Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

ΔΥΟ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣτΕ, ΠΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΥΝ ΟΤΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ,ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΥΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΑΘΕΣΗΣ ΝΑ ΠΛΗΓΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟ ΑΚΥΡΩΤΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΝΑΙΡΕΙ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ

    Με τις αποφάσεις αυτές (η μία της Ολομέλειας του) το ΣτΕ απερίφραστα κρίνει: "η επ΄ αόριστον ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως, αντίκειται προς το Σύνταγμα"
    Κι όμως , με την τελευταία απόφασή του, το ΣτΕ οδηγεί ακριβώς σε αυτό: στην επ' αόριστον ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών που ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως (εξυπακούεται ότι το κλείσιμο όλων των τηλεοπτικών σταθμών είναι αδιανόητη) , αφού η ΝΔ, ενεργώντας αντιθεσμικά, μπορεί να αναβάλει την συγκρότηση του ΕΣΡ και άρα την αδειοδότηση των καναλιών, επ' αόριστο και επ' άπειρο
    Φυσικά αυτή, δεν είναι η πρώτη φορά, που οι δικαστές του ΣτΕ, χάριν της σκοπιμότητας, τρώνε τα χαρτιά, στα οποία είναι τυπωμένες προηγούμενες αποφάσεις τους , και μάλιστα της Ολομέλειας. 
    Τα συμπεράσματα ανήκουν στον καθένα....

   

Δικαστήριο: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 3578
Ετος: 2010

Περίληψη


Νομιμοποίηση παρανόμως λειτουργούντων σταθμών - Αντισυνταγματικότητα ρύθμισης - Αντίθεση στις συνταγματικές αρχές του Κράτους Δικαίου και της ισότητας διατάξεων, βάσει των οποίων θεωρούνται νομίμως λειτουργούντες τηλεοπτικοί σταθμοί χωρίς άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας -. Η επ’ αόριστον ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών που ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως, αντιβαίνει στην αρχή του Κράτους Δικαίου από την οποία απορρέει η υποχρέωση του Κράτους να εγγυάται υπέρ των πολιτών την πιστή εφαρμογή του νόμου και να προασπίζει τα δημόσια αγαθά, καθώς και στην αρχή της ισότητας, διότι θέτει τα πρόσωπα εκείνα που, ενώ είχαν την πραγματική δυνατότητα και τη βούληση να ιδρύσουν τηλεοπτικό σταθμό, εντούτοις δεν το έπραξαν αυθαιρέτως και δεν παρέβησαν τον νόμο, σε εξόχως μειονεκτική μοίρα σε σχέση με εκείνα που, με την αυθαίρετη κατάληψη ραδιοσυχνότητας, ίδρυσαν παρανόμως, χωρίς δηλαδή άδεια, τηλεοπτικό σταθμό. Κατόπιν παραπομπής με την απόφαση 2784/2007 του Δ’ Τμήματος, κρίθηκε το ζήτημα της συνταγματικότητας των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1 του ν. 2644/1998 και 19 παρ. 2 του ν. 3051/2002, κατά τις οποίες θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες τηλεοπτικοί σταθμοί, οι οποίοι δεν είναι εφοδιασμένοι με άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας, εφόσον πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις.
Κείμενο Απόφασης




Αριθμός 3578/2010 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την εξής σύνθεση: Μ. Βροντάκης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου, που είχε κώλυμα, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Ν. Ρόζος, Χ. Ράμμος, Δ. Μαρινάκης, Μ. Καραμανώφ, Ι. Μαντζουράνης, Κ. Ευστρατίου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Ι. Ζόμπολας, Π. Καρλή, Δ. Γρατσίας, Β. Καμπίτση, Β. Γρατσίας, Α. Ντέμσιας, Σ. Παραμυθιώτης, Φ. Ντζίμας, Η. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Παπαδοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλος, Α. Καλογεροπούλου, Κ. Κουσούλης, Σύμβουλοι, Κ. Φιλοπούλου, Κ. Κατρά, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Μουζάκη. 

    Για να δικάσει την από 10 Ιουνίου 2003 αίτηση: 

της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΪΚΕΣ ΤΗΛΕΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα (Γκυϊλφόρδου 9), ιδιοκτήτριας του τηλεοπτικού σταθμού «ΑΘΗΝΑ TV», η οποία δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, 

    κατά 1) του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και 2) του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (Ε.Σ.Ρ.), οι οποίοι παρέστησαν με την Νίκη Μαριόλη, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους. 
    Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ΄ αριθμ. 2784/2007 αποφάσεως του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση. Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 236/6-5-2003 απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, καθώς και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως. 
    Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως από τον Εισηγητή, Σύμβουλο Η. Τσακόπουλο. 
    Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την εκπρόσωπο του Υπουργού και του Ε.Σ.Ρ., η οποία ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως. 
    Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
    Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (γραμμάτια παραβόλου 891940, 330879/2003). 
    2. Επειδή, ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως 236/6.5.2003 του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση θεραπείας της αιτούσης κατά της αποφάσεως 201/1.4.2003 του ίδιου Συμβουλίου. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε επιβληθεί στον τηλεοπτικό σταθμό «ΑΘΗΝΑ Τ.V.», τον οποίο εκμεταλλεύεται η αιτούσα, η «διοικητική κύρωση της αμέσου διακοπής της λειτουργίας αυτού». Στην αιτιολογία της προσβαλλομένης πράξεως αναφέρονται και τα εξής: «Ο τηλεοπτικός σταθμός ΑΘΗΝΑ Τ.V. είχε υποβάλει αίτηση μετά των νομίμων δικαιολογητικών προς συμμετοχή σε προκηρυχθέντα διαγωνισμό για λήψη αδείας λειτουργίας αυτού. Εντεύθεν ο σταθμός λειτουργεί νομίμως και υποχρεούται να εκπέμπει το δηλωθέν με την αίτησή του πρόγραμμα το οποίο είναι . . . ψυχαγωγικό», πλην αντί του δηλωθέντος προγράμματος «εκπέμπει διαφημίσεις αστροπροβλέψεων, μέντιουμ, χαρτομαντειών, ωροσκοπίων και χειρομαντιών», δηλαδή πρόγραμμα, το οποίο, κατά το Ε.Σ.Ρ., δεν έχει την ποιοτική στάθμη που επιβάλλει το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, και ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διακοπή λειτουργίας του εν λόγω σταθμού. 
    3. Επειδή, η αιτούσα ως νόμιμο έρεισμα της λειτουργίας του τηλεοπτικού σταθμού της επικαλείται τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 του ν. 2644/1998 και 19 παρ. 2 του ν. 3051/2002. Κατά τις διατάξεις αυτές θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες τηλεοπτικοί σταθμοί, οι οποίοι δεν είναι εφοδιασμένοι με άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας, εφ΄ όσον πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις. Η κρινόμενη αίτηση εισήχθη προς εκδίκαση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου κατόπιν παραπομπής της με την απόφαση 2784/2007 του Δ΄ Τμήματος, με την οποία κρίθηκε ότι η δεύτερη από τις παραπάνω διατάξεις (άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 3051/2002) κατέστη αντισυνταγματική και το ζήτημα παραπέμφθηκε προς επίλυση ενώπιον της Ολομελείας σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος. 
    4. Επειδή, όπως έχει ήδη γίνει δεκτό (βλ. Σ.τ.Ε. 5040/1987 Ολομ., 1145/1988 Ολομ., 2501/2004 7μ.), με το άρθρο 15 του Συντάγματος, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την αναθεώρησή του με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής (το οποίο δεν επέφερε συνταγματική μεταβολή από της εξεταζομένης απόψεως), δεν θεσπίζεται ατομικό δικαίωμα ιδρύσεως ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού σταθμού, αλλ΄ η διαμόρφωση ενός τέτοιου δικαιώματος αφήνεται στον κοινό νομοθέτη, ο οποίος, κατά την ρύθμιση του εν λόγω θέματος, τελεί υπό τους όρους και περιορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. Το κρατικό μονοπώλιο ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών καταργήθηκε με τους νόμους 1730/1987 (Α.145) «Ελληνική Ραδιοφωνία – Τηλεόραση Ανώνυμη Εταιρεία» και 1866/1989 (Α.222) «Ίδρυση Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως και παροχή αδειών για την ίδρυση και λειτουργία τηλεοπτικών σταθμών», με τους οποίους επετράπη η ίδρυση και λειτουργία τοπικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών, αντιστοίχως, κατόπιν διοικητικής αδείας χορηγουμένης αυτοτελώς (όχι δηλαδή στο πλαίσιο διαγωνιστικής διαδικασίας), βάσει προϋποθέσεων και κατ΄ εκτίμηση κριτηρίων, που έτασσε ο νόμος. Κατ΄ εφαρμογήν των νόμων αυτών εκδόθηκαν περιορισμένος αριθμός αδειών τηλεοπτικών σταθμών και μεγάλος αριθμός αδειών ραδιοφωνικών σταθμών. Παράλληλα, από το έτος 1989 και έπειτα άρχισαν να λειτουργούν πολλοί ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί αυθαιρέτως, χωρίς διοικητική άδεια. Κρίθηκε μάλιστα (βλ. Σ.τ.Ε. 3839/1997 Ολομ.) ότι η εν τοις πράγμασι ίδρυση και λειτουργία τηλεοπτικού σταθμού, χωρίς άδεια, δεν αποτελούν νόμιμο λόγο χορηγήσεως αδείας κατά τον ν. 1866/1989, έστω και αν η Διοίκηση, με την πρακτική που είχε τηρήσει, είχε ανεχθεί ή και υποβοηθήσει την λειτουργία χωρίς άδεια του συγκεκριμένου, καθώς και άλλων τηλεοπτικών σταθμών. Στο πραγματικό αυτό δεδομένο (της ιδρύσεως και λειτουργίας ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών χωρίς άδεια) αναφέρεται η εισηγητική έκθεση του ν. 2328/1995 «Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης και της τοπικής ραδιοφωνίας, ρύθμιση θεμάτων της ραδιοτηλεοπτικής αγοράς και άλλες διατάξεις» (Α. 159). Κατά την έκθεση, μετά την χορήγηση, μέχρι το έτος 1989, 275 αδειών τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών, «το κρατικό ενδιαφέρον για την τοπική ραδιοφωνία ουσιαστικά σταμάτησε, με αποτέλεσμα όλο το ραδιοφωνικό τοπίο να καταστεί ανεξέλεγκτο. Το φαινόμενο της ιδιωτικής τηλεόρασης διέρρηξε εξαρχής το νομικό πλαίσιο στο οποίο έπρεπε να κινηθεί. Ο ν. 1866/1989 ήταν λιγότερο συστηματικό και διορατικός απ΄ ό,τι επέβαλλε το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό βάρος της ιδιωτικής τηλεόρασης». Κατά την εν λόγω έκθεση, βασικό έργο του Ε.Σ.Ρ. «μέχρι το 1993 μπορούν να θεωρηθούν οι κώδικες δεοντολογίας. . . και η γνώμη του για τη χορήγηση οκτώ αδειών για τηλεοπτικούς σταθμούς με ειδική άδεια δικτύωσης για την απόκτηση εθνικής εμβέλειας και τεσσάρων για τοπικούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Η πραγματική τηλεοπτική κατάσταση είχε, βέβαια, εξαρχής πολύ μικρή σχέση με αυτήν την κατανομή αδειών. . .». Την κατάσταση αυτή επιχείρησε να αντιμετωπίσει ο προαναφερθείς ν. 2328/1995, που θέσπισε νέο λεπτομερές σύστημα ρυθμίσεως, προβλέπον την χορήγηση διοικητικών αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών. Οι βασικές διατάξεις του είναι οι εξής: «’ρθρο 1. 1. Επιτρέπεται η ίδρυση, εγκατάσταση και λειτουργία ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, που εκπέμπουν σήμα κοινής λήψης από τους οικιακούς δέκτες στους διαθέσιμους για το σκοπό αυτό διαύλους ή τις διαθέσιμες ραδιοσυχνότητες, μόνο μετά από άδεια που χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. Οι άδειες χορηγούνται για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος και η χρήση τους συνιστά δημόσια λειτουργία. Οι σταθμοί στους οποίους χορηγούνται οι άδειες υποχρεούνται να μεριμνούν για την ποιότητα του προγράμματος, την αντικειμενική ενημέρωση, τη διασφάλιση της πολυφωνίας, καθώς και την προαγωγή του πολιτισμού με τη μετάδοση εκπομπών λόγου και τέχνης. . . 3. Οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί της παρ. 1 διακρίνονται σε τρεις (3) κατηγορίες: α. Σε σταθμούς εθνικής εμβέλειας που καλύπτουν το σύνολο της επικράτειας. . . β. Σε σταθμούς περιφερειακής εμβέλειας που καλύπτουν . . . ευρύτερο γεωγραφικό διαμέρισμα, το οποίο οριοθετείται με . . . κοινή απόφαση του Υπουργών Μεταφορών και Τύπου και ΜΜΕ. . . γ. Σε σταθμούς τοπικής εμβέλειας που καλύπτουν τον αντίστοιχο νόμο ή περισσότερους προσδιορισμένους όμορους νομούς. . . 25. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από απόφαση του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ και των κατά περίπτωση αρμόδιων υπουργών, ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες που είναι τυχόν αναγκαίες για την εφαρμογή των θεμάτων του άρθρου αυτού, εκτός από εκείνα για τα οποία έχουν ήδη παρασχεθεί άλλες νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις. ’ρθρο 2. 1. Οι άδειες. . . χορηγούνται με απόφαση του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ [ήδη του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, βάσει του άρθρου 4 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 2863/2000, (Α 262)]. 2. Με απόφαση του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ [ήδη του Ε.Σ.Ρ., βάσει του άρθρου 4 παρ. 6 περ. α΄ του ν. 2863/2000, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 3051/2002] προκηρύσσεται, κάθε Σεπτέμβριο, καθώς και όποτε άλλοτε υπάρξουν διαθέσιμες συχνότητες, συγκεκριμένος αριθμός θέσεων αδειών κατά κατηγορία σταθμών. . . 3. Οι αιτήσεις υποβάλλονται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση της προκήρυξης. . . Στην αίτηση πρέπει να περιλαμβάνονται τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: . . . 5. α) Η αίτηση συνοδεύεται από πλήρη και άρτια τεχνική μελέτη. β) Η αίτηση που υποβάλλεται από νομικό πρόσωπο πρέπει να συνοδεύεται από τα κατά νόμον αναγκαία νομιμοποιητικά έγγραφα. γ) . . . δ) Το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης εξετάζει και αξιολογεί συγκριτικά για κάθε κατηγορία και περιοχή τις αιτήσεις και βαθμολογεί τους αιτούντες με σύστημα μορίων το οποίο καθορίζεται στην επόμενη παράγραφο. . . 6. Όλες οι αιτήσεις. . . αξιολογούνται με σύστημα βαθμολόγησης με μόρια με βάση τα παρακάτω κριτήρια: α) Κριτήριο χρόνου λειτουργίας του σταθμού . . . β) Κριτήριο απασχολούμενου προσωπικού. . . γ) Κριτήριο πραγματικής επένδυσης και πληρότητας εξοπλισμού. . . δ) Κριτήριο προγραμματικής πληρότητας. . . 11. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ, ρυθμίζονται όλες οι λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των θεμάτων του άρθρου αυτού, εκτός εκείνων για τα οποία έχει παρασχεθεί άλλη νομοθετική εξουσιοδότηση». Προκηρύξεις για την έκδοση αδειών λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών τοπικής και περιφερειακής εμβέλειας δημοσιεύθηκαν την 11.3.1998 (οι υπ΄ αριθμ. 4774/Ι και 4775/Ι, ΦΕΚ Β΄ 14 και 15, αντιστοίχως) και την 17.7.1998 (η υπ΄ αριθ. 15011/Ε, ΦΕΚ Β΄ 36). Ακολούθως, την 13.10.1998, δημοσιεύθηκε ο ν. 2644/1998 «Για την παροχή συνδρομητικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών. . .» (Α΄ 223), το άρθρο 17 του οποίου ορίζει τα εξής: «Μεταβατικές διατάξεις για τους όρους λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών: 1. Οι τηλεοπτικοί σταθμοί περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας που λειτουργούν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου και έχουν υποβάλει εμπροθέσμως αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού σύμφωνα με τη διαδικασία των υπ΄ αριθ. 4775/1/3.3.1998 (ΦΕΚ παρ. 15), 4774/1/3.3.1998 (ΦΕΚ παρ. 14), 15011/Ε/13.7.1998 (ΦΕΚ παρ. 36) αποφάσεων του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες εντός της γεωγραφικής περιοχής που αντιστοιχεί στον αναγραφόμενο στην αίτησή τους Χάρτη Συχνοτήτων του Παραρτήματος ΙΙ της υπ΄ αριθμ. 15587/Ε/19.8.1997 κοινής απόφασης των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΦΕΚ 785 Β΄), μέχρι την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης με την οποία θα χορηγηθούν άδειες λειτουργίας ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών για την αντίστοιχη περιοχή ή μέχρι την έκδοση απορριπτικής απόφασης μετά την ολοκλήρωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 2 παρ. 5 περιπτώσεις γ΄ και δ΄ του ν. 2328/1995 ελέγχου συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων ή της επάρκειας της τεχνικής μελέτης. . .2. Οι αναφερόμενοι στην προηγούμενη παράγραφο τηλεοπτικοί σταθμοί οφείλουν να τηρούν τους προβλεπόμενους από το άρθρο 3 του ν. 2328/1995 κανόνες λειτουργίας, καθώς και αυτούς που προβλέπονται από τους ισχύοντες κώδικες δεοντολογίας του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και τη νομοθεσία περί προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Η παραβίαση των ανωτέρω κανόνων, η οποία διαπιστώνεται με βάση τεκμηριωμένη και ειδικά αιτιολογημένη καταγγελία παντός έχοντος έννομο συμφέρον, έχει ως συνέπεια την άμεση διακοπή λειτουργίας του τηλεοπτικού σταθμού, με απόφαση του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, καθώς και την αρνητική αξιολόγηση του σταθμού αυτού κατά τη βαθμολόγηση από το Ε.Σ.Ρ. του προβλεπόμενου από το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2328/1995 κριτηρίου της προγραμματικής πληρότητας ...». Στην εισηγητική έκθεση του άρθρου 17 του παραπάνω ν. 2644/1997 αναφέρονται τα εξής: «Με το άρθρο αυτό τίθενται οι βάσεις για μια αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας, κατά το μεταβατικό στάδιο της εξέλιξης της διαδικασίας που θα οδηγήσει στην αδειοδότηση όλων των τηλεοπτικών σταθμών. Συγκεκριμένα με τη διαμόρφωση του Χάρτη Συχνοτήτων και τη δημοσίευση των προκηρύξεων για τη χορήγηση των αδειών λειτουργίας ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών εθνικής, περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας, η μεγάλη προσπάθεια που έχει αναληφθεί για την εδραίωση της νομιμότητας και της διαφάνειας στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, για πρώτη φορά στη χώρα μας, έχει πλέον εισέλθει στην τελική ευθεία. Σε αντίθεση με την πλειονότητα των λειτουργούντων τηλεοπτικών σταθμών που έχουν υποβάλλει αίτηση συμμετοχής στην προβλεπόμενη από το νόμο διαγωνιστική διαδικασία χορήγησης αδειών, ένας αριθμός τηλεοπτικών σταθμών επέλεξε την οδό της παρανομίας, αγνοώντας επιδεικτικά τους κανόνες και τους εν γένει θεσμούς της χώρας μας (παράβαση κανόνων δεοντολογίας μεταδιδόμενου προγράμματος, αποφυγή καταβολής πνευματικών δικαιωμάτων, παρεμβολή στις συχνότητες αεροπλοΐας, ενόπλων δυνάμεων κλπ.). Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο καθίσταται πλέον αναγκαίος ο διαχωρισμός, που επιχειρεί η προτεινόμενη ρύθμιση, μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών λειτουργούντων τηλεοπτικών σταθμών….». 
    5. Επειδή, οι διαγωνιστικές διαδικασίες, στις οποίες αναφέρεται το παρατεθέν άρθρο 17 του ν. 2644/1998, δεν ολοκληρώθηκαν. Την έκβασή τους ερύθμισε ο ν. 3051/2002 (Α. 220/20.9.2002). Με τον νόμο αυτόν, με τον οποίο το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης απέκτησε την αποφασιστική αρμοδιότητα εκδόσεως των προκηρύξεων των διαδικασιών αδειοδοτήσεως ιδιωτικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών, ορίσθηκαν και τα εξής: «’ρθρο 19. 1. ... 2. Διαγωνιστικές διαδικασίες με αντικείμενο τη χορήγηση αδειών για τη λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών ελεύθερης λήψης ή για την παροχή συνδρομητικών τηλεοπτικών υπηρεσιών μέσω επίγειων αποκλειστικά πομπών, οι οποίες δεν έχουν ολοκληρωθεί κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος νόμου και στις οποίες η συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων των αιτούντων έχει ελεγχθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 5 του Ν. 2328/1995 και του άρθρου 5 παρ. 3 εδάφ. α΄ του Ν. 2644/1998, καταργούνται. Για την κατάργηση των διαδικασιών του προηγούμενου εδαφίου εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. 3. Οι τηλεοπτικοί σταθμοί περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας οι οποίοι, κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 2644/1998, εξακολουθούν να θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες μέχρι την πρώτη εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2328/1995 με την έκδοση αδειών λειτουργίας για την αντίστοιχη γεωγραφική περιοχή. 4. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, μπορεί να καθορίζονται ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις, καθώς και άλλη λεπτομέρεια σχετικά με τα υποβαλλόμενα, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 2 παρ. 5 και 7 παρ. 3 του Ν. 2328/1995 και 5 παρ. 2 του Ν. 2644/1998, στοιχεία και λοιπά δικαιολογητικά. . .». Στην εισηγητική έκθεση του παραπάνω άρθρου 19 αναφέρεται ότι η εφαρμογή των διατάξεων περί των νέων αρμοδιοτήτων του Ε.Σ.Ρ. «συνεπάγεται την επανέναρξη όλων των υπό εξέλιξη διαγωνιστικών διαδικασιών» και ότι με το άρθρο αυτό ρυθμίζεται «το μεταβατικό καθεστώς των φορέων παροχής τηλεοπτικών υπηρεσιών που θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες με βάση το ισχύον σήμερα μεταβατικό καθεστώς λειτουργίας». Επακολούθησε η έκδοση του π.δ. 234/2003 «Όροι και προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδειών ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών ελεύθερης λήψης» (Α. 210/1.9.2003), καθώς και προκηρύξεων του Ε.Σ.Ρ. για την χορήγηση αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών εθνικής, περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας. Διατάξεις των εν λόγω διατάγματος και προκηρύξεων ακυρώθηκαν με τις αποφάσεις 2502, 2504 και 2508/2.8.2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι διαδικασίες αδειοδοτήσεως, που κινήθηκαν με τις παραπάνω προκηρύξεις ήσαν εν εξελίξει κατά τον χρόνον συζητήσεως της κρινομένης υποθέσεως ενώπιον του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας ήτοι την 17.5.2005, εν τέλει δε δεν ολοκληρώθηκαν. Επακολούθησε η δημοσίευση του ν. 3444/2006 (Α.46/2.3.2006), το άρθρο 15 παρ. 7 περ. β του οποίου όρισε ότι «Οι προκηρύξεις για τη χορήγηση τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών αδειών θα εκδοθούν μέχρι τις 30.6.2006». το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3548/2007 (Α.68/20.3.2007) παρέτεινε την παραπάνω προθεσμία μέχρι την 30.6.2007. επακολούθησε η θέσπιση του ν. 3592/2007 «Συγκέντρωση και αδειοδότηση επιχειρήσεων Μέσων Ενημέρωσης. . .» (Α.161/ 19.7.2007), ο οποίος επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις στο σύστημα αδειοδοτήσεως των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών, όρισε δε ότι «Ως [νομίμως] λειτουργούντες τηλεοπτικοί περιφερειακοί σταθμοί νοούνται εκείνοι που θεωρείται ότι λειτουργούν νομίμως, σύμφωνα. . .» με τις παρατεθείσες διατάξεις των ν. 2644/1998, 3051/2002 και 3444/2006 (άρθρο 5 παρ. 7) και ότι η ίδια ως άνω προθεσμία κινήσεως της διαδικασίας αδειοδοτήσεως «παρατείνεται . . . μέχρι την 31.10.2007» (άρθρο 20 παρ. 5). η ίδια πάντοτε προθεσμία παρατάθηκε μέχρι την 31.10.2008 με το άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 3640/2008 (Α.22/14.2.2008), μέχρι την 30.6.2009 με το άρθρο 9 του ν. 3723/2008 (Α.250/9.12.2008) και μέχρι την 31.12.2009 με το άρθρο 37 του ν. 3779/2009 (Α. 122/21.7.2009). 
    6. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 2644/1998, σχετικά με την νομιμοποίηση της λειτουργίας ορισμένων παρανόμως λειτουργούντων τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι θεωρούνται υπό προθεσμίαν ως «νομίμως λειτουργούντες», θεσπίσθηκε σε χρόνο, κατά τον οποίο είχαν ήδη κινηθεί, με την έκδοση προκηρύξεων, και ήσαν εν εξελίξει διαγωνιστικές διαδικασίες κατά τις πάγιες διατάξεις του ν. 2328/1995, ευλόγως δε αναμενόταν η ολοκλήρωσή τους σε σχετικά βραχύ χρονικό διάστημα, με την έκδοση των αντιστοίχων αδειών, και η συνακόλουθη λήξη της ισχύος της διατάξεως αυτής. Αντιθέτως, με τις διατάξεις του άρθρου 19 του μεταγενέστερου ν. 3051/2002 παρατάθηκε το καθεστώς λειτουργίας των ίδιων τηλεοπτικών σταθμών επ΄ αόριστον, εφ΄ όσον με αυτές καταργήθηκαν οι αρξάμενες διαγωνιστικές διαδικασίες χωρίς να έχουν προκηρυχθεί νέες και χωρίς να τάσσεται στην Διοίκηση εύλογη προθεσμία, μέσα στην οποία θα έπρεπε να έχει ολοκληρώσει την αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών περιφερειακής και τοπικής εμβάλειας. Όμως, η υπό τις εκτεθείσες συνθήκες επ΄ αόριστον ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως, αντίκειται προς το Σύνταγμα. Πρώτον μεν αντιβαίνει προς την θεμελιώδη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου, από την οποία απορρέει η υποχρέωση του Κράτους να εγγυάται υπέρ των πολιτών την πιστή εφαρμογή του νόμου και να προασπίζει τα δημόσια αγαθά. Τούτο επιτυγχάνεται με την αποτελεσματική λειτουργία των κρατικών υπηρεσιών εφαρμογής και επιβολής του νόμου. Έτσι διαφυλάσσεται το κύρος του νόμου και επιβεβαιώνεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στην έννομη τάξη, που πρέπει να γίνεται από όλους σεβαστή. Δημόσιο δε αγαθό αποτελούν οι αριθμητικά περιορισμένες ραδιοσυχνότητες για την πραγματοποίηση τηλεοπτικών εκπομπών αναλογικού σήματος. το δημόσιο αυτό αγαθό προσβάλλεται όταν η χρήση των ραδιοσυχνοτήτων γίνεται χωρίς την απαιτούμενη διοικητική άδεια, δηλαδή αυθαιρέτως και παρανόμως. Δεύτερον δε, η επίμαχη ρύθμιση αντιβαίνει προς την συνταγματική αρχή της ισότητας. Διότι θέτει τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία, ενώ είχαν την πραγματική δυνατότητα και την βούληση να ιδρύσουν τηλεοπτικό σταθμό, δεν το έπραξαν όμως αυθαιρέτως και δεν παρέβησαν τον νόμο, σε εξόχως μειονεκτική μοίρα σε σχέση με τα πρόσωπα, τα οποία, με την αυθαίρετη κατάληψη ραδιοσυχνότητας, ίδρυσαν παρανόμως, χωρίς δηλαδή άδεια, τηλεοπτικό σταθμό. Πράγματι, τα τελευταία αυτά πρόσωπα νέμονται τομέα της αγοράς τηλεοπτικών υπηρεσιών, η λειτουργία της οποίας μάλιστα συνδέεται με την, καίριας σημασίας σε μία δημοκρατική πολιτεία, άσκηση των δικαιωμάτων του πληροφορείν και του πληροφορείσθαι. Η ρύθμιση των επίμαχων διατάξεων θα ήταν, ενδεχομένως, συνταγματική εάν συνέτρεχαν εκ παραλλήλου και σωρευτικώς δυο προϋποθέσεις. Αφ’ ενός μεν εάν η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 3051/2002 δεν εξαρτούσε την εφαρμογή της κατά κύριο λόγο από το συμπτωματικό γεγονός της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών σε δεδομένο χρόνο, αλλά και από κριτήρια συναπτόμενα προς την ύπαρξη πραγματικών καταστάσεων, οι οποίες, αν και δημιουργήθηκαν αυτογνωμόνως, χρήζουν, κατά την κρίση του νομοθέτη νομικής προστασίας, ανεκτής πάντως από το Σύνταγμα. Αφ’ ετέρου δε εάν η διάταξη αυτή ήταν περιορισμένης χρονικής ισχύος, εάν προέβλεπε δηλαδή έναν οπωσδήποτε οριστό καταληκτικό χρόνο ανοχής της λειτουργίας των νομιμοποιούμενων τηλεοπτικών σταθμών . ο χρόνος δε αυτός θα έπρεπε να είναι εύλογος, ως απολύτως αναγκαίος, να αντιστοιχεί δηλαδή προς τον χρόνο, ο οποίος απαιτείται για την ολοκλήρωση μιας το ταχύτερον δυνατόν κινουμένης διαδικασίας αδειοδοτήσεως και, πάντως, να μη υπερβαίνει ένα όριο, πέρα του οποίου, υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, η εξαίρεση, δηλαδή η προσωρινή ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών που ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως με την αυθαίρετη κατάληψη ραδιοσυχνότητας, καθίσταται πλέον κανόνας που παραμερίζει το πάγιο – και εναρμονιζόμενο προς το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος – νομοθετικό καθεστώς. Η υπέρβαση αυτού του ορίου δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να γίνει ανεκτή από την συνταγματική τάξη. Ανεξαρτήτως δε του ζητήματος αν κατά τον χρόνο...

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

ΥΠ' ΑΡΙΘΜΟ 3956/2016 ΑΠΟΦΑΣΗ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ: ΑΡΜΟΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 938 ΚΠΟΛΔ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΧΕΙ ΑΣΚΗΘΕΙ Η ΑΝΑΚΟΠΗ, ΕΣΤΩ ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΡΜΟΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ-ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΤΡΙΤΟΥ, Η ΕΚΤΈΛΕΣΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚ ΤΟΥ ΝΌΜΟΥ ΕΚΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΣΧΟΝΤΑ ΟΚΤΩ (8) ΗΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΧΕΤΗΡΙΟΥ ΣΤΟΝ ΟΦΕΙΛΕΤΗ - ΚΑΘ' ΟΥ Η ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ - ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΑΥΤΟΥ ΔΕΝ ΝΟΕΙΤΑΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ , ΛΟΓΩ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Αριθμός Απόφασης 3956 /2016
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Δριβελέγκα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου της Διοικήσεως,του Πρωτοδικείου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 20.9.2016, για να δικά την υπόθεση:
Του αιτούντα: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «...............................", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Αντωνόπουλου.
Της καθ' ης: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «........................» και τον διακριτικό τίτλο « ..........................», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Τσαλικίδη.
Το αιτούν ζητεί να γίνει δεκτή η από 30.11.2015 με αριθ. καταθ. 108757/1117/2015 αίτησή του αναστολής κατά της εκτέλεσης, η οποία προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 23.2.2016 και κατόπιν αναβολής για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της παραπάνω υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα σημειώματά τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
    Κατά το άρθρο 938 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, όπως οι ανωτέρω παράγραφοι αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 19 § 5 του ν. 4055/2012, με έναρξη ισχύος από 2.4.2012 κατ* άρθρο 113 του ίδιου νόμου: «1. Με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. Η αίτηση αναστολής κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου της ανακοπής και συζητείται υποχρεωτικά κατά την ορισθείσα δικάσιμο αυτής.... 2. Αρμόδιος να διατάξει όσα ορίζει η § 1 είναι ο δικαστής στον οποίο εκκρεμεί η ανακοπή, ο οποίος μπορεί να εμποδίσει με σημείωμα του την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί η απόφαση για την αίτηση αναστολής». Το θέμα που ανακύπτει κατά την πρακτική εφαρμογή του άρθρου 938 § 2 είναι αν με τον όρο «εκκρεμεί», γίνεται παραπομπή στο αρμόδιο καθ" ύλη δικαστήριο της ανακοπής ή απλώς σε εκείνο που εκκρεμεί η ανακοπή, ακόμη κι αν το τελευταίο είναι καθ" ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της. Η γραμματική διατύπωση του νόμου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αρμοδιότητα του κατ' άρθρο 938 ΚΠολΔ δικαστηρίου για εκδίκαση της αίτησης αναστολής θεμελιώνεται σε μόνη την άσκηση της ανακοπής και τη συνακόλουθη αυτής εκκρεμοδικία (221 ΚΠολΔ), η οποία υφίσταται ακόμη κι αν η ανακοπή έχει κατατεθεί σε αναρμόδιο δικαστήριο. Συνεπώς, το δικάζον την αίτηση αναστολής δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την καθ" ύλην αρμοδιότητα του, πρέπει να ερευνήσει μόνον αν η ανακοπή κατατέθηκε στην γραμματεία του και όχι την αρμοδιό-τητα του δικαστηρίου της ανακοπής. Συνεπώς, αναστολή μπορεί να δοθεί και από αναρμόδιο δικαστήριο (βλ. ΜονΠρΠατρ 30/2015 ΕλΔνη 2015.883, Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ Ερμηνευτική Νομολογιακή Ανάλυση υπό άρθ. 938 αριθ. 50, Χαμηλοθώρη «Ασφαλιστικά Μέτρα-Ερμηνεία-Νομολογία» έκδ. 2010 αρ. 2160). Στην προκειμένη περίπτωση το αιτούν ΝΠΔΔ, με την υπό κρίση αίτησή του, ζητεί την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται εναντίον του από την καθ' ής η αίτηση, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ανακοπής του που νομότυπα και εμπρόθεσμα-άσκησε κατά των πράξεων εκτελέσεως ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, καθόσον είναι βέβαιο ότι αυτή (ανακοπή) θα ευδοκιμήσει, ενώ η αναγκαστική εκτέλεση θα του επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη καθώς και να καταδικαστεί η καθ' ης η αίτηση στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αίτηση παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο καθίσταται αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπον για να την δικάσει, ως το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η ανακοπή (βλ. άρθρα 933 και 938 παρ. 2 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη, κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών jμέτρων των διατάξεων άρθρων 686 επ. του ΚΠολΔ (βλ. άρθρο 938 παρ. 3 εδ. α'του ΚΠολΔ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 938 παρ. 1 ΚΠολΔ, για την χορήγηση της αναστολής απαιτείται συμπλεκτικώς η συνδρομή τριών αυτοτελών προϋποθέσεων, ήτοι: α) Η προηγούμενη ή σύγχρονη με την υποβολή της σχετικής αιτήσεως, άσκηση της, κατ" άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής, η οποία ολοκληρώνεται με την επίδοση της στον καθ" ου απευθύνεται αυτή, β) η πιθανολόγηση του παραδεκτού αυτής και της βασιμότητος ενός τουλάχιστον λόγου της και γ) η πιθανολόγηση ότι η αναγκαστική εκτέλεση, που είναι ακόμη εκκρεμής, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα (ΕφΑΘ 5402/1993 ΑρχΝ 1994.308). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, απαραίτητη προϋπόθεση για την χορήγηση της αναστολής εκτέλεσης, είναι η εκτέλεση να είναι ακόμα εκκρεμής. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 983 παρ. 1 ΚΠολΔ η κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου (κατασχετηρίου). Με τη συντέλεση και των δύο ως άνω επιδόσεων της κατασχετήριας έκθεσης, επέρχεται και μια τρίτη έννομη συνέπεια της κατάσχεσης στα χέρια του τρίτου, η αναγκαστική και αυτόματη εκχώρηση της απαιτήσεως που έχει κατασχεθεί από τον μέχρι τότε δικαιούχο της (καθού η εκτέλεση οφειλέτη) στον κατασχόντα δανειστή, καθώς από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 983 παρ. 3, 988 παρ. 1 και 990 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο χώρο της πολιτικής δικονομίας την αυτοδίκαιη εκ του νόμου εκχώρηση στον κατασχόντα της απαιτήσεως που κατασχέθηκε συνεπάγεται η εμπρόθεσμη υποβολή καταφατικής δηλώσεως από τον τρίτο και η πάροδος της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1 προθεσμίας (ΟλΑΠ 3/1993, Α.Π. 1540/2000 Δ. 2001.529). Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, πιθανολογήθηκε ότι, η καθ' ης προέβη σε κατάσχεση εις χείρας τρίτου για την ικανοποίηση των χρηματικών απαιτήσεών της σε βάρος του αιτούντος και δη, επέδωσε στις 18.11.2015 (βλ την υπ' αριθ. 7174Γ/18.11.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρα)τοδικείο Αθηνών Χρήστου Μότσου) στην «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ», το από 16.11.2015 κατασχετήριο εις χείρας αυτής ως τρίτης, για την κατάσχεση των απαιτήσεών της που της επιδικάστηκαν με την υπ' αριθ. 8636/2015 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ποσού 21.671,45 ευρώ, από το συνολικό ποσό που το αιτούν διατηρεί σε λογαρισμό της ανωτέρω τρίτης, το δε από 16.11.2015 κατασχετήριο επέδωσε η καθ' ης και στο αιτούν - καθ' ου η εκτέλεση στις 26.11.2015 (βλ. την υπ' αριθ. 7220Γ/26.11.2015 έκθεση επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή}. Όπως πιθανολογήθηκε από την υπ' αριθ. Ε11187/26.11.2015 έκθεση δήλωσης τρίτου της ως άνω τράπεζας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών στις 26.11.2015, η τελευταία προέβη σε θετική δήλωση περί της υπάρξεως εις χείρας της του ως άνω κατασχεθέντος ποσού. Συνεπεία της ως άνω καταφατικής δήλωσης και εφόσον δεν πιθανολογήθηκε ότι υπήρξαν και άλλοι κατασχόντες και η κατασχεμένη απαίτηση επαρκεί για την ικανοποίηση της καθ' ης, μετά την πάροδο οκτώ (8) ημερών από την παραπάνα) δήλωση και από την, κατά τα ως άνω, ημερομηνία επίδοσης του κατασχετηρίου στο αιτούν - καθ' ου η εκτέλεση, δηλαδή από τις 5.12.2015, ολοκληρώθηκε η επίδικη κατάσχεση, δια της εκ του νόμου αναγκαστικής εκχωρήσεως στην καθ' ης της απαιτήσεως την οποία είχε το αιτούν έναντι της τρίτης Τράπεζας (αρ. 988 παρ. 1 εδαφ. α ΚΠολΔ). Με την εκχώρηση αυτή ολοκληρώθηκε η επισπευδόμενη εκτέλεση σε βάρος του αιτούντος από την καθ' ης, συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναστολής εκτέλεσης έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και, συνεπώς, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, εφόσον πιθανολογήθηκε ότι δεν εκκρεμεί πλέον διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης μεταξύ των διαδίκων από την ως άνω αιτία, για να δύναται το Δικαστήριο να διατάξει την αναστολή αυτής. Τα δικαστικά έξοδα της καθ' ης επιβάλλονται σε βάρος του αιτούντος σε κάθε περίπτωση (άρθρο 84 παρ. 2 Ν. 4194/2013, όπως τροπ. με άρθρο 14 παρ. 3 Ν. 4236/2014), μειωμένα σύμφωνα με τα άρθρα 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 κα^-του ν.δ. 2698/1953.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
       ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων...