Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

1636/2016 ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ: ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΩΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ ΛΟΓΩ ΤΥΠΟΛΑΤΡΙΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ, ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΩΝ, ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΦΕΙΛΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΑ, ΑΛΛΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΛΑΒΟΝΤΑ ΤΟ ΥΠΟΓΡΑΦΟΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΑ ΕΓΓΡΑΦΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ , Ο ΟΠΟΙΟΣ 1) ΔΕΝ ΥΠΕΓΡΑΨΕ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ ΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΕΓΓΡΑΦΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ , ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΟΜΩΣ ΠΡΟΣΑΡΤΗΣΕ ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ,ΠΟΥ ΣΥΝΕΤΑΞΕ ΚΑΙ 2) ΔΕΝ ΑΝΕΦΕΡΕ ΣΤΗΝ ΈΚΘΕΣΗ ΑΥΤΗ ΕΠΙ ΛΕΞΕΙ ΟΤΙ ΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ, ΠΟΥ ΠΑΡΕΛΑΒΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΥΝΑΨΕ ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΠΟΥ ΣΥΝΕΤΑΞΕ , ΑΠΟΤΕΛΕΙ "ΕΝΙΑΙΟ ΣΩΜΑ" ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΑΥΤΗ , ΚΑΙΤΟΙ ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΚΑΝΕΙ «ΕΙΔΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ» ΣΕ ΑΥΤΟ , ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΣ ΟΤΙ ΑΣΚΕΙΤΑΙ ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΥΝΗΜΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΑΥΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ!

     Άξιο μνείας το γεγονός ότι η Πρόεδρος του Δικαστηρίου , Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου κ. Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και το μέλος αυτού κ. Βασίλειος Καπελούζος , που εξέδωσε την παραπάνω ΟΜΟΦΩΝΗ απόφαση,  έχουν συμμετάσχει σε άλλη σύνθεση του ίδιου Δικαστηρίου, που με την υπ' αριθμό 35/2014 απόφασή του, επίσης ΟΜΟΦΩΝΑ εκδοθείσα ,  έκρινε ότι τυχόν απόρριψη αναίρεσης ,ως απαράδεκτης, για τον παραπάνω λόγο  θα ήταν  αντίθετη προς την ΕΣΔΑ!!!, κατ' επίκληση  της από 27.5.2014 απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ,   που εκδόθηκε επί της υπόθεσης  Μπουλουγουράς κατά Ελλάδας και συγκεκριμένα έκριναν ότι  η αναίρεση είναι παραδεκτή , έστω κι αν το συνημμένο στην έκθεση, που συντάσσει ο γραμματέας ή ο διευθυντής της φυλακής , έγγραφο, που περιέχει τους λόγους της , δεν υπογράφεται από τον γραμματέα ή τον διευθυντή της φυλακής, αρκεί να γίνεται "ειδική αναφορά" του εν λόγω εγγράφου στην συνταχθείσα από τον γραμματέα ή τον διευθυντή της φυλακής έκθεση  , έτσι ώστε να "θεωρηθεί" ότι αποτελεί "ενιαίο σώμα" με αυτήν , χωρίς βέβαια να αξιώνεται  να αναφέρεται πανηγυρικά η  φράση ότι "αποτελεί "ενιαίο σώμα"".  
    Παρακάτω παρατίθενται και οι δύο προαναφερόμενες αποφάσεις και ο καθένας ας συνάγει τα συμπεράσματά του για τον τρόπο, με τον οποίο απονέμεται η δικαιοσύνη στην χώρα μας, συνεκτιμώμενου  βέβαια και του γεγονότος ότι οι άνθρωποι μπορούν και δικαιούνται να αλλάζουν άποψη μέσα σε  δύο χρόνια...   
     
Έχουμε και λέμε λοιπόν....
Α.
Υπ' αριθμό 1636/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία οι δικαστές Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Βασίλειος Καπελούζος δέχονται ότι είναι απορριπτέα  μία αναίρεση γιατί ο διευθυντής της  φυλακής , που παρέλαβε ,από τον κρατούμενο αναιρεσείοντα , έγγραφο , υπογραφόμενο από τον αναιρεσείοντα, με τους λόγους της  αναίρεσης, το οποίο προσάρτησε στην έκθεση που συνέταξε, δεν το υπέγραψε και ο ίδιος, παρά μόνον ο αναιρεσείων καθώς  επίσης και γιατί  το παραπάνω έγγραφο , αν και  γίνεται ειδική αναφορά του   στην παραπάνω έκθεση , ως περιέχοντος  τους λόγους της αναίρεσης και προσαρτάται στην έκθεση  , δεν αποτελεί "ενιαίο σώμα" με αυτήν, γιατί δεν αναφέρεται τούτο στην εν λόγω έκθεση!  



Αριθμός 1636/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ; ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου -Πετρουλάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 118/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου .......... ή ........ . του ........., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Αμφισσας, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Τσαλικίδη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 383,449,450/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Με συγκατηγορούμενο τον .......... του .........
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Δεκεμβρίου 2015 αίτησή του
αναιρέσεως, μετά των από 10 Μαρτίου 2016 και 19 Σεπτεμβρίου 2016 προσθέτων λόγων, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 228/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 474 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι, με την επιφύλαξη της διατάξεως...
της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σε εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του (άρθρ. 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ στην έκθεση (ασκήσεως του ενδίκου μέσου), πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως είναι να περιέχεται σε αυτή ισχυρός λόγος αναιρέσεως εκ των διαλαμβανομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 ίδιου Κώδικα. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός πρέπει να είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διότι διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Απλή παράθεση του κείμενου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Περαιτέρω από τα άρθρα 476 παρ. 1, 509 παρ. 2 και 513 παρ. 1, συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, είναι το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης. Εάν αυτή είναι απαράδεκτη, εκτός άλλων λόγων και διότι είναι αόριστοι και ασαφείς οι λόγοι της, τότε είναι απαράδεκτοι καΐσατρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και δεν επιτρέπεται με αυτούς ούτε ακόμη και διασαφήνιση, ανάπτυξη ή συμπλήρωση των αόριστων και ασαφών λόγων της αίτησης αναίρεσης. Συνεπώς, αν δεν υπάρχει τουλάχιστον ένας ορισμένος λόγος αναιρέσεως, δεν ερευνώνται οι πρόσθετοι λόγοι, ακόμη και αν είναι από εκείνους που κατά το άρθρο 511 λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, διότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει αναίρεση (ολ.ΑΠ 19/2001 ΑΠ ολ. 2/2002).
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αναιρέσεως κατ'αποφάσεως ασκεί αυτήν με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή με δήλωση στο διευθυντή των φυλακών, όπου ο δικαιούμενος σε αναίρεση κρατείται, για την οποία συντάσσεται έκθεση, στην οποία διατυπώνονται οι λόγοι ασκήσεως του ενδίκου μέσου και υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και εκείνον που την δέχεται και όχι με δικόγραφο που κατατίθεται ή εγχειρίζεται στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο διευθυντή των φυλακών όπου κρατείται ο αναιρεσείων, έστω και αν για την κατάθεση ή εγχείρηση του δικογράφου αυτού ο γραμματεύς ή ο διευθυντής των φυλακών συνέταξε έκθεση με τον τρόπο που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 148 έως 153 ΚΠοινΔ. Και τούτο διότι οι άνω διατάξεις του ΚποινΔ, περί του τρόπου ασκήσεως του ενδίκου μέσου, επομένως και της αναιρέσεως ως ειδικές κατισχύουν της γενικής διατάξεως του άρθρου 74 ΚποινΔ κατά την οποία οι αιτήσεις και δηλώσεις των κρατουμένων κατηγορουμένων υποβάλλονται δια εγγράφου εγχειριζομένου στο διευθυντή του καταστήματος συντασσομένης εκθέσεως, διαβιβάζονται δε αυτές αμέσως προς την αρμόδια αρχή, ως προς δε τα αποτελέσματα αυτών θεωρούνται ως να είχαν ληφθεί απ ευθείας παρά της αρμοδίας αρχής. Εξ'άλλου κατ'άρθρα 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ... ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και κατ'άρθρ. 513 παρ. 1 αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, στις 31-12-2015 ο αναιρεσείων, κρατούμενος στο κατάστημα Κράτησης Άμφισσας, εμφανίσθηκε ενώπιον του Διευθυντή του παραπάνω καταστήματος Ι.............. και δήλωσε κατά λέξη ότι ασκεί αναίρεση «κατά της υπ'αριθμ. 383,449-450/22-12-2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως είκοσι έξι (26) ετών, με εκτιτέα ποινή είκοσι πέντε (25) έτη και χρηματική ποινή είκοσι οκτώ (28.000,00) ευρώ, για την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας σε μεταφορά και προώθηση σε έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης είκοσι δύο (22) αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών, χωρίς την επιβαρυντική περίσταση κινδύνου για ανθρώπινη ζωή, για τους παρακάτω λόγους που αναφέρονται στην επισυναπτόμενη αίτησή του και ορίζει αντίκλητο του, τον Πέτρο Μαντούβαλο, δικηγόρο Δ.Σ. Πειραιά». Για τα παραπάνω συντάχθηκε η με αριθμό 52/31-12-2015 έκθεση αναίρεσης η οποία υπογράφεται από τον αναιρεσείοντα και από τον διευθυντή του καταστήματος Κράτησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠΔ. Η επισυναπτόμενη δε αίτηση, όπως αναφέρεται στην έκθεση αναίρεσης υπογράφεται μόνο από τον αναιρεσείοντα και όχι και από τον διευθυντή του καταστήματος, ούτε αναφέρεται ότι αποτελεί «ενιαίο σώμα» με την έκθεση. Επομένως η αίτηση αναιρέσεως η οποία δεν περιέχει κανένα λόγο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη σύμφωνα με τα εκτεθέντα. Ακολούθως ο αναιρεσείων κατέθεσε στις 10-3-2016 στο κατάστημα κράτησης το με αριθμ. πρωτ. 2473/10-3-2016 «δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης» το οποίο διαβιβάσθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου με το 2473/10-3-2016 έγγραφο του Προϊσταμένου Δ/νσης του κ. Κράτησης Αμφισσας............... από υπηρεσιακή υποχρέωση έλαβε δε αρ. Γεν. Πρωτ. 2310/22-3-2016 στην Εισαγγελία Αρείου Πάγου. Επίσης κατατέθηκαν στις 19-9-2016 στην γραμματεία του Αρείου Πάγου οι από 19-9-2016 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, δια του εξουσιοδοτημένου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Εμμανουήλ Τσαλικίδη. Όμως τα δύο αυτά δικόγραφα προσθέτων λόγων δεν είναι παραδεκτά καθόσον δεν υφίσταται παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα και δεν ερευνώνται περαιτέρω, σύμφωνα με τα επίσης εκτεθέντα.
Ενόψει των ανωτέρω έτσι όπως ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με τη σύνταξη μεν εκθέσεως από το διευθυντή των φυλακών όπου κρατείται ο αναιρεσείων στην οποία όμως δεν δηλώνοντο και οι αναιρετικοί λόγοι, δεν τηρήθηκαν οι ως άνω επιβαλλόμενες διατυπώσεις από το νόμο για την άσκηση της και τυγχάνει απαράδεκτη και κατά συνέπεια και οι πρόσθετοι λόγοι £πίσης δεν ασκήθηκαν παραδεκτώς και αφού ο κατηγορούμενος κλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο^θα πρέπει να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚποινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-12-2015 με αριθμό εκθέσεως αναίρεσης 52/2016 καθώς και τους από 10-3-2016 και 19-9-2016 προσθέτους λόγους για αναίρεση της με αριθμούς 383,449-450/22-12-2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                    Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 10 Νοεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                   Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

                       

Β.

Υπ' αριθμό 35/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία οι δικαστές Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Βασίλειος Καπελούζος δέχονται ότι εφόσον στην έκθεση αναίρεσης που συντάσσει ο διευθυντής της φυλακής , γίνεται "ειδική αναφορά" του εγγράφου της αναίρεσης, που του εγχείρισε ο αναιρεσείων και επισυνάπτεται στην έκθεση αυτή, θεωρείται ότι αποτελεί "ενιαίο σώμα" με την εν λόγω έκθεση (προσοχή: με την "ειδική αναφορά" "θεωρείται" ότι αποτελεί "ενιαίο σώμα" με την έκθεση, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται στην έκθεση  ότι αποτελεί "ενιαίο σώμα") , με μόνη την υπογραφή του από τον αναιρεσείοντα , έστω και αν δεν υπογράφεται από τον διευθυντή  της φυλακής, διότι ο αναιρεσείων δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί υπεύθυνος για την παράλειψη του τελευταίου και διαφορετικά υποβάλλεται σε ένα δυσανάλογο εμπόδιο  στο δικαίωμα της προσβάσεως στον  'Αρειο Πάγο και υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ . 

    Υπενθυμίζεται ότι στην υπόθεση της 1636/2016 απόφασης η έκθεση , στην οποία επισυνάπτεται το έγγραφο με τους λόγους της αναίρεσης, κάνει "'ειδική αναφορά" σε αυτό ως περιέχον τους λόγους της αναίρεσης και παρά ταύτα το δικαστήριο έκρινε ότι δεν θεωρείται "ενιαίο σώμα"  με την έκθεση, γιατί σε αυτήν δεν αναφέρεται  ,  προφανώς κατά λέξη και πανηγυρικά, ότι είναι "ενιαίο σώμα" με αυτήν ενώ στην υπόθεση της 35/2014 απόφασης του δικαστήριο, αφού δέχθηκε τα παραπάνω, απέρριψε την αναίρεση γιατί στην έκθεση "δεν γίνεται καμία αναφορά" στο παραπάνω έγγραφο ("υπόμνημα"). 

Δικαστήριο:ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος:ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:35
Ετος:2014

Όροι θησαυρού:ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΕΝΔΙΚΟ ΜΕΣΟ ΑΝΑΙΡΕΣΗ (ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ)
Περίληψη

Απαράδεκτη αναίρεση -. Για το κύρος και κατ’ ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως πρέπει στη δήλωση της ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Απαραίτητη προϋπόθεση για να θεωρηθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως, οι λόγοι της οποίας περιέχονται στο συνημμένο σ’` αυτήν υπόμνημα, το οποίο υπογράφεται από τον αναιρεσείοντα ή από τον αντιπρόσωπό του, όχι, όμως, και από το γραμματέα ή το διευθυντή της φυλακής ενώπιον του οποίου συντάχθηκε η οικεία έκθεση, ώστε να μην προσβάλλεται το δικαίωμα προσβάσεως του κατηγορουμένου στο δικαστήριο, το οποίο προστατεύεται από την διάταξη του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, είναι να γίνεται στην έκθεση αναιρέσεως ειδική αναφορά στο υπόμνημα αυτό, οπότε τούτο, με μόνη την υπογραφή του αναιρεσείοντος, θεωρείται ότι αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.

Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 35/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

    Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2013 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μποροδήμου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Α. Τ. του Σ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καραμούζη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1509-1510/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

    Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Δέσποινα Γάκη.

    Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1112/2013.

    Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

    ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, "με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σε εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρ. 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται...". Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως πρέπει στη δήλωση της ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ` αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια χωρίς άλλη έρευνα απορρίπτεται (άρθρο 513 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 § 1 εδ. α' της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας". Η διάταξη αυτή εγγυάται "το δικαίωμα στο δικαστήριο", έκφανση του οποίου αποτελεί το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το δικαίωμα τούτο δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου μέσου, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ιδία η ουσία του δικαιώματος αυτού. Αντιθέτως, οι περιορισμοί αυτοί είναι σύμφωνοι προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, εφόσον δικαιολογούνται από την εύλογη σχέση αναλογικότητας, που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και των επιδιωκομένων σκοπών. Εντεύθεν παρέπεται ότι το Κράτος, όταν θεσπίζει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, έχει την υποχρέωση να διαμορφώνει τις σχετικές διαδικασίες, που αφορούν τους τύπους και τις προθεσμίες του ενδίκου τούτου μέσου, κατά τρόπο σύμφωνο προς τις απορρέουσες από το εν λόγω άρθρο 6 εγγυήσεις. Έτσι, αν το εθνικό δίκαιο προβλέπει ότι ο υπάλληλος ενώπιον του οποίου ασκείται η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να αναφέρει το ονοματεπώνυμό του στη συντασσόμενη έκθεση και να την υπογράφει, η ευθύνη και οι κυρώσεις για τη μη τήρηση του τύπου τούτου αφορούν τον υπάλληλο και όχι τον αναιρεσείοντα, ο οποίος άλλως υφίσταται δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματός του να προσφύγει στο αναιρετικό δικαστήριο (βλ. την από 27.5.2004 απόφαση του ΕΔΔΑ, επί της υποθέσεως Μπουλουγούρα κατά Ελλάδας). Κατ' ακολουθίαν, εφόσον η ΕΣΔΑ κατισχύει των εθνικών διατάξεων βάσει της ως άνω συνταγματικής επιταγής, πρέπει οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΠοινΔ να ερμηνευθούν σύμφωνα με τη Σύμβαση και έτσι να γίνει δεκτό ότι, εάν το συνημμένο στην έκθεση αναιρέσεως υπόμνημα, που περιέχει τους λόγους αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, φέρει μεν την υπογραφή του αναιρεσείοντος, αλλ' εκ παραδρομής του οικείου γραμματέα δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο και δεν φέρει την υπογραφή αυτού, ο αναιρεσείων δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί υπεύθυνος για την παράλειψη του τελευταίου. Διαφορετικά, υποβάλλεται σε ένα δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα της προσβάσεως στον ʼρειο Πάγο και υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ. Όμως, απαραίτητη προϋπόθεση για να θεωρηθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως, οι λόγοι της οποίας περιέχονται στο συνημμένο σ` αυτήν υπόμνημα, το οποίο υπογράφεται από τον αναιρεσείοντα ή από τον αντιπρόσωπό του, όχι, όμως, και από το γραμματέα ή το διευθυντή της φυλακής ενώπιον του οποίου συντάχθηκε η οικεία έκθεση, ώστε να μην προσβάλλεται το δικαίωμα προσβάσεως του κατηγορουμένου στο δικαστήριο, το οποίο προστατεύεται από την ως άνω διάταξη της ΕΣΔΑ, είναι να γίνεται στην έκθεση αναιρέσεως ειδική αναφορά στο υπόμνημα αυτό, οπότε τούτο, με μόνη την υπογραφή του αναιρεσείοντος, θεωρείται ότι αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 476§1 του ΚΠοινΔ, όταν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη με αριθ. εκθ. 22/20-9-2013 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η 1509 - 1510/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ένοχος φοροδιαφυγής (υποβολής ανακριβούς δηλώσεως στη φορολογία εισοδήματος) κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών. Η αίτηση ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο Διευθυντή του Γενικού Καταστήματος Κρατήσεως Θεσσαλονίκης, όπου αυτός κρατείται, αναφέρονται δε σ' αυτή, σε σχέση με τους λόγους αναιρέσεως, επακριβώς τα εξής: "ασκεί αναίρεση κατά της με αριθμό 1509 - 1510/15/5/2013 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε για φοροδιαφυγή σε κάθειρξη 10 έτη και στα έξοδα και τέλη της δίκης, αιτούμενος την παραδοχή της εφέσεως (εννοεί "αναιρέσεως") και την εξαφάνιση της εκκαλούμενης (εννοεί "αναιρεσιβαλλόμενης") απόφασης, καθ` όσον το ως άνω δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε τα εκ της διαδικασίας προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και εφάρμοσε τον νόμο και κήρυξε αυτός ένοχο εγκλήματος το οποίο δεν διέπραξε και επέβαλε σ` αυτόν μεγάλη ποινή". Με αυτό όμως το περιεχόμενο η ένδικη αίτηση αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαράδεκτη, αφού οι ως άνω λόγοι είναι εντελώς αόριστοι, ασαφείς και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως, αφού δεν προσδιορίζονται οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, και δεν μπορούν αυτοί να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται σε άλλο έγγραφο, έξω από την ένδικη δήλωση αναιρέσεως. Ενόψει αυτών, οι λόγοι που αναφέρονται στο από 20.9.2013 υπόμνημα (τιτλοφορούμενο ως "έκθεση αναιρέσεως") του αναιρεσείοντος, δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο τούτο και η απλή συρραφή του εν λόγω υπομνήματος στην ένδικη έκθεση αναιρέσεως δεν ενσωματώνει τους περιεχόμενους σ' αυτό (υπόμνημα) λόγους στην έκθεση αναιρέσεως, αφού το εν λόγω έγγραφο υπόμνημα υπογράφεται μόνο από τον αναιρεσείοντα, όχι δε και από τον Διευθυντή του Γ. Κ. Κ. Θεσσαλονίκης, που συνέταξε την έκθεση, ενώ στην τελευταία δεν γίνεται καμιά αναφορά στο υπόμνημα αυτό. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από το δικηγόρο που ορίσθηκε με την υπ` αριθ. 17/27.11.2013 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), περιοριζόμενη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει.

    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ` αριθ. εκθ. 22/20 Σεπτεμβρίου 2013 αίτηση του Α. Τ. του Σ., για αναίρεση της 1509-1510/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
    Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία προσδιορίζει σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.
    Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2014.
    Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2014..

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΙΣ 17.1.2017 ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΣΥΖΗΤΗΘΕΙ ΣΤΟ ΣτΕ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΛΑΜΙΑΣ ΩΣ ΠΡΟΣ 1) Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΗΣ 27397/122/19.8.2013 ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ [ΦΕΚ Β΄ 2062/13] ΕΧΕΙ ΕΚΔΟΘΕΙ ΕΝΤΟΣ ΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΧΕΘΕΙΣΑΣ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 24 ΠΑΡ. 4 ΚΑΙ 5 ΤΟΥ Ν. 3996/2011 ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΑΝ , ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ, ΟΙ ΑΝΩΤΕΡΩ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΕΙΔΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 43 ΠΑΡ . 2 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ 2) ΕΑΝ Η ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 1 ΤΗΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΥΠΟΥΡΓΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ,ΥΨΟΥΣ 10.549,44 ΕΥΡΩ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΗΣ ΜΗ ΑΝΑΓΡΑΦΗΣ ΚΑΘΕ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 47-49
ΑΘΗΝΑ 105-64
Δ΄ΤΜΗΜΑ
---------------
Αριθ. καταθέσεως: Ε 2978/2016 
Βοηθός Εισηγητής: Ελένη Κουλεντιανού
Ο Πρόεδρος του Δ' Τμήματος
του Συμβουλίου της Επικρατείας
Αφού έλαβε υπ’ όψη:
α) Το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010 και τα άρθρα 14 παρ. 5, 20 και 21 του π.δ. 18/1989,
β) την από 16.6.2014 προσφυγή της Λαμπρινής Μπακογιάννη του Νικολάου κατά των: 1. υπ' αριθμ. πρωτ. 567/29.4.2014 πράξης επιβολής προστίμου του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Ν. Φθιώτιδος της Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Στερεάς Ελλάδος του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και 2. υπ' αριθμ. πρωτ. 83/28.4.2014 Δελτίου Ελέγχου του ως άνω οργάνου
και γ) την επί της ανωτέρω προσφυγής απόφαση με αριθμό 293/2016 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία διατυπώνονται τα εξής ερωτήματα: «α) Εάν η διάταξη του άρθρου 1 της 27397/122/19.8.2013 απόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλειας και Πρόνοιας [ΦΕΚ Β΄ 2062/13] έχει εκδοθεί εντός των ορίων της παρασχεθείσας με το άρθρο 24 παρ. 4 και 5 του ν. 3996/2011 νομοθετικής εξουσιοδότησης και εάν, σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω εξουσιοδοτήσεις είναι ειδικές και ορισμένες, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, β) Εάν (σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα) η πρόβλεψη στο άρθρο 1 της ανωτέρω υπουργικής απόφασης προστίμου, ύψους 10.549,44 ευρώ, για την παράβαση της μη αναγραφής κάθε εργαζομένου στον πίνακα προσωπικού αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας.». 
Εισάγει την ανωτέρω προσφυγή στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος, λόγω σπουδαιότητας.
Ορίζει δικάσιμο την Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017, ώρα 9.30 π.μ. και εισηγητή τον Σύμβουλο Διομήδη Κυριλλόπουλο. 
Παραγγέλλει να ανακοινωθεί στον εισηγητή η δικογραφία και να κοινοποιηθούν αντίγραφα της πράξης αυτής: 1) στον ΥΠ. ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ, ο οποίος οφείλει να διαβιβάσει, τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από τη δικάσιμο, στον εισηγητή απευθείας όλα τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα και 2) στον δικηγόρο Λαμίας ΓΕΩΡΓΙΟ ΝΙΚΑ, ως πληρεξούσιο της ως άνω προσφεύγουσας.
Παραγγέλλει τη δημοσίευση της πράξης αυτής στις ημερήσιες εφημερίδες «ΤΑ ΝΕΑ» και «ΕΣΤΙΑ» και την ανάρτησή της στην ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Επικρατείας. 
Η πράξη αυτή συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων στις οποίες τίθενται τα ίδια ζητήματα. 
Αθήνα, 14/10/2016
Ο Πρόεδρος                                                                                      Η Γραμματέας
Δημοσθένης Π. Πετρούλιας                                                       Ι. Παπαχαραλάμπους
Κοινοποίηση: 
1. Γενική Επίτροπο της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων (προκειμένου να μεριμνήσει για τη γνωστοποίηση της πράξης αυτής στα Διοικητικά Δικαστήρια της Χώρας)
2. Διοικητικό Πρωτοδικείο Λαμίας...

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

ΔΥΟ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣτΕ, ΠΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΥΝ ΟΤΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ,ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΥΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΑΘΕΣΗΣ ΝΑ ΠΛΗΓΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟ ΑΚΥΡΩΤΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΝΑΙΡΕΙ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ

    Με τις αποφάσεις αυτές (η μία της Ολομέλειας του) το ΣτΕ απερίφραστα κρίνει: "η επ΄ αόριστον ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως, αντίκειται προς το Σύνταγμα"
    Κι όμως , με την τελευταία απόφασή του, το ΣτΕ οδηγεί ακριβώς σε αυτό: στην επ' αόριστον ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών που ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως (εξυπακούεται ότι το κλείσιμο όλων των τηλεοπτικών σταθμών είναι αδιανόητη) , αφού η ΝΔ, ενεργώντας αντιθεσμικά, μπορεί να αναβάλει την συγκρότηση του ΕΣΡ και άρα την αδειοδότηση των καναλιών, επ' αόριστο και επ' άπειρο
    Φυσικά αυτή, δεν είναι η πρώτη φορά, που οι δικαστές του ΣτΕ, χάριν της σκοπιμότητας, τρώνε τα χαρτιά, στα οποία είναι τυπωμένες προηγούμενες αποφάσεις τους , και μάλιστα της Ολομέλειας. 
    Τα συμπεράσματα ανήκουν στον καθένα....

   

Δικαστήριο: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 3578
Ετος: 2010

Περίληψη


Νομιμοποίηση παρανόμως λειτουργούντων σταθμών - Αντισυνταγματικότητα ρύθμισης - Αντίθεση στις συνταγματικές αρχές του Κράτους Δικαίου και της ισότητας διατάξεων, βάσει των οποίων θεωρούνται νομίμως λειτουργούντες τηλεοπτικοί σταθμοί χωρίς άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας -. Η επ’ αόριστον ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών που ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως, αντιβαίνει στην αρχή του Κράτους Δικαίου από την οποία απορρέει η υποχρέωση του Κράτους να εγγυάται υπέρ των πολιτών την πιστή εφαρμογή του νόμου και να προασπίζει τα δημόσια αγαθά, καθώς και στην αρχή της ισότητας, διότι θέτει τα πρόσωπα εκείνα που, ενώ είχαν την πραγματική δυνατότητα και τη βούληση να ιδρύσουν τηλεοπτικό σταθμό, εντούτοις δεν το έπραξαν αυθαιρέτως και δεν παρέβησαν τον νόμο, σε εξόχως μειονεκτική μοίρα σε σχέση με εκείνα που, με την αυθαίρετη κατάληψη ραδιοσυχνότητας, ίδρυσαν παρανόμως, χωρίς δηλαδή άδεια, τηλεοπτικό σταθμό. Κατόπιν παραπομπής με την απόφαση 2784/2007 του Δ’ Τμήματος, κρίθηκε το ζήτημα της συνταγματικότητας των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1 του ν. 2644/1998 και 19 παρ. 2 του ν. 3051/2002, κατά τις οποίες θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες τηλεοπτικοί σταθμοί, οι οποίοι δεν είναι εφοδιασμένοι με άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας, εφόσον πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις.
Κείμενο Απόφασης




Αριθμός 3578/2010 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την εξής σύνθεση: Μ. Βροντάκης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου, που είχε κώλυμα, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Ν. Ρόζος, Χ. Ράμμος, Δ. Μαρινάκης, Μ. Καραμανώφ, Ι. Μαντζουράνης, Κ. Ευστρατίου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Ι. Ζόμπολας, Π. Καρλή, Δ. Γρατσίας, Β. Καμπίτση, Β. Γρατσίας, Α. Ντέμσιας, Σ. Παραμυθιώτης, Φ. Ντζίμας, Η. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Παπαδοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλος, Α. Καλογεροπούλου, Κ. Κουσούλης, Σύμβουλοι, Κ. Φιλοπούλου, Κ. Κατρά, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Μουζάκη. 

    Για να δικάσει την από 10 Ιουνίου 2003 αίτηση: 

της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΪΚΕΣ ΤΗΛΕΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα (Γκυϊλφόρδου 9), ιδιοκτήτριας του τηλεοπτικού σταθμού «ΑΘΗΝΑ TV», η οποία δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, 

    κατά 1) του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και 2) του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (Ε.Σ.Ρ.), οι οποίοι παρέστησαν με την Νίκη Μαριόλη, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους. 
    Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ΄ αριθμ. 2784/2007 αποφάσεως του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση. Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 236/6-5-2003 απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, καθώς και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως. 
    Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως από τον Εισηγητή, Σύμβουλο Η. Τσακόπουλο. 
    Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την εκπρόσωπο του Υπουργού και του Ε.Σ.Ρ., η οποία ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως. 
    Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
    Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (γραμμάτια παραβόλου 891940, 330879/2003). 
    2. Επειδή, ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως 236/6.5.2003 του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση θεραπείας της αιτούσης κατά της αποφάσεως 201/1.4.2003 του ίδιου Συμβουλίου. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε επιβληθεί στον τηλεοπτικό σταθμό «ΑΘΗΝΑ Τ.V.», τον οποίο εκμεταλλεύεται η αιτούσα, η «διοικητική κύρωση της αμέσου διακοπής της λειτουργίας αυτού». Στην αιτιολογία της προσβαλλομένης πράξεως αναφέρονται και τα εξής: «Ο τηλεοπτικός σταθμός ΑΘΗΝΑ Τ.V. είχε υποβάλει αίτηση μετά των νομίμων δικαιολογητικών προς συμμετοχή σε προκηρυχθέντα διαγωνισμό για λήψη αδείας λειτουργίας αυτού. Εντεύθεν ο σταθμός λειτουργεί νομίμως και υποχρεούται να εκπέμπει το δηλωθέν με την αίτησή του πρόγραμμα το οποίο είναι . . . ψυχαγωγικό», πλην αντί του δηλωθέντος προγράμματος «εκπέμπει διαφημίσεις αστροπροβλέψεων, μέντιουμ, χαρτομαντειών, ωροσκοπίων και χειρομαντιών», δηλαδή πρόγραμμα, το οποίο, κατά το Ε.Σ.Ρ., δεν έχει την ποιοτική στάθμη που επιβάλλει το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, και ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διακοπή λειτουργίας του εν λόγω σταθμού. 
    3. Επειδή, η αιτούσα ως νόμιμο έρεισμα της λειτουργίας του τηλεοπτικού σταθμού της επικαλείται τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 του ν. 2644/1998 και 19 παρ. 2 του ν. 3051/2002. Κατά τις διατάξεις αυτές θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες τηλεοπτικοί σταθμοί, οι οποίοι δεν είναι εφοδιασμένοι με άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας, εφ΄ όσον πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις. Η κρινόμενη αίτηση εισήχθη προς εκδίκαση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου κατόπιν παραπομπής της με την απόφαση 2784/2007 του Δ΄ Τμήματος, με την οποία κρίθηκε ότι η δεύτερη από τις παραπάνω διατάξεις (άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 3051/2002) κατέστη αντισυνταγματική και το ζήτημα παραπέμφθηκε προς επίλυση ενώπιον της Ολομελείας σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος. 
    4. Επειδή, όπως έχει ήδη γίνει δεκτό (βλ. Σ.τ.Ε. 5040/1987 Ολομ., 1145/1988 Ολομ., 2501/2004 7μ.), με το άρθρο 15 του Συντάγματος, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την αναθεώρησή του με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής (το οποίο δεν επέφερε συνταγματική μεταβολή από της εξεταζομένης απόψεως), δεν θεσπίζεται ατομικό δικαίωμα ιδρύσεως ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού σταθμού, αλλ΄ η διαμόρφωση ενός τέτοιου δικαιώματος αφήνεται στον κοινό νομοθέτη, ο οποίος, κατά την ρύθμιση του εν λόγω θέματος, τελεί υπό τους όρους και περιορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. Το κρατικό μονοπώλιο ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών καταργήθηκε με τους νόμους 1730/1987 (Α.145) «Ελληνική Ραδιοφωνία – Τηλεόραση Ανώνυμη Εταιρεία» και 1866/1989 (Α.222) «Ίδρυση Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως και παροχή αδειών για την ίδρυση και λειτουργία τηλεοπτικών σταθμών», με τους οποίους επετράπη η ίδρυση και λειτουργία τοπικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών, αντιστοίχως, κατόπιν διοικητικής αδείας χορηγουμένης αυτοτελώς (όχι δηλαδή στο πλαίσιο διαγωνιστικής διαδικασίας), βάσει προϋποθέσεων και κατ΄ εκτίμηση κριτηρίων, που έτασσε ο νόμος. Κατ΄ εφαρμογήν των νόμων αυτών εκδόθηκαν περιορισμένος αριθμός αδειών τηλεοπτικών σταθμών και μεγάλος αριθμός αδειών ραδιοφωνικών σταθμών. Παράλληλα, από το έτος 1989 και έπειτα άρχισαν να λειτουργούν πολλοί ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί αυθαιρέτως, χωρίς διοικητική άδεια. Κρίθηκε μάλιστα (βλ. Σ.τ.Ε. 3839/1997 Ολομ.) ότι η εν τοις πράγμασι ίδρυση και λειτουργία τηλεοπτικού σταθμού, χωρίς άδεια, δεν αποτελούν νόμιμο λόγο χορηγήσεως αδείας κατά τον ν. 1866/1989, έστω και αν η Διοίκηση, με την πρακτική που είχε τηρήσει, είχε ανεχθεί ή και υποβοηθήσει την λειτουργία χωρίς άδεια του συγκεκριμένου, καθώς και άλλων τηλεοπτικών σταθμών. Στο πραγματικό αυτό δεδομένο (της ιδρύσεως και λειτουργίας ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών χωρίς άδεια) αναφέρεται η εισηγητική έκθεση του ν. 2328/1995 «Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης και της τοπικής ραδιοφωνίας, ρύθμιση θεμάτων της ραδιοτηλεοπτικής αγοράς και άλλες διατάξεις» (Α. 159). Κατά την έκθεση, μετά την χορήγηση, μέχρι το έτος 1989, 275 αδειών τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών, «το κρατικό ενδιαφέρον για την τοπική ραδιοφωνία ουσιαστικά σταμάτησε, με αποτέλεσμα όλο το ραδιοφωνικό τοπίο να καταστεί ανεξέλεγκτο. Το φαινόμενο της ιδιωτικής τηλεόρασης διέρρηξε εξαρχής το νομικό πλαίσιο στο οποίο έπρεπε να κινηθεί. Ο ν. 1866/1989 ήταν λιγότερο συστηματικό και διορατικός απ΄ ό,τι επέβαλλε το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό βάρος της ιδιωτικής τηλεόρασης». Κατά την εν λόγω έκθεση, βασικό έργο του Ε.Σ.Ρ. «μέχρι το 1993 μπορούν να θεωρηθούν οι κώδικες δεοντολογίας. . . και η γνώμη του για τη χορήγηση οκτώ αδειών για τηλεοπτικούς σταθμούς με ειδική άδεια δικτύωσης για την απόκτηση εθνικής εμβέλειας και τεσσάρων για τοπικούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Η πραγματική τηλεοπτική κατάσταση είχε, βέβαια, εξαρχής πολύ μικρή σχέση με αυτήν την κατανομή αδειών. . .». Την κατάσταση αυτή επιχείρησε να αντιμετωπίσει ο προαναφερθείς ν. 2328/1995, που θέσπισε νέο λεπτομερές σύστημα ρυθμίσεως, προβλέπον την χορήγηση διοικητικών αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών. Οι βασικές διατάξεις του είναι οι εξής: «’ρθρο 1. 1. Επιτρέπεται η ίδρυση, εγκατάσταση και λειτουργία ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, που εκπέμπουν σήμα κοινής λήψης από τους οικιακούς δέκτες στους διαθέσιμους για το σκοπό αυτό διαύλους ή τις διαθέσιμες ραδιοσυχνότητες, μόνο μετά από άδεια που χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. Οι άδειες χορηγούνται για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος και η χρήση τους συνιστά δημόσια λειτουργία. Οι σταθμοί στους οποίους χορηγούνται οι άδειες υποχρεούνται να μεριμνούν για την ποιότητα του προγράμματος, την αντικειμενική ενημέρωση, τη διασφάλιση της πολυφωνίας, καθώς και την προαγωγή του πολιτισμού με τη μετάδοση εκπομπών λόγου και τέχνης. . . 3. Οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί της παρ. 1 διακρίνονται σε τρεις (3) κατηγορίες: α. Σε σταθμούς εθνικής εμβέλειας που καλύπτουν το σύνολο της επικράτειας. . . β. Σε σταθμούς περιφερειακής εμβέλειας που καλύπτουν . . . ευρύτερο γεωγραφικό διαμέρισμα, το οποίο οριοθετείται με . . . κοινή απόφαση του Υπουργών Μεταφορών και Τύπου και ΜΜΕ. . . γ. Σε σταθμούς τοπικής εμβέλειας που καλύπτουν τον αντίστοιχο νόμο ή περισσότερους προσδιορισμένους όμορους νομούς. . . 25. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από απόφαση του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ και των κατά περίπτωση αρμόδιων υπουργών, ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες που είναι τυχόν αναγκαίες για την εφαρμογή των θεμάτων του άρθρου αυτού, εκτός από εκείνα για τα οποία έχουν ήδη παρασχεθεί άλλες νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις. ’ρθρο 2. 1. Οι άδειες. . . χορηγούνται με απόφαση του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ [ήδη του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, βάσει του άρθρου 4 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 2863/2000, (Α 262)]. 2. Με απόφαση του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ [ήδη του Ε.Σ.Ρ., βάσει του άρθρου 4 παρ. 6 περ. α΄ του ν. 2863/2000, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 3051/2002] προκηρύσσεται, κάθε Σεπτέμβριο, καθώς και όποτε άλλοτε υπάρξουν διαθέσιμες συχνότητες, συγκεκριμένος αριθμός θέσεων αδειών κατά κατηγορία σταθμών. . . 3. Οι αιτήσεις υποβάλλονται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση της προκήρυξης. . . Στην αίτηση πρέπει να περιλαμβάνονται τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: . . . 5. α) Η αίτηση συνοδεύεται από πλήρη και άρτια τεχνική μελέτη. β) Η αίτηση που υποβάλλεται από νομικό πρόσωπο πρέπει να συνοδεύεται από τα κατά νόμον αναγκαία νομιμοποιητικά έγγραφα. γ) . . . δ) Το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης εξετάζει και αξιολογεί συγκριτικά για κάθε κατηγορία και περιοχή τις αιτήσεις και βαθμολογεί τους αιτούντες με σύστημα μορίων το οποίο καθορίζεται στην επόμενη παράγραφο. . . 6. Όλες οι αιτήσεις. . . αξιολογούνται με σύστημα βαθμολόγησης με μόρια με βάση τα παρακάτω κριτήρια: α) Κριτήριο χρόνου λειτουργίας του σταθμού . . . β) Κριτήριο απασχολούμενου προσωπικού. . . γ) Κριτήριο πραγματικής επένδυσης και πληρότητας εξοπλισμού. . . δ) Κριτήριο προγραμματικής πληρότητας. . . 11. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ, ρυθμίζονται όλες οι λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των θεμάτων του άρθρου αυτού, εκτός εκείνων για τα οποία έχει παρασχεθεί άλλη νομοθετική εξουσιοδότηση». Προκηρύξεις για την έκδοση αδειών λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών τοπικής και περιφερειακής εμβέλειας δημοσιεύθηκαν την 11.3.1998 (οι υπ΄ αριθμ. 4774/Ι και 4775/Ι, ΦΕΚ Β΄ 14 και 15, αντιστοίχως) και την 17.7.1998 (η υπ΄ αριθ. 15011/Ε, ΦΕΚ Β΄ 36). Ακολούθως, την 13.10.1998, δημοσιεύθηκε ο ν. 2644/1998 «Για την παροχή συνδρομητικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών. . .» (Α΄ 223), το άρθρο 17 του οποίου ορίζει τα εξής: «Μεταβατικές διατάξεις για τους όρους λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών: 1. Οι τηλεοπτικοί σταθμοί περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας που λειτουργούν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου και έχουν υποβάλει εμπροθέσμως αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού σύμφωνα με τη διαδικασία των υπ΄ αριθ. 4775/1/3.3.1998 (ΦΕΚ παρ. 15), 4774/1/3.3.1998 (ΦΕΚ παρ. 14), 15011/Ε/13.7.1998 (ΦΕΚ παρ. 36) αποφάσεων του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες εντός της γεωγραφικής περιοχής που αντιστοιχεί στον αναγραφόμενο στην αίτησή τους Χάρτη Συχνοτήτων του Παραρτήματος ΙΙ της υπ΄ αριθμ. 15587/Ε/19.8.1997 κοινής απόφασης των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΦΕΚ 785 Β΄), μέχρι την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης με την οποία θα χορηγηθούν άδειες λειτουργίας ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών για την αντίστοιχη περιοχή ή μέχρι την έκδοση απορριπτικής απόφασης μετά την ολοκλήρωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 2 παρ. 5 περιπτώσεις γ΄ και δ΄ του ν. 2328/1995 ελέγχου συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων ή της επάρκειας της τεχνικής μελέτης. . .2. Οι αναφερόμενοι στην προηγούμενη παράγραφο τηλεοπτικοί σταθμοί οφείλουν να τηρούν τους προβλεπόμενους από το άρθρο 3 του ν. 2328/1995 κανόνες λειτουργίας, καθώς και αυτούς που προβλέπονται από τους ισχύοντες κώδικες δεοντολογίας του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και τη νομοθεσία περί προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Η παραβίαση των ανωτέρω κανόνων, η οποία διαπιστώνεται με βάση τεκμηριωμένη και ειδικά αιτιολογημένη καταγγελία παντός έχοντος έννομο συμφέρον, έχει ως συνέπεια την άμεση διακοπή λειτουργίας του τηλεοπτικού σταθμού, με απόφαση του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, καθώς και την αρνητική αξιολόγηση του σταθμού αυτού κατά τη βαθμολόγηση από το Ε.Σ.Ρ. του προβλεπόμενου από το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2328/1995 κριτηρίου της προγραμματικής πληρότητας ...». Στην εισηγητική έκθεση του άρθρου 17 του παραπάνω ν. 2644/1997 αναφέρονται τα εξής: «Με το άρθρο αυτό τίθενται οι βάσεις για μια αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας, κατά το μεταβατικό στάδιο της εξέλιξης της διαδικασίας που θα οδηγήσει στην αδειοδότηση όλων των τηλεοπτικών σταθμών. Συγκεκριμένα με τη διαμόρφωση του Χάρτη Συχνοτήτων και τη δημοσίευση των προκηρύξεων για τη χορήγηση των αδειών λειτουργίας ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών εθνικής, περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας, η μεγάλη προσπάθεια που έχει αναληφθεί για την εδραίωση της νομιμότητας και της διαφάνειας στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, για πρώτη φορά στη χώρα μας, έχει πλέον εισέλθει στην τελική ευθεία. Σε αντίθεση με την πλειονότητα των λειτουργούντων τηλεοπτικών σταθμών που έχουν υποβάλλει αίτηση συμμετοχής στην προβλεπόμενη από το νόμο διαγωνιστική διαδικασία χορήγησης αδειών, ένας αριθμός τηλεοπτικών σταθμών επέλεξε την οδό της παρανομίας, αγνοώντας επιδεικτικά τους κανόνες και τους εν γένει θεσμούς της χώρας μας (παράβαση κανόνων δεοντολογίας μεταδιδόμενου προγράμματος, αποφυγή καταβολής πνευματικών δικαιωμάτων, παρεμβολή στις συχνότητες αεροπλοΐας, ενόπλων δυνάμεων κλπ.). Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο καθίσταται πλέον αναγκαίος ο διαχωρισμός, που επιχειρεί η προτεινόμενη ρύθμιση, μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών λειτουργούντων τηλεοπτικών σταθμών….». 
    5. Επειδή, οι διαγωνιστικές διαδικασίες, στις οποίες αναφέρεται το παρατεθέν άρθρο 17 του ν. 2644/1998, δεν ολοκληρώθηκαν. Την έκβασή τους ερύθμισε ο ν. 3051/2002 (Α. 220/20.9.2002). Με τον νόμο αυτόν, με τον οποίο το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης απέκτησε την αποφασιστική αρμοδιότητα εκδόσεως των προκηρύξεων των διαδικασιών αδειοδοτήσεως ιδιωτικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών, ορίσθηκαν και τα εξής: «’ρθρο 19. 1. ... 2. Διαγωνιστικές διαδικασίες με αντικείμενο τη χορήγηση αδειών για τη λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών ελεύθερης λήψης ή για την παροχή συνδρομητικών τηλεοπτικών υπηρεσιών μέσω επίγειων αποκλειστικά πομπών, οι οποίες δεν έχουν ολοκληρωθεί κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος νόμου και στις οποίες η συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων των αιτούντων έχει ελεγχθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 5 του Ν. 2328/1995 και του άρθρου 5 παρ. 3 εδάφ. α΄ του Ν. 2644/1998, καταργούνται. Για την κατάργηση των διαδικασιών του προηγούμενου εδαφίου εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. 3. Οι τηλεοπτικοί σταθμοί περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας οι οποίοι, κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 2644/1998, εξακολουθούν να θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες μέχρι την πρώτη εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2328/1995 με την έκδοση αδειών λειτουργίας για την αντίστοιχη γεωγραφική περιοχή. 4. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, μπορεί να καθορίζονται ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις, καθώς και άλλη λεπτομέρεια σχετικά με τα υποβαλλόμενα, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 2 παρ. 5 και 7 παρ. 3 του Ν. 2328/1995 και 5 παρ. 2 του Ν. 2644/1998, στοιχεία και λοιπά δικαιολογητικά. . .». Στην εισηγητική έκθεση του παραπάνω άρθρου 19 αναφέρεται ότι η εφαρμογή των διατάξεων περί των νέων αρμοδιοτήτων του Ε.Σ.Ρ. «συνεπάγεται την επανέναρξη όλων των υπό εξέλιξη διαγωνιστικών διαδικασιών» και ότι με το άρθρο αυτό ρυθμίζεται «το μεταβατικό καθεστώς των φορέων παροχής τηλεοπτικών υπηρεσιών που θεωρούνται ως νομίμως λειτουργούντες με βάση το ισχύον σήμερα μεταβατικό καθεστώς λειτουργίας». Επακολούθησε η έκδοση του π.δ. 234/2003 «Όροι και προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδειών ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών ελεύθερης λήψης» (Α. 210/1.9.2003), καθώς και προκηρύξεων του Ε.Σ.Ρ. για την χορήγηση αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών εθνικής, περιφερειακής και τοπικής εμβέλειας. Διατάξεις των εν λόγω διατάγματος και προκηρύξεων ακυρώθηκαν με τις αποφάσεις 2502, 2504 και 2508/2.8.2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι διαδικασίες αδειοδοτήσεως, που κινήθηκαν με τις παραπάνω προκηρύξεις ήσαν εν εξελίξει κατά τον χρόνον συζητήσεως της κρινομένης υποθέσεως ενώπιον του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας ήτοι την 17.5.2005, εν τέλει δε δεν ολοκληρώθηκαν. Επακολούθησε η δημοσίευση του ν. 3444/2006 (Α.46/2.3.2006), το άρθρο 15 παρ. 7 περ. β του οποίου όρισε ότι «Οι προκηρύξεις για τη χορήγηση τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών αδειών θα εκδοθούν μέχρι τις 30.6.2006». το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3548/2007 (Α.68/20.3.2007) παρέτεινε την παραπάνω προθεσμία μέχρι την 30.6.2007. επακολούθησε η θέσπιση του ν. 3592/2007 «Συγκέντρωση και αδειοδότηση επιχειρήσεων Μέσων Ενημέρωσης. . .» (Α.161/ 19.7.2007), ο οποίος επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις στο σύστημα αδειοδοτήσεως των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών, όρισε δε ότι «Ως [νομίμως] λειτουργούντες τηλεοπτικοί περιφερειακοί σταθμοί νοούνται εκείνοι που θεωρείται ότι λειτουργούν νομίμως, σύμφωνα. . .» με τις παρατεθείσες διατάξεις των ν. 2644/1998, 3051/2002 και 3444/2006 (άρθρο 5 παρ. 7) και ότι η ίδια ως άνω προθεσμία κινήσεως της διαδικασίας αδειοδοτήσεως «παρατείνεται . . . μέχρι την 31.10.2007» (άρθρο 20 παρ. 5). η ίδια πάντοτε προθεσμία παρατάθηκε μέχρι την 31.10.2008 με το άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 3640/2008 (Α.22/14.2.2008), μέχρι την 30.6.2009 με το άρθρο 9 του ν. 3723/2008 (Α.250/9.12.2008) και μέχρι την 31.12.2009 με το άρθρο 37 του ν. 3779/2009 (Α. 122/21.7.2009). 
    6. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 2644/1998, σχετικά με την νομιμοποίηση της λειτουργίας ορισμένων παρανόμως λειτουργούντων τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι θεωρούνται υπό προθεσμίαν ως «νομίμως λειτουργούντες», θεσπίσθηκε σε χρόνο, κατά τον οποίο είχαν ήδη κινηθεί, με την έκδοση προκηρύξεων, και ήσαν εν εξελίξει διαγωνιστικές διαδικασίες κατά τις πάγιες διατάξεις του ν. 2328/1995, ευλόγως δε αναμενόταν η ολοκλήρωσή τους σε σχετικά βραχύ χρονικό διάστημα, με την έκδοση των αντιστοίχων αδειών, και η συνακόλουθη λήξη της ισχύος της διατάξεως αυτής. Αντιθέτως, με τις διατάξεις του άρθρου 19 του μεταγενέστερου ν. 3051/2002 παρατάθηκε το καθεστώς λειτουργίας των ίδιων τηλεοπτικών σταθμών επ΄ αόριστον, εφ΄ όσον με αυτές καταργήθηκαν οι αρξάμενες διαγωνιστικές διαδικασίες χωρίς να έχουν προκηρυχθεί νέες και χωρίς να τάσσεται στην Διοίκηση εύλογη προθεσμία, μέσα στην οποία θα έπρεπε να έχει ολοκληρώσει την αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών περιφερειακής και τοπικής εμβάλειας. Όμως, η υπό τις εκτεθείσες συνθήκες επ΄ αόριστον ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως, αντίκειται προς το Σύνταγμα. Πρώτον μεν αντιβαίνει προς την θεμελιώδη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου, από την οποία απορρέει η υποχρέωση του Κράτους να εγγυάται υπέρ των πολιτών την πιστή εφαρμογή του νόμου και να προασπίζει τα δημόσια αγαθά. Τούτο επιτυγχάνεται με την αποτελεσματική λειτουργία των κρατικών υπηρεσιών εφαρμογής και επιβολής του νόμου. Έτσι διαφυλάσσεται το κύρος του νόμου και επιβεβαιώνεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στην έννομη τάξη, που πρέπει να γίνεται από όλους σεβαστή. Δημόσιο δε αγαθό αποτελούν οι αριθμητικά περιορισμένες ραδιοσυχνότητες για την πραγματοποίηση τηλεοπτικών εκπομπών αναλογικού σήματος. το δημόσιο αυτό αγαθό προσβάλλεται όταν η χρήση των ραδιοσυχνοτήτων γίνεται χωρίς την απαιτούμενη διοικητική άδεια, δηλαδή αυθαιρέτως και παρανόμως. Δεύτερον δε, η επίμαχη ρύθμιση αντιβαίνει προς την συνταγματική αρχή της ισότητας. Διότι θέτει τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία, ενώ είχαν την πραγματική δυνατότητα και την βούληση να ιδρύσουν τηλεοπτικό σταθμό, δεν το έπραξαν όμως αυθαιρέτως και δεν παρέβησαν τον νόμο, σε εξόχως μειονεκτική μοίρα σε σχέση με τα πρόσωπα, τα οποία, με την αυθαίρετη κατάληψη ραδιοσυχνότητας, ίδρυσαν παρανόμως, χωρίς δηλαδή άδεια, τηλεοπτικό σταθμό. Πράγματι, τα τελευταία αυτά πρόσωπα νέμονται τομέα της αγοράς τηλεοπτικών υπηρεσιών, η λειτουργία της οποίας μάλιστα συνδέεται με την, καίριας σημασίας σε μία δημοκρατική πολιτεία, άσκηση των δικαιωμάτων του πληροφορείν και του πληροφορείσθαι. Η ρύθμιση των επίμαχων διατάξεων θα ήταν, ενδεχομένως, συνταγματική εάν συνέτρεχαν εκ παραλλήλου και σωρευτικώς δυο προϋποθέσεις. Αφ’ ενός μεν εάν η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 3051/2002 δεν εξαρτούσε την εφαρμογή της κατά κύριο λόγο από το συμπτωματικό γεγονός της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών σε δεδομένο χρόνο, αλλά και από κριτήρια συναπτόμενα προς την ύπαρξη πραγματικών καταστάσεων, οι οποίες, αν και δημιουργήθηκαν αυτογνωμόνως, χρήζουν, κατά την κρίση του νομοθέτη νομικής προστασίας, ανεκτής πάντως από το Σύνταγμα. Αφ’ ετέρου δε εάν η διάταξη αυτή ήταν περιορισμένης χρονικής ισχύος, εάν προέβλεπε δηλαδή έναν οπωσδήποτε οριστό καταληκτικό χρόνο ανοχής της λειτουργίας των νομιμοποιούμενων τηλεοπτικών σταθμών . ο χρόνος δε αυτός θα έπρεπε να είναι εύλογος, ως απολύτως αναγκαίος, να αντιστοιχεί δηλαδή προς τον χρόνο, ο οποίος απαιτείται για την ολοκλήρωση μιας το ταχύτερον δυνατόν κινουμένης διαδικασίας αδειοδοτήσεως και, πάντως, να μη υπερβαίνει ένα όριο, πέρα του οποίου, υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, η εξαίρεση, δηλαδή η προσωρινή ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών που ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως με την αυθαίρετη κατάληψη ραδιοσυχνότητας, καθίσταται πλέον κανόνας που παραμερίζει το πάγιο – και εναρμονιζόμενο προς το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος – νομοθετικό καθεστώς. Η υπέρβαση αυτού του ορίου δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να γίνει ανεκτή από την συνταγματική τάξη. Ανεξαρτήτως δε του ζητήματος αν κατά τον χρόνο...

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

ΥΠ' ΑΡΙΘΜΟ 3956/2016 ΑΠΟΦΑΣΗ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ: ΑΡΜΟΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 938 ΚΠΟΛΔ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΧΕΙ ΑΣΚΗΘΕΙ Η ΑΝΑΚΟΠΗ, ΕΣΤΩ ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΡΜΟΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ-ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΤΡΙΤΟΥ, Η ΕΚΤΈΛΕΣΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚ ΤΟΥ ΝΌΜΟΥ ΕΚΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΣΧΟΝΤΑ ΟΚΤΩ (8) ΗΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΧΕΤΗΡΙΟΥ ΣΤΟΝ ΟΦΕΙΛΕΤΗ - ΚΑΘ' ΟΥ Η ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ - ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΑΥΤΟΥ ΔΕΝ ΝΟΕΙΤΑΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ , ΛΟΓΩ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Αριθμός Απόφασης 3956 /2016
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Δριβελέγκα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου της Διοικήσεως,του Πρωτοδικείου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 20.9.2016, για να δικά την υπόθεση:
Του αιτούντα: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «...............................", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Αντωνόπουλου.
Της καθ' ης: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «........................» και τον διακριτικό τίτλο « ..........................», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Τσαλικίδη.
Το αιτούν ζητεί να γίνει δεκτή η από 30.11.2015 με αριθ. καταθ. 108757/1117/2015 αίτησή του αναστολής κατά της εκτέλεσης, η οποία προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 23.2.2016 και κατόπιν αναβολής για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της παραπάνω υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα σημειώματά τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
    Κατά το άρθρο 938 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, όπως οι ανωτέρω παράγραφοι αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 19 § 5 του ν. 4055/2012, με έναρξη ισχύος από 2.4.2012 κατ* άρθρο 113 του ίδιου νόμου: «1. Με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. Η αίτηση αναστολής κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου της ανακοπής και συζητείται υποχρεωτικά κατά την ορισθείσα δικάσιμο αυτής.... 2. Αρμόδιος να διατάξει όσα ορίζει η § 1 είναι ο δικαστής στον οποίο εκκρεμεί η ανακοπή, ο οποίος μπορεί να εμποδίσει με σημείωμα του την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί η απόφαση για την αίτηση αναστολής». Το θέμα που ανακύπτει κατά την πρακτική εφαρμογή του άρθρου 938 § 2 είναι αν με τον όρο «εκκρεμεί», γίνεται παραπομπή στο αρμόδιο καθ" ύλη δικαστήριο της ανακοπής ή απλώς σε εκείνο που εκκρεμεί η ανακοπή, ακόμη κι αν το τελευταίο είναι καθ" ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της. Η γραμματική διατύπωση του νόμου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αρμοδιότητα του κατ' άρθρο 938 ΚΠολΔ δικαστηρίου για εκδίκαση της αίτησης αναστολής θεμελιώνεται σε μόνη την άσκηση της ανακοπής και τη συνακόλουθη αυτής εκκρεμοδικία (221 ΚΠολΔ), η οποία υφίσταται ακόμη κι αν η ανακοπή έχει κατατεθεί σε αναρμόδιο δικαστήριο. Συνεπώς, το δικάζον την αίτηση αναστολής δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την καθ" ύλην αρμοδιότητα του, πρέπει να ερευνήσει μόνον αν η ανακοπή κατατέθηκε στην γραμματεία του και όχι την αρμοδιό-τητα του δικαστηρίου της ανακοπής. Συνεπώς, αναστολή μπορεί να δοθεί και από αναρμόδιο δικαστήριο (βλ. ΜονΠρΠατρ 30/2015 ΕλΔνη 2015.883, Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ Ερμηνευτική Νομολογιακή Ανάλυση υπό άρθ. 938 αριθ. 50, Χαμηλοθώρη «Ασφαλιστικά Μέτρα-Ερμηνεία-Νομολογία» έκδ. 2010 αρ. 2160). Στην προκειμένη περίπτωση το αιτούν ΝΠΔΔ, με την υπό κρίση αίτησή του, ζητεί την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται εναντίον του από την καθ' ής η αίτηση, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ανακοπής του που νομότυπα και εμπρόθεσμα-άσκησε κατά των πράξεων εκτελέσεως ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, καθόσον είναι βέβαιο ότι αυτή (ανακοπή) θα ευδοκιμήσει, ενώ η αναγκαστική εκτέλεση θα του επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη καθώς και να καταδικαστεί η καθ' ης η αίτηση στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αίτηση παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο καθίσταται αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπον για να την δικάσει, ως το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η ανακοπή (βλ. άρθρα 933 και 938 παρ. 2 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη, κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών jμέτρων των διατάξεων άρθρων 686 επ. του ΚΠολΔ (βλ. άρθρο 938 παρ. 3 εδ. α'του ΚΠολΔ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 938 παρ. 1 ΚΠολΔ, για την χορήγηση της αναστολής απαιτείται συμπλεκτικώς η συνδρομή τριών αυτοτελών προϋποθέσεων, ήτοι: α) Η προηγούμενη ή σύγχρονη με την υποβολή της σχετικής αιτήσεως, άσκηση της, κατ" άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής, η οποία ολοκληρώνεται με την επίδοση της στον καθ" ου απευθύνεται αυτή, β) η πιθανολόγηση του παραδεκτού αυτής και της βασιμότητος ενός τουλάχιστον λόγου της και γ) η πιθανολόγηση ότι η αναγκαστική εκτέλεση, που είναι ακόμη εκκρεμής, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα (ΕφΑΘ 5402/1993 ΑρχΝ 1994.308). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, απαραίτητη προϋπόθεση για την χορήγηση της αναστολής εκτέλεσης, είναι η εκτέλεση να είναι ακόμα εκκρεμής. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 983 παρ. 1 ΚΠολΔ η κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου (κατασχετηρίου). Με τη συντέλεση και των δύο ως άνω επιδόσεων της κατασχετήριας έκθεσης, επέρχεται και μια τρίτη έννομη συνέπεια της κατάσχεσης στα χέρια του τρίτου, η αναγκαστική και αυτόματη εκχώρηση της απαιτήσεως που έχει κατασχεθεί από τον μέχρι τότε δικαιούχο της (καθού η εκτέλεση οφειλέτη) στον κατασχόντα δανειστή, καθώς από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 983 παρ. 3, 988 παρ. 1 και 990 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο χώρο της πολιτικής δικονομίας την αυτοδίκαιη εκ του νόμου εκχώρηση στον κατασχόντα της απαιτήσεως που κατασχέθηκε συνεπάγεται η εμπρόθεσμη υποβολή καταφατικής δηλώσεως από τον τρίτο και η πάροδος της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1 προθεσμίας (ΟλΑΠ 3/1993, Α.Π. 1540/2000 Δ. 2001.529). Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, πιθανολογήθηκε ότι, η καθ' ης προέβη σε κατάσχεση εις χείρας τρίτου για την ικανοποίηση των χρηματικών απαιτήσεών της σε βάρος του αιτούντος και δη, επέδωσε στις 18.11.2015 (βλ την υπ' αριθ. 7174Γ/18.11.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρα)τοδικείο Αθηνών Χρήστου Μότσου) στην «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ», το από 16.11.2015 κατασχετήριο εις χείρας αυτής ως τρίτης, για την κατάσχεση των απαιτήσεών της που της επιδικάστηκαν με την υπ' αριθ. 8636/2015 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ποσού 21.671,45 ευρώ, από το συνολικό ποσό που το αιτούν διατηρεί σε λογαρισμό της ανωτέρω τρίτης, το δε από 16.11.2015 κατασχετήριο επέδωσε η καθ' ης και στο αιτούν - καθ' ου η εκτέλεση στις 26.11.2015 (βλ. την υπ' αριθ. 7220Γ/26.11.2015 έκθεση επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή}. Όπως πιθανολογήθηκε από την υπ' αριθ. Ε11187/26.11.2015 έκθεση δήλωσης τρίτου της ως άνω τράπεζας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών στις 26.11.2015, η τελευταία προέβη σε θετική δήλωση περί της υπάρξεως εις χείρας της του ως άνω κατασχεθέντος ποσού. Συνεπεία της ως άνω καταφατικής δήλωσης και εφόσον δεν πιθανολογήθηκε ότι υπήρξαν και άλλοι κατασχόντες και η κατασχεμένη απαίτηση επαρκεί για την ικανοποίηση της καθ' ης, μετά την πάροδο οκτώ (8) ημερών από την παραπάνα) δήλωση και από την, κατά τα ως άνω, ημερομηνία επίδοσης του κατασχετηρίου στο αιτούν - καθ' ου η εκτέλεση, δηλαδή από τις 5.12.2015, ολοκληρώθηκε η επίδικη κατάσχεση, δια της εκ του νόμου αναγκαστικής εκχωρήσεως στην καθ' ης της απαιτήσεως την οποία είχε το αιτούν έναντι της τρίτης Τράπεζας (αρ. 988 παρ. 1 εδαφ. α ΚΠολΔ). Με την εκχώρηση αυτή ολοκληρώθηκε η επισπευδόμενη εκτέλεση σε βάρος του αιτούντος από την καθ' ης, συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναστολής εκτέλεσης έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και, συνεπώς, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, εφόσον πιθανολογήθηκε ότι δεν εκκρεμεί πλέον διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης μεταξύ των διαδίκων από την ως άνω αιτία, για να δύναται το Δικαστήριο να διατάξει την αναστολή αυτής. Τα δικαστικά έξοδα της καθ' ης επιβάλλονται σε βάρος του αιτούντος σε κάθε περίπτωση (άρθρο 84 παρ. 2 Ν. 4194/2013, όπως τροπ. με άρθρο 14 παρ. 3 Ν. 4236/2014), μειωμένα σύμφωνα με τα άρθρα 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 κα^-του ν.δ. 2698/1953.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
       ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων...

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

2772/2015 ΑΠΟΦΑΣΗ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ: ΔΕΝ ΔΕΣΜΕΥΕΤΑΙ Ο ΥΠΟΜΙΣΘΩΤΗΣ Ή ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΑΡΑΧΩΡΗΘΗΚΕ Η ΧΡΗΣΗ ΜΙΣΘΙΟΥ , ΑΠΟ ΣΥΝΟΜΟΛΟΓΗΘΕΝΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΜΙΣΘΩΣΗ ΟΡΟ ΠΕΡΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΤΟΥ ΜΙΣΘΩΜΑΤΟΣ,ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΠΟΔΕΧΘΕΙ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΑΥΤΗ,ΠΟΥ ΑΝΕΛΑΒΕ Ο ΜΙΣΘΩΤΗΣ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ, ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΓΚΡΙΝΕΙ ΤΟΝ ΟΡΟ ΑΥΤΟ. ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΟΠΩΣ ΣΤΗΝ 2773/2015 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΑΜΕΣΩΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ


ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ

Αριθμός απόφασης 2772 /2015

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Διονυσία Ρέππα, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ουρανία Γκίζα.

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριο του στις 9 Μαρτίου 2015 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΑΣ: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία: «………………..» και τον διακριτικό τίτλο «………………..» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Σταδίου αριθμ. 40 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Θεοδώρας Τραχαλιού (A.M. Δ.Σ.Α. 26454).

ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ-ΑΝΑΚΟΠΗ: Της εταιρείας με την επωνυμία: «………………….» που εδρεύει στον ………….., οδός ………….., …………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Εμμανουήλ Τσαλικίδη (A.M. Δ.Σ.Α. 14925).

Η καλούσα-ανακόπτουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 24-11-2014 και με γενικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου 40452/2014 και με αριθμό κατάθεσης 7342/2014 ανακοπή της, η οποία επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 2-2-2015 κλήση, που κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου στις 3-2-2015 με γενικό αριθμό κατάθεσης 1336/2015 και με αριθμό κατάθεσης 758/2015 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά της στο έκθεμα και κατά τη συζήτηση της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 982, 983 και 985 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μπορούν να κατασχεθούν στα χέρια...

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

2773/2015 ΑΠΟΦΑΣΗ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ- ΑΝΑΚΟΠΗ ΔΑΝΕΙΣΤΗ ΚΑΤΑ ΑΡΝΗΤΙΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗ ΤΡΙΤΟΥ ΕΠΙ ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΩΣ ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΤΟΥ. ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΕΧΕΙ Η ΔΗΛΩΣΗ ΤΡΙΤΟΥ.ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΑΝΑΚΟΠΗΣ.ΜΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΝΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑ ΤΟ ΚΑΤΑΨΗΦΙΣΤΙΚΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ. ΣΤΗΝ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΧΡΗΣΕΩΣ ΔΕΝ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΕΠΙ ΤΟΥ ΜΙΣΘΩΜΑΤΟΣ ΣΥΜΦΩΝΗΘΕΝ ΠΟΣΟ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΧΑΡΤΟΣΗΜΟΥ. ΜΗ ΝΟΜΙΜΟ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΡΑΤΗΣΗ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΉ ΠΟΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 947 ΚΠΟΛΔ ,ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΑΞΙΩΣΗ ΓΙΑ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ Ή ΑΝΟΧΗ ΠΡΑΞΕΩΣ


2773/2015

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Διονυσία Ρέππα, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ουρανία Γκίζα.

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριο του στις 9 Μαρτίου 2015 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΑΣ: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία: «…………………..» και τον διακριτικό τίτλο «…………….» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Σταδίου αριθμ. 40 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Θεοδώρας Τραχαλιού (A.M. Δ.Σ.Α. 26454).

ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ-ΑΝΑΚΟΠΗ: …………….του …….., κατοίκου Πειραιώς, οδός ………………, ………….., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Εμμανουήλ Τσαλικίδη (A.M. Δ.Σ.Α. 14925).

Η καλούσα-ανακόπτουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 24-11-2014 και με γενικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου 40456/2014 και με αριθμό κατάθεσης 7341/2014 ανακοπή της, η οποία επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 2-2-2015 κλήση, πού κατατέθηκε στη γραμματεία χου δικαστηρίου τούτου στις 3-2-2015 με γενικό αριθμό κατάθεσης 1335/2015 και με.αριθμό κατάθεσης 757/2015 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά της στο έκθεμα και κατά τη συζήτησή της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τούς.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 982, 983 και 985 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μπορούν να κατασχεθούν στα χέρια τρίτου και χρηματικές απαιτήσεις του καθ' ου η εκτέλεση κατ' αυτού (τρίτου), εφόσον δεν εξαρτώνται από αντιπαροχή. Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και μέσα σε οκτώ ημέρες στον καθ' ου η εκτέλεση επί ποινή ακυρότητας της κατάσχεσης, εγγράφου (κατασχετηρίου). Ο τρίτος οφείλει, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες, αφότου του επιδόθηκε το κατασχετήριο, να δηλώσει προφορικά, με σαφήνεια και ειλικρίνεια ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του (ή της έδρας του, αν είναι νομικό πρόσωπο), συντασσόμενης έκθεσης, εάν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αναφέροντας σε καταφατική περίπτωση και τη δικαιογόνο σχέση, τις ενστάσεις ή λόγους αδυναμίας καταβολής αυτής, καθώς και την ανταπαίτηση που τυχόν έχει κατά του καθ' ου η εκτέλεση και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση, από ποιον και για ποιο χρόνο. Η παράλειψη δήλωσης εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση. Εάν δε ο τρίτος υπήρξε οφειλέτης της κατασχεθείσας απαίτησης, αλλά η οφειλή του κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης είχε αποσβεσθεί ή έπαυσε να υπάρχει έναντι του καθ' ου η εκτέλεση, ως δανειστή, ή έναντι του ίδιου δηλούντος ως οφειλέτη, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση του τα γεγονότα, που θεμελιώνουν την απόσβεση της απαίτησης ή την κατάργηση της ενοχής (ΕΑ 9000/2005 ΧρΙδΔ 2006.724, ΕΑ 40/1990 ΕλΔ 1992.605). Τη δήλωση του τρίτου δικαιούται να ανακόψει ο κατασχών μέσα σε τριάντα ημέρες, με ανακοπή που ασκείται κατά τις περί αγωγής διατάξεις, ενώπιον του κατά τα άρθρα 12 επ. και 23 επ. ΚΠολΔ, αρμοδίου Δικαστηρίου. Στην περίπτωση παραλείψεως υποβολής δηλώσεως ή εκπρόθεσμης δηλώσεως η ανακοπή ασκείται μέσα σε τριάντα μέρες από την επομένη λήξεως της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 985 I (ΕφΘεσ 1433/1977 Αρμ 1978.276, Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα Ερμηνεία ΚΠολΔ II, άρθρο 986 σελ. 1920, 1921 παρ. 4). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι στον κατασχόντα παρέχεται ειδικό ένδικο βοήθημα, με το οποίο μπορεί αυτός να αμφισβητήσει την τυχόν αρνητική δήλωση του τρίτου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που την συνιστούν, όταν αυτά εκτίθενται στη δήλωση και να επιδιώξει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεμένου ποσού ή την παράδοση του κατασχεμένου πράγματος, θεωρώντας αυτόν ως οφειλέτη του κατασχεμένου (άρθρο 990 ΚΠολΔ). Έτσι, μεταξύ κατασχόντος και τρίτου δημιουργείται δίκη, στην οποία κατ' ουσίαν εισάγεται προς εκδίκαση η έναντι του τρίτου απαίτηση του καθ' ου η κατάσχεση, που αποτελεί και το κύριο αντικείμενο της δίκης. Γι' αυτό, πρέπει στο δικόγραφο της ανακοπής, η οποία αποτελεί μορφή της ανακοπής του άρθρου 583 επ. ΚΠολΔ, να περιγράφεται, εκτός των άλλων, η κατασχεθείσα απαίτηση κατά τα ουσιώδη στοιχεία της (άρθρο 216 ΚΠολΔ) και τα παραγωγικά της γεγονότα, να αναφέρεται, δηλαδή, η αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ' ου η κατάσχεση, όταν μάλιστα πρόκειται για ενοχική απαίτηση, αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος αποδείξεως της υπάρξεως του κατασχεμένου δικαιώματος, διαφορετικά το δικόγραφο πάσχει αοριστία (ΑΠ 1065/2009 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 10/1995 ΕλλΔνη 1996.105, ΑΠ 73/1995 ΕλλΔνη 1997.809, ΕφΑΘ 1022/2008 ΕΦΑΔ 2009.228, ΕφΑΘ 3060/2007 ΕλλΔνη 2007.1709, ΕφΑΘ 9374/2000 ΕπΔ2002.1073, ΕφΑΘ 3407/1999 ΕΑΔ2001.774, ΕφΑΘ 7319/1998 ΕλλΔνη 1999.1128). Ο τρίτος δικαιούται να προτείνει ενστάσεις που έχει κατά του καθ' ου η εκτέλεση και αφορούν την οφειλή του, όπως και τις προβλεπόμενες στο άρθρο 987 ΚΠολΔ και όχι ενστάσεις που αφορούν τον οφειλέτη του κατασχόντος, Λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος προς αυτό (ΕφΑΘ 3407/1999 ΕλλΔνη 2001.775, Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΚΠολΔ, άρθρο 986 αριθ. 19, 21 και άρθρα 987 αριθ. 1). Με την ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ ο κατασχών οφειλέτης ασκεί οιονεί πλαγιαστικά τα δικαιώματα του οφειλέτη-καθ'ου η κατάσχεση (ΕφΑΘ 1022/2008. ΕφΑΔ 2009.228). Αίτημα της ανακοπής είναι η αναγνώριση της κατασχεθείσας απαιτήσεως και περαιτέρω η καταβολή του ποσού της κατασχεθείσας απαίτησης, ακόμα και μελλοντικής ή υπό αίρεση (άρθρο 69' παρ. 1α και ε ΚΠολΔ). Σε περίπτωση κατασχέσεως μέλλουσας ή υπό αίρεση ή προθεσμία απαιτήσεως αίτημα της ανακοπής κατά της ανακριβούς δηλώσεως του τρίτου είναι η αναγνώριση της βασικής έννομης σχέσης από την οποία προσδοκάται η γένεση της μέλλουσας απαιτήσεως (ΠολΠρΑΘ 4552/1973 Δ 1974.70,72, Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠόλΔ II, άρθρο 986 αριθ. 12 σελ. 1922). Στην προκειμένη περίπτωση, η καλούσα-ανακόπτουσα με την από 2-2-2015 κλήση, με γενικό αριθμό κατάθεσης 1335/2015 και με αριθμό κατάθεσης 757/2015 επαναφέρει νομίμως, προς συζήτηση την από 24-11-2014 και με γενικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου 40456/2014 και με αριθμό κατάθεσης 7341/2014 ανακοπή με την οποία εκθέτει ότι για την ικανοποίηση της απαίτησής της σε βάρος των οφειλετών της, ήτοι της εταιρείας με την επωνυμία «………………….» και του ……………… του …………., ποσού 49.980,65 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, όπως αναλυτικά εκτίθεται στο δικόγραφο, επέβαλε, δυνάμει του 16-10-2014 κατασχετηρίου εγγράφου της, εις χείρας του καθ' ου, ως τρίτου, κατάσχεση σε απαίτηση που διατηρούν σε βάρος του οι ως άνω οφειλέτες. Εκθέτει, επίσης, ότι μετά την κοινοποίηση στον καθ'ου του ανωτέρω κατασχετηρίου που έλαβε χώρα στις 20-10-2014, ο τελευταίος δεν προέβη σε νόμιμη δήλωση στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου. Με την ένδικη ανακοπή η ανακόπτουσα ζητεί να ακυρωθεί η παράλειψη δήλωσης του καθ' ου ως τρίτου που εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση (985 παρ. 2 ΚΠολΔ) στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Πειραιά ως ανειλικρινής και ζητεί να αναγνωρισθούν οι κατασχεθείσες απαιτήσεις των εις ολόκληρον οφειλετών της, ήτοι της εταιρείας «……….» και του …………κατά του καθ' ου η ένδικη ανακοπή, αναγνωριζομένης της αναλήθειας της παράλειψης δήλωσης του καθ' ου η ανακοπή και να υποχρεωθεί ο καθ' ου να της καταβάλει το ποσό των 24.864 ευρώ, καθώς και κάθε μελλοντική απαίτηση αποζημίωσης χρήσης μέχρι την εξόφληση της απαίτησής της κατά των οφειλετών της, με απειλή προσωπικής κράτησης διάρκειας πέντε μηνών, άλλως χρηματική ποινή ποσού 5.000 ευρώ σε περίπτωση παράλειψης, να κηρυχθεί η  εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο καθ' ου στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ανακοπή αρμόδια και παραδεκτά (άρθρα 986, 14 αριθμ. 2, 25 ΚΠολΔ) φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ και έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η υπό κρίση ανακοπή κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26-11-2014 και επιδόθηκε στον καθ' ου στις 27-11-2014 (βλ. την υπ' αριθμ. 10.816Γ/27-11-2014 έκθεση του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Σταματίου Χατζηδάκη), ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επομένη λήξεως της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 985 I, σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Περαιτέρω, η ανακοπή είναι ορισμένη, καθώς περιγράφεται η κατασχεθείσα απαίτηση κατά τα ουσιώδη στοιχεία της και τα παραγωγικά της γεγονότα και αναφορικά με την μελλοντική απαίτηση οριοθετείται η βασική έννομη σχέση από την οποία προσδοκάται η γένεση της μέλλουσας απαίτησης και νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 986, 990, 982, 983, 907, 908, 69 παρ. 1α, 70, 176 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος της για απειλή προσωπικής κράτησης, άλλως χρηματικής ποινής, το οποίο είναι μη νόμιμο και εντεύθεν απορριπτέο, διότι προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 947 ΚΠολΔ είναι η ύπαρξη αξιώσεως προς παράλειψη ή ανοχή πράξης που στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται. Συνεπώς η ανακοπή πρέπει να γίνει δεκτή κατά το τυπικό της μέρος και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το νόμιμο και ουσία βάσιμο του λόγου της πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και κατ' ουσίαν, δοθέντος ότι λόγω της φύσης της υπόθεσης δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου ακόμα και όταν έχει καταψηφιστικό αίτημα (βλ. Σπυρόπουλος/Μίχαηλίδης σε Χ. Απαλαγάκη Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ' άρθρο, εκδ. 2013 άρθρο 986 σελ. 2282, ΕφΠειρ 1433/1977)...