ο 1ος κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Ε. Κ. από την εταιρεία του Η. Χ., στον οποίο ζήτησαν λόγω έκτακτης αδυναμίας που αντιμετώπιζε η αγοράστρια εταιρεία να αντικαταστήσουν για λίγες ημέρες την πρώτη αυτή επιταγή και πράγματι του έστειλαν σε αντικατάσταση αυτής την υπ’ αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Εγνατίας Τράπεζας με ημερομηνία έκδοσης 8-9-2002, ποσού 26.346,23 ευρώ σε διαταγή της ομόρρυθμης εταιρείας Ε. Κ., σε χρέωση του υπ’ αριθμ. ... ο λογαριασμός του φυγόδικου Η. Χ., την οποία εξέδωσε ο 1ος κατηγορούμενος υπογράφοντας επί της σφραγίδας της εταιρείας ως Η. Χ.. Οι προαναφερθείσες επιταγές εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως από το λήπτη στις ανωτέρω αντίστοιχες πληρώτριες τράπεζες, άλλες δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων και σφραγίσθηκαν ακάλυπτες. Β)Το δεύτερο δεκαήμερο του Μαρτίου 2002, τηλεφώνησε στον Κ. Η. του Γ. τυροκόμο στο ... Ρεθύμνου, όπου διατηρεί με τον αδελφό του Ι. τυροκομείο υπό μορφή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." στον οποίο παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς, ότι ονομάζεται "Η. Χ.", ότι είναι έμπορος τυριών, ότι είναι φερέγγυος και διατηρεί κατάστημα επί της οδού ... τροφοδοσίας πλοίων και ξενοδοχείων, ότι ενδιαφέρεται για την αγορά μεγάλων ποσοτήτων γραβιέρας και ότι θα τον εξοφλούσε με μεταχρονολογημένες επιταγές διάρκειας τεσσάρων μηνών, ενώ στην αγορά οι μεταχρονολογημένες επιταγές συνήθως ήταν των έξι και επτά μηνών, γεγονότα τα οποία ήταν όλα ψευδή κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω. Ο Ι. Η. του Γ. αδελφός του ως άνω Κ. Η., πριν ακόμα να στείλουν την πρώτη παραγγελία τυριού στην εταιρεία του Η. Χ., επανειλημμένως τηλεφώνησε στην εταιρεία αυτή στα τηλέφωνα που είχε δώσει στον αδελφό του Κ. ο 1ος κατηγορούμενος όταν του τηλεφώνησε το δεύτερο δεκαήμερο Μαρτίου 2002, στο οποίο αυτό τηλέφωνο του απάντησε ο 3ος κατηγορούμενος Ε. Τ. όπως κατάλαβε εκ των υστέρων αυτός, ο οποίος του είπε ότι είναι ο λογιστής της εν λόγω εταιρείας του Η. Χ. και ότι ο τελευταίος απουσίαζε για εργασίες της εταιρείας στα νησιά. Ο Κ. Η. αφού πείστηκε από τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα και τις ψευδείς διαβεβαιώσεις των εκκαλούντων-κατηγορουμένων, διότι ήταν συμφερότερος ο τρόπος πληρωμής με μεταχρονολογημένες επιταγές, των τεσσάρων μηνών, ενώ στην αγορά των τυροκομικών προϊόντων συνήθως οι πληρωμές με μεταχρονολογημένες επιταγές ήταν έξι και επτά μηνών, πώλησε και παρέδωσε στην ως άνω εταιρεία του Η. Χ.: α)Στις 11-4-2002 έστειλε 2005 κιλά γραβιέρα και 810 κιλά φέτα συνολικής αξίας μετά του αναλογούντος Φ.Π.Α. συνολικής αξίας 18.100,04 ευρώ, με το υπ’ αριθμ. .../11-11-2002 τιμολόγιο-πώλησης-δελτίο αποστολής της εταιρείας "....", τα οποία παραδόθηκαν στην εταιρεία του Η. Χ. επί της οδού .... β)Στις 14-5-2002 έστειλε 1320 κιλά γραβιέρας αξίας με τον Φ.Π.Α. 9209,38 ευρώ, με το υπ’ αριθμ. .../14-5-2002 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, τα οποία παραδόθηκαν στην εταιρεία του Η. Χ. επί της οδού .... γ)Στις 16-5-2002 έστειλε 1358 κιλά γραβιέρα αξίας με τον Φ.Π.Α. 9474,49 ευρώ, με το υπ’ αριθμ....16-5-2002 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής τα οποία παραδόθηκαν στην εταιρεία του Η. Χ. επί της οδού .... δ)Στις 23-5-2002 έστειλε 1362 κιλά γραβιέρα και 749 κιλά κεφαλοτύρι συνολικής αξίας με τον Φ.Π.Α. 14.800,83 ευρώ, με το υπ’ αριθμ. .../23-5-2002 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, τα οποία παραδόθηκαν στην εταιρεία του Η. Χ. επί της οδού .... ε)Την 1-6-2002 έστειλε 2.695 κιλά γραβιέρα αξίας με τον Φ.Π.Α. 18.802,48 ευρώ, με το υπ’ αριθμ. .../1-6-2002 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, τα οποία παραδόθηκαν στην εταιρεία του Η. Χ. επί της οδού ... και στ)Στις 10-6-2002 έστειλε 2230 κιλά γραβιέρα αξίας με τον Φ.Π.Α. 15.558,26 ευρώ, με το υπ’ αριθμ. .../10-6-2002 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, τα οποία παραδόθηκαν στην εταιρεία του Η. Χ. επί της οδού .... Η συνολική αξία της πωληθείσας και παραδοθείσας ποσότητας τυριού ανέρχεται στο ποσό των 85.945,48 ευρώ (18.100,04 + 9.209,38 + 9.474,46 + 74.800,83 + 18.802,48 + 15.558,26 = 85.945,48 ευρώ). Οι κατηγορούμενοι μετά την παραλαβή των ανωτέρω παραγγελιών τυριού, για την πληρωμή τους έστειλαν στον Κ. Η. τις στο διατακτικό της παρούσας αναφερόμενες πέντε μεταχρονολογημένες επιταγές υπό το στοιχείο II υπό τους αριθμούς ... με αντίστοιχες ημερομηνίες έκδοσης 20-8-2002, 30-8-2002, 15-9-2002, 30-9-2002 και 20-10-2002 εις διαταγή της εταιρείας "....", τις οποίες αυτές επιταγές τις εξέδωσε ο 1ος κατηγορούμενος υπογράφοντας επί της σφραγίδας της ως άνω εταιρείας ως Η. Χ.. Οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως στις αντίστοιχες πληρώτριες τράπεζες, αλλά δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων και σφραγίσθηκαν ακάλυπτες. Γ)Στις αρχές Ιουνίου 2002 τηλεφώνησε στον Ι. Φ., τυροκόμο στο ... Ρεθύμνης, στον οποίο παρέστησεν εν γνώσει του ψευδώς, ότι ονομάζεται "Η. Χ.", ότι είναι έμπορος τυριών, ότι είναι φερέγγυος και διατηρεί κατάστημα επί της οδού ... τροφοδοσίας πλοίων και ξενοδοχείων, ότι ενδιαφέρεται για την αγορά μεγάλων ποσοτήτων γραβιέρας και κεφαλογραβιέρας και ότι θα τον εξοφλούσε με μεταχρονολογημένες επιταγές διάρκειας τεσσάρων μηνών, ενώ το σύνηθες στην αγορά ήταν η πληρωμή με μεταχρονολογημένες επιταγές να είναι των έξι και επτά μηνών, γεγονότα όμως που ήταν ψευδή σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα. Ο Ι. Φ. αφού πείστηκε από τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα και τις ψευδείς διαβεβαιώσεις των εκκαλούντων-κατηγορουμένων επειδή ήταν συμφερότερος ο τρόπος πληρωμής με μεταχρονολογημένες επιταγές για τέσσερις μήνες, πώλησε και παρέδωσε στην ανωτέρω εταιρεία του Η. Χ.:α)Στις 10-6-2002 έστειλε 2.546 κιλά κεφαλογραβιέρα και 890 κιλά γραβιέρα συνολικής αξίας μετά του αναλογούντος Φ.Π.Α. 25.604 ευρώ, με το υπ’ αριθμ. …10-6-2002 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο πώλησης, τα οποία παραδόθηκαν στην εταιρεία του Η. Χ. επί της οδού ... και β)Στις 11-7-2002 έστειλε 975 κιλά γραβιέρα και 2045 κιλά κεφαλογραβιέρα συνολικής αξίας με τον Φ.Π.Α. 21.845, 48 ευρώ, με το υπ’ αριθμ. …11-7-2002 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο πώλησης τα οποία παραδόθηκαν στην εταιρεία του Η. Χ. επί της οδού .... Η συνολική αξία της πωληθείσας και παραδοθείσας ποσότητας τυριού ανέρχεται στο ποσό των 47.449,48 ευρώ (25.604+21.845,48=47.449,48 ευρώ). Οι κατηγορούμενοι μετά την παραλαβή των ως άνω παραγγελιών τυριού, για την πληρωμή τους έστειλαν στον Ι. Φ. τις στο διατακτικό της παρούσας αναφερόμενες δυο μεταχρονολογημένες επιταγές υπό το στοιχείο II υπό τους αριθμούς ..., με αντίστοιχες ημερομηνίες έκδοσης 15-8-2002 και 20-9-2002 εις διαταγής του Ι. Φ., τις οποίες αυτές επιταγές της εξέδωσε ο 1ος κατηγορούμενος υπογράφοντας επί της σφραγίδας της εταιρείας ως Η. Χ.. Αυτές οι δυο επιταγές εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως στην πωλήτρια Τράπεζα, οι οποίες όμως δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων και σφραγίσθηκαν ακάλυπτες. Δ)Περί τις 20 Ιουνίου του 2002 τηλεφώνησε στον τυροκόμο Γ. Μ., ο οποίος είχε αναλάβει τη διαχείριση της ατομικής επιχείρησης τυροκομείου στα ... Ρεθύμνου της συζύγου του Α. Δ.-Μ., στον οποίο παρέστησεν εν γνώσει του ψευδώς, ότι ονομάζεται "Η. Χ.", ότι είναι έμπορος τυριών, ότι είναι φερέγγυος και διατηρεί κατάστημα επί της οδού ... τροφοδοσίας πλοίων και ξενοδοχείων, ότι ενδιαφέρεται για την αγορά μεγάλων ποσοτήτων τυριών γραβιέρας και κεφαλογραβιέρας και ότι θα τον εξοφλούσε με μεταχρονολογημένες επιταγές διάρκειας τεσσάρων μηνών, ενώ στην αγορά το σύνηθες ήταν οι πληρωμές με μεταχρονολογημένες επιταγές να είναι των έξι και επτά μηνών, γεγονότα βεβαίως που ήταν ψευδή σύμφωνα με τα προαναφερθέντα. Μετά το τηλεφώνημα του 1ου κατηγορουμένου ως Η. Χ., ο Γ. Μ. πριν ακόμα να στείλει την πρώτη παραγγελία τυριών στην εταιρεία του Η. Χ., επανειλημμένως τηλεφώνησε στην συγκεκριμένη εταιρεία στα τηλέφωνα που του είχε δώσει ως τηλέφωνο της εταιρείας αυτής ο 1ος κατηγορούμενος που του τηλεφώνησε περί τις 20-6-2002, στο οποίο αυτό τηλέφωνο του απάντησε ο 3ος κατηγορούμενος Ε. Τ., όπως κατάλαβε εκ των υστέρων αυτός, ο οποίος του είπε ότι είναι ο λογιστής της εταιρείας αυτής του Η. Χ. και ότι ο τελευταίος απουσιάζει για εργασίες της εταιρείας στα νησιά. Ο Γ. Μ. αφού πείστηκε από τα πιο πάνω ψευδή γεγονότα και τις ψευδείς διαβεβαιώσεις των εκκαλούντων-κατηγορουμένων γιατί ήταν συμφερότερος ο τρόπος πληρωμής με μεταχρονολογημένες επιταγές των τεσσάρων μηνών, ενώ στην αγορά των τυροκομικών προϊόντων σε πληρωμές με μεταχρονολογημένες επιταγές ήταν των έξι και επτά μηνών, πώλησε και παρέδωσε στην ανωτέρω εταιρεία του Η. Χ.:α)Στις 27-6-2002 έστειλε εκατό (100) κεφάλια γραβιέρα και εκατό εξήντα (160) τεμάχια κεφαλογραβιέρα συνολικής αξίας μετά του αναλογούντος Φ.Π.Α. 13078,26 ευρώ, με το υπ’ αριθμ. ...2002 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο της συζύγου του Γ. Μ., Α. Δ.-Μ. προς την εταιρεία Η. Χ., τα οποία παραδόθηκαν στην τελευταία εταιρεία (του Η. Χ.) επί της οδού .... Μετά την παραλαβή οι κατηγορούμενοι για την πληρωμή έστειλαν στο Γ. Μ. την υπ’ αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Εγνατίας Τράπεζας με ημερομηνία έκδοσης 10-8-2002 ποσού 13078,26 ευρώ εις διαταγή της ως άνω συζύγου του Γ. Μ. σε χρέωση του υπ’ αριθμ. ... λογαριασμού του φυγόδικου Η. Χ., την οποία εξέδωσε ο 1ος κατηγορούμενος υπογράφοντας επί της σφραγίδας της εταιρείας ως Η. Χ.. β)Στις 10-7-2002 έστειλε εκατόν πενήντα (150) κεφάλια γραβιέρα αξίας με τον Φ.Π.Α. 14.646 ευρώ, με το υπ’ αριθμ. ...2002 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο της συζύγου του Γ. Μ., Α. Δ.-Μ. προς την εταιρεία του Η. Χ., τα οποία παραδόθηκαν στην τελευταία εταιρεία (του Η. Χ.) επί της οδού .... Μετά την παραλαβή οι κατηγορούμενοι για την πληρωμή έστειλαν στο Γ. Μ. την υπ’ αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας με ημερομηνία έκδοσης 30-8-2002 ποσού 14.646 ευρώ εις διαταγή της ως άνω συζύγου του Γ. Μ., σε χρέωση του υπ’ αριθμ. ... λογαριασμού του φυγόδικου Η. Χ., την οποία εξέδωσε ο 1ος κατηγορούμενος υπογράφοντας επί της σφραγίδας της εταιρείας ως Η. Χ. και γ)Στις 11-7-2002 έστειλε εξήντα (60) κεφάλια γραβιέρας αξίας με τον Φ.Π.Α. 5.784,48 ευρώ, με το υπ’ αριθμ. ...2002 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο της ως άνω συζύγου του Γ. Μ., Α. Δ.-Μ. προς την εταιρεία του Η. Χ., τα οποία παραδόθηκαν στην τελευταία εταιρεία (του Η. Χ.) επί της οδού .... Μετά την παραλαβή οι κατηγορούμενοι για την πληρωμή έστειλαν στο Γ. Μ. την υπ’ αριθμ. ... με μεταχρονολογημένη επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας με ημερομηνία έκδοσης 30-9-2002 ποσού 5.784,48 ευρώ εις διαταγή της ανωτέρω συζύγου του Γ. Μ., σε χρέωση του ιδίου αμέσως παραπάνω ... λογαριασμού του φυγόδικου Η. Χ., την οποία εξέδωσε ο 1ος κατηγορούμενος υπογράφοντας επί της σφραγίδας της εταιρείας ως Η. Χ.. Η συνολική αξία της πωληθείσας και παραδοθείσας ποσότητας τυριού ανέρχεται στο ποσό των 33.508,74 ευρώ (5784,48+13078,26+14646=33508,74 ευρώ). Οι παραπάνω τρεις επιταγές εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως στις αντίστοιχες πληρώτριες τράπεζες, αλλά δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων και σφραγίστηκαν ακάλυπτες. Αποτέλεσμα τούτων ήταν να ζημιωθούν οι πωλητές τυροκόμοι κατά την αξία των τυροκομικών ειδών που απέστειλαν και να ωφεληθούν παράνομα οι κατηγορούμενοι, αφού ούτε οι επιταγές πληρώθηκαν ούτε η αξία των αγορασθέντων τυριών καταβλήθηκε στους πωλητές παραγωγούς, η βλάβη δεν αυτή των τελευταίων επήλθε από τη σύμπραξη των κατηγορουμένων, αφού χωρίς τις προπεριγραφόμενες επιμέρους ενέργειες δεν ήταν δυνατό να επιτευχθεί. Να σημειωθεί ότι οι ψευδείς διαβεβαιώσεις για την πληρωμή των μεταχρονολογημένων επιταγών δεν αποτελούν απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις, που επρόκειτο να συμβούν στο μέλλον, καθ’ όσον συνοδεύονταν ταυτόχρονα με την παράσταση των προεκτιθεμένων άλλων ψευδών γεγονότων, αναγομένων στο παρόν, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, κατά τέτοιο τρόπο ώστε δημιούργησαν στους παθόντες την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τους εκκαλούντες-κατηγορουμένους, ότι πρόκειται για μία εμπορική πολύ μεγάλη και οικονομικά εύρωστη εταιρεία που εμπορεύεται τυροκομικά προϊόντα στην Αττική και στα νησιά, ενώ αυτά δεν ήταν αλήθεια, και είχαν ειλημμένη από την αρχή την απόφαση μεταξύ τους να μην εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους καταβολής του τμήματος από την αγορά των τυριών, τα οποία θα πωλούνταν και πράγματι πωλήθηκαν από τους 2ο και 3ο κατηγορουμένους σε καταστήματα της Αττικής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όταν σφραγίσθηκαν όλες οι πιο πάνω επιταγές ελλείψει διαθέσιμων κεφαλαίων ως ακάλυπτες, οι παθόντες παραγωγοί αντιλήφθηκαν ότι εις βάρος τους είχε διαπραχθεί απάτη και ήταν ανήσυχοι. Εκ των παθόντων, ο Ε. Κ., αρχικά στις 30-7-2002 αναζήτησε τους δράστες στην προαναφερθείσα διεύθυνση ..., όπου διαπίστωσε ότι πριν 2-3 ημέρες είχαν πάρει από το γραφείο όλο τον εξοπλισμό, το είχαν αδειάσει και το είχαν κλείσει. Ύστερα από έρευνες και πληροφορίες από μεταφορείς, οδηγήθηκε στα ψυγεία "..." στη ..., όπου προωθούνταν τα φορτία των τυροκομικών. Από εκεί τα παραλάμβαναν ο 1ος κατηγορούμενος με τον αδελφό του που είναι κουτσός, οι οποίοι τα παρέδιδαν στη συνέχεια στους 2ο και 3ο αδελφούς κατηγορουμένους Τ.. Η συμμετοχή των τελευταίων στην κακουργηματική απάτη επιβεβαιώνεται και από τις καταθέσεις των παθόντων. Συγκεκριμένα, ο Ε. Κ. προκειμένου να επιβεβαιώσει αυτά που πληροφορήθηκε στον ..., όταν επέστρεψε στα Χανιά προφασιζόμενος συναλλαγή με τους αδελφούς Τ., επικοινώνησε τηλεφωνικά με το γραφείο αυτών στο οποίο απάντησε ο 3ος κατηγορούμενος Ε. Τ., του οποίου αναγνώρισε τη φωνή που έχει μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική βαρειά κρητική προφορά, ότι ήταν αυτός που απαντούσε στο τηλέφωνο του γραφείου της εταιρείας του Η. Χ., εμφανιζόμενος ως λογιστής της εταιρείας του τελευταίου. Επίσης ο Κ. Η. μαζί με τον αδελφό του Ι. Η., επισκέφθηκαν το γραφείο των 2ου και 3ου κατηγορουμένων, όπου ο Ι. Η. αναγνώρισε τη φωνή του 3ου κατηγορουμένου Ε. Τ., ότι πρόκειται για το άτομο με το οποίο μιλούσε στα τηλέφωνα που έκανε στο γραφείο της εταιρείας του Η. Χ. επί της οδού ..., στα οποία εμφανιζόταν ως λογιστής της εταιρείας του τελευταίου (Η. Χ.). Επιπλέον, η κατά τα ανωτέρω συμμετοχή των αδελφών Τ. επιβεβαιώνεται και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των πολιτικώς εναγόντων Κ. Κ., ο οποίος όντας και ο ίδιος τυροκόμος και τότε ήταν πρόεδρος της ομοσπονδίας των τυροκόμων Ελλάδας και γνωρίζοντας από δική του συναλλαγή τους αδελφούς Τ., επισκέφθηκε αυτούς στο γραφείο τους στον ..., όπου τους έκανε ξεκάθαρα λόγο για την απάτη εις βάρος των ανωτέρω παθόντων, καταθέτοντας κατηγορηματικά και με σαφήνεια για τη δράση αυτών και επικαλούμενος και συγκεκριμένο πρόσωπο Κ. που ήταν παρών στη συνάντηση αυτή. Το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας βρέθηκε σε δικαστική διένεξη με τους αδελφούς κατηγορουμένους, στην οποία αυτή δικαστική διένεξη, κατηγορούμενοι ήταν οι τελευταίοι για συκοφαντική δυσφήμηση κατ’ εξακολούθηση του ως άνω μάρτυρα Κ. Κ., πράξεις τελεσθείσες στις 15-1-2003 και 22-10-2003, για τις οποίες αυτές πράξεις καταδικάσθηκαν με την αναγνωρισθείσα επ’ ακροατηρίω υπ’ αριθμ. 1661/2010 αμετάκλητη" απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς σε φυλάκιση 6 μηνών ο Ε. Τ. και σε φυλάκιση 4 μηνών ο Μ. Τ., ουδόλως κλονίζει τη σαφή κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα Κ. Κ.. Αλλά η συμμετοχή των δύο αδελφών κατηγορουμένων στην κακουργηματική απάτη ενισχύεται και από την κατάθεση στο ακροατήριο της μάρτυρος υπεράσπισης και συζύγου του 2ου κατηγορουμένου Μ. Τ., η οποία κατέθεσε για την επίσκεψή της στις 15-1-2003 το πρωί περί ώρα 10:00, μαζί με τους δύο δίδυμους αδελφούς κατηγορουμένους στο αεροδρόμιο Χανίων Κρήτης, όπου τον ανέμεναν με άγριες διαθέσεις οι προαναφερθέντες παθόντες, οι οποίοι είχαν πληροφορηθεί την άφιξή τους, οι οποίοι δημιούργησαν εις βάρος τους έντονο διαπληκτισμό, εμποδίζοντάς τους μάλιστα την έξοδό τους από το αεροδρόμιο και αναγκάζοντάς τους τελικά να αποχωρήσουν από τα Χανιά με την αμέσως επόμενη πτήση για Αθήνα, η ώρα 10:45, χωρίς η ίδια να δίνει εξήγηση για την συμπεριφορά τους και χωρίς να ασκήσουν να νόμιμά δικαιώματά τους για την εις βάρος τους ασυνήθη παρεμπόδιση της ελεύθερης κίνησής τους. Το γεγονός ότι έγινε έλεγχος στο κατάστημα των 2ου και 3ου κατηγορουμένων από ΠΕΚ και ΣΔΟΕ και δεν ανευρέθη κάτι επιλήψιμο, ούτε παραστατικά ούτε εμπορεύματα, δεν κλονίζει την εις βάρος τους κατηγορία, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, η παράνομη διακίνηση προϊόντων σαφώς διαφέρει από τη νόμιμη και λαμβάνονται πάντα μέτρα προφύλαξης για να μη γίνει αντιληπτή. Στο σημείο αυτό αξίζει να τονιστεί ότι τόσο ο 1ος κατηγορούμενος, όσο και ο φυγόδικος Η. Χ., ούτε το απαιτούμενο για μία τέτοια επιχείρηση κεφάλαιο διέθεταν, ούτε εμπειρία και γνωριμίες στην αγορά της Αττικής του συγκεκριμένου προϊόντος είχαν, καθ’ όσον ο 1ος κατηγορούμενος ήταν αγρότης και είχε ένα μικρό τυροκομείο στο ... Ηρακλείου, χωρίς οικονομική επιφάνεια και χωρίς εμπειρία επιχειρηματικής δραστηριότητας, ο δε φυγόδικος Η. Χ. αναφέρθηκε από τον ανωτέρω μάρτυρα των πολιτικώς εναγόντων (Κ. Κ.) ότι είναι ρακοσυλλέκτης. Το κατάστημα που μισθώθηκε επί της οδού ..., είναι βέβαιον ότι διευκόλυνε ως "βιτρίνα" για την παράνομη διακίνηση των τυριών, ενώ χωρίς την ενεργό συμμετοχή των 2ου και 3ου διδύμων αδελφών κατηγορουμένων, τόσο στην οργάνωση της όλης επιχείρησης όσο και στην προώθηση των τυριών στην αγορά της Αττικής, δεν ήταν δυνατή η επίτευξη του σχεδίου για την εκτέλεση της απάτης, μόνο από τον 1ο κατηγορούμενο και το φυγόδικο ρακοσυλλέκτη Η. Χ.. Από τον τρόπο τέλεσης της πράξης της απάτης βάσει σχεδίου, λαμβανομένης υπόψη και της υποδομής που είχαν διαμορφώσει οι κατηγορούμενοι (μίσθωση καταστήματος, έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας ατομικής επιχείρησης στην εφορία, άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών και απόκτηση μπλοκ επιταγών, εμφάνιση εργαζόμενου λογιστή στο γραφείο) και της οργανωμένης ετοιμότητάς τους με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης τους, προκύπτει αναμφίβολα σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, καθώς και από την επανειλημμένη τέλεση της απάτης προκύπτει σταθερή ροπή τους προς το έγκλημα αυτό ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Συνακόλουθα όλων των προεκτιθεμένων πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι της κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρ. 84 §2α ΠΚ για τους 2ο και 3ο κατηγορουμένους που τους έχει αναγνωρισθεί πρωτοδίκως. Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, μεταξύ άλλων, που δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας κατ’ αναίρεση δίκης, εκτός του προαναφερθέντος Α. Γ. (πρώτου κατηγορουμένου και ήδη απολειπομένου αναιρεσείοντος), κήρυξε και τους ανωτέρω αναιρεσείοντες, δεύτερο και τρίτο των κατηγορουμένων (Μ. Τ. και Ε. Τ.), ενόχους της αξιόποινης πράξεως της απάτης κατά συναυτουργία κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος άνω των 30.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση, για την οποία, αφού αναγνώρισε τη συνδρομή στο πρόσωπό τους του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2 περ. α’ Π.Κ.), επέβαλε στον καθένα ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών, με το ακόλουθο διατακτικό: ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτούς ενόχους του ότι: Α) κατά το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο 2002 έως και τον Οκτώβριο 2002, από κοινού ενεργώντας, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται από το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα:
Ι. Ενεργώντας με κοινό δόλο και συναπόφαση και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τα 30.000 ευρώ, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιους σε πράξη με την εν γνώση παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, το δε αδίκημα αυτό μετέρχονται κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Συγκεκριμένα, με τον παραπάνω σκοπό, έχοντας αποφασίσει να αγοράσουν μεγάλες ποσότητες τυροκομικών ειδών από παραγωγούς της Κρήτης, χωρίς να τους καταβάλουν οποιοδήποτε αντίτιμο για την αγορά αυτή, συμφώνησαν ο δεύτερος κατηγορούμενος Η. Χ., σε βάρος του οποίου δεν είχαν εκδοθεί ακάλυπτες επιταγές και δεν ήταν καταχωρημένος στο διατραπεζικό πληροφοριακό σύστημα "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ", να προβεί σε έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας στη Δ.Ο.Υ. ..., να αποκτήσει Α.Φ.Μ. και να εκδώσει μπλοκ επιταγών. Στη συνέχεια συμφώνησαν ο πρώτος κατηγορούμενος Α. Γ. να εμφανιστεί με το όνομα του δεύτερου σε διάφορους παραγωγούς τυροκομικών προϊόντων της Κρήτης και να συμφωνήσει μαζί τους την αγορά μεγάλων ποσοτήτων τυριού, για την πληρωμή των οποίων θα εκδίδονταν επιταγές από το μπλοκ του δευτέρου κατηγορουμένου ενώ στη θέση του εκδότη θα υπέγραφε ο πρώτος με το όνομα του δευτέρου. Τις επιταγές αυτές οι κατηγορούμενοι είχαν προαποφασίσει ότι δεν θα τις πλήρωναν, αφού θα τις χρησιμοποιούσαν μόνο για να πείσουν τους παραγωγούς να τους παραδώσουν τις ποσότητες τυριού. Κατόπιν, οι παρεληφθείσες ποσότητες θα διανέμονταν στην αγορά από τους τρίτο και τέταρτο κατηγορούμενους, που διατηρούσαν κατάστημα εμπορίας τυροκομικών στα ... και στο τέλος όλοι οι κατηγορούμενοι θα μοιράζονταν τα κέρδη από τις πωλήσεις του τυριού.
Έτσι, με βάση την πιο πάνω συμφωνία των κατηγορουμένων, ο πρώτος κατηγορούμενος:
α) Στις αρχές Μαρτίου 2002, τηλεφώνησε στον εγκαλούντα Ε. Κ., τυροκόμο στο ... Χανίων και του παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι ονομάζεται "Η. Χ.", ότι είναι έμπορος τυριών, ότι είναι φερέγγυος και διατηρεί κατάστημα τροφοδοσίας πλοίων και ξενοδοχείων στην παραπάνω διεύθυνση στον ..., ότι ενδιαφέρεται για την αγορά μεγάλων ποσοτήτων τυριού και ότι έχει τη δυνατότητα να τις εξοφλήσει με μεταχρονολογημένες επιταγές. Ο εγκαλών, αφού πείστηκε για την αλήθεια των ισχυρισμών του, του απέστειλε: α) την 20-3-2002, 3.773 κιλά τυρί γραβιέρα αξίας 26.323,46 € με το Φ.Π.Α., β) την 1-4-2002, 2.362 κιλά τυρί γραβιέρα αξίας 16.479,20 € με το Φ.Π.Α., γ) την 24-4-2002, 2.597 κιλά γραβιέρα αξίας 18.118,70 € με το Φ.Π.Α., δ) την 30-4-2002, 1.509 κιλά γραβιέρα αξίας 10.527,90 € με το Φ.Π.Α., και ε) την 11-6-2002, 576 κιλά γραβιέρα αξίας 4.011,60 € με το Φ.Π.Α., για την πληρωμή των οποίων ο πρώτος κατηγορούμενος εξέδωσε σε διαταγή της εταιρίας του εγκαλούντα ....", τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές (τα στοιχεία των οποίων αναφέρονται στο υπό στοιχείο "
ΙΙ υπό τους αριθμούς ..." κεφάλαιο του διατακτικού αυτού), οι οποίες δεν πληρώθηκαν, όπως οι κατηγορούμενοι είχαν προαποφασίσει.
β) Περί τις 20 Ιουνίου 2002, τηλεφώνησε στο Γ. Μ., τυροκόμο στα ... Ρεθύμνου και του παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι ονομάζεται "Η. Χ.", ότι είναι έμπορος τυριών, ότι είναι φερέγγυος και διατηρεί κατάστημα τροφοδοσίας πλοίων και ξενοδοχείων στην παραπάνω διεύθυνση στον ..., ότι ενδιαφέρεται για την αγορά μεγάλων ποσοτήτων τυριού και ότι έχει τη δυνατότητα να τις εξοφλήσει με μεταχρονολογημένες επιταγές. Ο ανωτέρω, ο οποίος έχει αναλάβει τη διαχείριση της ατομικής επιχείρησης τυροκομείου της εγκαλούσας συζύγου του Α. Δ. - Μ., αφού πείστηκε για την αλήθεια των ισχυρισμών του, του απέστειλε : α) την 27-6-2002, 100 κεφάλια γραβιέρα Κρήτης και 160 τεμάχια κεφαλογραβιέρα αξίας 13.078,26 €, β) την 10-7-2002, 150 κεφάλια γραβιέρα Κρήτης αξίας 14.646 € και γ) την 11-7-2002, 60 κεφάλια γραβιέρα Κρήτης αξίας 5.784,48 €, για την πληρωμή των οποίων ο πρώτος κατηγορούμενος εξέδωσε σε διαταγή της εγκαλούσας Α. Δ. - Μ. τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές (τα στοιχεία των οποίων αναφέρονται στο υπό στοιχείο "
ΙΙ υπό τους αριθμούς ..." κεφάλαιο του διατακτικού αυτού), οι οποίες δεν πληρώθηκαν, όπως οι κατηγορούμενοι είχαν προαποφασίσει.
γ) Στις αρχές Ιουνίου 2002, τηλεφώνησε στον εγκαλούντα Ι. Φ., τυροκόμο στο ... Ρεθύμνου και του παρέστηκε εν γνώσει του ψευδώς ότι ονομάζεται "Η. Χ.", ότι είναι έμπορος τυριών, ότι είναι φερέγγυος και διατηρεί κατάστημα τροφοδοσίας πλοίων και ξενοδοχείων στην παραπάνω διεύθυνση στον ..., ότι ενδιαφέρεται για την αγορά μεγάλων ποσοτήτων τυριού και ότι έχει τη δυνατότητα να τις εξοφλήσει με μεταχρονολογημένες επιταγές. Ο εγκαλών, αφού πείστηκε για την αλήθεια των ισχυρισμών του, του απέστειλε: α) την 10-6-2002, 2.546 κιλά κεφαλογραβιέρα και 890 κιλά γραβιέρα Κρήτης συνολικής αξίας 25.604 € και β) την 11-7-2002, 974 κιλά γραβιέρα και 2.045 κιλά κεφαλογραβιέρα συνολικής αξίας 21.845,48 €, για την πληρωμή των οποίων ο πρώτος κατηγορούμενος εξέδωσε σε διαταγή του πιο πάνω εγκαλούντα δύο μεταχρονολογημένες επιταγές (τα στοιχεία των οποίων αναφέρονται στο υπό στοιχείο ΊΙ υπό τους αριθμούς ... κεφάλαιο του διατακτικού αυτού), οι οποίες δεν πληρώθηκαν, όπως οι κατηγορούμενοι είχαν προαποφασίσει.
δ) Το δεύτερο δεκαπενθήμερο Μαρτίου 2002, τηλεφώνησε στον παθόντα Κ. Η., τυροκόμο στο ... Ρεθύμνου και του παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι ονομάζεται "Η. Χ.", ότι είναι έμπορος τυριών, ότι είναι φερέγγυος και διατηρεί κατάστημα τροφοδοσίας πλοίων και ξενοδοχείων στην παραπάνω διεύθυνση στον ..., ότι ενδιαφέρεται για την αγορά μεγάλων ποσοτήτων τυριού και ότι έχει τη δυνατότητα να τις εξοφλήσει με μεταχρονολογημένες επιταγές. Ο παθών, αφού πείστηκε για την αλήθεια των ισχυρισμών του, του απέστειλε: α) την 11-4-2002, 2.005 κιλά γραβιέρας και 810 κιλά φέτα, συνολικής αξίας 18.100,04 €, β) την 14-5-2002, 1.320 κιλά γραβιέρα αξίας 9.209,38 €, γ) την 16-5-2002, 1.358 κιλά γραβιέρα αξίας 9.474,49 €, δ) την 23-5-2002, 1.362 κιλά γραβιέρα και 749 κιλά κεφαλοτύρι συνολικής αξίας 14.800,83 €, ε) την 1-6-2002, 2.695 κιλά γραβιέρα αξίας 18.802,48 € και στ) την 10-6-2002, 2.230 κιλά γραβιέρα αξίας 15.558,26 €, για την πληρωμή των οποίων ο πρώτος κατηγορούμενος εξέδωσε, σε διαταγή της εταιρείας του παραγωγού "....", πέντε μεταχρονολογημένες επιταγές (τα στοιχεία των οποίων αναφέρονται στο υπό στοιχείο "
ΙΙ υπό τους αριθμούς ..." κεφάλαιο του διατακτικού αυτού), οι οποίες δεν πληρώθηκαν, όπως οι κατηγορούμενοι είχαν προαποφασίσει. Αποτέλεσμα ήταν οι παθόντες - παραγωγοί να ζημιωθούν κατά την αξία των τυροκομικών ειδών που οι κατηγορούμενοι παρέλαβαν, ανερχόμενη συνολικά σε 75.460,86 (26.323,46 + 16.479.20 - 18.118.70 - 10.527,90+4.011,60= 75.460,86) ευρώ, ως προς τον Ε. Κ., σε 33.506,74 (13.076,26 + 14.646,00 + 5.784,48) ευρώ, ως προς την Α. Δ. - Μ., 47.449,48 (25.604,00 + 21.845.48) ευρώ, ως προς τον Ι. Φ. και 69.143,91 ( 18.100,04 + 6.000,00 + 18.683,87 + 13.800,00 + 12.560,00 ) ευρώ, ως προς τον Κ. Η. και να ωφεληθούν παράνομα και ισόποσα οι κατηγορούμενοι, αφού ούτε οι επιταγές πληρώθηκαν, ούτε η αξία των αγορασθέντων και παρεληφθέντων εμπορευμάτων καταβλήθηκε στους παραγωγούς, πράγμα στο οποίο οι κατηγορούμενοι εξαρχής αποσκοπούσαν. Από τον τρόπο δε τέλεσης της παραπάνω πράξης, λαμβανομένης υπόψη και της υποδομής που οι κατηγορούμενοι είχαν διαμορφώσει (ενοικίαση καταστήματος, έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας ατομικής επιχείρησης στην εφορία, άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών και απόκτηση μπλοκ επιταγών, παρουσίαση λογιστή) για την επανειλημμένη τέλεση της πράξης τους, προκύπτει σκοπός τους να πορισθούν εισόδημα προς βιοπορισμό, ενώ λόγω της επανειλημμένης διάπραξής της συνάγεται ότι οι κατηγορούμενοι έχουν αποκτήσει ροπή προς το έγκλημα αυτό. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκαν οι άνω αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα, από όπου συνήγαγε τα περιστατικά αυτά -χωρίς να απαιτείται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή- και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ’ , 45, 98 και 386 παρ. 1, 3 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, από τη συνδρομή των οποίων το Δικαστήριο έκρινε, ότι και οι άνω αναιρεσείοντες συμμετείχαν στην τέλεση της προπεριγραφόμενης κακουργηματικής απάτης (κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος άνω των 30.000 ευρώ) κατ’ εξακολούθηση, ως συναυτουργοί, με πλήρη προσδιορισμό της μορφής της επιλήψιμης συμμετοχικής τους δράσεως στην πράξη αυτή και των γεγονότων, βάσει των οποίων κατέληξε στο πόρισμά του για τη συμμετοχή τούτων στο παραπάνω έγκλημα. Πιο συγκεκριμένα, διαλαμβάνεται, ο τρόπος τελέσεως της άνω αξιόποινης πράξεως, κατά χρόνους, τόπο και λοιπές περιστάσεις, δια των αναφερομένων συγκλινουσών, ταυτοχρόνων αλλά και διαδοχικών, πράξεων αυτών από κοινού μετά του συγκατηγορουμένου τους Α. Γ., με βάση τις οποίες έγινε δεκτό, ότι το έγκλημα της απάτης τελέσθηκε με τη σύμπραξη όλων των κατηγορουμένων, αφού χωρίς τις ως άνω επί μέρους ενέργειες του καθενός, οι οποίες στο σύνολό τους απαρτίζουν την περιγραφόμενη παραπλανητική συμπεριφορά, δεν ήταν δυνατή η τέλεση της απάτης αυτής. Περαιτέρω, ορθώς κρίθηκε, ότι οι ψευδείς διαβεβαιώσεις για την πληρωμή των μεταχρονολογημένων επιταγών, που συντελούνταν σε συνεννόηση και με κοινό δόλο όλων των κατηγορουμένων προς το σκοπό οφέλους, δεν αποτελούν απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις, συνιστώσες πραγματικά περιστατικά που επρόκειτο να συμβούν στο μέλλον, αλλά απατηλή συμπεριφορά, εφόσον αυτές, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, συνοδεύονταν ταυτόχρονα με την παράσταση των περιεχόμενων στο προπαρατεθέν αιτιολογικό ψευδών γεγονότων, που ανάγονταν στο παρόν της εκάστοτε στιγμής κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργήσουν στους παθόντες την εντύπωση μελλοντικής εκπληρώσεως των οφειλών με βάση την εμφανιζόμενη από τους κατηγορουμένους για την αγοράστρια ψευδή κατάσταση, ότι πρόκειται για μια πολύ μεγάλη και εύρωστη εμπορική εταιρία τυροκομικών προϊόντων, που δραστηριοποιείτο στην Αττική και στα νησιά, ενώ είχαν ειλημμένη από την αρχή την απόφαση να μην πληρώσουν το τίμημα της αγοράς των παραγγελθέντων εμπορευμάτων (τυροκομικών ειδών). Έτσι, στις παραδοχές αυτές εκτίθενται αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνιστούν τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις και των ανωτέρω δύο αναιρεσειόντων για την τέλεση της αξιόποινης πράξεως της απάτης και βάσει τούτων ορθώς και με επαρκή αιτιολογία κρίθηκαν ως συναυτουργοί αυτής, διαλαμβανομένου, στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των ανωτέρω ψευδών παραστάσεων και της πλάνης των παθόντων, καθώς και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πλάνης και της προκληθείσας περιουσιακής βλάβης δια της διαθέσεως των προϊόντων των παθόντων στους κατηγορουμένους, με αντίστοιχη ζημία των πρώτων, η οποία με σαφήνεια και πληρότητα κρίθηκε, ότι ήταν αποτέλεσμα των περιγραφόμενων ενεργειών, στις οποίες προέβησαν οι παραπλανηθέντες τυροκόμοι από την απατηλή συμπεριφορά των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων. Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως των Μ. Τ. και Ε. Τ., με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 45 και 386 Π.Κ., άλλως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως (εκ πλαγίου παραβάσεως), από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ και Δ’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος. Οι εμπεριεχόμενες στον ως άνω αναιρετικό λόγο λοιπές αιτιάσεις, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και, με την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος των πιο πάνω δύο αναιρεσειόντων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της.
Κατά το άρθρο 211Α Κ.Ποιν.Δ., που προστέθηκε με το άρθρ. 2 παρ. 8 Ν. 2408/1996, "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ’ Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως, για την καταδίκη του κατηγορουμένου, της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου του, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφορήσεώς τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Ως συγκατηγορούμενος, για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, θεωρείται ο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 45 έως 49 Π.Κ., συναυτουργός, ηθικός αυτουργός και συνεργός, αλλά και κάθε άλλος, του οποίου η αξιόποινη πράξη που ακολούθησε, αν και αυτοτελής και διακεκριμένη, συνέχεται αμέσως με την προηγηθείσα αξιόποινη πράξη που τελέσθηκε από άλλο πρόσωπο, επί της οποίας στηρίζεται αποκλειστικώς η μεταγενέστερη αξιόποινη συμπεριφορά του εν συνεχεία αυτουργού. Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη και δεν ιδρύεται ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ., λόγος αναιρέσεως (για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο), όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία συγκατηγορουμένου του, αλλά συνδυαστικά, τόσο στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, όσο και σε καταθέσεις άλλων μαρτύρων και στα αναγνωσθέντα έγγραφα.- Εν προκειμένω, προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραβίαση του άρθρου 211Α Κ.Ποιν.Δ., που αναφέρεται στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου, στήριξε την καταδικαστική εις βάρος των άνω αναιρεσειόντων (Μ. Τ. και Ε. Τ.) κρίση του αποκλειστικά και μόνο στο περιεχόμενο της από 3-11-2002 προανακριτικής καταθέσεως του συγκατηγορουμένου τους Α. Γ. και στα όσα οι παθόντες κατέθεσαν, έχοντας ως μοναδική πηγή πληροφορήσεώς τους τα αναφερόμενα στην εν λόγω προανακριτική κατάθεση. Πλην όμως, από τα πρακτικά, το οικείο σημείο του σκεπτικού (βλ. σελ. 61 πρακτικών) και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιοποίησε αποδεικτικά την άνω προανακριτική κατάθεση του Α. Γ., την οποία διαχώρισε δια ρητής σχετικής αναφοράς στην αρχή του αιτιολογικού της και εξήρεσε από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ενώ, περαιτέρω, και υπό την εκδοχή ότι τα όσα κατέθεσαν οι παθόντες μοναδική πηγή είχαν το περιεχόμενο της προμνημονευόμενης καταθέσεως του συγκατηγορουμένου των προαναφερθέντων αναιρεσειόντων, το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση μετά από συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, που αξιολόγησε συνδυαστικά, όπως τις ένορκες καταθέσεις άλλων, πλην των παθόντων, μαρτύρων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα (119 τον αριθμό). Ως εκ τούτου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 211Α Κ.Ποιν.Δ. και έτσι δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, συνακολούθως δε ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ. δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως των Μ. Τ. και Ε. Τ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 82 παρ. 1 και 3 Π.Κ., όπως αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους από τις περ. 1 και 2 της υποπαρ. ΙΓ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, "1. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει το ένα έτος μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από ένα έτος και δεν υπερβαίνει τα δύο μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν ο δράστης είναι υπότροπος και το δικαστήριο με απόφασή του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφασή του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων.....3. Κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ και κάθε ημέρα κράτησης σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών." Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι μετατρέπεται σε χρηματική η ποινή φυλακίσεως μέχρι πέντε ετών, ενώ δεν μετατρέπεται σε χρηματική η ποινή καθείρξεως πέντε ετών. Αυτός είναι και ο λόγος, που στην παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου γίνεται λόγος για το ποσό της μετατροπής κάθε ημέρας φυλακίσεως (από 5 έως 100 ευρώ) και κάθε ημέρας κρατήσεως (από 5 έως 100 ευρώ) και όχι για την ποινή καθείρξεως πέντε ετών, αφού δεν υπάρχει πρόβλεψη για το ποσό της μετατροπής για κάθε ημέρα καθείρξεως. Αν ο νομοθέτης ήθελε και τη μετατροπή σε χρηματική της ποινής καθείρξεως των πέντε ετών (που επιβάλλεται για τη διάπραξη μείζονος απαξίας εγκλημάτων και οπωσδήποτε διαφοροποιείται, έχοντας βαρύτερες συνέπειες, από την ποινή φυλακίσεως των πέντε ετών) θα το όριζε ρητά, όπως ακριβώς έπραξε 1) με το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 3727/2008, το οποίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 3772/2009 και τροποποιήθηκε με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 26 του Ν. 3811/2009 και 2) με το άρθρο 26 παρ. 1 του Ν. 3811/2009, με τα οποία προβλέφθηκε μεν η δυνατότητα μετατροπής και ποινών καθείρξεως μέχρι πέντε ετών αλλά προσωρινά και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, ήτοι τέτοιων ποινών που καταγνώσθηκαν μέχρι και το έτος 2009, κατά τους ορισμούς των διατάξεων αυτών (οι οποίες, ως προσωρινής χρονικής ισχύος, δεν τύγχαναν εφαρμογής στην προκειμένη υπόθεση) χωρίς να τροποποιηθεί κατά τούτο το άρθρο 82 του Π.Κ. Επιχείρημα υπέρ της ανωτέρω απόψεως αποτελεί και η σχετικά πρόσφατη νομοθετική παρέμβαση, που έγινε με το Ν. 4264/2014, στο άρθρο 41 παρ. 3 του οποίου ορίζεται ότι: "Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζεται και στην περίπτωση μετατροπής ποινών φυλάκισης από τρία έως και πέντε έτη που επιβλήθηκαν αμετάκλητα μέχρι τη δημοσίευση του ν. 4093/2012. Για τη μετατροπή αποφασίζει αμετάκλητα το Δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, ύστερα από κλήτευση του αιτούντος. Κατά τη μετατροπή εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα", αφού ρητά γίνεται λόγος σ’ αυτή για μετατροπή "ποινών φυλάκισης από τρία έως και πέντε έτη" και όχι και για μετατροπή ποινών καθείρξεως πέντε ετών. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας με το να απορρίψει το υποβληθέν αίτημα των αναιρεσειόντων Μ. Τ. και Ε. Τ. περί μετατροπής της ποινής της καθείρξεως των πέντε (5) ετών, που επιβλήθηκε στον καθένα από αυτούς, ως μη νόμιμο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 82 Π.Κ., τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, ως εκ τούτου δε ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως των εν λόγω αναιρεσειόντων, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠοιν.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως των Μ. Τ. και Ε. Τ. πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ενώ οι δια του από 10-11-2015 υπομνήματος των εν λόγω αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε κατά την ίδια ημερομηνία στο γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, το πρώτον μετά τη συζήτηση της υποθέσεως προβαλλόμενες λοιπές αναιρετικές αιτιάσεις, εφόσον σε κάθε περίπτωση δεν γίνεται αναφορά σ’ αυτές δια του κυρίου δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως, δεν λαμβάνονται υπόψη. Τέλος, μετά την απόρριψη της άνω αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ



Απορρίπτει τις 1) από 16-9-2014 αίτηση (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17-9-2014) του Α. Γ. του Μ., κατοίκου ... και 2) από 23-1-2014 αίτηση των Μ. Τ. του Ι. και Ε. Τ. του Ι., κατοίκων ..., αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 10/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2016. 
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2016.



Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ






πόφαση 130 / 2017    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 130/2017 


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ 



Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Π. του Γ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούτα, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 127/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαρίσης.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Νοεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2015.
Αφού άκουσε 
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.



ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ’ αριθμ. ...2015 από 13-11-2015 αίτηση του Ι. Π. του Γ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 127/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) ..., η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ. α’ του ΚΠΔ βιβλίο την 3-11-2015, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως κατά το άρθρο 473 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ. 
Επομένως, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ.1 και 4 του Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 40 παρ.1 Ν. 3220/2004 και 2 παρ. 2 Ν. 3943/2011, καταλαμβάνει δε την παρούσα υπόθεση, ως εκ του κατά την 11-10-2011 χρόνου τελέσεως της επιδίκου πράξεως, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Ειδικά, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) "με κάθειρξη", εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ. Κατά την παρ. 2 του άνω άρθρου (19 ν. 2523/1997, όπως διαμορφώθηκε και ισχύει), το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου ενώ κατά την παρ 3, θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησης του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται, επίσης, ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Εικονικό κατά την παρ. 4 είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. Εξ άλλου, με το νόμο 4174/2013 θεσπίστηκε κώδικας φορολογικών στοιχείων, ενώ με το αρθρ. 8 ν. 4337/2015 υπό τον τίτλο Εγκλήματα φοροδιαφυγής - Ποινικές Κυρώσεις τα άρθρα 66 και 67 του Δωδέκατου Κεφαλαίου του Μέρους Α’ του ν. 4174/2013 αναριθμούνται σε 72 και 73, το Κεφάλαιο Δωδέκατο αναριθμείται σε Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο, τα άρθρα 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75 και 76 αναριθμούνται σε 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 82 και προστίθεται νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο υπό τον τίτλο ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ - ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ, με το δε άρθρο 66 καταργούνται οι διατάξεις των αρθρ. 17, 18 και 19 παρ. 1 εδ. α 20 και 21 τον ν. 2523/1997 και για το αδίκημα της έκδοσης πλαστών εικονικών τιμολογίων ορίζονται πλέον στην παρ. 5 του άρθρου τούτου 66, τα εξής: Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωριστεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησης του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται, επίσης, ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. Από την σύγκριση των άνω διατάξεων προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, της φοροδιαφυγής με έκδοση εικονικών τιμολογίων, απαιτείται αντικειμενικώς, έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ή, νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση η αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η’ του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της υποκειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. (ΑΠ 224/2016). Η νέα ως άνω ρύθμιση του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. β’ , που προστέθηκε στο Ν. 4174/2013 "Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας κλπ, καθ’ ο μέρος ορίζει, ότι όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) ..... και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ, ως επιεικέστερη της προϊσχύσασας διάταξη, τυγχάνει, κατά το άρθρ. 2 παρ.1 Π.Κ., εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση, όπου η συνολική αξία των επίδικων εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ και ανέρχεται σε διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα (241.980) ευρώ), αφού για την σε βαθμό κακουργήματος τιμώρηση της πράξεως απαιτεί ήδη το ποσό των 200.000 ευρώ, αντί του μικροτέρου εκείνου των 150.000 ευρώ, που απαιτούσε η προϊσχύσασα διάταξη και επί πλέον απειλεί ποινή μικρότερη, κατά το ανώτατο όριό της (κάθειρξη έως δέκα ετών), από εκείνη της παλαιάς ρυθμίσεως, που απειλούσε κάθειρξη έως είκοσι έτη (άρθρα 52 παρ. 2 και 3 του ΠΚ). Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά, που απεδείχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ’ αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της φοροδιαφυγής με τη μορφή της αποδοχής εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου ο νόμος αρκείται σε απλό δόλο (ΑΠ 224/2016). Για την ύπαρξη της, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμησις των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμησις εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγησις των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψις αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου κεχωρισμένως και η παράλειψις της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίσις του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την υπόθεση, προκειμένου να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση και να αχθεί στην καταδικαστική του αναιρεσείοντος κρίση του για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ (ανερχόμενη σε διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα (241.980) ευρώ), έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα, που ανεγνώσθησαν ενώπιόν του επ’ ακροατηρίου. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την απαιτούμενη κατά το μέρος αυτό της προσβαλλομένης αποφάσεως ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της, το δικαστήριο να προβεί στην αναφορά των στοιχείων και του περιεχομένων των αναγνωσθέντων εγγράφων και στην αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου από τα ανωτέρω χωριστά, ούτε να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους, ούτε να διαλάβει τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά, όπως ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, ότι έπρεπε να κάνει το δικαστήριο, προκειμένου να διαλάβει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την παραδοχή, ότι "τα ως άνω εικονικά φορολογικά στοιχεία τα αποδέχθηκε στην κατοχή του με δόλο γνωρίζοντας ότι είναι εικονικά καθόσον το περιεχόμενό τους δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού δεν είχαν θεωρηθεί νομίμως, ενώ ουδέποτε η επιχείρηση "... ΕΠΕ" πραγματοποίησε της αναφερόμενες σε αυτά εργασίες, αφού δεν είχε την απαιτούμενη υποδομή, ενώ τυγχάνει ανύπαρκτη επαγγελματικά". Επομένως, η σχετική αιτίαση, που προβάλλει ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων και, υπό την επίφαση της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουσα την ανέλεγκτη περί τούτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.- Εξ άλλου, φαινομένη συρροή ή απλή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 94 Π.Κ., υπάρχει, όταν οι περισσότερες πράξεις, οι οποίες διώκονται, δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους και αυτοτελώς κολάσιμες, αλλά συγκροτούν την έννοια ενός και του αυτού εγκλήματος, είτε διότι η μεν αποτελεί κατά νόμο συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης, είτε διότι χρησιμεύει κατά νόμο ως αναγκαίο μέσο για την τέλεση αυτής, είτε, τέλος, διότι παρίσταται ως αναγκαία συνέπεια της προηγηθείσης, από την οποία και απορροφάται (ΑΠ 388/2016). Περαιτέρω, όπως προαναφέρεται, με το νόμο 4174/2013 θεσπίστηκε κώδικας φορολογικών στοιχείων, ενώ με το αρθρ. 8 ν. 4337/2015 υπό τον τίτλο Εγκλήματα φοροδιαφυγής - Ποινικές Κυρώσεις τα άρθρα 66 και 67 του Δωδέκατου Κεφαλαίου του Μέρους Α’ του ν. 4174/2013 αναριθμούνται σε 72 και 73, το Κεφάλαιο Δωδέκατο αναριθμείται σε Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο, τα άρθρα 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75 και 76 αναριθμούνται σε 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 82 και προστίθεται νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο υπό τον τίτλο ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ - ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ και με το αρθρ. 66 καταργούνται οι διατάξεις των αρθρ. 17, 18 και 19 παρ. 1 εδ. α 20 και 21 τον ν. 2523/1997 και ειδικότερα για το αδίκημα της έκδοσης πλαστών εικονικών τιμολογίων ορίζονται στις παρ. 1 έως και 5 του αρθρ. 66 του αρθρ. 8 ν. 4337/2015, τα εξής: "1. Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση: α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ), αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη, β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, γ) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο το φόρο αυτόν. 2. Παρακρατούμενοι φόροι, τέλη και εισφορές είναι εκείνοι που ρητά ορίζονται σε επί μέρους διατάξεις ότι παρακρατούνται και τελικά αποδίδονται στο Δημόσιο ή άλλο φορέα από πρόσωπο διάφορο του πραγματικού φορολογούμενου. 3. Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στη παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών: α) αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος: αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση. 4. Επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας, ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς. 5. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι στην περίπτωση εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή, που χρησιμοποιήθηκαν για την συντέλεση παραβάσεων φοροδιαφυγής, ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία, ως αυτουργός ή συμμέτοχος, απορροφωμένης, συνεπώς, από εκείνη (φοροδιαφυγή) της πράξεως της εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθιερουμένης, με τη νέα ως άνω ρύθμιση, φαινομένης κατ’ ιδέαν συρροής μεταξύ των δύο αυτών αδικημάτων. Η τελευταία νέα αυτή ρύθμιση είναι επικεικεστέρα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, της προϊσχύσασας του άρθρου 19 παρ.1 και 4 του Ν. 2523/1997, αφού πλέον ή έκδοση ή η αποδοχή εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων απορροφάται (φαινομενικώς κατ’ ιδέαν) από την πράξη της φοροδιαφυγής και δεν τιμωρείται αυτοτελώς. Πλέον τούτων, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελ. ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι στην περίπτωση, που μετά την δημοσίευση της αποφάσεως που προσβάλλεται, μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά την αξιόποινη πράξη ή και την επιβληθείσα ποινή κύρια ή παρεπόμενη, το δικαστήριο, εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξεως έως την αμετάκλητη εκδίκαση της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας (ΟλΑΠ 3/1995). Ως ηπιότερος νόμος κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ θεωρείται εκείνος, ο οποίος, όπως ίσχυσε, περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις δηλαδή με την εφαρμογή, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις επέρχεται ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ’ αυτές. Εάν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο απ’ όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά ο νεότερος επιεικέστερος (ΑΠ 39/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν διαλαμβάνεται παραδοχή, ότι τα επίδικα εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις ως άνω πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του του προαναφερομένου άρθρου 66 Ν. 4174/2013 (αντίστοιχες των προϊσχυσασών παραβάσεων των άρθρων 17 και 18 του Ν. 2523/1997).
Συνεπώς, η επίκληση από τον αναιρεσείοντα, ότι, αφού με την υπ’ αριθμ. 898/2015 απόφασή του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., που σημειωτέον δεν επικαλείται ότι έχει καταστεί αμετάκλητη, ουδέ προκύπτει ότι προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και ζητήθηκε η αποδεικτική της αξιοποίηση, κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, διότι ζήτησε, έλαβε και κατεχώρησε στα βιβλία του τα πλαστά και εικονικά τιμολόγια, το αδίκημα της αποδοχής των αυτών εικονικών και πλαστών τιμολογίων, για το οποίο κατεδικάσθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δεν στοιχειοθετείται και ως εκ τούτου πρέπει, κατ’ εφαρμογή της, μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, θέση σε ισχύ της ως άνω επιεικέστερης διατάξεως του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. γ’ του Ν. 4174/2013, και των άρθρων 511 εδ. γ’ και 514 εδ. γ’ του ΚΠΔ, να αναιρεθεί η απόφαση να κηρυχθεί αθώος, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, γιατί προκειμένου να τύχει εφαρμογής η τελευταία αυτή διάταξη, πρέπει τα εικονικά αυτά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή, να χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 Ν. 4174/2013 και να υπάρχει περί τούτου σχετική παραδοχή στην προσβαλλομένη απόφαση, μετά από την εκτίμηση των πραγμάτων.
Όπως ήδη προαναφέρεται, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως ερευνά αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής κάθε τέτοιας περιστάσεως (ΑΠ 931/2007). Η προβολή των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης να γίνεται και προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Όταν δε προτείνεται ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικού απαιτείται επίκληση περιστατικών και δεν αρκεί απλώς η αναφορά της διατάξεως που το προβλέπει ή η επανάληψη της εκφράσεως του νόμου. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β, γ, δ και ε, που συνίστανται στο "α) το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", β) "το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια, "δ) το ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και "ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Ειδικότερα, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ ΠΚ, απαιτείται ο υπαίτιος, με κριτήριο τους κανόνες της εννόμου τάξεως και τις κρατούσες ηθικές αρχές και αντιλήψεις για την ηθική αξία και την κοινωνική υπόληψη του προσώπου, να έζησε μέχρι τον χρόνο που τέλεσε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και να αποδεικνύονται κατά την ακροατηριακή διαδικασία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θετικής και έντιμης συμπεριφοράς στους αντίστοιχους τομείς βιοτικής δράσης, σε βαθμό που εύλογα να μην αναμένεται εκτροπή αυτού σε πράξεις ποινικής παραβατικότητας. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ’ απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά (ΑΠ 1090/2015). Για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περιστάσεως των μη ταπεινών αιτών κατά την έννοια του εδ. β’ της παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου (84 ΠΚ), απαιτείται ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, που ως τοιαύτα νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή, περί ηθικής ή κοινωνικής τάξεως, συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρος και κακοβουλία του δράστη, για δε το ορισμένο του απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια, αυτά που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του (ΑΠ 2365/2008 ΤΝΠ Νόμος). Η δε μη ταπεινότητα των αιτίων, από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικώς, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικώς, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας (ΑΠ 295/2015). Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια, είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 453/2016). Περαιτέρω, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ’ του ΠΚ, ήτοι το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης (ΑΠ 1192/2016), η μετά τη σύλληψή του υπαιτίου ομολογία της πράξεώς του, έστω και αν έγινε αυθόρμητα, ή η διευκόλυνση του έργου των αστυνομικών δια μόνης της ομολογίας του (ΑΠ 951/2012 ΤΝΠ Νόμος). Εξ άλλου η αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε’ ΠΚ, προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης. Όμως, ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θεσπίσεως της οικείας διατάξεως, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας, διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξεως, δεν αρκεί για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού, η καλή και συνήθης συμπεριφορά και δη εργασία και ομαλή οικογενειακή ζωή και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα (ΑΠ 69/2013 ΤΝΠ Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά ούτε προκύπτει ότι διορθώθηκαν, η συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, δια του οποίου ο τελευταίος παρίστατο, υπέβαλε εγγράφως και ανάπτυξε προφορικώς πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, τους εξής, επί λέξει, αυτοτελείς ισχυρισμούς - αιτήματα αναγνωρίσεως της συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων: "Ο κατηγορούμενος µε τους παρόντες ισχυρισμούς του προβάλει το αίτημα - ισχυρισμό του για την αναγνώριση στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων και ειδικότερα: l) Στην πράξη της δεν ωθήθηκε από ταπεινά αίτια, αντίθετα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε πεισθεί ότι η αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση (η οποία φέρεται να εξέδωσε εικονικά τιμολόγια] ήταν µια νόμιμη επιχείρηση καθόσον είχε μιλήσει προσωπικά µε τον εκπρόσωπό της, είχε νόμιμη έδρα και υφιστάμενο Αριθμό Φορολογικού Μητρώου, που ήταν τα βασικό. στοιχεία για την ανάθεση σε αυτήν υπεργολαβίας στα έργα που εκτέλεσε. Πέραν τούτου, δεν υπέπεσε στην αντίληψη του κατηγορούμενου η πιθανότητα αποδοχής εικονικών τιμολογίων καθώς είχε συνάψει µε την αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση ιδιωτικό συμφωνητικό ανάθεσης υπεργολαβίας, τα οποία μάλιστα κατατέθηκαν νόμιμα στην αρμόδια ΔΟΥ, όπως προέβλεπε η ισχύουσα φορολογική νομοθεσία, τα οποία θα έπρεπε η αρμόδια φορολογική αρχή να ελέγξει και στην περίπτωση που είχε αμφιβολίες να προστατεύσει τον φορολογούμενό της (κατηγορούμενο), καθώς τα στοιχεία που φέρει σήμερα η Αρχή για την απόδειξη εκδόσεως εικονικών τιμολογίων, ήταν σε θέση να γνωρίζει μόνον αυτή και είχε υποχρέωση να γνωστοποιήσει τέτοια πιθανότητα στον κατηγορούμενο ώστε να τον προστατεύσει. Αντίθετα, όχι μόνον δεν του γνωστοποίησε την πιθανότητα να συμβάλλεται µε µια επιχείρηση που υποπίπτει σε φορολογικά αδικήματα τέτοιου µμεγέθους, αλλά παρέλαβε τα συμφωνητικά και μετά από έτη διαπίστωσε τέτοιες πράξεις, ενώ μόνον αυτή θα μπορούσε (λόγω του απορρήτου των φορολογικών στοιχείων και υποθέσεων) να τον προστατεύσει. Επομένως ο κατηγορούμενος, θεωρώντας ότι πρόκειται για µια νόμιμα λειτουργούσα επιχείρηση (εκδότρια), συμβλήθηκε νόμιμα, απαίτησε και υπογράφηκαν ιδιωτικά συμφωνητικά τα οποία αποδείκνυαν τις μεταξύ τους συναλλαγές, από τις εργασίες που έγιναν πραγματικά - καθώς μπορούν να ελεγχθούν τα έργα που έλαβαν χώρα (δημόσια έργα), ακόμη και σήμερα - κατέβαλε το τίμημα των τιμολογίων, στον φερόμενο ως εκπρόσωπό της και καταχώρησε όλα τα άνω τιμολόγια στα επίσημα φορολογικά βιβλία του. Τα παραπάνω, συνιστούν πράξεις τις οποίες ενεργεί ο κάθε μέσος συνετός άνθρωπος που πιστεύει ότι συμβάλλεται νόμιμα και αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος είχε πεισθεί -µε βεβαιότητα- ότι είναι απολύτως σύννομες οι συναλλαγές του µε την αντισυμβαλλόμενή του επιχείρηση. Αποτέλεσμα των διαπιστώσεων περί εικονικών τιμολογίων, που οδήγησε στο συμπέρασμα αυτό την αρμόδια φορολογική αρχή είναι το γεγονός ότι ο Μ. αρνήθηκε οποιαδήποτε συναλλαγή µε τον κατηγορούμενο και τους άλλους επιχειρηματίες, ενώ ουσιαστικά έγιναν οι εργασίες και εισέπραξε τα χρήματα γι’ αυτές, δεδομένου ότι δεν τήρησε τη νόμιμη διαδικασία δηλαδή την δήλωση των εισοδημάτων από αυτές τις αιτίες και την πληρωμή του ΦΠΑ που είχε εισπράξει από τους αντισυμβαλλόμενους, προκειμένου να απεκδυθεί των ευθυνών τους, συνεπεία δε αυτών ήταν να οδηγείται τόσο ο παρών κατηγορούμενος όσο και άλλοι που συναλλάχθηκαν µε αυτόν, στην πεποίθηση ότι δεν πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές και ότι τα τιμολόγια είναι εικονικά, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, επρόκειτο για πραγματικές συναλλαγές και πραγματικά τιμολόγια, µε αποτέλεσμα την ηθική, επαγγελματική και οικονομική του καταστροφή. 2) Όπως μάλιστα προκύπτει, από την προσκομιζόμενη, από 19-3-2012 αίτησή του, µε αρ. πρωτ. .../2012, απευθυνόμενη στον Υπουργό Οικονομικών και το Σώμα Φορολογικών Διαιτητών (δια της Β’ ΔΟΥ ...), κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια, παρά το γεγονός ότι δεν ενήργησε µε δόλο, να άρει ή έστω να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του, αιτούμενος την διαιτητική επίλυση των διαφορών των σε ό,τι αφορά τα επιβαλλόμενα πρόστιμα από τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, ώστε το ποσό που θα προκύψει να το καταβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο. 3) Τόσον από την εν λόγω υπόθεση όσο και μετά από αυτήν δεν απασχόλησε τις Αρχές ή τα Δικαστήρια και ζούσε και συνέχισε να ζει έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή και συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του καθώς δεν είναι άτομο που ρέπει προς την εγκληματικότητα. 4) Εξάλλου συμβιώνει, εδώ και τουλάχιστον 25 έτη µε την σύντροφό του Σ. Κ., µε την οποία απέκτησε µια κόρη την Γ. Π., ηλικίας σήμερα δώδεκα (12) ετών (όπως αυτό προκύπτει από το προσκομιζόμενο µε αρ.πρωτ.... 19-9-2012 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου ... και η οποία γεννήθηκε την 18-11-2001 (σχ.προσκ.αντίγρ. της αρ.... /2001 Ληξιαρχικής Πράξης Γέννησης του Δήμου ...), την οποία οικογένειά του φροντίζει συνεχώς και αδιάλειπτα, ασχολείται τακτικά µε την επιμέλεια και ανατροφή της ανήλικης κόρης του, καθώς δεν υπάρχουν άτομα που μπορούν να βοηθήσουν σ’ αυτό πέραν του ιδίου και της συντρόφου του. 5) Πέραν τούτου.. δεν είναι επικίνδυνο για την δημόσια τάξη και ασφάλεια, ούτε επιρρεπής σε εγκληματικές συμπεριφορές και ούτε επικίνδυνος για την τέλεση άλλων αξιόποινων συμπεριφορών. Είναι έντιμος οικογενειάρχης, αγαπητός στον κοινωνικό του κύκλο και ποτέ δεν έδωσε την παραμικρή αφορμή. Υπέστην δε, από την όλη υπόθεση πολύ µμεγάλη επαγγελματική, οικογενειακή και ατομική καταστροφή και αρκετά προβλήματα υγείας όπως μόνιμες κεφαλαλγίες, ημικρανίες κ.λπ. Επομένως προκύπτει, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, από τα παραπάνω ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, οι επικαλούμενες ελαφρυντικές περιστάσεις και πρέπει να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 γ’ , δ’ και ε ‘ του ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά και ιδίως στοιχεία της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, ώστε το δικαστήριο να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί του ότι αυτός δεν ωθήθηκε στην πράξη του αυτή από ταπεινά αίτια και μετά την πράξη του έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει (ή να μειώσει) τις συνέπειες της πράξεώς του µε την υποβολή αιτήσεως προς τον Υπ. Οικονομικών-ΣΦΔ για διαιτητική επίλυση της διαφοράς ενώ η επικαλούμενη από αυτόν μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά, έλαβε χώρα σε καθεστώς ελεύθερης διαβίωσης (ΑΠ 1003 j 2003 Ποιν. Λογ.2003Ι 1097). Επικουρικά δε από τον χρόνο εκδόσεως της σχετικής διατάξεως της κας Ανακρίτριας ... αφενός κατέβαλε εμπρόθεσμα την τασσόμενη εγγύηση αφετέρου τήρησε κατά γράμμα τους περιοριστικούς όρους που του τέθηκαν χωρίς καμία μέχρι και σήμερα παρέκκλιση. Επομένως, ενόψει αυτών, πρέπει το Δικαστήριό Σας να κάνει δεκτούς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου για την αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ. γ, δ και ε του ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τα πιο πάνω ελαφρυντικά, ότι, δηλαδή, αυτός δεν ωθήθηκε στην πράξη του από ταπεινά αίτια παράλληλα έδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του καθώς δε συμπεριφέρθηκε από τον χρόνο τελέσεως των πράξεων αυτών, καλά μέχρι και σήμερα και µε τις παραδοχές αυτές να οδηγηθεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.". Το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του απέρριψε κατά πλειοψηφία τους ανωτέρω περί ελαφρυντικών αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος με την εξής, επί λέξει, αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α, β, γ, δ και ε πρέπει να απορριφθούν για τους εξής λόγους: Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος πριν από την τέλεση των προαναφερόμενων πράξεων επέδειξε θετική και επωφελή για την κοινωνία δράση σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς, που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2α, τέτοια δε συμπεριφορά δεν αποτελεί το γεγονός ότι συμβιώνει με τη σύντροφο του Σ. Κ. με την οποία απέκτησε μια κόρη ηλικίας σήμερα 12 ετών, ότι φροντίζει την οικογένεια του συνεχώς και αδιαλείπτως, ότι ασχολείται τακτικά με την επιμέλεια και ανατροφή της ανήλικης κόρης του και ότι δεν υπάρχουν άλλα άτομα που μπορούν να βοηθήσουν σ’ αυτό. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στις προαναφερόμενες πράξεις του για τις οποίες κρίθηκε ένοχος από μη ταπεινά ελατήρια. Άλλωστε, ο εν λόγω ισχυρισμός του συνοδεύεται από περιστατικά, που συνιστούν άρνηση της κατηγορίας, για την οποία (άρνηση), όμως, δεν αποδείχθηκαν τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν. Ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84παρ 2 γ ΠΚ το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε χωρίς την αναφορά πραγματικών περιστατικών, που να αποδεικνύουν τη συνδρομή της. Περαιτέρω, δεν προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι ο κατηγορούμενος μετανόησε ειλικρινά και ότι επεζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, μόνη δε η αποδειχθείσα υποβολή εκ μέρους του αίτησης για διαιτητική επίλυση της διαφοράς δεν μαρτυρεί ειλικρινή μετάνοια του ούτε προσπάθεια να άρει τις συνέπειες των πράξεων του. Σημειωτέον ότι ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε ούτε στο Δικαστήριο έτσι ώστε τουλάχιστον από την απολογία του σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία να διαγνωσθεί εάν η επικαλούμενη εκ μέρους του μεταμέλεια υπήρξε ειλικρινής. Τέλος, ως προς την τελευταία ελαφρυντική περίσταση, ήτοι αυτή της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς δεν αποδείχθηκαν τέτοια πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορουμένου προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα. Πέραν τούτου δεν αποδείχθηκε ότι η μη επιλήψιμη συμπεριφορά του μετά την τέλεση της προαναφερόμενης πράξης είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης αυτού, αντίθετα μάλιστα εκτιμάται ότι αυτή ( η μη επιλήψιμη συμπεριφορά) είναι αποτέλεσμα της αναμενόμενης δικαστικής κρίσεως ώστε να μπορεί ευπροσώπως να υποστηρίξει αίτημα αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του αυτής της ελαφρυντικής περίστασης.". Με αυτά που, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη των μελών του, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε, σχετικά με την απορριπτική του αιτήματος του αναιρεσείοντα να του αναγνωρισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως των μη ταπεινών αιτίων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β’ του ΠΚ (την οποίαν εκ προδήλου παραδρομής ο αναιρεσείων παραθέτει ότι στηρίζεται στο εδ. γ’ αντί του ορθού εδ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ) την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία δεν προέκυπτε ότι ωθήθηκε αυτός στην πράξη του από μη ταπεινά ελατήρια. Άλλωστε, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι τέλεσε την πράξη του από μη ταπεινά ελατήρια συνοδεύεται από περιστατικά, που συνιστούν άρνηση της κατηγορίας, για την οποία, όμως, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν. Καθ’ όσον αφορά τον επίσης εκ των ανωτέρω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος εκείνο για την αναγνώριση του κατά το άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α’ του ΠΚ ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενό του δεν ήταν επαρκώς ορισμένος, αφού, κατά την ως άνω σχετική νομική σκέψη, μόνον το λευκό ποινικό μητρώο του, η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητάς του μέχρι την τέλεση της πράξεως και η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά του, με την δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, δεν αρκούν χωρίς την επί πλέον επίκληση και απόδειξη πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά του, τα οποία και εν προκειμένω ο κατηγορούμενος αυτός δεν επικαλέσθηκε. Επίσης, υπό μόνον το εκτεθέν σχετικώς περιεχόμενό του, δεν ήταν επαρκώς ορισμένος ο ισχυρισμός του (αναιρεσείοντος) για την αναγνώριση και της συνδρομής του κατά το άρθρο 84 παρ. 2 εδ. δ’ του ΠΚ ελαφρυντικού της ειλικρινούς εμπράκτου μετανοίας του, αφού δεν συνδυαζόταν με την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, τα οποία να δείχνουν ότι και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινώς και όχι προσχηματικώς να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, μη αρκούσης της επικλήσεως και μόνον ότι υπέβαλε την από 19-3-2012 αίτησή του, µε αρ. πρωτ. .../2012, απευθυνόμενη στον Υπουργό Οικονομικών και το Σώμα Φορολογικών Διαιτητών (δια της Β’ ΔΟΥ ...), προς διαιτητική επίλυση των διαφορών σε ό,τι αφορά τα επιβαλλόμενα πρόστιμα από τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, ώστε το ποσό που θα προκύψει να το καταβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς την περαιτέρω επίκληση της τύχης της αιτήσεως αυτής και επίσης χωρίς την επίκληση καταβολής κάποιου ποσού εκ των οφειλομένων. Τέλος, υπό το εκτεθέν περιεχόμενό του επίσης δεν ήταν επαρκώς ορισμένος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση και της ελαφρυντικής περιστάσεως της καλής συμπεριφοράς του μετά την πράξη του, αφού προς στοιχειοθέτησή του, πέραν της επικλήσεως καλής και συνήθους συμπεριφοράς του, εργασίας του, ομαλής οικογενειακής του ζωής, ελλείψεως παραβατικότητας, και συμμορφώσεώς του στην, μετά την απολογία στο ανακριτή εκδοθείσα από το τελευταίο διάταξη, με την οποίαν του επιβλήθηκε ο περιοριστικός όρος της καταβολής εγγυήσεως, δεν επικαλέσθηκε πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της, κατά την ελεύθερη και όχι την εξαναγκαζόμενη από τις περιστάσεις αναμονής της δίκης, βούλησή του, αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξεως και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Παρά την τοιαύτη αοριστία τους με την ανωτέρω για εκάστη των αορίστων αυτών ελαφρυντικών περιστάσεων το δικαστήριο, καίτοι δεν ήταν υποχρεωμένο, διέλαβε την προαναφερόμενη στο σκεπτικό σχετική επαρκή αιτιολογία της απορριπτικής κρίσεώς του. Επομένως απορρίπτοντας τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς του ως άνω αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ αναιρετικού λόγου της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως εκ τούτου τα αντίθετα, που υποστηρίζει με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.- Στο άρθρο 82 παρ. 1 και 3 ΠΚ, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν από τις περ. 1 και 2 της υποπαραγράφου ΙΓ’ του πρώτου άρθρου ν. 4093/2012 ορίζονται τα εξής : "1. ... Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφαση του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων...3. Κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ ... Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών". Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ως περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που είναι ανώτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, η οποία μετατρέπεται σε χρηματική, εκτός αν το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει ότι απαιτείται η μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων, νοείται τόσο η ποινή φυλακίσεως όσο και η ποινή καθείρξεως. Η ερμηνευτική εκδοχή αυτή συμπορεύεται με το γράμμα του νόμου, όπου προκρίνεται η διατύπωση "περιοριστική της ελευθερίας ποινή", και όχι ο όρος "φυλάκιση", αλλά και με τον σκοπό του νόμου, ο οποίος συνίσταται στην αποσυμφόρηση των φυλακών με πνεύμα σύγχρονης σωφρονιστικής αντίληψης. Παρόμοιος ήταν και ο σκοπός των νόμων 3727/2008 στο άρθρο 16 αυτού, 3772/2009 στο άρθρο η παρ. 3 αυτού και 3811/2009 στο άρθρο 26 αυτού, οι οποίοι προβλέπουν τη δυνατότητα μετατροπής για περιορισμένο χρονικό διάστημα και ποινής καθείρξεως πέντε ετών, συμπεριλαμβάνοντάς την στη φραστική διατύπωση "στερητική της ελευθερίας ποινή" και αναφέροντας ρητά τον όρο "πενταετής κάθειρξη". Εξάλλου, ως βαρύνον κριτήριο για τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ποινή δεν τάσσεται ο κακουργηματικός ή πλημμεληματικός χαρακτήρας της πράξης αλλά η φύση και η χρονική διάρκεια της στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία και σε κακουργήματα, όταν συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις ή άλλοι γενικοί λόγοι μείωσης της ποινής, έχει ως ελάχιστα όρια φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή ενός έτους (άρθρο 83 στοιχ. β’ -γ’ ΠΚ). Από τα προαναφερθέντα συνάγεται, ότι υπόκειται σε μετατροπή και η ποινή καθείρξεως πέντε ετών, καθώς και η συνολική ποινή καθείρξεως, όταν η ποινή βάση αυτής είναι ποινή καθείρξεως πέντε ετών (ΑΠ 454/2016). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με τον ν. 4093/2012, συνισταμένη στην απόρριψη του αιτήματός του για μετατροπή της ποινής καθείρξεως πέντε (5) ετών, η οποία επιβλήθηκε σε βάρος του με την προσβαλλόμενη απόφαση για την πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ’ εξακολούθηση η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, ανερχόμενο σε διακόσιες σαράντα μία χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα (241.980) ευρώ). Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 23), ο αναιρεσείων μετά την απαγγελία της ανωτέρω ποινής υπέβαλε δια της συνηγόρου του σχετικό αίτημα, το οποίο απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία ως μη νόμιμο με την αιτιολογία, ότι για την μετατροπή εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 82 του ΠΚ, που ορίζουν για μετατροπή ποινών φυλάκισης από τρία έως πέντε έτη και όχι για μετατροπή ποινών καθείρξεως πέντε (5) ετών. Όμως, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη και αφού η ποινή είναι ποινή καθείρξεως πέντε ετών, υπόκειται (καταρχήν) σε μετατροπή. Επομένως, το άνω Πενταμελές Εφετείο παραβίασε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ, όπως αυτή αντικ. με το πρώτο άρθρο υπό παρ. ΙΓ’ περ. 1-2 ν. 4093/2012, εσφαλμένως ερμηνεύοντας αυτήν και συνακολούθως είναι βάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, με τον οποίον πλήττεται η απορριπτική διάταξη του αιτήματος μετατροπής της ποινής καθείρξεως των πέντε (5) ετών που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα.-.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μόνο ως προς τη διάταξη που απορρίπτει το αίτημα μετατροπής της ποινής, να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση με διαφορετική σύνθεση, προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τη μετατροπή ή μη της συνολικής ποινής της πενταετούς καθείρξεως που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 519 ΚΠΔ).- 



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 127/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) Λάρισας, ως προς τη διάταξή της που απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος για μετατροπή της συνολικής ποινής της πενταετούς καθείρξεως, που επιβλήθηκε σε βάρος του.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τη μετατροπή ή μη της ποινής.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2016. 
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 


Προσοχή: Με την  723/2017 απόφαση του  Ε΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου  παραπέμπεται στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το ζήτημα του εάν μπορεί ή όχι να μετατραπεί σε χρήμα η ποινή κάθειρξης των πέντε ετών.