Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

ΥΠ' ΑΡΙΘΜΟ 3956/2016 ΑΠΟΦΑΣΗ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ: ΑΡΜΟΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 938 ΚΠΟΛΔ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΧΕΙ ΑΣΚΗΘΕΙ Η ΑΝΑΚΟΠΗ, ΕΣΤΩ ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΡΜΟΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ-ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΤΡΙΤΟΥ, Η ΕΚΤΈΛΕΣΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚ ΤΟΥ ΝΌΜΟΥ ΕΚΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΣΧΟΝΤΑ ΟΚΤΩ (8) ΗΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΧΕΤΗΡΙΟΥ ΣΤΟΝ ΟΦΕΙΛΕΤΗ - ΚΑΘ' ΟΥ Η ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ - ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΑΥΤΟΥ ΔΕΝ ΝΟΕΙΤΑΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ , ΛΟΓΩ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Αριθμός Απόφασης 3956 /2016
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Δριβελέγκα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου της Διοικήσεως,του Πρωτοδικείου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 20.9.2016, για να δικά την υπόθεση:
Του αιτούντα: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «...............................", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Αντωνόπουλου.
Της καθ' ης: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «........................» και τον διακριτικό τίτλο « ..........................», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Τσαλικίδη.
Το αιτούν ζητεί να γίνει δεκτή η από 30.11.2015 με αριθ. καταθ. 108757/1117/2015 αίτησή του αναστολής κατά της εκτέλεσης, η οποία προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 23.2.2016 και κατόπιν αναβολής για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της παραπάνω υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα σημειώματά τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
    Κατά το άρθρο 938 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, όπως οι ανωτέρω παράγραφοι αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 19 § 5 του ν. 4055/2012, με έναρξη ισχύος από 2.4.2012 κατ* άρθρο 113 του ίδιου νόμου: «1. Με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. Η αίτηση αναστολής κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου της ανακοπής και συζητείται υποχρεωτικά κατά την ορισθείσα δικάσιμο αυτής.... 2. Αρμόδιος να διατάξει όσα ορίζει η § 1 είναι ο δικαστής στον οποίο εκκρεμεί η ανακοπή, ο οποίος μπορεί να εμποδίσει με σημείωμα του την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί η απόφαση για την αίτηση αναστολής». Το θέμα που ανακύπτει κατά την πρακτική εφαρμογή του άρθρου 938 § 2 είναι αν με τον όρο «εκκρεμεί», γίνεται παραπομπή στο αρμόδιο καθ" ύλη δικαστήριο της ανακοπής ή απλώς σε εκείνο που εκκρεμεί η ανακοπή, ακόμη κι αν το τελευταίο είναι καθ" ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της. Η γραμματική διατύπωση του νόμου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αρμοδιότητα του κατ' άρθρο 938 ΚΠολΔ δικαστηρίου για εκδίκαση της αίτησης αναστολής θεμελιώνεται σε μόνη την άσκηση της ανακοπής και τη συνακόλουθη αυτής εκκρεμοδικία (221 ΚΠολΔ), η οποία υφίσταται ακόμη κι αν η ανακοπή έχει κατατεθεί σε αναρμόδιο δικαστήριο. Συνεπώς, το δικάζον την αίτηση αναστολής δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την καθ" ύλην αρμοδιότητα του, πρέπει να ερευνήσει μόνον αν η ανακοπή κατατέθηκε στην γραμματεία του και όχι την αρμοδιό-τητα του δικαστηρίου της ανακοπής. Συνεπώς, αναστολή μπορεί να δοθεί και από αναρμόδιο δικαστήριο (βλ. ΜονΠρΠατρ 30/2015 ΕλΔνη 2015.883, Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ Ερμηνευτική Νομολογιακή Ανάλυση υπό άρθ. 938 αριθ. 50, Χαμηλοθώρη «Ασφαλιστικά Μέτρα-Ερμηνεία-Νομολογία» έκδ. 2010 αρ. 2160). Στην προκειμένη περίπτωση το αιτούν ΝΠΔΔ, με την υπό κρίση αίτησή του, ζητεί την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται εναντίον του από την καθ' ής η αίτηση, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ανακοπής του που νομότυπα και εμπρόθεσμα-άσκησε κατά των πράξεων εκτελέσεως ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, καθόσον είναι βέβαιο ότι αυτή (ανακοπή) θα ευδοκιμήσει, ενώ η αναγκαστική εκτέλεση θα του επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη καθώς και να καταδικαστεί η καθ' ης η αίτηση στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αίτηση παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο καθίσταται αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπον για να την δικάσει, ως το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η ανακοπή (βλ. άρθρα 933 και 938 παρ. 2 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη, κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών jμέτρων των διατάξεων άρθρων 686 επ. του ΚΠολΔ (βλ. άρθρο 938 παρ. 3 εδ. α'του ΚΠολΔ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 938 παρ. 1 ΚΠολΔ, για την χορήγηση της αναστολής απαιτείται συμπλεκτικώς η συνδρομή τριών αυτοτελών προϋποθέσεων, ήτοι: α) Η προηγούμενη ή σύγχρονη με την υποβολή της σχετικής αιτήσεως, άσκηση της, κατ" άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής, η οποία ολοκληρώνεται με την επίδοση της στον καθ" ου απευθύνεται αυτή, β) η πιθανολόγηση του παραδεκτού αυτής και της βασιμότητος ενός τουλάχιστον λόγου της και γ) η πιθανολόγηση ότι η αναγκαστική εκτέλεση, που είναι ακόμη εκκρεμής, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα (ΕφΑΘ 5402/1993 ΑρχΝ 1994.308). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, απαραίτητη προϋπόθεση για την χορήγηση της αναστολής εκτέλεσης, είναι η εκτέλεση να είναι ακόμα εκκρεμής. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 983 παρ. 1 ΚΠολΔ η κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου (κατασχετηρίου). Με τη συντέλεση και των δύο ως άνω επιδόσεων της κατασχετήριας έκθεσης, επέρχεται και μια τρίτη έννομη συνέπεια της κατάσχεσης στα χέρια του τρίτου, η αναγκαστική και αυτόματη εκχώρηση της απαιτήσεως που έχει κατασχεθεί από τον μέχρι τότε δικαιούχο της (καθού η εκτέλεση οφειλέτη) στον κατασχόντα δανειστή, καθώς από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 983 παρ. 3, 988 παρ. 1 και 990 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο χώρο της πολιτικής δικονομίας την αυτοδίκαιη εκ του νόμου εκχώρηση στον κατασχόντα της απαιτήσεως που κατασχέθηκε συνεπάγεται η εμπρόθεσμη υποβολή καταφατικής δηλώσεως από τον τρίτο και η πάροδος της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1 προθεσμίας (ΟλΑΠ 3/1993, Α.Π. 1540/2000 Δ. 2001.529). Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, πιθανολογήθηκε ότι, η καθ' ης προέβη σε κατάσχεση εις χείρας τρίτου για την ικανοποίηση των χρηματικών απαιτήσεών της σε βάρος του αιτούντος και δη, επέδωσε στις 18.11.2015 (βλ την υπ' αριθ. 7174Γ/18.11.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρα)τοδικείο Αθηνών Χρήστου Μότσου) στην «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ», το από 16.11.2015 κατασχετήριο εις χείρας αυτής ως τρίτης, για την κατάσχεση των απαιτήσεών της που της επιδικάστηκαν με την υπ' αριθ. 8636/2015 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ποσού 21.671,45 ευρώ, από το συνολικό ποσό που το αιτούν διατηρεί σε λογαρισμό της ανωτέρω τρίτης, το δε από 16.11.2015 κατασχετήριο επέδωσε η καθ' ης και στο αιτούν - καθ' ου η εκτέλεση στις 26.11.2015 (βλ. την υπ' αριθ. 7220Γ/26.11.2015 έκθεση επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή}. Όπως πιθανολογήθηκε από την υπ' αριθ. Ε11187/26.11.2015 έκθεση δήλωσης τρίτου της ως άνω τράπεζας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών στις 26.11.2015, η τελευταία προέβη σε θετική δήλωση περί της υπάρξεως εις χείρας της του ως άνω κατασχεθέντος ποσού. Συνεπεία της ως άνω καταφατικής δήλωσης και εφόσον δεν πιθανολογήθηκε ότι υπήρξαν και άλλοι κατασχόντες και η κατασχεμένη απαίτηση επαρκεί για την ικανοποίηση της καθ' ης, μετά την πάροδο οκτώ (8) ημερών από την παραπάνα) δήλωση και από την, κατά τα ως άνω, ημερομηνία επίδοσης του κατασχετηρίου στο αιτούν - καθ' ου η εκτέλεση, δηλαδή από τις 5.12.2015, ολοκληρώθηκε η επίδικη κατάσχεση, δια της εκ του νόμου αναγκαστικής εκχωρήσεως στην καθ' ης της απαιτήσεως την οποία είχε το αιτούν έναντι της τρίτης Τράπεζας (αρ. 988 παρ. 1 εδαφ. α ΚΠολΔ). Με την εκχώρηση αυτή ολοκληρώθηκε η επισπευδόμενη εκτέλεση σε βάρος του αιτούντος από την καθ' ης, συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναστολής εκτέλεσης έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και, συνεπώς, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, εφόσον πιθανολογήθηκε ότι δεν εκκρεμεί πλέον διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης μεταξύ των διαδίκων από την ως άνω αιτία, για να δύναται το Δικαστήριο να διατάξει την αναστολή αυτής. Τα δικαστικά έξοδα της καθ' ης επιβάλλονται σε βάρος του αιτούντος σε κάθε περίπτωση (άρθρο 84 παρ. 2 Ν. 4194/2013, όπως τροπ. με άρθρο 14 παρ. 3 Ν. 4236/2014), μειωμένα σύμφωνα με τα άρθρα 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 κα^-του ν.δ. 2698/1953.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
       ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων...

      ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.
     ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αιτούν στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της καθ' ης, το οποίο ορίζει στο ποσό τα>ν διακοσίων (200) ευρώ.
     ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, στο ακροατήριο του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παραβρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι  δικηγόροι τους, στις  14 Οκτωβρίου 2016.  

      Η  ΔΙΚΑΣΤΗ                                                                                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ