Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΚΕΙ Η ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΧΡΙ ΤΟΤΕ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ ΚΥΡΙΟ ΤΗΣ. ΔΕΝ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ Η ΧΡΗΣΗ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΩΝ ΕΚΦΡΑΣΕΩΝ ,ΟΎΤΕ Η ΔΙΠΛΗ ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 


Δικαστήριο:ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
Τόπος:ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Αριθ. Απόφασης:5383
Ετος:2014

Περίληψη


Διανομή κοινού πράγματος - Συγκυριότητα διαδίκων - Σύσταση οροφοκτησίας - Αοριστία αγωγής -. Βάση της περί διανομής κοινού πράγματος αγωγής είναι η συγκυριότητα των διαδίκων επί του διανεμητέου πράγματος, εναγόμενοι δε πρέπει να είναι οι λοιποί συγκοινωνοί (συγκύριοι) με τον ενάγοντα. Ειδικότερα, κατ' άρθρο 478 ΚΠολΔ, επί αγωγής διανομής υφίσταται αναγκαστική ομοδικία και είναι αναγκαία η εναγωγή όλων των κοινωνών σύσταση ή μεταβίβαση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή διαμερίσματα ορόφου μπορεί μεν να γίνει μόνο με ρητή σύμβαση του κυρίου ή των κυρίων του όλου ακινήτου, δεν απαιτείται όμως γι' αυτήν χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποκείμενη σε μεταγραφή, ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, αλλά δημιουργείται και αυτομάτως, όταν ο ιδιοκτήτης ολόκληρης οικίας ή οι συγκύριοι του όλου ακινήτου εκποιούν ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων, χωρίς να απαιτείται στην περίπτωση αυτή κατάρτιση ιδιαίτερης σύμβασης γι' αυτήν και (ιδιαίτερη) μεταγραφή ή διπλή μεταγραφή, αφού δεν πρόκειται για δύο διαφορετικές συμβάσεις που περιέχονται στο ίδιο έγγραφο, ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη μεταγραφή της κάθε μιας.
Κείμενο Απόφασης


Αριθμός απόφασης 5383/2014

Αριθ. κατάθεσης κλήσης 27065/2010

Αριθ. κατάθεσης αγωγής 10559/2009
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Τακτική Διαδικασία
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Χρυσή Γκουντουλάκη, Πρωτοδίκη, που ορίσθηκε από τoν Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα...
Eυανθία Ρόμπολου.
    ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 28η Νοεμβρίου 2013, για να δικάσει την αγωγή με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10559/13-3-2009, που επαναφέρεται προς συζήτηση με την κλήση με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 27065/24-6-2010, μεταξύ:
    ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) …, και 2)…, κατοίκων Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Αλκιβιάδη Γρηγοριάδη (ΑΜ ΔΣΘ 1527), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
    ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: …, κατοίκου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
    ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις του.
    ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νομίμως φέρεται προς συζήτηση, με την από 24-6-2010 κλήση των καλούντων - εναγόντων, η από 13-3-2009 αγωγή τους κατά του καθ' ου η κλήση - εναγομένου, μετά τη ματαίωση της συζητήσεώς της κατά τη δικάσιμο της 20-5-2010.
    Από τις υπ' αριθμ. …, και …, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης…, που μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι ενάγοντες, προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της κρινόμενης αγωγής, καθώς και της κλήσης με την οποία αυτή επαναφέρεται προς συζήτηση, με πράξη ορισμού συζήτησης και κλήση να παραστεί κατά τη δικάσιμο της 17-3-2011, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 22-11-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στον καθ' ου η κλήση - εναγόμενο (άρθρα 122 παρ.1, 123, 128 παρ.4 και 229 ΚΠολΔ). Ο τελευταίος όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου και επομένως, ενόψει του ότι η αναβολή της συζήτησης και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ), πρέπει να δικαστεί ερήμην (άρθρο 271 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 3994/2011).
    Από τις διατάξεις των άρθρων 785, 798 επ., 1113 ΑΚ και 478 ΚΠολΔ προκύπτει σαφώς ότι βάση της περί διανομής κοινού πράγματος αγωγής είναι η συγκυριότητα των διαδίκων επί του διανεμητέου πράγματος, εναγόμενοι δε πρέπει να είναι οι λοιποί συγκοινωνοί (συγκύριοι) με τον ενάγοντα (ΕφΑθ 8636/1996 ΕλλΔνη 38.1612). Ειδικότερα, κατ' άρθρο 478 ΚΠολΔ, επί αγωγής διανομής υφίσταται αναγκαστική ομοδικία και είναι αναγκαία η εναγωγή όλων των κοινωνών (ΑΠ 149/2012 δημοσ. 'Νόμος', ΑΠ 319/2012 ΧρΙΔ 2012.447), άλλως η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 437/1998 ΕλλΔνη 39.1291). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1001 εδάφ. α΄ ΑΚ η κυριότητα πάνω σε ακίνητο εκτείνεται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, στο χώρο πάνω και κάτω από το έδαφος. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 953, 954, 1002, 1117 ΑΚ, 1 και 14 του ν. 3741/1929, 1 και 2 του ν.δ. 1024/1971 προκύπτει ότι, εκτός από τις περιπτώσεις σύστασης οροφοκτησίας με βάση τη διάταξη του άρθρου 480 A του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 11 του ν. 1562/1985 ή τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 του τελευταίου νόμου, χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου ή σε περισσότερα αυτοτελή οικοδομήματα, που έχουν ανεγερθεί σε τμήματα ενιαίου οικοπέδου, μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου ή των συγκυρίων του όλου ακινήτου, δηλαδή, είτε με μονομερή δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου, εν ζωή ή αιτία θανάτου, είτε με σύμβαση μεταξύ όλων των συγκυρίων του όλου ακινήτου, ή μεταξύ του κυρίου αυτού και του αποκτώντος, η οποία συμφωνία πρέπει να υποβληθεί στο συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί (ΑΠ 953/2013, ΑΠ 630/2006 δημοσ. 'Νόμος'). Κατ' άλλη άποψη, από τα άρθρα 953, 954, 1001, 1002, 1117, 1033, 1194, 1198 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 3, 5-7, 10, 13 και 14 του ν. 3741/1929, προκύπτει ότι σύσταση ή μεταβίβαση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή διαμερίσματα ορόφου μπορεί μεν να γίνει μόνο με ρητή σύμβαση του κυρίου ή των κυρίων του όλου ακινήτου, δεν απαιτείται όμως γι' αυτήν χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποκείμενη σε μεταγραφή, ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως (ΑΠ 735/2012 δημοσ. 'Νόμος'), αλλά δημιουργείται και αυτομάτως, όταν ο ιδιοκτήτης ολόκληρης οικίας ή οι συγκύριοι του όλου ακινήτου εκποιούν ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων, χωρίς να απαιτείται στην περίπτωση αυτή κατάρτιση ιδιαίτερης σύμβασης γι' αυτήν και (ιδιαίτερη) μεταγραφή ή διπλή μεταγραφή, αφού δεν πρόκειται για δύο διαφορετικές συμβάσεις που περιέχονται στο ίδιο έγγραφο, ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη μεταγραφή της κάθε μιας (ΑΠ 740/2013, ΑΠ 1226/2003 δημοσ. 'Νόμος'). Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με τον εναγόμενο είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 50% ποσοστού 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους ενάγοντες (ή 8,33% ο καθένας από αυτούς) και κατά ποσοστό 5/6 (ή 83,34%) εξ αδιαιρέτου ο εναγόμενος, μίας κατοικίας – διαμερίσματος, με στοιχείο ‘1’, εμβαδού 50 τ.μ., αποτελούμενης από δύο δωμάτια, μαγειρείο, αποχωρητήριο και λοιπά χρειώδη, αξίας 50.000 ευρώ, η οποία αποτελεί τμήμα του με αριθμό ‘2’ οικήματος διώροφης τετρακατοικίας, αποτελούμενης από δύο αυτοτελή διώροφα κτίσματα, ανεγερθέντα, το μεν με αριθμό ‘2’ οίκημα, που περιλαμβάνει τις κατοικίες με στοιχεία ‘1’ και ‘2’, επί τμήματος του οικοπέδου με στοιχεία 7/11, εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης 298,29 τ.μ. και κατά πρόσφατη καταμέτρηση 295,66 τ.μ., το δε με αριθμό ‘1’ οίκημα, που περιλαμβάνει τις κατοικίες με στοιχεία ‘3’ και ‘4’, επί τμήματος του οικοπέδου με στοιχεία 7/12, εμβαδού 227,85 τ.μ., κείμενου στο Δήμο Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, και συγκεκριμένα, το με στοιχεία 7/11 τμήμα οικοπέδου βρίσκεται επί της οδού …, και συνορεύει βορειοανατολικώς με την οδό…, στην οποία έχει πρόσοψη, βορειοδυτικώς με τα με αριθμούς 7/10 και 7/9 οικόπεδα όπου είναι κτισμένη πολυκατοικία διαφόρων ιδιοκτητών, νοτιοανατολικώς με το με το με αριθμό 7/12 οικόπεδο όπου είναι κτισμένη πολυκατοικία διαφόρων ιδιοκτητών και νοτιοδυτικώς με τα με αριθμούς 7/5 και 7/6 οικόπεδα όπου είναι επίσης κτισμένη πολυκατοικία διαφόρων ιδιοκτητών, ότι το πιο πάνω ιδανικό μερίδιο της με στοιχείο ‘1’ κατοικίας, στο οποίο αναλογεί ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου επί του με στοιχείο 7/11 τμήματος οικοπέδου, με ΚΑΕΚ…, περιήλθε σ’ αυτούς δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. …, συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης…, και στον εναγόμενο δυνάμει του επίσης νομίμως μεταγραφέντος, υπ' αριθμ. …, συμβολαίου, και ότι ο εναγόμενος δεν συμφωνεί στην εξώδικη διανομή αυτού. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούν να διαταχθεί η δια πλειστηριασμού πώληση του επικοίνου και η διανομή του εκπλειστηριάσματος κατά το λόγο του εξ αδιαιρέτου μεριδίου των συγκυρίων και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική τους δαπάνη.
    Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, για την οποία καταβλήθηκε το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τα αναλογούντα τέλη υπέρ ΤΝ και ΤΑΧΔΙΚ (βλ. τα…, …, και …, σειράς αγωγόσημα με επικολλημένα τα ένσημα υπέρ ΤΝ) και η οποία καταχωρήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο κτηματολογικό φύλλο του επίκοινου διαμερίσματος, κατ' άρθρο 12 παρ.1 περ. ιβ΄ του ν.2664/1998 (βλ. προσκομιζόμενο και επικαλούμενο …, πιστοποιητικό καταχώρησης εγγραπτέας πράξης της Προϊσταμένης του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς), αρμοδίως (άρθρα 7, 9, 11 αρ. 1, 14 παρ. 2 και 29 ΚΠολΔ) φέρεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, για να συζητηθεί κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (άρθρα 215 επ. ΚΠολΔ), είναι όμως αόριστη. Τούτο διότι, ενώ αναφέρεται ότι το διανεμητέο διαμέρισμα - κατοικία αποτελεί τμήμα διώροφης τετρακατοικίας, αποτελούμενης από δύο διώροφα οικήματα, ανεγερθέντα σε δύο τμήματα του ίδιου οικοπέδου, στο ένα εκ των οποίων (7/12), μάλιστα, υφίσταται και πολυκατοικία διαφόρων ιδιοκτητών, δεν διευκρινίζεται (ούτε και προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας) εάν το όλο ακίνητο υπήχθη στις περί οριζοντίου και καθέτου ιδιοκτησίας διατάξεις, με οποιονδήποτε από τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους, δηλαδή, είτε με μονομερή δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου, εν ζωή ή αιτία θανάτου, είτε με σύμβαση μεταξύ όλων των συγκυρίων του όλου ακινήτου, ή μεταξύ του κυρίου αυτού και του αποκτώντος, η οποία συμφωνία να έχει υποβληθεί στο συμβολαιογραφικό τύπο και να έχει μεταγραφεί, είτε ακόμη, και χωρίς κατάρτιση ιδιαίτερης σύμβασης γι' αυτήν και (ιδιαίτερη) μεταγραφή ή διπλή μεταγραφή, αλλά να έχει δημιουργηθεί αυτομάτως, με εκποίηση ορόφων ή διαμερισμάτων ορόφων από τον ιδιοκτήτη ολόκληρης οικίας ή τους συγκυρίους του όλου ακινήτου, είτε, τέλος, κατ' άρθρο 480Α ΚΠολΔ. Χωρίς τη παράθεση των ανωτέρω στοιχείων όμως, η αγωγή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, καθώς δεν μπορεί να διαπιστωθεί εάν στρέφεται κατά όλων των συγκυρίων του διανεμητέου ακινήτου, αφού, σε περίπτωση που το επίδικο δεν αποτελεί αυτοτελή και διηρημένη οριζόντια (ή οριζόντια επί καθέτου) ιδιοκτησία, θα ανήκει κατά κυριότητα σε όλους τους συγκυρίους του οικοπέδου, κατά την αναλογία συγκυριότητας εκάστου. Συνακόλουθα η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Για την περίπτωση δε άσκησης από τον εναγόμενο αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας, πρέπει να οριστεί το παράβολο ερημοδικίας του διατακτικού (άρθρα 501 και 505 παρ.2 ΚΠολΔ), αφού δεν μπορεί εκ των προτέρων να αποκλεισθεί το έννομο συμφέρον του να ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας, τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της οποίας, όπως είναι και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος προς άσκησή της, κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας (βλ. ΑΠ 149/2009 δημοσ. 'Νόμος').
    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην του εναγομένου.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ανακοπής ερημοδικίας σε διακόσια (200) ευρώ.
    ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στη Θεσσαλονίκη, την 19-3-2014, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και του πληρεξούσιου δικηγόρου των εναγόντων.
    Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 

Δικαστήριο:ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος:ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:740
Ετος:2013

Περίληψη

Σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας - Σύσταση ή μεταβίβαση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή διαμερίσματα - Γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες δικαιοπραξιών -. Χωριστή ιδιοκτησία δημιουργείται και αυτομάτως, όταν ο ιδιοκτήτης ολόκληρης οικίας εκποιεί ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων, χωρίς να απαιτείται στην περίπτωση αυτή κατάρτιση ιδιαίτερης σύμβασης γι' αυτήν και (ιδιαίτερη) μεταγραφή ή διπλή μεταγραφή, αφού δεν πρόκειται για δύο διαφορετικές συμβάσεις που περιέχονται στο ίδιο έγγραφο, ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη μεταγραφή της κάθε μιας (ΑΠ 1226/03), όπως συμβαίνει και εν προκειμένω, όπου, περαιτέρω, δεν επέρχεται παράνομη, κατά τις διατάξεις του ΓΟΚ, κατάτμηση οικοπέδου, αφού πρόκειται για σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε υπάρχουσα οικοδομή. Απόρριψη αναιρετικών λόγων από τους αριθ. 1, 8, 11, 19, 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 740/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
    Των αναιρεσειόντων: 1) Κ.Μ., χήρας Σ.-Α., 2) Δ.Μ. του Σ.-Α. και 3) Ι.Μ. του Σ. - Α., κατοίκων ... . Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Ιωάννου και οι 2η και 3ος παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
    Της αναιρεσίβλητης: Ε.Ρ. του Φ., συζ. Ε.Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πελέκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 17/12/2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
    Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/6/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 62/2012 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/7/2012 αίτησή τους.
    Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 1/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
    Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δεν την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
    ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τα άρθρα 953, 954, 1001, 1002, 1117, 1033, 1194, 1198 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 3, 5-7, 10, 13 και 14 του ν.3741/1929, προκύπτει ότι σύσταση ή μεταβίβαση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή διαμερίσματα ορόφου μπορεί να γίνει μόνο με ρητή σύμβαση του κυρίου ή των κυρίων του όλου ακινήτου, για την οποία δεν απαιτείται χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, περιβαλλομένη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποκειμένη σε μεταγραφή, ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως. Η τέτοια χωριστή ιδιοκτησία δημιουργείται και αυτομάτως, όταν ο ιδιοκτήτης ολόκληρης οικίας εκποιεί ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων, χωρίς να απαιτείται στην περίπτωση αυτή κατάρτιση ιδιαίτερης σύμβασης γι' αυτήν και (ιδιαίτερη) μεταγραφή ή διπλή μεταγραφή, αφού δεν πρόκειται για δύο διαφορετικές συμβάσεις που περιέχονται στο ίδιο έγγραφο, ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη μεταγραφή της κάθε μιας (ΑΠ 1226/2003). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δεν υπάρχει παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, για τον οποίο, ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ή δεν εφαρμόζει κανόνα για τον οποίο, ενόψει των ίδιων παραδοχών, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, προκειμένου δε περί των ερμηνευτικών των δικαιοπραξιών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ δεν υπάρχει παραβίασή τους όταν το δικαστήριο, δεχόμενο, κατά την ανέλεγκτη σχετικώς κρίση του, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τη βούληση των δικαιοπρακτούντων, προσφεύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, το δε ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε μετά την ερμηνεία της δικαιοπραξίας είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών. Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλομΑΠ 2/2008).
    ΙΙ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως αποδειχθέντα από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι: "Με την υπ' αριθμ. .../1990 δήλωση αποδοχής κληρονομίας (...) που μεταγράφηκε νόμιμα (...), οι ενάγοντες εκκαλούντες αποδέχθηκαν την κληρονομία του αποβιώσαντος στις 16-8-1987 χωρίς να αφήσει διαθήκη συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών (...), ο οποίος άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τούτους (ενάγοντες), κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 2/8 την πρώτη και 3/8 τον καθένα από τους άλλους δύο. Μεταξύ των κληρονομιαίων που αποδέχθηκαν ήταν ένα (1) κατάστημα μετά του οικοπέδου του και της λοιπής γενικά περιοχής του και κατά τους τίτλους κτήσης οικόπεδο και προηγούμενο μαγαζί, που βρίσκεται στην περιοχή της Κοινότητας Θήρας, στη θέση "Λέσχη Φηρών Αφών ...", έκτασης μέτρων τετραγωνικών κατά μεν τους τίτλους κτήσης είκοσι τεσσάρων (24) και κατά γενομένη καταμέτρηση δέκα τεσσάρων (14), συνορευόμενο ολόγυρα κατά τους τίτλους κτήσης με κοινοτικούς δρόμους και κάτω από αυτό με αποθήκη αφών ..., και σήμερα με κοινοτικούς δρόμους και αδιέξοδο. Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει κατά κυριότητα στον κληρονομούμενο δυνάμει του με αριθ. .../1987 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., νόμιμα μεταγραμμένου (...), λόγω πώλησης από την Ό. χήρα Γ.Λ., το γένος Γ.Σ. Η περιγραφή του κληρονομιαίου στη δήλωση αποδοχής των εναγόντων είναι όμοια με την περιγραφή του στο πωλητήριο συμβόλαιο, στο οποίο γίνεται μνεία ότι το κατάστημα κατά γενόμενη νεότερη και ακριβέστερη καταμέτρηση την οποία οι συμβαλλόμενοι ρητά αναγνωρίζουν έχει έκταση 14 τ.μ. Επίσης στο πωλητήριο συμβόλαιο αναφέρεται ότι το πωλούμενο κατάστημα είναι μισθωμένο στον Ι.Ν. αντί μηνιαίου μισθώματος 20.000 δραχμών, με χρόνο έναρξης της μίσθωσης τον Φεβρουάριο του 1975 και λήξης τον Φεβρουάριο του 1985 και ότι η πωλήτρια με δήλωση της εκχωρεί στον αγοραστή όλα τα δικαιώματά της που απορρέουν από την παραπάνω μίσθωση. Το πωληθέν ακίνητο είχε περιέλθει στη δικαιοπάροχο του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία εξ αδιαθέτου της αποβιώσασας το 1983 αδελφής της Γ. χήρας Σ.Μ., το γένος Γ.Σ., που αποδέχθηκε αυτή με την με αριθ. .../1987 νόμιμα μεταγραμμένη (...) πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του με αριθ. .../1974 νόμιμα μεταγραμμένου (...) συμβολαίου δωρεάς αιτία θανάτου της αποβιώσασας στις 31.12.1977 αδελφής της Μ. χήρας Φ.Γ., το γένος Γ.Σ. Η περιγραφή του πωλουμένου ακινήτου στο πωλητήριο συμβόλαιο (τίτλο κτήσης του δικαιοπαρόχου των εναγόντων) είναι όμοια με την περιγραφή του στη δήλωση αποδοχής της πωλήτριας ως προς το 1/2 εξ αδιαιρέτου που περιήλθε σ' αυτή από κληρονομία εξ αδιαθέτου, η οποία (δήλωση αποδοχής) συντάχθηκε την ίδια ημέρα (8.1.1987) με το πωλητήριο συμβόλαιο, καθώς και με την περιγραφή του στην προγενέστερη δωρεά αιτία θανάτου με την οποία είχε περιέλθει στην πωλήτρια το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου, ως προς το είδος (ένα κατάστημα) και τα όρια του πωλουμένου (ολόγυρα κοινοτικοί δρόμοι και αδιέξοδο) και διαφοροποείται μόνο ως προς το εμβαδόν που κατά τους τίτλους κτήσης είναι 24 τ.μ. και κατά τη μεταγενέστερη καταμέτρηση που αναγνώρισαν ως σωστή οι συμβαλλόμενοι στην πώληση είναι 14 τ.μ. Έτσι, με βάση τη διατύπωση αυτή στα προαναφερόμενα συμβόλαια σχηματίζεται η εντύπωση ότι το ακίνητο που πώλησε η Ό. χήρα Γ.Λ. στο δικαιοπάροχο των εναγόντων ταυτίζεται πλήρως (παρά το μικρότερο δηλωνόμενο εμβαδόν του) με το ακίνητο, την κληρονομία επί του οποίου αποδέχθηκε αυθημερόν με την πώληση αυτή (πωλήτρια). Ωστόσο, η πραγματική έκταση του ακινήτου που περιήλθε κατά τα ανωτέρω στην απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων Ό. χήρα Γ.Λ. είναι περίπου 40 τ.μ., πρόκειται δε για ένα ισόγειο κτίσμα, που συνορεύει ολόγυρα με κοινοτικούς δρόμους και αδιέξοδο και είναι χωρισμένο από πολλών ετών σε δύο καταστήματα, που εκμισθώνονταν σε διαφορετικούς μισθωτές, χωρίς όμως να έχει γίνει με χωριστή συμβολαιογραφική πράξη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας. Επομένως, υπάρχει ατελής περιγραφή του πωληθέντος (αφού αναφέρεται μόνο ένα κατάστημα με όρια αυτά του όλου ακινήτου, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο καταστήματα, μισθωμένα σε διαφορετικούς μισθωτές) και συνακόλουθη αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων στο πωλητήριο συμβόλαιο, και για την εξεύρεση των αληθινών βουλήσεων αυτών πρέπει να εφαρμοστούν οι ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ως άνω αποδεικτική διαδικασία. Όταν καταρτίστηκε το ένδικο πωλητήριο συμβόλαιο, το μικρότερο κατάστημα ήταν μισθωμένο στον Ι.Ν., ενώ το μεγαλύτερο, έκτασης 23,11 τ.μ., ήταν μισθωμένο στην εναγομένη - εφεσίβλητη. Η εκμίσθωσή του έγινε για πρώτη φορά στην εναγομένη από την Ό. χήρα Γ.Λ. στις 1.10.1976 και ήταν ετήσια και από τότε ανανεωνόταν κάθε έτος. Το τελευταίο συμφωνητικό μίσθωσης μεταξύ των ανωτέρω, επίσης ετήσιας διάρκειας, καταρτίστηκε στις 30.10.1991. Μετά το θάνατο της εκμισθώτριας, που απεβίωσε στις 25.12.1991 χωρίς ν' αφήσει διαθήκη, και κατά τη λήξη της μίσθωσης στα τέλη του 1992, οι ενάγοντες προέτρεψαν την εναγομένη να συνάψει μαζί τους νέα μίσθωση, ισχυριζόμενοι ότι είναι αυτοί οι συγκύριοι του επιδίκου, πράγματι δε με το από 1.1.1993 τριετούς διάρκειας συμφωνητικό μίσθωσης η εναγομένη μίσθωσε από αυτούς το ως άνω κατάστημα. Στη συνέχεια, όταν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Ό. χήρας Γ.Λ. πληροφορήθηκαν τη σύναψη της μίσθωσης διαμαρτυρήθηκαν προς τους διαδίκους και μετά την παρέλευση της τριετίας δεν καταρτίστηκε νέο συμφωνητικό μίσθωσης μεταξύ των τελευταίων, αλλά η εναγομένη παρέμεινε στη χρήση του μισθίου και στις 28.9.1996 συνήψε συμφωνητικό μίσθωσης τούτου, τριετούς διάρκειας, με τους κληρονόμους της Ό. χήρας Γ.Λ. Ακολούθως, με τα με αριθ. .../1997, .../1997 και .../2000 νόμιμα μεταγραμμένα πωλητήρια συμβόλαια της συμβολαιογράφου Πειραιά ... αγόρασε από τους αντισυμβαλλόμενους σ' αυτά συγκληρονόμους εξ αδιαθέτου της Ό. χήρας Γ.Λ., τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου 42/144 με το πρώτο, 61/144 με το δεύτερο και 15/144 με το τρίτο και έτσι αγόρασε συνολικά τα 115/144 του επιδίκου. Με τα δεδομένα αυτά, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο του πωλητηρίου συμβολαίου και δη ότι οι συμβληθέντες ρητά δήλωσαν αφενός ότι το πωληθέν κατά τη γενόμενη νεότερη και ακριβέστερη καταμέτρηση έχει έκταση 14 τ.μ. και αφετέρου ότι τούτο ήταν μισθωμένο στον Ι.Ν. και για το λόγο αυτό η πωλήτρια, με δήλωσή της εκχώρησε στον αγοραστή όλα τα απορρέοντα από την παραπάνω μίσθωση δικαιώματά της, σε συνδυασμό, αφενός, με το γεγονός ότι το δεύτερο, μεγαλύτερης έκτασης (23,11 τ.μ.), κατάστημα ήταν ήδη μισθωμένο από πολλών ετών στην εναγομένη και δεν έγινε καμία αναφορά στο πωλητήριο συμβόλαιο για την εκχώρηση και των δικαιωμάτων της μίσθωσης αυτής από την πωλήτρια στον αγοραστή δικαιοπάροχο των εναγόντων και, αφετέρου, με το γεγονός ότι και μετά τη σύναψη της πώλησης και μέχρι το θάνατο της πωλήτριας, η τελευταία συνέχισε να εκμισθώνει το κατάστημα τούτο στην εναγομένη, δημιουργείται πλήρης δικανική πεποίθηση στο παρόν Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, ότι η αληθινή βούληση τόσο της πωλήτριας όσο και του αγοραστή στο με αριθ. .../1987 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ... ήταν να μεταβιβαστεί η κυριότητα λόγω πώλησης μόνο του μικρότερου καταστήματος που ήταν μισθωμένο στον Ι.Ν. και όχι και του καταστήματος που ήταν μισθωμένο στην εναγομένη. Ο ισχυρισμός των εναγόντων με την αγωγή τους, που επαναφέρουν με την υπό κρίση έφεση, ότι δεν ήταν δυνατή η πώληση του ενός μόνο καταστήματος, αφού δεν είχε προηγηθεί η σύσταση με συμβολαιογραφικό έγγραφο, νόμιμα μεταγραμμένο, οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας στην ένδικη οικοδομή, δεν ευσταθεί κατά την κρατούσα σήμερα στη νομολογία άποψη, που υιοθετεί και το παρόν Δικαστήριο ως ορθή, σύμφωνα με την οποία χωριστή ιδιοκτησία δημιουργείται αυτομάτως και όταν ο ιδιοκτήτης ολόκληρης οικοδομής εκποιεί διακεκριμένα τμήματα αυτής, χωρίς να απαιτείται η χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, ούτε κατάρτιση ιδιαίτερης σύμβασης γι' αυτήν και μεταγραφή, αλλά ούτε και διπλή μεταγραφή, αφού δεν πρόκειται περί δύο διαφορετικών συμβάσεων περιεχομένων στο ίδιο έγγραφο, ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη μεταγραφή της καθεμιάς. Ας σημειωθεί επίσης ως προς τον (αναγόμενο σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων) ισχυρισμό των εναγόντων, που προβάλλουν με την αγωγή τους και επαναφέρουν με την υπό κρίση έφεση (υπό στοιχεία 5 και 6 λόγοι), ότι η εναγομένη ενήργησε δόλια, καθώς, μολονότι είχε συνάψει με το από 1.1.1993 συμφωνητικό τριετή σύμβαση μίσθωσης με αυτούς, στη συνέχεια κατά τη λήξη της και για ν' αποφύγει την αύξηση του μισθώματος που ζητούσαν και ενώ αυτοί είχαν ήδη ασκήσει αγωγή απόδοσης του μισθίου, επιδίωξε τη συνεργασία με ορισμένους από τους κληρονόμους της απώτερης δικαιοπαρόχου τους και τους έπεισε να της πωλήσουν τα δήθεν ιδανικά τους μερίδια στο επίδικο, αφενός ότι στην υπό κρίση αγωγή οι ίδιοι απέκρυψαν το γεγονός ότι κατά τη σύναψη της ένδικης πώλησης το επίδικο ήταν ήδη προ πολλού μισθωμένο στην εναγομένη και ότι η απώτερη δικαιοπάροχος τους συνέχισε να της το εκμισθώνει και μετά τη σύναψη της πώλησης και, αφετέρου, ότι στην πολυετή δικαστική διένεξη που ακολούθησε μεταξύ των διαδίκων ως προς την τύχη της μίσθωσης που είχε καταρτιστεί μεταξύ τους, αλλά και μεταξύ των εναγόντων αφενός και των κληρονόμων της πωλήτριας Ό. χήρας Γ.Λ. αφετέρου ως προς το κληρονομικό δικαίωμα των τελευταίων στο επίδικο, εκδόθηκε σωρεία αποφάσεων που δέχθηκαν ότι το επίδικο δεν πωλήθηκε στο δικαιοπάροχο των εναγόντων με το όπως παραπάνω πωλητήριο συμβόλαιο (βλ. την με αριθ. 66/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, τακτικής διαδικασίας, την με αριθ. 304/1998 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, την με αριθ. 163/2002 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου)". Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία και όπως την περιόρισαν νομίμως οι τελευταίοι ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη - εναγομένη δεν είναι κυρία του επίδικου καταστήματος, εμβαδού 23,11 τ.μ., κατά τα 118/144 εξ αδιαιρέτου, το οποίο (επίδικο) ανήκει καθ' ολοκληρίαν σ' αυτούς (αναιρεσείοντες).
    ΙΙΙ. Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί την ύπαρξη δύο διακεκριμένων καταστημάτων στο επίδικο ακίνητο αντί του ενός, όπως υποστήριζαν οι αναιρεσείοντες, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων και στην απόφαση εγγράφων του υπ' αριθμ. .../1987 πωλητηρίου συμβολαίου, της υπ' αριθμ. .../1987 πράξης αποδοχής κληρονομίας και του υπ' αριθμ. .../1974 συμβολαίου δωρεάς με αιτία τον θάνατο ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου στα έγγραφα αυτά, από την οποία προκύπτει, κατά τους αναιρεσείοντες, ότι πρόκειται για ένα ενιαίο κατάστημα και όχι για δύο διακεκριμένα, το ένα εκ των οποίων έχει περιέλθει, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, στην αναιρεσίβλητη κατά τα ειρημένα ποσοστά (118/144) εξ αδιαιρέτου. Από το περιεχόμενο του προτεινόμενου αυτού λόγου προκύπτει ότι προσβάλλεται με αυτόν η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και δη του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, από την οποία το δικαστήριο συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, και δεν πρόκειται για εσφαλμένη, υπό την προεκτεθείσα (ανωτ. υπό Ι) έννοια, ανάγνωση των εγγράφων. Επομένως και αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η εκτίμηση αυτή εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
    Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου πρώτου λόγου του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ προκειμένου να ανεύρει την αληθή βούληση των συμβαλλομένων στα ως άνω συμβόλαια ως προς το μεταβιβαζόμενο κατάστημα παραβίασε τις διατάξεις αυτές επειδή δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία ως προς την αληθή βούληση των συμβαλλομένων, η οποία και έχει εκφρασθεί σαφώς στα ειρημένα δικαιοπρακτικά έγγραφα, εν πάση δε περιπτώσει, υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, η δοθείσα ως άνω ερμηνεία δεν είναι σύμφωνη με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών που θέτουν τα ανωτέρω άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, τα οποία και παραβίασε το Εφετείο (και) εξ αυτού του λόγου. Κατά το πρώτο μέρος του ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τη δηλωθείσα δικαιοπρακτική βούληση και εντεύθεν ανάγκης προσφυγής στους προρρηθέντες ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, κατά τα επίσης προεκτεθέντα (ανωτ. υπό Ι), κατά το δεύτερο δε μέρος του ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού υπό τα ως ανωτέρω (υπό ΙΙ) περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο η δοθείσα από αυτό ερμηνεία της ένδικης σύμβασης είναι σύμφωνη με τις προειρημένες αρχές των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, τις οποίες επομένως δεν παραβίασε το Εφετείο. Οι δε ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του παραβίασε τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών που θέτουν τα ως άνω άρθρα επειδή η αναιρεσίβλητη ενήργησε δόλια, καθώς, μολονότι είχε συνάψει τριετή σύμβαση μισθώσεως με αυτούς, στη συνέχεια κατά τη λήξη της σύμβασης και για να αποφύγει την αύξηση του μισθώματος που ζητούσαν οι αναιρεσείοντες και αφού αυτοί είχαν ήδη ασκήσει αγωγή αποδόσεως του μισθίου, επεδίωξε τη συνεργασία με ορισμένους από τους κληρονόμους της απώτερης δικαιοπαρόχου τους και τους έπεισε να της πωλήσουν τα δήθεν ιδανικά τους μερίδια στο επίδικο, επικαλούμενη έτσι (η αναιρεσίβλητη) ανύπαρκτα δικαιώματα στο επίδικο, στηρίζονται (οι αιτιάσεις αυτές) σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές του, δεν δέχθηκε τέτοια δόλια συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, απορρίπτοντας μάλιστα ρητώς τον περί του αντιθέτου, ως ανωτέρω, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, με τους πέμπτο, έκτο (σκέλος πρώτο) και έβδομο λόγους του αναιρετηρίου, επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι με το προειρημένο υπ' αριθμ. .../87 πωλητήριο συμβόλαιο συνεστήθη χωριστή ιδιοκτησία στο επίδικο κατάστημα χωρίς τούτο να αναφέρεται ρητώς στο συμβόλαιο και χωρίς το συμβόλαιο αυτό να μεταγραφεί κεχωρισμένως ως προς τη σύσταση της χωριστής ιδιοκτησίας παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και 1 επ. του ν.3741/1929 και ν.δ.1024/1971. Και οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι αβάσιμοι, αφού, σύμφωνα με το νόημα των ανωτέρω διατάξεων και όπως προαναφέρθηκε (ανωτ. υπό Ι), η χωριστή, οριζόντια ή κάθετη, ιδιοκτησία δημιουργείται αυτομάτως και όταν ο ιδιοκτήτης ολόκληρης οικοδομής μεταβιβάζει διακεκριμένα τμήματα της οικοδομής και χωρίς να απαιτείται στην περίπτωση αυτή η χρήση πανηγυρικών εκφράσεων ούτε κατάρτιση ιδιαίτερης σύμβασης και μεταγραφή της ή διπλή μεταγραφή του πωλητηρίου συμβολαίου, όπως συμβαίνει και εν προκειμένω, όπου, περαιτέρω, δεν επέρχεται παράνομη, κατά τις διατάξεις του ΓΟΚ, κατάτμηση οικοπέδου, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο πέμπτο λόγο της αιτήσεώς τους, αφού πρόκειται για σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε υπάρχουσα οικοδομή.
    IV. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, μεταξύ των οποίων και οι λόγοι εφέσεως, δεν ιδρύεται όταν από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και έκρινε τους ουσιώδεις ισχυρισμούς ("πράγματα") των διαδίκων, που είχαν προταθεί νομίμως. Τέλος, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ.19 και 20.
    Εν προκειμένω με τους δεύτερο, τέταρτο και έκτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγους του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι στο επίδικο κατάστημα είχε συσταθεί αυτοτελής οριζόντια ιδιοκτησία χωρίς να έχει προβληθεί από την αναιρεσίβλητη τέτοιος ισχυρισμός και ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς - λόγους εφέσεως (δεύτερο και τρίτο) των αναιρεσειόντων, ως πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθόσον από την αναιρεσιβαλλομένη και τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης - εναγομένης προκύπτει ότι το δικαστήριο στηρίχθηκε στους προταθέντες σχετικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, εξέτασε δε και απέρριψε τους ανωτέρω λόγους των αναιρεσειόντων.
    Τέλος, με τους τρίτον και όγδοο και υπό την επίκληση, αντίστοιχα, των αριθμών 19 και 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους του αναιρετηρίου προσβάλλεται αληθώς η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα των αναφερομένων στην αναιρεσιβαλλομένη δικαστικών αποφάσεων, ως αποδεικτικών εγγράφων, ενόρκων βεβαιώσεων των Ι.Μ. και Μ.Γ. και της ένορκης κατάθεσης του πρώτου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η οποία και δεν αποκλείει τη λήψη υπόψη και της προηγούμενης ένορκης βεβαίωσης του ιδίου. Επομένως και οι προβαλλόμενοι αυτοί τρίτος και όγδοος λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, του οποίου και δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρέσεις.
    V. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (αρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-7-2012 αίτηση των Κ.Μ. κ.λπ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 62/2012 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
    Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
    Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2013.
    Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 

Δικαστήριο:ΕΦΕΤΕΙΟ
Τόπος:ΛΑΡΙΣΗΣ
Αριθ. Απόφασης:71
Ετος:2012

Περίληψη

Οροφοκτησία - Διανομή - Σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας - Μεταγραφή - Έδαφος - Ποσοστά συνιδιοκτησίας -. Σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας μόνο με ρητή συμβολαιογραφική μεταγραφόμενη σύμβαση του κυρίου ή των κυρίων του όλου ακινήτου δίχως χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, ή με διάταξη τελευταίας βούλησης. Ο προς ον η μεταβίβαση διηρημένης ιδιοκτησίας αποκτά αυτοδίκαια αυτοτελές δικαίωμα επί αυτής και συγκυριότητα στα κοινά μέρη της όλης οικοδομής, μεταξύ των οποίων και το έδαφος, κατά το ιδανικό ποσοστό του, εάν δε τούτο δεν έχει καθορισθεί από τα μέρη ή με τη διάταξη τελευταίας βούλησης προσδιορίζεται από το δικαστήριο κατά την αναλογία της αξίας του ορόφου ή του διαμερίσματος στο οποίο αντιστοιχεί. Δημιουργία αυτόματα χωριστής ιδιοκτησίας και όταν ο κύριος ιδιοκτήτης ολόκληρης οικίας εκποιεί ορόφους ή διαμερίσματα, χωρίς να απαιτείται κατάρτιση ιδιαίτερης σύμβασης γι' αυτήν,ούτε διπλή μεταγραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου. Μη υποχρέωση δικαστηρίου να διατάξει απόδειξη, αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή του κοινού ακινήτου είναι προδήλως αδύνατη και ασύμφορη, λαμβάνοντας υπόψη τις μερίδες των κοινωνών, τη φύση, τις διαστάσεις και το εμβαδόν του ακινήτου. Το ότι οι συμβληθέντες στη διανομή δεν προέβησαν σε προσδιορισμό του ιδανικού μεριδίου συγκυριότητας επί του εδάφους (στο οποίο έχει ανεγερθεί η οικοδομή) που αναλογεί στο επίδικο οροφοδιαμέρισμα, ούτε τούτο προσδιορίσθηκε μεταγενέστερα με συμβολαιογραφική μεταγραφόμενη απόφαση των συγκοινωνών είναι αδιάφορο, διότι ο προσδιορισμός μπορεί να γίνει οποτεδήποτε από το δικαστήριο, ή με απόφαση των κοινωνών του όλου ακινήτου. Μόνον όροφος και διαμερίσματα καθώς και τα υπόγεια και τα δωμάτια κάτω από τη στέγη μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Κείμενο Απόφασης

71/2012

Η κρινόμενη με αριθμό καταθέσεως 146/12-10-09 έφεση των εναγομένων που ηττήθηκαν στον πρώτο βαθμό, κατά της υπ’αριθμ. 114/08 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομοτύπως (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ) και εμπροθέσμως (δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης ώστε να τρέχει η προθεσμία των τριάντα ημερών, ούτε πέρασαν τρία χρόνια από τη δημοσίευση αυτής-άριρθο 518 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ), γι’αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
    Από τα άρθρα 953,954, 1001, 1002, 1117, 1033, 1194, 1198 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2,3, 5 έως 7, 10, 13 και 14 του ν. 3741/1929, διατηρηθέντος εν ισχύϊ με το άρθρο 54 του Εισ.Ν.ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 2 παρ. 3 του Δ/τος της 31/10/1856 και 2 του Δ/τος της 5/11/1914, συνάγεται ότι σύσταση ή μεταβίβαση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή διαμέρισμα, μπορεί να γίνει μόνο με ρητή σύμβαση του κυρίου ή των κυρίων του όλου ακινήτου, για την οποία δεν απαιτείται χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, περιβαλλομένη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποκειμένη σε μεταγραφή, ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως. Με την σύμβαση αυτήν ο προς όν η μεταβίβαση αποκτά αυτοδικαίως εκ του νόμου ιδιαίτερο αυτοτελές δικαίωμα επί του ορόφου και συγκυριότητα επί των κοινών μερών της όλης οικοδομής, μεταξύ των οποίων και το έδαφος επί του οποίου αυτή έχει οικοδομηθεί, κατά το ιδανικό μερίδιο που του έχει μεταβιβασθεί, εάν δε τούτο δεν έχει καθωρισθή από τα μέρη ή με την διάταξη τελευταίας βουλήσεως, προσδιορίζεται από το δικαστήριο κατά την αναλογία της αξίας του ορόφου ή του διαμερίσματος στο οποίο αντιστοιχεί. Η τέτοια χωριστή ιδιοκτησία δημιουργείται αυτομάτως και όταν ο ιδιοκτήτης ολόκληρης οικίας εκποιεί ορόφους ή διαμερίσματα, αφού συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος, χωρίς να απαιτείται κατάρτιση ιδιαίτερης συμβάσεως γι' αυτήν και μεταγραφής, ούτε και διπλή μεταγραφή, αφού δεν πρόκειται περί δυο διαφορετικών συμβάσεων περιεχομένων στο ίδιο έγγραφο ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη μεταγραφή της κάθε μιας (ΑΠ 1226/03 ΝΟΜΟΣ).
    
Στην προκειμένη περίπτωση με την με αριθμό καταθέσεως 443/7-11-07 αγωγή τους οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες ισχυρίστηκαν ότι με την υπ’αριθμ. 19106/17-2-98 πράξη αποδοχής κληρονομίας και την υπ’αριθμ. …/11-7-03 πράξη διορθώσεως αυτής της συμβ/φου Α.Γ., που μεταγράφηκαν νόμιμα στον τόμο … και αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών Υποθ/κείου Σ., έγιναν κυρίες η πρώτη κατά το ¼ και η δεύτερη κατά τα ¾ εξ αδιαιρέτου ενός καταστήματος εμβδού 18,88 τ.μ. και των τριών δωματίων, της κουζίνας, του λουτρού, της αποθήκης και του χώλ εμβαδού 90 τ.μ. που αποτελούν μέρος μείζονος διαμερίσματος 102 τ.μ. Ότι τα ακίνητα αυτά απαρτίζουν διώροφη οικοδομή που βρίσκεται στους Σ. Κ. και περιγράφεται με λεπτομέρεια στην αγωγή, περιήλθαν δε αυτά ως οριζόντιες ιδιοκτησίες στο δικαιοπάροχό τους, σύζυγο της πρώτης και πατέρα της δεύτερης δυνάμει του υπ’αριθμ. …/71 συμβολαίου διανομής του συμβ/φου Α.Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … και αριθμ. … των ως άνω βιβλίων μεταγραφών. Ότι οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες είναι συγκύριοι καθένας κατά το ½ εξ αδιαιρέτου του ενός μόνο δωματίου του εν λόγω διαμερίσματος, που περιγράφεται στην αγωγή όπως ήδη έχει κριθεί με την υπ’αριθμ. 318/2000 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Με βάση αυτά ζήτησαν, ενόψει του ότι οι εναγόμενοι επιμένουν να παραμένει αυτό οικονομικά ανεκμετάλλευτο, να διαταχθεί η αυτούσια διανομή του, αλλιώς η πώλησή του με πλειστηριασμό.
    Επί της αγωγής εκδόθηκε η εκκαλουμένη με την οποία ορθά το Πρωτόδικο δικαστήριο την έκρινε σαφώς ορισμένη αφού σαφώς αναφέρεται το προς διανομή διαμέρισμα και η συγκυριότητα επ’αυτού των διαδίκων καθώς και τα ποσοστά αυτών, όσα δε περί αοριστίας της αγωγής αναφέρουν στην έφεσή τους οι εκκαλούντες γιατί α) δεν προσδιορίζονται σ’αυτήν τα ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του κοινού διαμερίσματος και επί όλης της οικοδομής, β) δεν αναφέρονται τα ποσοστά της οριζόντιας ιδιοκτησίας εκάστου των κοινωνών και γ) δεν αναφέρεται η αξία κάθε μερίδας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομημένου είναι αβάσιμα και απορριπτέα γιατί α) με την αγωγή σαφώς προσδιορίζεται το ποσοστό συγκυριότητας κάθε διαδίκου επί του υπό διανομή διαμερίσματος ¼ Χ 90/102 η πρώτη ενάγουσα, ¾ Χ 90/102 η δεύτερη ενάγουσα και ½ Χ 12/102 έκαστος των εναγομένων, β) με την επικαλούμενη συμβ/κή διανομή δημιουργήθηκαν αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερη σύμβαση και μεταγραφή αυτής, ούτε αναφορά των ποσοστών συνιδιοκτησίας επί του όλου ακινήτου της οικοδομής κατά τα προαναφερόμενα, πέραν το ότι στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες, όπως έχουν δικαίωμα, ζητούν τη διανομή ενός μόνο από τα κοινά ακίνητα, δηλαδή του διαμερίσματος (Κεραμέας-Κονδύλης-Νίκας Ερμ.ΚΠολΔ υπ’άρθρο 478 αρ.4) και γ) δεν πρόκειται για διανομή κληρονομίας ως σύνολο ώστε να απαιτείται να αναφέρεται στην αγωγή η αξία της μερίδας των κοινωνών κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου κατ’άρθρο 1871 ΑΚ.
    
Περαιτέρω η αγωγή κρίθηκε νόμιμη (άρθρα 785,795,798,799,1113,1710, 1813,1192 ΑΚ και 480 επ. ΚΠολΔ) και έγινε δεκτή ως ουσία βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται τώρα οι εκκαλούντες για τους στην έφεση και παρακάτω λοιπούς λόγους και ζητούν την εξαφάνισή της και την απόρριψη της αγωγής. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 799 έως 801 ΑΚ, 481 παρ.1 και 484 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο, στις περιπτώσεις των άρθρων 480 και 480 Α ΚΠολΔ δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη, αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή του κοινού ακινήτου είναι προδήλως αδύνατη και ασύμφορη, λαμβάνοντας υπόψη του τις μερίδες των κοινωνών, τη φύση, τις διαστάσεις και το εμβαδόν του διανεμητέου ακινήτου (ΕΑ 8059/93 ΝΟΜΟΣ, 298/90 Ελλ.Δνη 33.578). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η Ά.Δ., (δικαιοπάροχος των εναγομένων), η Ε.Μ. και ο Χ.Δ. (δικαιοπάροχος των εναγόντων) από κληρονομιά του αποβιώσαντος την 22-4-1971 Ε.Δ., συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, την οποία απεδέχθησαν με την με αριθμό …/1971 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Α.Κ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σ. στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό μεταγραφής …, απέκτησαν μεταξύ άλλων ακινήτων συγκυριότητα και σε μία διώροφη οικοδομή, η οποία βρίσκεται στην πόλη των Σ., στην οδό Κ., και αποτελείται το μεν ισόγειο από τέσσερα καταστήματα, ο δε πρώτος πάνω από το ισόγειο όροφος από ένα διαμέρισμα εμβαδού 102 τ.μ. αποτελούμενο από τέσσερα δωμάτια, κουζίνα, λουτρό, αποθήκη και φωταγωγό (επίδικο). Τα ανωτέρω πρόσωπα με τη με αριθμό …/17- 7-1971 πράξη διανομής του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στα ίδια ως άνω βιβλία στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό μεταγραφής …, διένειμαν τα προαναφερθέντα καταστήματα και το οροφοδιαμέρισμα και έλαβαν η Ά. Δ. το με αριθμό 2 δωμάτιο του διαμερίσματος και το με αρ. 2 κατάστημα, ο δε Χ.Δ. τα υπ’ αριθμ. 3, 4 και 5 δωμάτια του διαμερίσματος, το υπ’ αριθμ. 6 λουτρό, την υπ’ αριθμ. Ι κουζίνα, την υπ’ αριθμ. 8 αποθήκη, τις υπ’ αριθμ. 9 και 10 βεράντες και το χωλ καθώς και τα υπ’ αριθμ. 3 και 4 καταστήματα όπως αυτά φαίνονται στα συνημμένα στο συμβόλαιο σχεδιαγράμματα του Εμπειρ. Εργολάβου Β. Κ. με αναλογία συγκυριότητας επί του όλου οικοπέδου 22,5% για την Ά. και 50% εξ αδιαιρέτου για το Χ. Με την εν λόγω διανομή, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω δημιουργήθηκαν αυτομάτως οριζόντιες ιδιοκτησίες χωρίς να απαιτείται για τη σύσταση αυτή (οριζόντια ιδιοκτησία) η κατάρτιση ιδιαίτερης σύμβασης και μεταγραφή αυτής. Εξάλλου, το γεγονός ότι οι συμβληθέντες στη διανομή δεν προέβησαν στον προσδιορισμό του ιδανικού μεριδίου συγκυριότητας επί του εδάφους (στο οποίο έχει ανεγερθεί η εν λόγω διώροφη οικοδομή) που αναλογεί στο επίδικο οροφοδιαμέρισμα, ούτε τούτο προσδιορίσθηκε μεταγενέστερα με απόφαση όλων των συγκοινωνών που να έχει περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί νόμιμα, είναι αδιάφορο διότι το ανωτέρω γεγονός μπορεί να προσδιοριστεί οποτεδήποτε είτε από το δικαστήριο ανάλογα με την αξία της όλης οικοδομής, είτε με απόφαση των συγκοινωνών του όλου ακινήτου.
    Το εν λόγω οροφοδιαμέρισμα περιήλθε κατ’ εμβαδό στην κυριότητα του Χ.Δ. δικαιοπαρόχου των εναγουσών, κατά τα 90 τ.μ. και κατά τα λοιπά 12 τ.μ. (ένα δωμάτιο) περιήλθε στην κυριότητα της Ά. Δ., δικαιοπαρόχου των εναγομένων. Ακολούθως ο Χ.Δ. που πέθανε στις 26-1-1996 κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την σύζυγο του Π.Δ. (πρώτη ενάγουσα) και την θυγατέρα του Ε.Δ. (δεύτερη ενάγουσα), κατά ποσοστά ¼ και ¾ εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα που αποδέχτηκαν την κληρονομία (υπ’ αριθμ. …/17-2-98 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβ/φου Α. Α.. Η Ά.Δ. με το με αριθμό …/1971 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Α.Κ., το οποίο μεταγράφηκε την 3-2-1993, μεταβίβασε, ισομερώς και εξ αδιαιρέτου, το ποσοστό της στους εναγομένους. Η συγκυριότητα των εναγομένων στο επίδικο κατά το προαναφερθέν ποσοστό έχει ήδη κριθεί (υπ’ αριθμ. 142/97 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και 318/2000 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.) Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι διάδικοι είναι συγκύριοι του επιδίκου διαμερίσματος κατά ποσοστά 22,5/102, 67,5/102, 6/102 και 6/102 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, αφού μόνον όροφος και διαμερίσματα καθώς και τα υπόγεια και τα δωμάτια κάτω από τη στέγη μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας (ΑΠ 1329/09 ΝΟΜΟΣ).
    Ενόψει του είδους και της φύσης του ανωτέρω περιγραφομένου διανεμητέου ακινήτου κρίνεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) ότι είναι προδήλως ανέφικτη η αυτούσια διανομή του σε μέρη ανάλογα με τα προαναφερόμενα ποσοστά συγκυριότητας των διαδίκων-κοινωνών, διότι το καθιστούν μη λειτουργικό, γιατί αυτό αποτελείται από τέσσερα συνολικά δωμάτια, κουζίνα, ένα λουτρό, αποθήκη και χώλ και για να είναι κατάλληλο για αυτοτελή χρήση (αν διαιρεθεί) πρέπει να έχει δικούς του βοηθητικούς χώρους δηλαδή κουζίνα, λουτρό κλπ και να είναι προσιτό κάθε τμήμα του από μέρος κοινής χρήσης με δική του θύρα εισόδου στην οδό ή σε κοινόχρηστο μέρος (Καράσης σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλο ΑΚ υπ’αριθμ. 1117 αρ.2), πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έγινε κατά τον ίδιο τρόπο και διέταξε την πώληση του επιδίκου διαμερίσματος με πλειστηριασμό ώστε να λάβει κάθε κοινωνός-διάδικος από το πλειστηρίασμα ποσό ανάλογο προς το κατά τα ως άνω μερίδιό τους επί του διαμερίσματος, ορίζοντας και συμ/φο ως υπάλληλο του πλειστηριασμού, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων γι’αυτό και ο περί του αντιθέτου τέταρτος και τελευταίος προς έρευνα λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
    Τέλος, το αίτημα των εκκαλούντων να διαταχθεί από το παρόν δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη ώστε να διαπιστωθεί αν είναι δυνατή η αυτούσια διανομή του διαμερίσματος είναι απορριπτέο ως ουσία βάσιμο, γιατί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι προδήλως αδύνατη (ασύμφορη) η αυτούσια διανομή του, κατά τα προεκτεθέντα και δεν απαιτούνται ειδικές επιστημονικές γνώσεις για να διαπιστωθεί αυτό (άρθρο 368 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατ’ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως ουσία βάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας εις βάρος των εκκαλούντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).



ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Δικαστήριο:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος:
ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:
1226
Ετος:
2003



Περίληψη
Οροφοκτησια -. Η σύσταση οροφοκτησίας δημιουργείται αυτομάτως και όταν ο ιδιοκτήτης ολόκληρης οικίας εκποιεί ορόφους ή διαμερίσματα, χωρίς να απαιτείται κατάρτιση ιδιαίτερης συμβάσεως γι’ αυτήν και μεταγραφής, ούτε και διπλή μεταγραφή.


Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 1226/2003
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Φιλιππόπουλο, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Ζήση, Ιωάννη Βερέτσο, Σπυρίδωνα Μπαρμπαστάθη και Κωνσταντίνο Μουλαγιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαϊου 2003, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Μανιατάκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ξ.Μ. του Ι., κατοίκου Κ., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Κρεμμύδα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζ. Γ.Ρ., το γένος Θ.Μ., κατοίκου Κ., 2) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Κερατσινίου Αττικής", που εδρεύει στο Κερατσίνι και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Μ. συζ. Α. Λ., το γένος Ν.Χ., 4) Σ.συζ. Κ. Κ., το γένος Π.Ζ., 5) Σ.Κ. του Γ., κατοίκων Κ., 6) υπό εκκαθάριση ευρισκομένης ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Π.Μ. Δ.Τ. Γ. Δ. ΟΕ", που εδρεύει στο Κερατσίνι και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της, 7) επιχείρησης κοινής ωφελείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 8) Π. Κ. του Θ., 9) Κ. συζ. Π.Κ., το γένος Μ.Κ., 10) Ι.Λ. του Π., 11) Μ.Σ. του Α., 12) Ε. συζ. Μ.Σ., το γένος Α. Π., 13) Β. Π. του Α,, 14) Π.Β. του Β., 15) Β. συζ. Π. Β., το γένος Χ.Τ., 16) Σ.Λ. του Α., 17) Κ. χήρας Φ.Σ., το γένος Γ. Α., κατοίκων Κερατσινίου, και 18) Α. συζ. Σ. Β., κατοίκου Ν.Σ . Ο υπ' αριθ. 2 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωστέλη, η υπ' αριθ. 6 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Διαλινάκη, η υπ' αριθ.
7 εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Βερροπούλου βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ, οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αποστολίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16.2.1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 955/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 277/01 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15.10.2001 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μπαρμπαστάθης ανέγνωσε την από 16.5.2003 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τα άρθρα 953, 954, 1001, 1002, 1117, 1033, 1194, 1198 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2,3, 5 έως 7, 10, 13 και 14 του ν. 3741/1929, διατηρηθέντος εν ισχύϊ με το άρθρο 54 του Εισ.Ν.ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 2 παρ. 3 του Δ/τος της 31/10/1856 και 2 του Δ/τος της 5/11/1914, συνάγεται ότι σύσταση ή μεταβίβαση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή διαμέρισμα, μπορεί να γίνει μόνο με ρητή σύμβαση του κυρίου ή των κυρίων του όλου ακινήτου, για την οποία δεν απαιτείται χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, περιβαλλομένη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποκειμένη σε μεταγραφή, ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως. Με την σύμβαση αυτήν ο προς όν η μεταβίβαση αποκτά αυτοδικαίως εκ του νόμου ιδιαίτερο αυτοτελές δικαίωμα επί του ορόφου και συγκυριότητα επί των κοινών μερών της όλης οικοδομής, μεταξύ των οποίων και το έδαφος επί του οποίου αυτή έχει οικοδομηθεί, κατά το ιδανικό μερίδιο που του έχει μεταβιβασθεί, εάν δε τούτο δεν έχει καθωρισθή από τα μέρη ή με την διάταξη τελευταίας βουλήσεως, προσδιορίζεται από το δικαστήριο κατά την αναλογία της αξίας του ορόφου ή του διαμερίσματος στο οποίο αντιστοιχεί. Η τέτοια χωριστή ιδιοκτησία δημιουργείται αυτομάτως και όταν ο ιδιοκτήτης ολόκληρης οικίας εκποιεί ορόφους ή διαμερίσματα, αφού συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος, χωρίς να απαιτείται κατάρτιση ιδιαίτερης συμβάσεως γι' αυτήν και μεταγραφής, ούτε και διπλή μεταγραφή, αφού δεν πρόκειται περί δυο διαφορετικών συμβάσεων περιεχομένων στο ίδιο έγγραφο ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη μεταγραφή της κάθε μιας (ΑΠ 558/67, ΑΠ 563/66). Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο, δέχθηκε ότι το υπ' αριθ. 1348/1947 προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Π. Δ Π, με το οποίο ο δικαιοπάροχος των διαδίκων Σ.Μ. συνέστησε προίκα υπέρ της θυγατρός του Α, προς τον σύζυγό της Θ. Μ. επί ενός οικοπέδου του με την επ' αυτού οικία, διατηρώντας ο ίδιος το δικαίωμα να ανεγείρει με δαπάνες του ορόφους επ' αυτού κατά τις διατάξεις του ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", υπέκειτο σε διπλή μεταγραφή, ως σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας και ως σύσταση προικός, ήτοι ως δήθεν περιέχον δυο διαφορετικές μεταγραπτέες δικαιοπραξίες, και ότι τούτο, μεταγραφέν, ως ανελέγκτως δέχεται, μέχρι την μεταγραφή περαιτέρω μεταβιβάσεων, μόνον ως προικοσυμβόλαιο, δεν επέφερε την σύσταση χωριστής κατ' ορόφους ιδιοκτησίας. Ακολούθως έκρινε ότι ο ύπερθεν της οικοδομής χώρος δεν κατέστη δεκτικός χωριστού εμπραγμάτου δικαιώματος και ότι ο Σ.Μ. απώλεσε έκτοτε την κυριότητα του επιδίκου. Με βάση τις κρίσεις αυτές το Εφετείο απέρριψε τα αγωγικά αιτήματα της αναιρεσειούσης, ως καθολικής διαδόχου του πάππου της Σ.Μ., περί αναγνωρίσεως κληρονομικού δικαιώματος και συγκυριότητος της επί του επιδίκου και του εκ της συνενώσεώς του με όμορο οικόπεδο προκύψαντος νέου οικοπέδου περί αναγνωρίσεως της ακυρότητος της συσταθείσης χωρίς την σύμπραξή της επί του προκύψαντος νέου οικοπέδου σχέσεως οροφοκτησίας και των περαιτέρω μεταβιβαστικών πράξεων που στηρίζονται σ' αυτήν και περί επιδικάσεως αποζημιώσεως για την προσβολή της κυριότητος της. Με τις ίδιες σκέψεις το Εφετείο απέρριψε και την προσεπίκληση της αναιρεσειούσης κατά της 18ης αναιρεσίβλητης Α.Μ. ήδη συζύγου Σ.Β. που φέρεται, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσειούσης ως συγκυρία του επιδίκου. Με τις ως άνω κρίσεις του το δικάσαν Εφετείο παρεβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, διότι απήτησε για την κατάφαση του αξιουμένου δικαιώματος την συνδρομή προϋποθέσεως που δεν απαιτεί ο νόμος. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλομένη απόφαση σύμφωνα με την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατά παραδοχή του σχετικού, από την διάταξη αυτήν, πρώτου λόγου αναιρέσεως ως και κατ' ουσίαν βασίμου. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την απόφαση αφού είναι εφικτή η σύνεσή του από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 277/2001 απόφαση του Εφετείου Π.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσειούσης, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, την 2 Ιουλίου 2003. Και Δημοσιεύθηκε, στο ακροατήριό του, σε δημόσια συνεδρίαση, την 7 Ιουλίου 2003.