Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

ΑΡΘΡΟ 953 ΠΑΡ. 4 ΚΠΟΛΔ- ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΚΑΤΑΣΧΕΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΟΤΑΝ Ο ΟΦΕΙΛΕΤΗΣ ΤΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΜΙΣΘΩΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΛΛΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ Ή ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΠΟΥ ΠΑΡΕΧΕΙ,ΟΠΟΤΕ ΤΟ ΑΠΟΚΟΜΙΖΟΜΕΝΟ ΟΦΕΛΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΪΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΜΟΧΘΟΥ ΤΟΥ

                           Σε αρχείο PDF ΕΔΩ


...................................................

 






  Άλλες συναφείς επί του θέματος αποφάσεις από την νομολογία: 
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 

Δικαστήριο:
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
Τόπος:
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Αριθ. Απόφασης:
13324
Ετος:
2010



Περίληψη
Ακατάσχετα -. Εννοια. Δεν είναι ακατάσχετο το φορτηγό αυτοκίνητο.
Κείμενο Απόφασης
Αριθμός απόφασης 13324/2010
Αριθμός κατάθεσης αίτησης 12781/2010
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Γεώργιος Μίντσης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, που ορίσθηκε με κλήρωση σύμφωνα με το Νόμο.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Δεν ορίσθηκε.
ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ: Της 19ης Απριλίου 2010.
ΑΙΤΩΝ: Στέφανος Παπαδόπουλος του Γερβάσιου, κάτοικος Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. 558) και κατέθεσε έγγραφο σημείωμα.
    ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1) Διαμαντής Κουκότζηλας του Αστεργίου και 2) Γεώργιος Παντελής του Γεωργίου, κάτοικοι αμφότεροι Μεγάλης Παναγιάς Χαλκιδικής, που παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Αστερίου Κλειδαρά (Α.Μ. 7346), ο οποίος κατέθεσε έγγραφο σημείωμα.
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΑΙΤΗΣΗΣ: 22 Μαρτίου 2010.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: 12781/22-3-2010.
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΔΙΚΗΣ: Συντηρητική κατάσχεση.
Η συζήτηση έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα προς τη διάταξη της παρ. 4 του άρθ. 953 ΚΠολΔ, εξαιρούνται από την κατάσχεση, προκειμένου για πρόσωπα που με την προσωπική τους εργασία αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν, τα εργαλεία, μηχανήματα, βιβλία ή άλλα πράγματα που είναι απαραίτητα για την εργασία τους. Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι: α) τα πράγματα πρέπει να είναι απαραίτητα για την καταβολή ορισμένης προσωπικής εργασίας, β) η χρήση των πραγμάτων στην προσωπική εργασία των προσώπων, τα οποία πορίζονται τα αναγκαία για τη ζωή από την καταβολή της εργασίας αυτής, ανεξάρτητα από το φυσικό ή τεχνικό προορισμό τους ή την καταλληλότητα για τη συγκεκριμένη εργασία και γ) πορισμός των αναγκαίων για τη ζωή από την προσωπική εργασία του οφειλέτη (Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, άρθ. 953, αριθ. 22). Ειδικότερα, κρίθηκε ότι τα εργαλεία και τα μηχανήματα είναι ακατάσχετα, όταν ο επαγγελματίας, που τα χρησιμοποιεί, ζει από την προσωπική του εργασία (ΕφΑθ 4611/1990 ΕλλΔνη 32/1064, ΜονΠρΑθ 4090/91 ΑρχΝ 43/266, ΜονΠρΚορ 95/90 ΝοΒ 99/785). Όσον αφορά το αυτοκίνητο ΤΑΧΙ, που εκμεταλλεύεται προσωπικώς ο ιδιοκτήτης του, κρίθηκε ότι αποτελεί εργαλείο προς εξάσκηση του επαγγέλματός του. Αντίθετα, ως προς τα λεωφορεία και τα φορτηγά αυτοκίνητα δεν είναι αυτά ακατάσχετα, γιατί πρόκειται για οικονομικές μονάδες που αποβλέπουν στην εκμετάλλευση και κερδοσκοπία με τη μεταφορά ανθρώπων και πραγμάτων αντίστοιχα (Βαθρακοκοίλης, ό.π., αριθ. 25).
Ο αιτών επικαλείται επικείμενο κίνδυνο και ζητεί να διαταχθεί, ως ασφαλιστικό μέτρο, η συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων των καθ' ων μέχρι του ποσού των 60.000,00 E, προκειμένου να εξασφαλιστεί η απαίτησή του, που αναφέρεται στην αίτηση και κινδυνεύει λόγω της ελαττωμένης περιουσιακής κατάστασης των τελευταίων. Η αίτηση είναι ορισμένη, καθότι αναγράφεται σ' αυτήν ότι υφίσταται κίνδυνος μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων των καθ' ων, και νόμιμη (άρθρα 707 επ. ΚΠολΔ). Δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Οι καθ' ων, με δήλωσή τους στο ακροατήριο και με το σημείωμά τους, ισχυρίσθηκαν ότι καταχρηστικά ασκείται η κρινόμενη αίτηση ως προς τον α' καθ' ου, διότι αυτός είναι κύριος μεγάλης ακίνητης περιουσίας, άρα δεν κινδυνεύει η αξίωση του αιτούντος, αφετέρου δε είναι ακατάσχετο το μόνο περιουσιακό στοιχείο του β' καθ' ου, που είναι ένα φορτηγό αυτοκίνητο, ηλικίας 11 ετών, με το οποίο ο ίδιος μεταφέρει ξυλεία προς βιοπορισμό του. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι απορριπτέοι, ο μεν πρώτος ως ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, γιατί ο ίδιος ο καθ' ου στο σημείωμά του συνομολογεί ότι «το σύνολο της ακίνητης περιουσίας του βρίσκεται ήδη υπό καθεστώς αναγκαστικής κατάσχεσης» και, συνεπώς, συνομολογεί ότι είναι επισφαλής η απαίτηση του αιτούντος, ομοίως δε είναι απορριπτέα η ένσταση ακατασχέτου του φορτηγού αυτοκινήτου που προέβαλε ο β' καθ' ου, σύμφωνα προς όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής, είναι αδιάφορη δε ως προς το κατασχετό η ηλικία του φορτηγού αυτοκινήτου.
    Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης των μαρτύρων των διαδίκων, Σ. Ν. και Ι. Στρατηγάκη και των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν, πιθανολογείται ότι ο αιτών έχει κατά των καθ' ων απαίτηση συνολικού ύψους 50.428,00 E, η οποία προέρχεται από αθέτηση συμφωνίας υλοτόμησης εκ μέρους των καθ' ων δάσους του αιτούντος, εκκρεμεί δε σχετική αγωγή αποζημιώσεως του τελευταίου κατά των πρώτων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Π., επίσης, ότι η περιουσιακή κατάσταση των καθ' ων είναι επισφαλής, γεγονός που δημιουργεί κίνδυνο για την ικανοποίηση της αξίωσης του αιτούντος και επιβάλλει να διαταχθεί το ζητούμενο ασφαλιστικό μέτρο. Επομένως, η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω του αντικειμένου της αίτησης (άρθρο 178 παρ. 3 Κωδ. Δικηγόρων).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας των καθ' ων, που βρίσκεται στα χέρια τα δικά τους ή τρίτου και κάθε απαίτησής τους έναντι τρίτων, προκειμένου να εξασφαλιστεί η απαίτηση του αιτούντος μέχρι του ποσού των εξήντα χιλιάδων (60.000,00) E.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στη Θεσσαλονίκη, στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Α. Π.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Πρόεδρος:
Γεώργιος Μίντσης.
Δικηγόροι:
Σ. Παπαδόπουλος - Α. Κλειδαράς.
Λήμματα:
Ακατάσχετα


ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ 


Δημοσίευση:
ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ
ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ετος:
2010
Τόμος:
64
Σελ.:
1209

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 

Δικαστήριο:
ΕΦΕΤΕΙΟ
Τόπος:
ΠΕΙΡΑΙΑ
Αριθ. Απόφασης:
107
Ετος:
2006



Περίληψη
Κατάσχεση αλιευτικού σκάφους -Κατάσχεται κατ' άρθρον 953 παρ. 4 ΚΠολΔ - Διαδικασία επίσπευσης συζήτησης δικογράφου του αντιδίκου ήδη προσδιορισθέντος σε μεταγενέστερη δικάσιμο -. Το κατασχεθέν αλιευτικό σκάφος, πέραν της θεραπείας στοιχειωδών βιοτικών αναγκών, για την οποία θα αρκούσε η προσωπική εργασία, χρησιμεύει για αποδοτικότερη εκμετάλλευση και αποκόμιση επιχειρηματικού κέρδους προς εξασφάλιση κεφαλαιουχικών αγαθών και μεγαλύτερης ευμάρειας και, συνεπώς, δεν είναι ακατάσχετο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 953 παρ. 4 ΚΠολΔ, κατά την οποία εξαιρούνται από την κατάσχεση, πέραν των στην προηγούμενη παράγραφο κατονομαζομένων κινητών, για τα οποία δεν πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση, τα εργαλεία, μηχανήματα ή άλλα πράγματα των προσώπων εκείνων που αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν με την προσωπική τους εργασία. Δυνατή η επίσπευση της συζήτησης της ανακοπής του αντιδίκου που είχε ορισθεί να εκδικασθεί σε μεταγενέστερη δικάσιμο με τη διάταξη του άρθρου 230 παρ. 2 ΚΠολΔ και σύντμηση της προθεσμίας κλήτευσης του ανακόπτοντα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 150 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Κείμενο Απόφασης
(Απόσπασμα) ... Η κρινόμενη έφεση κατά της με αριθμό 2638/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (αρθρ. 495, 499, 518 παρ.2 Κ.Πολ. Δ), καθόσον δεν επικαλούνται οι διάδικοι, ούτε άλλωστε προκύπτει από τα προσκομισθέντα έγγραφα, ότι έγινε επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών με την από 3-3-2005 ανακοπή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, να ακυρωθεί η κατάσχεση του εν αυτή αλιευτικού σκάφους που επιβλήθηκε με βάση την εν αυτή επιταγή προς πληρωμή παρά πόδας αντιγράφου της εν αυτή διαταγής πληρωμής. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε την ανακοπή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ανακόπτων με την κρινόμενη έφεση του, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, οι οποίοι συνίστανται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της και την παραδοχή της ανακοπής του.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ανακόπτων κατέχει επαγγελματική άδεια αλιείας για όλη την επικράτεια, από του έτους 1996, η διενέργεια της δε πραγματοποιείται με αλιευτικό σκάφος της ιδιοκτησίας του, ονόματι ... με λιμάνι νηολογίου τον Πειραιά και αριθμό ..., μήκους 17,50 μέτρων, πλάτους 5,60 μέτρων, βάθους 1,80 μέτρων, ολικής χωρητικότητας 38,16 κόρων, ( καθαρής 25,95) τύπου μηχανής «CUMMINS», ισχύος 195 HP (ίππων), με ηλεκτρονικό εξοπλισμό, ραντάρ και καμπίνα καπετάνιου, κατασκευής από ξύλο. Στο παραπάνω σκάφος ο ανακόπτων απασχολεί επτά αλιεργάτες. Με τον καθ' ου η ανακοπή, ο οποίος είναι ιχθυέμπορος στον Πειραιά, είχε εμπορική συνεργασία από του έτους 2003, η οποία συνίστατο στην πώληση από αυτόν έναντι προμήθειας, των αλιευμάτων που του παρέδιδε. Με το από 892003 ιδιωτικό έγγραφο που φέρει τις υπογραφές αμφοτέρων των διαδίκων, πράγμα που δεν αμφισβητήθηκε, ο ανακόπτων αναγνωρίζει οφειλή του έναντι του καθ" ου η ανακοπή ύψους 21.450,51 _, την οποία θα καταβάλει σε πρώτη ζήτηση. Με βάση την ενσωματωμένη στο παραπάνω έγγραφο απαίτηση εκδόθηκε σε βάρος του ανακόπτοντα η με αριθμό 848/2004 Διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς πρωτοδικείου Πειραιά. Η διαταγή αυτή επιδόθηκε από τον καθ ου η ανακοπή στον ανακόπτοντα στις 17122004. Στη συνέχεια στις 1312005 επιδόθηκε στον καθ ου η ανακοπή φωτοτυπικό αντίγραφο απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής με σχετική επιταγή προς πληρωμή και με τη με αριθμό 1.162/2005 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ευάγγελου Λαυρεντάκη κατασχέθηκε το παραπάνω αλιευτικό σκάφος. Ο δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός αυτού είχε μεν ορισθεί για 1342005, αλλά δεν έγινε, διότι, με την αριθμ. 2.789/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά διατάχθηκε διόρθωση της αξίας του και ορίσθηκε ημέρα νέου πλειστηριασμού η 862005. Ο ανακόπτων άσκησε κατά της παραπάνω κατάσχεσης την κρινόμενη από 332005 ανακοπή, η οποία προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί στις 17112005. Με την αριθμ. 2.793/1142005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), διατάχθηκε η αναστολή της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της παραπάνω ανακοπής, με τον λόγο, ότι το κατασχεθέν αλιευτικό σκάφος εξαιρείται της αναγκαστικής κατάσχεσης, κατ' άρθρο 953 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, αφού από αυτό ο ανακόπτων πορίζεται τα αναγκαία μέσα, για τον βιοπορισμό αυτού και της οικογένειας του. Με την από 2142005 αίτηση κλήση ο καθ "ου η ανακοπή και επισπεύδων την εκτέλεση, ζήτησε επίσπευση της συζήτησης που είχε ορισθεί κατά τα εκτεθέντα για την ανακοπή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 230 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και σύντμηση της προθεσμίας κλήτευσης του ανακόπτοντα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 150 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. Κατά παραδοχή της παραπάνω αίτησης, με σχετική πράξη του αρμόδιου δικαστή Του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, παρά πόδας της ως άνω αίτησης-κλήσης επισπεύτηκε η συζήτηση της παραπάνω ανακοπής και συντμήθηκε η προθεσμία κλήτευσης, ορίσθηκε δε συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο της 17-5-2005 και κλήτευση του ανακόπτοντα πριν 5 ημέρες , οπότε και συζητήθηκε αυτή, παρισταμένου του ανακόπτοντα και εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Κατ1 ακολουθία των ανωτέρω, ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιλήφθηκε της συζήτησης της κρινόμενης ανακοπής κατά τη δικάσιμο της 17-5-2005, αφού είχε προηγηθεί πράξη του αρμόδιου δικαστή επίσπευσης της συζήτησης της και είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι σχετικοί λόγοι έφεσης που υποστηρίζουν αντίθετα. Εξάλλου, καμία έννομη επιρροή δεν άσκησε για τη συζήτηση της ανακοπής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το αίτημα που σωρευόταν στην παραπάνω κλήση, για ανάκληση της προαναφερθείσας 2.793/11 -4-2005 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία διατάχθηκε η αναστολή της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, αφού η απόφαση αυτή έπαυσε να ισχύει με την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής και ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι είναι χωρίς αντικείμενο η έρευνα του αιτήματος αυτού περί ανάκλησης της ως άνω απόφασης ασφαλιστικών μέτρων που περιείχετο στην προαναφερθείσα αίτηση-κλήση του καθ "ου η ανακοπή. Περαιτέρω από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η απαίτηση με την οποία επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση είναι ανύπαρκτη, αφού όπως προαναφέρθηκε ο ανακόπτων σε ιδιωτικό έγγραφο που φέρει την μη αμφισβητηθείσα υπογραφή του, αναγνωρίζει οφειλή του προς τον καθ' ου η ανακοπή, ύψους 21.450,51_. Ούτε βέβαια αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ανακόπτοντα, ότι ο καθ" ου, υφάρπασε ην υπογραφή του στο ως άνω έγγραφο, αφού ο ίδιος, λόγω του αναλφαβητισμού του, αγνοούσε τάχα το περιεχόμενο του και πίστευε ότι σε αυτό αναγράφεται οφειλή του καθ" ου προς αυτόν από την πώληση αλιευμάτων. Ούτε άλλωστε ο επιμέλεια του εξετασθείς μάρτυρας κατέθεσε οτιδήποτε ενισχυτικό του άνω ισχυρισμού επί του θέματος αυτού. ’λλωστε αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων είναι επαγγελματίας αλιέας, απασχολεί στο προαναφερθέν σκάφος του περί τα επτά άτομα (βλ. κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα), ημερησίως αποκερδαίνει μέχρι και 1.000.000 δρχ. και συνεπώς είναι έμπειρος στις συναλλαγές και δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του και ο σχετικός λόγος ανακοπής, κατά τον οποίο αγνοούσε τι υπογράφει. Τέλος, καίτοι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είχε επιδοθεί στον ανακόπτοντα το πρώτον στις 17-12-2004 αυτός δεν άσκησε ανακοπή κατά της διαταγής αυτής, ούτε διαμαρτυρήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο για την απαίτηση του παραπάνω ποσού και μόνο όταν αυτή επιδόθηκε για δεύτερη φορά, με σχετική επιταγή προς πληρωμή και επιβλήθηκε η προαναφερθείσα κατάσχεση, άσκησε την κρινόμενη ανακοπή. Κατ" ακολουθία των ανωτέρω η κρινόμενη ανακοπή είναι απορριπτέα, ως ουσία αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια και απέρριψε αυτήν, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο σχετικός λόγος έφεσης που υποστηρίζει αντίθετα. Περαιτέρω αποδείχθηκε, κατά τα εκτεθέντα, ότι ο ανακόπτων είναι επαγγελματίας αλιέας και απασχολεί στο αλιευτικό του σκάφος επτά άτομα, με σκοπό την αλιεία και μεταπώληση των αλιευμάτων, με αποκόμιση κέρδους. Επομένως, πέραν της θεραπείας στοιχειωδών βιοτικών αναγκών, για την οποία θα αρκούσε η προσωπική εργασία, το ως άνω σκάφος χρησιμεύει για αποδοτικότερη εκμετάλλευση και αποκόμιση επιχειρηματικού κέρδους προς εξασφάλιση κεφαλαιουχικών αγαθών και μεγαλύτερης ευμάρειας και συνεπώς δεν είναι ακατάσχετο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 953 παρ.4 Κ.Πολ.Δ, κατά την οποία εξαιρούνται από την κατάσχεση, πέραν των στην προηγούμενη παράγραφο κατονομαζομένων κινητών, για τα οποία δεν πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση, τα εργαλεία μηχανήματα ή άλλα πράγματα των προσώπων εκείνων που αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν με την προσωπική τους εργασία ((βλ. σχετικά Μπρίνιας, Αναγκαστική εκτέλεση έκδ. β' τόμος 2ος παρ.269, Β. Βαθρακοκοίλη, Κ. Πολ.Δ. στο άρθρο 953, παρ. 22 σελ. 686, Ε.Α. 9611/1990 Δ/νη 32, 1064). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο λόγος ανακοπής κατά τον οποίο το ως άνω σκάφος χρησιμοποιείται γιά την άσκηση της προσωπικής εργασίας του ανακόπτοντα, αν ήθελε υποτεθεί ότι αποτελεί ισχυρισμό περί του ότι αυτό εξαιρείται της κατάσχεσης, είναι απορριπτέος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε αυτόν σιγή, ορθά έκρινε κατ' αποτέλεσμα και είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο σχετικός λόγος έφεσης που υποστηρίζει αντίθετα. Η έφεση συνεπώς είναι απορριπτέα στο σύνολό της.


Πρόεδρος:
Ελευθέριος Ζάμπρας
Δικηγόροι:
Ειρήνη- Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη
Λήμματα:
Κατάσχεση αλιευτικού σκάφους ,Κατάσχεται κατ' άρθρον 953 παρ 4 ΚΠολΔ ,Διαδικασία επίσπευσης συζήτησης δικογράφου του αντιδίκου ήδη προσδιορισθέντος σε μεταγενέστερη δικάσιμο


ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ 


Δημοσίευση:
ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ
Ετος:
2006
Τόμος:
28
Σελ.:
235

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 

Δικαστήριο:
ΕΦΕΤΕΙΟ
Τόπος:
ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:
9611
Ετος:
1990



Περίληψη
Αναγκαστική εκτέλεση.- Ακατάσχετα.- Εξαιρούνται της κατασχέσεως τα εργαλ εία, μηχανήματα ή άλλα πράγματα, τα οποία χρησιμοποιούνται στην προσωπικ ή εργασία του οφειλέτη.- Οταν, όμως, αυτά χρησιμεύουν όχι για τη θεραπεί α στοιχειωδών βιοτικών αναγκών για την οποία θα αρκούσε η προσωπική εργα σία, αλλά για την αποδοτικότερη εκμετάλλευση επιχείρησης, αποκόμιση κέρδ ους και εξασφάλιση κεφαλαιουχικών αγαθών, είναι δεκτικά κατάσχεσης.-
Κείμενο Απόφασης
Κατ' άρθρο 953 § 4 ΚΠολΔ, εξαιρούνται από την κατάσχεση, πέραν των στην προηγούμενη παράγραφο κατονομαζομένων κινητών γιά τα οποία δεν πρόκειται στη δικαζόμενη υπόθεση, τα εργαλεία επίσης, μηχανήματα ή άλλα πράγματα των προσώπων εκείνων που αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν με την προσωπική τους εργασία, εκ του οποίου συνάγεται ότι η διάταξη αυτή, που πρέπει να ερμηνεύεται στενά ως εκ της, υπό τη μορφή εξαιρέσεως, διατυπώσεώς της, αποβλέπει στο να αποφεύγεται η δια της κατασχέσεως τέτοιων κινητών πραγμάτων επαγγελματική αχρήστευση και μέσω αυτής διακινδύνευση της οικονομικής εξοντώσεως του καθού η εκτέλεση. Οταν, όμως, ο επαγγελματίας αυτός ζει όχι μόνο από την προσωπική του εργασία, αλλά με μίσθωση εργασίας και άλλων προσώπων ή χρησιμοποιεί κεφάλαιο μη έχοντα δευτερεύοντα σε σχέση με την προσωπική εργασία χαρακτήρα, τότε το αποκομιζόμενο όφελος δεν είναι πλέον προϊόν προσωπικού μόχθου, αλλά επιχειρηματικό κέρδος. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή τα ανωτέρω κινητά πράγματα πέραν της θεραπείας στοιχειωδών βιοτικών αναγκών, για την οποία θα αρκούσε η προσωπική εργσία, χρησιμεύουν για αποδοτικότερη εκμετάλλευση και αποκόμιση κέρδους, προς εξασφάλιση κεφαλαιουχικών αγαθών και μεγαλύτερης ευμάρειας, που δεν πρέπει να εξασφαλίζονται σε βάρος των πιστωτών του εν λόγω επαγγελματία (βλ. Μπρίνια:Αναγκ. Εκτ. Β' εκδ. τομ.β' § 269, Π, Κωνσταντινίδη στο ΑρχΝ ΚΑ 790 επ., ΕΑ 129/70 Αρμ24.533). (Στη συνέχεια κρίνεται ότι δέκα καρέκλες, έγχρωμη τηλεόραση και πλεονάζον επαγγ. ψυγείο καφενείου χαρτοπαικτικής λέσχης δεν είναι ακατάσχετα).


Πρόεδρος:
Νικόλαος Στυλιανάκης
Εισηγητές:
Εισηγητης: Δημοσθένης Πρίντζης


ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ 

Δημοσίευση:
Ελληνική Δικαιοσύνη
ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ

ΕτοςΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 










ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 

Δικαστήριο:
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
Τόπος:
ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:
7894
Ετος:
2010



Περίληψη
Ανακοπή για την ακύρωση έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών - Ακατάσχετα - Οφειλές στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ -. Απόρριψη ανακοπής για την ακύρωση έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών λόγω οφειλών στο ΙΚΑ. Κρίθηκε ότι η ανακοπή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της έκθεσης κατάσχεσης είχε ασκηθεί εκπρόθεσμα, δηλ, μετά την πάροδο τριάντα ημερών. Εξαιρούμενα από την κατάσχεση εργαλεία, μηχανήματα κ.λπ. των προσώπων που αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν με την προσωπική τους εργασία. Η εξαίρεση όμως αυτή δεν ισχύει όταν ο επαγγελματίας αυτός ζει όχι μόνο από την προσωπική του εργασία, αλλά με μίσθωση εργασίας και άλλων προσώπων, τότε το αποκομιζόμενο όφελος δεν είναι πλέον προϊόν προσωπικού μόχθου, αλλά επιχειρηματικό κέρδος. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή τα ανωτέρω κινητά πράγματα πέραν της θεραπείας στοιχειωδών βιοτικών αναγκών, για την οποία θα αρκούσε η προσωπική εργασία, χρησιμεύουν για αποδοτικότερη εκμετάλλευση και αποκόμιση κέρδους, προς εξασφάλιση κεφαλαιουχικών αγαθών και μεγαλύτερης ευμάρειας, που δεν πρέπει να εξασφαλίζονται σε βάρος των πιστωτών του εν λόγω επαγγελματία. Αλυσιτελώς προβάλλεται από τον ανακόπτοντα ότι σε περίπτωση που εκπλειστηριασθούν τα κατασχεθέντα αντικείμενα θα αναγκαστεί να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας των είκοσι υπαλλήλων που απασχολεί, λόγω αδυναμίας συνέχισης της δραστηριότητάς του διότι η ενδεχόμενη βλάβη των εργαζομένων δεν αποτελεί νόμιμο λόγο ανακοπής κατά του προγράμματος πλειστηριασμού.
Κείμενο Απόφασης
Αριθμός απόφασης 7894/2010
ΓΑΚ 16226/2010
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ
Τμήμα Υποθέσεων Ν. 1406/83
και Αναστολών
σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Μαΐου 2010 με δικαστή την Καλλιόπη Γαλετάκη, Πρωτοδίκη Δ.Δ., και γραμματέα τη Χρύσα Κοντογιάννη, δικαστική υπάλληλο,
    γ ι α να δικάσει την ανακοπή με χρονολογία κατάθεσης 6-5-2010
    τ ο υ ...., κατοίκου Ελευσίνας Αττικής (...), ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Αθανάσιο Αλαμπάνη,
    κ α τ ά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ – ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ», (Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.), που εκπροσωπήθηκε από τον Διευθυντή του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. Ελευσίνας, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, αλλά παραστάθηκε με την από 7-5-2010 δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 εδάφ. β΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, της Δικαστικής Αντιπροσώπου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σπυριδούλας Φωτοπούλου.
    Κατά τη συζήτηση, ο διάδικος που παραστάθηκε ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
    Η κ ρ ί σ η τ ο υ Δ ι κ α σ τ η ρ ί ο υ
ε ί ν α ι η ε ξ ή ς:
1. Επειδή, με την κρινόμενη ανακοπή, για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (σχ. τα υπ’ αριθμ. Σειράς Α΄ 2505313 και 5193213/6.5.2010 γραμμάτια παραβόλου), ο ανακόπτων επιδιώκει την ακύρωση της υπ’ αριθμ. 2331/26.11.2009 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Βασιλείου Δήμου, καθώς και του υπ’ αριθμ. πρωτ. 40/18.3.2010 (Αριθμ. Ειδικού Βιβλίου 1/2010) Προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού με το οποίο επισπεύδεται αναγκαστικός πλειστηριασμός των κινητών ιδιοκτησίας του τα οποία περιγράφονται στο πρόγραμμα αυτό, λόγω οφειλών του στο επισπεύδον Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Ελευσίνας, από πράξεις επιβολής εισφορών (Π.Ε.Ε), πράξεις επιβολής πρόσθετων επιβαρύνσεων εισφορών (Π.Ε.Π.Ε.Ε.) και πράξεις επιβολής προστίμων ακαταχώριστων εργαζομένων (Π.Ε.Π.Α.Ε.), χρονικής περιόδου 1.5.2003 έως 31.12.2009, συνολικού ποσού 207.833,66 ευρώ, πλέον των νομίμων προσαυξήσεων και εξόδων εν γένει.
    2. Επειδή, στο άρθρο 217 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.) ορίζεται ότι: «Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά : α)…β) της κατασχετήριας έκθεσης, γ) του προγράμματος πλειστηριασμού δ)… ε)...», περαιτέρω στο άρθρο 220 ορίζεται ότι: «1. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 2, η κατά το άρθρο 217 ανακοπή ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών, η οποία αρχίζει : α) στις περιπτώσεις α`, β` και δ` της παρ. 1, από την επίδοση, αλλιώς από την πλήρη γνώση της πράξης ταμειακής βεβαίωσης, της κατασχετήριας έκθεσης και της έκθεσης πλειστηριασμού, αντιστοίχως. 2. Ειδικώς, η κατά περίπτωση γ΄ της παρ.1 του άρθρου 217 ανακοπή ασκείται μέσα σε προθεσμία τριών (3) εργάσιμων ημερών, η οποία αρχίζει από την επίδοση του προγράμματος πλειστηριασμού».
    3. Επειδή, η κρινόμενη ανακοπή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 2331/26.11.2009 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης είναι απορριπτέα ως εκπρόθεσμη, κατά το βάσιμο σχετικό ισχυρισμό του καθού, δεδομένου ότι ασκήθηκε στις 6.5.2010 (ΓΑΚ 16226/2010), ήτοι μετά την πάροδο των 30 ημερών, σύμφωνα με το άρθρο 220 παρ.1 Κ.Δ.Δ., αν και είχε κοινοποιηθεί, εγκύρως, στις 26.11. 2009, στην υπάλληλο του ανακόπτοντος ... στο κατάστημά του επί της ... { (σχ. το υπ’ αριθμ. 2674 γ/26.11.2006 αποδεικτικό επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Β. Δήμου), (βλ. Σ.τ.Ε. 4788/1996, 347/2000)}.
    4. Επειδή , η παρούσα ανακοπή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του υπ’αριθμ. πρωτ. 40/18.3.2010(Αριθμ. Ειδικού Βιβλίου 1/2010) Προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω στην ουσία της.
    5. Επειδή, στο άρθρο 17 παρ. 2 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.- Φ.Ε.Κ. Α΄ 90) ορίζεται ότι: «2. Επί πλέον των εν παραγρ. 1 περιουσιακών στοιχείων εξαιρούνται της κατασχέσεως επί προσώπων τα οποία πορίζονται τα προς το ζην διά καταβολής προσωπικής εργασίας, τα απαραίτητα διά την εργασίαν αυτών εργαλεία, μηχανήματα, βιβλία ή άλλα πράγματα…». Εξάλλου, στο άρθρο 224 παρ. 1, 3 του Κ.Δ.Δ. ορίζεται ότι: «1.Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της… 3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης», ενώ, τέλος στο άρθρο 225 ορίζεται ότι: «Το δικαστήριο αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση, προβαίνει στην απόρριψη της ανακοπής».
    6. Επειδή η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 ΚΕΔΕ, σύμφωνα με την οποία εξαιρούνται από την κατάσχεση, τα εργαλεία, μηχανήματα ή άλλα πράγματα των προσώπων εκείνων που αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν με την προσωπική τους εργασία, αποβλέπει στο να αποφεύγεται η δια της κατασχέσεως τέτοιων κινητών πραγμάτων επαγγελματική αχρήστευση και μέσω αυτής διακινδύνευση της οικονομικής εξοντώσεως του καθού η εκτέλεση. Όταν, όμως, ο επαγγελματίας αυτός ζει όχι μόνο από την προσωπική του εργασία, αλλά με μίσθωση εργασίας και άλλων προσώπων, τότε το αποκομιζόμενο όφελος δεν είναι πλέον προϊόν προσωπικού μόχθου, αλλά επιχειρηματικό κέρδος. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή τα ανωτέρω κινητά πράγματα πέραν της θεραπείας στοιχειωδών βιοτικών αναγκών, για την οποία θα αρκούσε η προσωπική εργασία, χρησιμεύουν για αποδοτικότερη εκμετάλλευση και αποκόμιση κέρδους, προς εξασφάλιση κεφαλαιουχικών αγαθών και μεγαλύτερης ευμάρειας, που δεν πρέπει να εξασφαλίζονται σε βάρος των πιστωτών του εν λόγω επαγγελματία (πρβλ. ΕφΑθ 9611/1990, ΕφΠειρ 107/2006).
    7. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την 2331/26.11.2009 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... επιβλήθηκε κατάσχεση επί των κατωτέρω κινητών πραγμάτων ιδιοκτησίας του ανακόπτοντος :1) ενός φούρνου επαγγελματικού –ηλεκτρονικού, δώδεκα τελάρων μάρκας ΤΕΚΜΑ, μεταχειρισμένου σε άριστη κατάσταση και λειτουργία, η αξία του οποίου εκτιμήθηκε στο ποσό των 40.000 ευρώ, 2) τεσσάρων (4) βιτρινών – ψυγείων για σφολιατοειδή και καφέ ,μάρκας Ευρωψυκτική, μεταχειρισμένων σε άριστη κατάσταση και λειτουργία η αξία των οποίων εκτιμήθηκε στο ποσό των 15.000 ευρώ η κάθε μία, και συνολικά στο ποσό των 60.000 ευρώ, 3) μιας αρτοθήκης, μάρκας Ευρωψυκτική, μεταχειρισμένης σε άριστη κατάσταση, η αξία της οποίας εκτιμήθηκε στο ποσό των 10.000 ευρώ,4) τριών (3) πάγκων βιτρινών-ψυγείων για γλυκά, μάρκας Ευρωψυκτική, μεταχειρισμένων σε άριστη κατάσταση η αξία των οποίων εκτιμήθηκε στο ποσό των 12.000 ευρώ ο καθένας και συνολικά στο ποσό των 36.000 ευρώ και 5) δύο (2) ψυγείων ζαχαροπλαστείου, μάρκας Ευρωψυκτική, μεταχειρισμένων σε άριστη κατάσταση, η αξία των οποίων εκτιμήθηκε στο ποσό των 7.000 ευρώ το καθένα και συνολικά στο ποσό των 14.000 ευρώ, ήτοι με συνολική κατ΄εκτίμηση αξία αυτών 160.000 ευρώ. Εν συνεχεία, η Διευθύντρια του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Ελευσίνας εξέδωσε το υπ’ αριθμ. πρωτ.40/18.3.2010 (Αριθμ. Ειδικού Βιβλίου 1/2010) Πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού με το οποίο επισπεύδεται η εκπλειστηρίαση των ανωτέρω κινητών για την ικανοποίηση των αναφερόμενων στην εισαγωγική σκέψη της παρούσας χρεών του ανακόπτοντος, με το οποίο ορίσθηκε τόπος του πλειστηριασμού το κατάστημα του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, ημέρα διενέργειας η 12-5-2010 και από ώρα 4:00 το απόγευμα έως 5:00 το απόγευμα της ίδιας ημέρας και τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 128.000 ευρώ.
    8. Επειδή, με την κρινόμενη ανακοπή και το από 10.5.2010 υπόμνημά του ο ανακόπτων επιδιώκει την ακύρωση του ως άνω προγράμματος πλειστηριασμού του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Ελευσίνας, προβάλλοντας κατ΄αρχήν ότι για τις σχετικές οφειλές είχε ήδη προβεί σε σχετική αίτηση για ρύθμιση των χρεών του και συνεπώς δεν είναι δυνατή η λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του προσκομίζει και την υπ’ αριθμ. πρωτ. 2082/7.4.2010 αίτησή του προς το επισπεύδον , με την οποία ζητεί να γίνει σχετικός έλεγχος και ρύθμιση των τυχόν οφειλών του κατ’ άρθρο 19 Ν. 3833/2010. Αντιθέτως, το επισπεύδον, με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 65/6.5.2010 έκθεση απόψεών του προβάλλει ότι για τις απαιτήσεις για τις οποίες επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση ο ανακόπτων είχε ήδη προβεί σε ρύθμιση των οφειλών στις 12.1.2004 και στις 25.2.2005, αλλά από 1.9.2006 απώλεσε τη ρύθμιση, λόγω του ότι διέκοψε την τμηματική καταβολή, ενώ οφείλει και εισφορές από 7/2009 έως 3/2010. Με αυτά τα δεδομένα, ο σχετικός ισχυρισμός του ανακόπτοντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθώς ο ανακόπτων έχει απωλέσει τις από 12.1.2004 και 25.2.2005 ρυθμίσεις των οφειλών του, ενώ, όσον αφορά την τελευταία αίτησή του περί νέας ρύθμισης στις 7.4.2010, ουδέν στοιχείο προσκομίζει περί αποδοχής της από το επισπεύδον και υπαγωγής του σε αυτή. Περαιτέρω, ο ανακόπτων προβάλλει ότι παρανόμως επιβλήθηκε κατάσχεση στα προαναφερθέντα κινητά ιδιοκτησίας του, εξαιτίας του ότι εμπίπτουν στα ακατάσχετα, κατ’ άρθρο 953 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ. Ο ισχυρισμός του πέραν του ότι ερείδεται επί εσφαλμένης νομικής διάταξης, αφού εν προκειμένω εφαρμοστέα είναι η διάταξη του άρθρου 17 Κ.Ε.Δ.Ε., είναι απορριπτέος και ως ουσία αβάσιμος διότι τα εκπλειστηριαζόμενα κινητά δεν αποτελούν τα προς το ζην διά καταβολής προσωπικής εργασίας, απαραίτητα εργαλεία και μηχανήματα αλλά αντιθέτως χρησιμεύουν για την αποδοτικότερη εκμετάλλευση και αποκόμιση κέρδους προς εξασφάλιση κεφαλαιουχικών αγαθών και μεγαλύτερης ευμάρειας. Τούτο δε συνάγεται αφενός μεν από το ότι απασχολεί στην ατομική του επιχείρηση 20 άτομα - όπως ο ίδιος προβάλει με το δικόγραφο της ανακοπής του - και συνεπώς ζει όχι μόνο από την προσωπική του εργασία αλλά με μίσθωση εργασίας και άλλων προσώπων και το αποκομιζόμενο όφελος από τη χρήση των εν λόγω μηχανημάτων δεν είναι προϊόν προσωπικού μόχθου αλλά επιχειρηματικό κέρδος, αφετέρου δε από το ότι εκτός του κεντρικού καταστήματος επί της οδού ... στην Ελευσίνα, διατηρεί και πέντε ακόμη υποκαταστήματα - αρτοποιεία στην περιοχή της Ελευσίνας, όπως προκύπτει από την εταιρική σφραγίδα επί της με αριθμ. πρωτ. 526/27.11.2010 κατάστασης προσωπικού που έχει υποβάλει στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας –Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Ελευσίνας καθώς και τα αντίγραφα των εντύπων Ε3 οικονομικών ετών 2009 και 2008 που έχει υποβάλει στη Δ.Ο.Υ. Ελευσίνας. Τέλος, αλυσιτελώς προβάλλεται από τον ανακόπτοντα ότι σε περίπτωση που εκπλειστηριασθούν τα κατασχεθέντα αντικείμενα θα αναγκαστεί να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας των είκοσι υπαλλήλων που απασχολεί, λόγω αδυναμίας συνέχισης της δραστηριότητάς του διότι η ενδεχόμενη βλάβη των εργαζομένων δεν αποτελεί νόμιμο λόγο ανακοπής κατά του προγράμματος πλειστηριασμού.
    9. Επειδή, κατ’ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου υπέρ του Δημοσίου, κατ’ άρθρο 277 παρ. 9 α΄ εδαφ. Κ.Δ.Δ., ενώ, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, να απαλλαγεί ο ανακόπτων από τα δικαστικά έξοδα του καθού, κατ’ άρθρο 275 παρ.1 εδ. ε’ Κ.Δ.Δ.
    ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την ανακοπή.
Διατάσσει την κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου, υπέρ του Δημοσίου.
    Απαλλάσσει τον ανακόπτοντα από τα δικαστικά έξοδα του καθού.
    Η απόφαση δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 11 Μαΐου 2010.
    Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Πρόεδρος:
Καλλιόπη Γαλετάκη
Δικηγόροι:
Αθανάσιος Αλαμπάνης, Σπυριδούλα Φωτοπούλου (ΝΣΚ)
Λήμματα:
Ανακοπή για την ακύρωση έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών ,Ακατάσχετα ,Οφειλές στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ


ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ 

Δημοσίευση:
ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ