Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2021

ΜΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΧΡΕΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ. ΠΟΙΑ ΧΡΕΗ ΔΕΝ ΥΠΟΛΟΓΙΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΓΙΑ ΜΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΧΡΕΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΙΣΧΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 496 νΠΚ

Δικαστήριο:ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος:ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:415
Ετος:2020

Περίληψη

Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο - Φορολογικά αδικήματα - Τυποποίηση - Πίνακας χρεών - Μη συνυπολογισμός - αιτιολογία - Νόμιμη βάση - Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως -. Αναιρείται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και νόμιμης βάσης, ως και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 25 § 1 του ν. 1882/90 (ως τροπ. με το άρθρο 469 ΚΠΔ), η καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο διότι, ενώ καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για χρέη αναφερόμενα στον, ενσωματωμένο στο διατακτικό, πίνακα χρεών, και τα οποία φαίνονται να τυποποιούνται ως αξιόποινες πράξεις στο άρθρο 66 του ν. 4174/2014 (ως τροπ. με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015), εντούτοις δεν εξηγεί γιατί τα εν λόγω χρέη κρίθηκε πως δεν τιμωρούνται και ως φορολογικά εγκλήματα.




Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 415/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μαγγίνα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.

    Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Δημητριάδου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Β. του Β., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δημόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.4611/2019 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Α' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.10.2019 (αριθ.πρωτ. 11391/29.10.2019) αίτησή της αναιρέσεως, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29.10.2019, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1588/19.

    Αφού άκουσε

Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του κατ' άρθρο 519 ΚΠΔ αρμοδίου Δικαστηρίου και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

    ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I.Η κρινόμενη από 29-10-2019 (αριθμός πρωτ: 11391/29-10-2019) αίτηση αναίρεσης της Β. Β. του Β. και Α., κατοίκου ...), που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 29-10-2019, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμό 4611/2019 καταδικαστικής απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή.

    II.Από το άρθρο 2 του νέου Ποινικού Κώδικα, που κυρώθηκε με το Νόμο 4619/2019 και τέθηκε σε ισχύ, κατά το άρθρο 460 του ίδιου Κώδικα, από την 1-7-2019, με το οποίο ορίζεται ότι: "1. Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. 2. Αν μεταγενέστερος νόμος χαρακτήρισε την πράξη μη αξιόποινη (ανέγκλητη), παύει η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε καθώς και τα ποινικά επακόλουθά της, όπως και η εκτέλεση των μέτρων ασφαλείας", προκύπτει ότι τροποποιείται ουσιωδώς η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον" και ότι προδήλως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, όταν καθιστά την πράξη ανέγκλητη. Περαιτέρω, από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 511 εδαφ. δ', 514 εδαφ. δ' περ. β' και 518 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., συνάγεται, ότι, αν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης καταστεί ανέγκλητη η πράξη, για την οποίαν καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τότε ο Άρειος Πάγος, εφόσον η αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης είναι παραδεκτή, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νέο επιεικέστερο νόμο και κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο, αφού δεν υπάρχει πλέον αξιόποινη πράξη, ακόμη και παρά την ερημοδικία του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου (Ολ. Α.Π. 3/1995). Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Νόμου 1882/1990 θεσπίσθηκε η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του ποσού του χρέους. Ακολούθως, το άνω άρθρο (25 του Νόμου 1882/1990) αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 του Νόμου 2523/1997, με το οποίο, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, που καθιστά αξιόποινη την πράξη της μη καταβολής. Εν συνεχεία η παρ. 1 του άρθρου 25 συμπληρώθηκε με το άρθρο 34 του Νόμου 3016/2002 (Φ.Ε.Κ. 110/17-5-2002) και ακολούθως το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 34 του Νόμου 3220/2004 (Φ.Ε.Κ. Α' 15/28-1-2004). Μετά την τελευταία αντικατάσταση, το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα τελωνεία, κατά τον, ως κατωτέρω, χρόνο καταβολής των επίδικων χρεών, 1) αντιμετωπίσθηκε ενιαία ως προς το χρόνο είσπραξής τους, ορισθέντος, ότι χρόνος είσπραξης είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, εφάπαξ ή σε δόσεις, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με την βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίσθησαν βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους και 4) αυξήθηκαν τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή, για τα οποία ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, ορισθέντος έτσι ότι: "1. Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό". Επακολούθησε ο Νόμος 3943/2011, με το άρθρο 3 του οποίου αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 25 του Νόμου 1882/1990 και ορίσθηκε ότι: "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ". Ακολούθως εκδόθηκε ο Νόμος 4321/21-3-2015 "Ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας", με το άρθρο 20 του οποίου η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Νόμου 1882/1990 αντικαταστάθηκε ως εξής. "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό". Τέλος, με το άρθρο 8 του Νόμου 4337/17-10-2015 προστέθηκε νέο Κεφάλαιο δωδέκατο στο Νόμο 4174/2013, με το άρθρο 71 παρ. 2 του οποίου ορίσθηκε, ότι "τα ποσά των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, των περιπτώσεων α' και β', αντίστοιχα, της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του Νόμου 1882/1990 ("Ποινικό αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους"), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αντικαθίστανται από τα ποσά των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, αντίστοιχα". Μετά την υποβολή στον εισαγγελέα της σχετικής αίτησης του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κ.λ.π., που συνοδεύεται από τον πίνακα βεβαιωμένων χρεών, ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία ενιαία πράξη, τη μη καταβολή του αναφερόμενου στον πίνακα συνολικού χρέους, το οποίο μπορεί να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς να έχει πλέον οποιαδήποτε έννομη σημασία το ύψος και η αιτία προέλευσης καθενός από τα μερικότερα χρέη. Δεν πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, δηλαδή για περισσότερες, προσβάλλουσες διαφορετικές μονάδες του ίδιου έννομου αγαθού, απέχουσες χρονικά και συνεχόμενες μεταξύ τους, λόγω της ενότητας δόλου του δράστη και αντιστοιχούσες σε ισάριθμα βεβαιωμένα και μη εξοφλημένα χρέη του πίνακα, ομοειδείς πράξεις, αλλά για μία και μόνη, τελούμενη με τη συμπλήρωση τετραμήνου από το χρόνο που το χρέος έπρεπε να καταβληθεί, αξιόποινη πράξη, στην οποίαν τυποποιείται η καθυστέρηση καταβολής του αθροίσματος των περιεχομένων στον πίνακα βεβαιωμένων χρεών. Πρόκειται δηλαδή για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συναπαρτίζεται από τα οριζόμενα στο νόμο στοιχεία και από δημόσια χρέη του υπαιτίου, που συναθροίζονται και ενιαιοποιούνται για τη νομοτυπική του συγκρότηση, χωρίς να περιέχει στοιχεία εξακολουθητικής, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τέλεσης, που χαρακτηρίζουν το αθροιστικό έγκλημα. Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται: 1) Ότι, αφού πρόκειται για έγκλημα που τελείται εφάπαξ και όχι εξακολουθητικά, κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, ως χρόνος τέλεσης αυτού νοείται η συμπλήρωση τετραμήνου από το χρόνο ταμειακής βεβαίωσης (από και με την οποία η σχετική αστική αξίωση γίνεται ληξιπρόθεσμη) του μερικότερου χρέους με τη χρονικά εγγύτερη ταμειακή βεβαίωση προς τη σύνταξη του συνοδεύοντος την αίτηση για άσκηση της ποινικής δίωξης οικείου πίνακα χρεών. Ο χρόνος αυτός καλύπτει και τους αντίστοιχους χρόνους των υπολοίπων, εχόντων προγενέστερες ταμειακές βεβαιώσεις, χρεών, τα οποία, κατά την έννοια του νόμου, συσσωματώνονται σε ένα και μόνο αθροιστικό χρέος. Και 2) Ότι τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού εγκλήματος είναι α) η μη καταβολή των βεβαιωμένων στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. ή στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα από οποιαδήποτε αιτία, β) η παρέλευση τετραμήνου από το χρόνο που έπρεπε το χρέος να καταβληθεί και γ) το συνολικό άθροισμα των μερικότερων χρεών, με κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις, κατά το χρόνο σύνταξης του οικείου πίνακα χρεών να υπερβαίνει το οριζόμενο από το νόμο χρηματικό ποσό με τις διακρίσεις και κλιμακώσεις που προαναφέρθηκαν, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται δόλος (πρόθεση) με την έννοια του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., ο οποίος πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφού δεν καθορίζεται στην οικεία διάταξη, άλλη μορφή υπαιτιότητας (άμεσος ή υπερχειλής δόλος). Έτσι, κρίσιμα στοιχεία θεμελίωσης του σχετικού εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να υπάρχει η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι: α) Η αρμόδια αρχή που βεβαίωσε το χρέος, β) το ύψος του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του, δ) ο ακριβής χρόνος καταβολής του χρέους και ε) η μη πληρωμή του ενοποιημένου χρέους κατά τη λήξη του τετραμήνου από τον χρόνο που αυτό έπρεπε να καταβληθεί, οπότε προσδιορίζεται έμμεσα και ο χρόνος τέλεσης της πράξης. Εξάλλου, ως χρόνος βεβαίωσης του χρέους νοείται ο χρόνος της υπό ευρεία έννοια βεβαίωσης, με την οποία προσδιορίζεται η σχετική χρηματική οφειλή (ως προς το είδος, το ποσό και το υποκείμενό της) και εγγράφεται από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ή από άλλο αρμόδιο όργανο στους τηρούμενους καταλόγους (φορολογικούς κ.λ.π.). Αυτή συνιστά την ατομική διοικητική πράξη και τον εκτελεστό νόμιμο τίτλο σε βάρος του οφειλέτη. Ως χρόνος καταβολής του χρέους νοείται, όμως, ο χρόνος της υπό στενή έννοια (ταμειακής) βεβαίωσής του, με την οποία αυτό καταγράφεται στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων και εμφανίζεται ως δημόσιο έσοδο, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΚΕΔΕ, καθιστώντας (κατά κανόνα) ταμειακά ληξιπρόθεσμη τη σχετική απαίτηση και εφικτή την κίνηση της εκτελεστικής διαδικασίας με την αποστολή ατομικής ειδοποίησης στον αναγραφόμενο οφειλέτη για την αναγκαστική είσπραξη της εκτελούμενης χρηματικής αξίωσης από αυτόν και από όσους τυχόν συνευθύνονται με αυτόν για το βεβαιωμένο χρέος. Τέλος, στο άρθρο 469 του νέου Π.Κ., που ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, από 1-7-2019, ορίζεται ότι "Μετά το εδάφιο β' της παρ. 1 του άρθρου 25 του Νόμου 1882/1990 προστίθεται εδάφιο γ' ως εξής: "Στην αίτηση και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου, τα χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις, καθώς και τα χρέη από τα αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις". Κατ' αυτόν τον τρόπο με την τελευταία διάταξη του νέου Ποινικού Κώδικα επαναρρυθμίζεται το προβλεπόμενο στο άρθρο 25 του Νόμου 1882/1990 ποινικό αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων στη Φορολογική Διοίκηση χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού ρητά ορίζεται, ότι στις (νέες) αιτήσεις και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, κατά το άρθρο αυτό, δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ποινικής ευθύνης του προσώπου οι οφειλές που αφορούν: α) χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση (αμιγώς) χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτές προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις και τούτο, διότι, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της μεταβατικής αυτής διάταξης, η μη καταβολή της επιβληθείσας χρηματικής ποινής καταργείται πλέον ως αυτοτελές αδίκημα του άρθρου 25 του Νόμου 1882/1990, καθώς δυνάμει της διάταξης της παραγράφου 6 του άρθρου 80 του νέου Ποινικού Κώδικα, το δικαστήριο μαζί με την χρηματική ποινή ορίζει ποινή στερητική της ελευθερίας, η οποία θα πρέπει να εκτιθεί από τον καταδικασθέντα, εάν δεν καταβάλλεται η χρηματική ποινή και β) χρέη που προέρχονται από τα φορολογικά αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Νόμου 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.), μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις και τούτο, διότι, σύμφωνα με την ίδια ως άνω αιτιολογική έκθεση, θεραπεύεται το άτοπο της διπλής αξιολόγησης των αξιόποινων φορολογικών παραβάσεων, ήτοι, τόσο κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του Νόμου 1882/1990, όσο και κατά τις διατάξεις του άρθρου 66 του Νόμου 4174/2013 σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 8 του Νόμου 4337/2015. Ως εκ τούτου, τα ποσά που αποτελούν το αποκομισθέν ή το επιδιωχθέν προϊόν των εν λόγω φορολογικών παραβάσεων αποκλείονται πλέον από την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 25 του Νόμου 1882/1990, δεδομένου ότι η μη καταβολή αυτών τυποποιείται ήδη ποινικά από το άρθρο 66 του Κ.Φ.Δ. Τέτοια αποκλειόμενα χρηματικά ποσά-χρέη, τα οποία εμπίπτουν στα αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, είναι τα προερχόμενα από την αποφυγή πληρωμής φόρου εισοδήματος (που προβλεπόταν από το άρθρο 17 παρ. 1 του Νόμου 2523/1997), ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ), από την απόκρυψη από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέων εισοδημάτων από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακών στοιχείων, ιδίως με την παράλειψη υποβολής δήλωσης ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης ή με την καταχώρηση στα λογιστικά αρχεία εικονικών (ολικά ή μερικά) δαπανών ή με την επίκληση στη φορολογική δήλωση τέτοιων δαπανών, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη, από τη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση, συμψηφισμό ή έκπτωση του φόρου προστιθέμενης αξίας (που προβλεπόταν από το άρθρο 18 παρ. 1 του Νόμου 2523/1997), του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, από τη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση, συμψηφισμό ή έκπτωση ή λήψη επιστροφής με παραπλάνηση της Φορολογικής Διοίκησης με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, καθώς και τη διακράτηση τέτοιων φόρων, τελών ή εισφορών, από τη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση στο Δημόσιο του φόρου πλοίων, από την έκδοση και αποδοχή πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (που προβλεπόταν από το άρθρο 19 παρ. 1 του Νόμου 2523/1997) και από τη μη έκδοση ή έκδοση ανακριβώς των προβλεπόμενων από το Π.Δ/μα 186/1992 (Κ.Β.Σ.) στοιχείων κατά την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών κ.λ.π. (που προβλεπόταν από το άρθρο 19 παρ. 5 του Νόμου 2523/1997), μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις, όπως είναι τα πρόστιμα. Ακόμη, η επιβληθείσα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Νόμου 3986/2011 ετήσια επί του εισοδήματος φορολογική επιβάρυνση (τέλος επιτηδεύματος), που ορίζεται σε πάγιο, κατά κατηγορία υπόχρεων, ποσό, στους επιτηδευματίες και στους ασκούντες ελεύθερο επάγγελμα, που τηρούν βιβλία Β' και Γ' κατηγορίας του Κ.Β.Σ., θεσπίσθηκε ως φόρος επί του εισοδήματος. Ο νομοθέτης στηρίχθηκε στην παραδοχή ότι η άσκηση επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας, υπό συνθήκες που περιγράφονται στο νόμο, αποφέρει ένα ελάχιστο ποσό ετήσιου εισοδήματος, στο οποίο αντιστοιχεί, ως ελάχιστη φορολογική επιβάρυνση, το προβλεπόμενο πάγιο ποσό φόρου [Σ.τ.Ε. 89/2019]. Έτσι, η αποφυγή πληρωμής του τέλους επιτηδεύματος, που αποτελεί φόρο επί του εισοδήματος, τυποποιείται επίσης στο έγκλημα φοροδιαφυγής του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ., οπότε δεν συμπεριλαμβάνεται και δεν υπολογίζεται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου στην αίτηση και στον πίνακα χρεών, που υποβάλλονται για την άσκηση της ποινικής δίωξης από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή τα Ελεγκτικά Κέντρα ή το Τελωνείο προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους....

Πέμπτη 13 Μαΐου 2021

ΥΠ' ΑΡΙΘΜΟ 96/2020 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΛΑΡΙΣΑΣ: ΟΤΑΝ ΕΝΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΦΕΤΩΝ ΚΑΝΕΙ ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΤΗΝ ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΝΟΜΙΚΗ ΑΠΟΨΗ ΠΟΥ ΤΥΧΟΝ ΕΧΕΙ ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙ ΕΝΑΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ή ΚΑΙ ΕΠΙ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΩΝ ΣΕ ΑΛΛΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΟΥ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ ΕΠΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ (ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΕΡΙ ΗΣ Η ΑΠ 248/2017,ΠΟΥ ΕΠΙΚΑΛΕΙΤΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ), ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΛΟΓΟ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΝΑ ΕΧΕΙ ΚΡΙΝΕΙ ΑΥΤΗ ΚΑΘ' ΕΑΥΤΗ ΚΑΙ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΗΝ ΔΙΑΦΟΡΑ, ΠΟΥ ΚΑΛΕΙΤΑΙ ΕΚ ΝΕΟΥ ΝΑ ΚΡΙΝΕΙ ΚΑΙ Η ΟΠΟΙΑ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΙΔΙΑ ΝΟΜΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΙΔΙΑ ΒΙΟΤΙΚΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ ,,ΟΠΟΤΕ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΞΑΙΡΕΙΤΑΙ. ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΕΝ ΑΣΧΟΛΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΑΠ 175/2007, ΑΠ 1855/2007, ΕΦ.ΑΘ. 1947/2012, ΕΦΑΘ 1347/2014, ΕΦ.ΛΑΡ.60/2019 ΚΑΙ ΠΟΛ.ΠΡ.ΝΑΞΟΥ 13/2000,ΠΟΥ ΤΕΘΗΚΑΝ ΥΠ' ΟΨΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥ ΔΕΧΟΝΤΑΙ ΟΤΙ ΕΝΑΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ, ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΚΡΙΝΕΙ ΜΙΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ , ΠΡΈΠΕΙ ΝΑ ΕΞΑΙΡΕΘΕΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΑΥΤΗΣ .

Πριν παρατεθεί η απόφαση 96/2020 , παρατίθενται με link οι αποφάσεις:

ΑΠ 248/2017 , την οποία επικαλείται η παρακάτω απόφαση

ΑΠ 1751/2007, η οποία τέθηκε υπ' όψη του Δικαστηρίου και την οποία αυτό αγνόησε 

ΑΠ 1855/2007, η οποία τέθηκε υπ' όψη του Δικαστηρίου και την οποία αυτό αγνόησε 

ΕΦ.ΑΘ. 1947/2012 , η οποία τέθηκε υπ' όψη του Δικαστηρίου και την οποία αυτό αγνόησε 

ΕΦ.ΑΘ.1347/2014, η οποία τέθηκε υπ' όψη του Δικαστηρίου και την οποία αυτό αγνόησε 

ΕΦ.ΛΑΡ. 60/2019, η οποία τέθηκε υπ' όψη του Δικαστηρίου και την οποία αυτό αγνόησε 

ΠΟΛ.ΠΡ.ΝΑΞΟΥ 13/2000, η οποία τέθηκε υπ' όψη του Δικαστηρίου και την οποία αυτό αγνόησε 

    Ο καθ' ένας μπορεί να διαβάσει την παραπάνω νομολογία και να βγάλει τα συμπεράσματά του επί της παρακάτω παρατιθέμενης υπ' αριθμό 96/2020 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας.

   Το βέβαιο όμως είναι ένα: στην Ελλάδα, εν έτει 2020, το να θεωρείται εύλογη η ανησυχία   ενός διαδίκου , ότι ένας δικαστής, στην περίπτωση που  ήδη έχει κρίνει μία υπόθεση  (την ίδια ακριβώς υπόθεση),  είναι ανθρώπινο να μη θεωρήσει  εσφαλμένη την προηγούμενη κρίση του και να την επαναλάβει, αποτελεί ζητούμενο. 



Αριθμός απόφασης 96/2020


ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ

(ΑΚΥΡΩΤΙΚΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ)

ΤΜΗΜΑ Α’

ΤΡΙΜΕΛΕΣ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2020, με την εξής σύνθεση: Μαρία Αντζουλάτου, Πρόεδρος Εφετών Δ.Δ., ΄Ιλια Φωτιάδου και Ιωάννα Λαμπίρη Εφέτες Δ.Δ. Ως γραμματέας συμμετείχε ο Χαράλαμπος Κανελλιάς, δικαστικός υπάλληλος,

για να δικάσει την αίτηση εξαίρεσης με αριθμό καταχώρησης 33/27-5-2020,

της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΥΡΩΜΑΡΤ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ, ΑΤΝΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ, ΕΙΣΑΓΩΓΕς-ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «ΕΥΡΩΜΑΡΤ Α.Ε.», με έδρα στο Γέρακα Αττικής (Καβάφη και Καρκαβίτσα αρ.1), όπως εκπροσωπείται, που δεν παρέστη,

κατά 1) της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (Α.Ε.Π.Π.), με έδρα στο ν. Αττικής (Λεωφ. Θηβών 196-198, Κτίριο Κεράνης, Αγ. Ιωάννης Ρέντη), όπως εκπροσωπείται και δεν παρέστη και 2) της αναθέτουσας Αρχής «ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ ΚΟΥΤΛΙΜΠΑΝΕΙΟ & ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΕΙΟ» που εδρεύει στη Λάρισα (οδός Τσακάλωφ αρ.1), όπως εκπροσωπείται και δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή η ανωτέρω α.ε. ζητεί την εξαίρεση της δικαστή Δήμητρας Ρουβά από το δικαστικό σχηματισμό που θα δικάσει την ΑΚ 11/2020 αίτηση ακύρωσης που η ίδια εταιρεία κατέθεσε στο Δικαστήριο.

Το Δικαστήριο, αφού άκουσε την Ιωάννα Λαμπίρη εφέτη δ.δ., που ορίστηκε εισηγητής με την από 27.5.2020 πράξη της Προέδρου, μελέτησε τη δικογραφία και σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο.

Η κρίση του είναι η ακόλουθη :

1. Επειδή με την κρινόμενη αίτηση, κατά την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (σχετ. το ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό 33340570095007270082), η αιτούσα α.ε. ζητεί την εξαίρεση της εφέτη δ.δ. Δήμητρας Ρουβά από την εκδίκαση της ΑΚ 11/4-2-2020 αίτησης που άσκησε, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, με αίτημα την ακύρωση της 924/2019 απόφασης του 6ου Κλιμακίου της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (Α.Ε.Π.Π.). Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) 763/24-6-2019 προδικαστική προσφυγή της αιτούσας εταιρίας κατά του δεύτερου των καθ’ων ν.π.δ.δ. και κατά της 23Γ/2019 διακήρυξης δημόσιου ηλεκτρονικού διαγωνισμού με αντικείμενο «Προμήθεια ραμμάτων».

2. Επειδή, τα άρθρα 52 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που διέπουν την εξαίρεση δικαστών και υπαλλήλων της γραμματείας, και τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 40 του π. δ. 18/1989 (Α΄ 8), εφαρμόζονται αναλόγως και ως προς την εξαίρεση των δικαστών και των υπαλλήλων της γραμματείας των Διοικητικών Εφετείων, όταν δυνάμει του άρθρου 4 του ν. 702/1977 (Α΄ 268) επιλαμβάνονται υποθέσεων που επιδέχονται ακυρωτικό έλεγχο, ορίζουν τα εξής: «1. Δικαστές, εισαγγελείς και υπάλληλοι της γραμματείας, με οποιαδήποτε ιδιότητα και αν ενεργούν, μπορούν να προτείνουν την εξαίρεσή τους ή να εξαιρεθούν από οποιονδήποτε διάδικο: α) … στ) αν έχουν προκαλέσει ή προκαλούν υπόνοια μεροληψίας, ιδίως αν έχουν με κάποιο διάδικο ιδιαίτερη φιλία, ιδιαίτερες σχέσεις καθηκόντων ή εξάρτησης, έριδα ή έχθρα. 2. …» (άρθρο 52), «Αρμόδιο να αποφανθεί για την εξαίρεση είναι το δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί ο εξαιρούμενος …» (άρθρο 54), «1. Η εξαίρεση προτείνεται από τον διάδικο πέντε ημέρες πριν από τη συζήτηση στο ακροατήριο, ενώ αργότερα έως ότου περατωθεί η συζήτηση στο ακροατήριο, μόνο εάν πιθανολογείται ότι η περίπτωση ή οι λόγοι της εξαίρεσης προέκυψαν ή έγιναν γνωστοί στον διάδικο μετά την πάροδο της πενθήμερης προθεσμίας … 2. … 3. …» (άρθρο 57), «1. Η αίτηση για την εξαίρεση που υποβάλλεται έως την έναρξη της συζήτησης γίνεται με την κατάθεση εγγράφου στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου. Στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι της εξαίρεσης, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. 2. … .» (άρθρο 58), «1. Η απόφαση για την αίτηση της εξαίρεσης εκδίδεται αμέσως με απλή πιθανολόγηση των λόγων της εξαίρεσης ...» (άρθρο 60).

3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα α.ε. εκθέτει στην κρινόμενη αίτηση περί εξαιρέσεως από την εκδίκαση της ΑΚ11/4-2-2020 αίτησης ακύρωσης κατά της -αναφερόμενης στην πρώτη σκέψη της παρούσας- απόφασης της Α.Ε.Π.Π., ένδικο βοήθημα για το οποίο ορίστηκε εισηγητής η εφέτης δ.δ. Ίλια Φωτιάδου και δικάσιμος -μετ’ αναβολή- η 7η Οκτωβρίου 2020, μέλους του Δικαστηρίου αυτού και συγκεκριμένα της εφέτη δ.δ. Δήμητρας Ρουβά, διότι η τελευταία, που -ως δικαστής του Μονομελούς Διοικητικού Εφετείου Λάρισας- επιλήφθηκε της ΑΝΜ 41/26-8-2019 αίτησης του άρθρου 372 του ν. 4412/2016 (Α΄ 147) για την αναστολή εκτέλεσης της ίδιας ως άνω απόφασης της Α.Ε.Π.Π. και εξέδωσε την 48/2019 απορριπτική απόφαση, έχει ήδη εκφέρει άποψη για το πραγματικό και ουσιαστικό μέρος της υπόθεσης, γεγονός που προκαλεί δυσπιστία στην ίδια (αιτούσα α.ε.) για το αμερόληπτο της κρίσης κατά την εξέταση της ΑΚ 11/4-2-2020 αίτησης ακύρωσης. Όπως, ωστόσο, κρίθηκε με την 248/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου η από το δικαστή έκφραση κρίσης, στα πλαίσια των δικαιοδοτικών καθηκόντων του, σε προηγούμενη υπόθεση, που δεν συμφέρει στον αιτούντα την εξαίρεσή του, ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, δεν ισχυρίζεται, ούτε πιθανολογείται ότι η δυσμενής αυτή κρίση ήταν προϊόν μεροληψίας, δεν αποτελεί λόγο εξαίρεσης. Αβασίμως, συνεπώς, προβάλλεται ότι συντρέχει λόγος εξαίρεσης της εφέτη δ.δ. Δήμητρας Ρουβάς, ως εκ τούτου απορριπτέα τυγχάνει η κρινόμενη αίτηση εξαίρεσης, το δε, καταβληθέν παράβολο πρέπει να καταπέσει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

Η διάσκεψη έγινε στη Λάρισα στις 27 Ιουλίου 2020 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στον ίδιο τόπο σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 14 Σεπτεμβρίου 2020.

Η ΠρόεδροςΟ Γραμματέας

Θεωρήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 2020

 

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020

ΥΠ' ΑΡΙΘΜΟ 21/2018 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

 Για την διεκπεραίωση από τον δικηγόρο διοικητικών υποθέσεων του εντολέα του, αρκεί για τη νομιμοποίησή του ενώπιον των διοικητικών αρχών η απόδειξη της ιδιότητάς του με την επίδειξη της επαγγελματικής του ταυτότητας και η δήλωσή του προς τα διοικητικά όργανα ότι εκπροσωπεί συγκεκριμένο εντολέα, αναλαμβάνοντας, κατ' αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο δικαιώματα, αλλά και υποχρεώσεις κατά την εκτέλεση του λειτουργήματος του. 

Η γνωμοδότηση και ΕΔΩ




ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Αριθμός γνωμοδοτήσεως 21/ 2018

ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Πλήρης Ολομέλεια

 Συνεδρίαση της 8ης-2- 2018

Σύνθεση:

Πρόεδρος: Μιχαήλ Απέσσος, Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ

Μέλη: Χρυσαφούλα Αυγερινού, Ανδρέας Χαρλαύτης, Μεταξία Ανδροβιτσανέα, Βασιλική Δούσκα, Ιωάννης -Κωνσταντίνος Χαλκιάς, Νικόλαος Μουδάτσος, Ιωάννης Διονυσόπουλος και Στέφανος Δέτσης, Αντιπρόεδροι του ΝΣΚ, Ασημίνα Ροδοκάλη, Κωνσταντίνος Γεωργάκης, Γεώργιος Κανελλόπουλος, Βασιλική Πανταζή, Ευγενία Βελώνη, Νίκη Μαριόλη, Ανδρέας Ανδρουλιδάκης, Αικατερίνη Γρηγορίου, Βασιλική Τύρου, Στυλιανή Χαριτάκη, Δημήτριος Χανής, Νικόλαος Δασκαλαντωνάκης, Ευφροσύνη Μπερνικόλα, Γαρυφαλιά Σκιάνη, Αφροδίτη Κουτούκη, Δήμητρα Κεφάλα, Δημήτριος Αναστασόπουλος, Κωνσταντίνος Κατσούλας, Ελένη Σβολοπούλου, Κωνσταντίνος Κηπουρός, Αλέξανδρος Ροϊλός, Αδαμαντία Καπετανάκη, Ευστράτιος Συνοίκης, Κωνσταντίνο Χριστοπούλου, Ευαγγελία Σκαλτσά, Αθηνά Αλεφάντη, Αγγελική Καστανά, Κυριακή Παρασκευοπούλου, Ελένη Πασαμιχάλη, Χριστίνα Διβάνη, Παναγιώτης Παππάς, Σταύρος Σπυρόπουλος, Βασίλειος Καραγεώργος, Πέτρος Κωνσταντινόπουλος, Ευσταθία Τσαούση, Χρήστος Μητκίδης, Διονύσιος Χειμώνας, Βασιλική Παπαθεοδώρου, Παναγιώτα-Ελευθερία Δασκαλέα -Ασημακοπούλου, Γεώργιος Γρυλωνάκης, Βασίλειος Κορκίζογλου, Χαράλαμπος Μπρισκόλας και Νικόλαος Καραγιώργης, Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους.

Εισηγητής: Δημήτριος Κατωπόδης, Πάρεδρος του Ν.Σ.Κ. (γνώμη χωρίς ψήφο).

Αριθμός ερωτήματος : Το υπ' αριθ. πρωτ. 4000/1//94-στ/24-5-2017 έγγραφο ■< του Υπουργείου Εσωτερικών / Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας / Κλάδου

■ι

Διοικητικής Υποστήριξης και Ανθρώπινου Δυναμικού / Δ/νσης Οργάνωσης και Νομικής Υποστήριξης / Τμήματος Νομικών Υποθέσεων. Ερώτημα: Αν υποχρεούνται οι αστυνομικές υπηρεσίες, όταν δεν υπάρχει ειδική νομοθετική πρόβλεψη περί του τρόπου αποδείξεως της πληρεξουσιότητας, να συναλλάσσονται με δικηγόρους που φέρονται ότι εκπροσωπούν υπηκόους τρίτων χωρών, βασιζόμενες απλά στην προφορική δήλωσή τους ότι εκπροσωπούν συγκεκριμένους εντολείς τους ή αν πρέπει να έχει παρασχεθεί σ' αυτούς από τους εντολείς τους σχετικό έγγραφο από το οποίο να αποδεικνύεται η πληρεξουσιότητά τους.

Επί του ως άνω ερωτήματος εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 186/2017 γνωμοδότηση του Β' Τμήματος Διακοπών του Ν.Σ.Κ., και εν συνεχεία η υπ' αριθ. 249/2017 γνωμοδότηση της Β' Τακτικής Ολομέλειας, η οποία παρέπεμψε το ερώτημα, λόγω της σπουδαιότητας του νομικού ζητήματος που τίθεται με αυτό και των δύο ισχυρών αντιθέτων γνωμών που διατυπώθηκαν, στην Πλήρη Ολομέλεια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 5 παρ. 2 και 6 παρ. 3 του ν. 3086/2002 (Α' 324). Η Πλήρης Ολομέλεια γνωμοδότησε ως εξής: Ιστορικό

Από το έγγραφο της ερωτώσας Υπηρεσίας και τα στοιχεία του φακέλου που το συνοδεύουν προκύπτουν τα ακόλουθα:...

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2020

Α1603/2020 ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ- ΤΕΛΟΣ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ:ΑΚΥΡΗ Η ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ ΛΟΓΩ ΜΗ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ,ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΟΤΙ Ο ΟΙΚΕΙΟΣ ΔΗΜΟΣ ΠΡΟΣΚΑΛΕΣΕ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΥΠΟΒΟΛΗ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΟΥΣ

 



Αριθμός απόφασης Α1603/2020

 

 

 

ΤΟ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

8ο Μονομελές

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 12 Φεβρουαρίου 2020, ημέρα Τετάρτη και ώρα 12:00 μεσ., με Δικαστή τον Τριαντάφυλλο Καττελαρή Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ και Γραμματέα την Δήμητρα Διονυσίου, Δικαστικό Υπάλληλο.

Για να δικάσει την προσφυγή με ημερομηνία 30 Ιουλίου 2.012.

Του ........ του ....... κατοίκου ......., οδός .........αρ. ...και ........αρ. ... ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Εμμανουήλ Τσαλικίδη.

Κατά του Ν.Π.ΔΔ Δήμος Γλυφάδας που εκπροσωπείται από το Δήμαρχο αυτού ο οποίος παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Μαρίας - Αναστασίας Δίβαρη.

Η κρίση του είναι η εξής:

Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την οποία κατατέθηκε παράβολο ( βλ. υπ' αρ. και Σειράς Α' έντυπα παραβόλου) επιδιώκεται από τον προσφεύγοντα η ακύρωση των υπ' αρ. 2225, 2226, 2227, 2228 και 2229/19.06.2012 αποφάσεων καταλογισμού τελών ακίνητης περιουσίας (ΤΑΠ) και επιβολής προστίμων του Δημάρχου Γλυφάδας με την οποία καταλογίσθηκαν σε αυτόν τέλη ακίνητης περιουσίας και του επιβλήθηκαν πρόστιμα συνολικού ποσού 995,50 ευρώ τα οποία αφορούσαν τα έτη 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011. Κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου, διά της κρινόμενης προσφυγής επιδιώκεται η ακύρωση των ως άνω προσβαλλόμενων πράξεων κατά το μέρος που αυτές αφορούν τα επιβληθέντα στον προσφεύγοντα πρόστιμα για τα πιο πάνω έτη, συνολικού ποσού 995,50 ευρώ.

Επειδή, ...στο άρθρο 24 παρ. 1, 2, 3, 5 και 12 του Ν. 2130/1993 (ΦΕΚ 62 Α') ορίζεται ότι: «1. Από 1ης Ιανουαρίου 1993 επιβάλλεται υπέρ των δήμων και κοινοτήτων τέλος το οποίο λογίζεται επί της αξίας της ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται εντός της διοικητικής τους περιφέρειας, κατά τις ακόλουθες διακρίσεις: α) Στα πάσης φύσεως ακίνητα που βρίσκονται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως          β)         2. Ο συντελεστής του τέλους καθορίζεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου από μηδέν είκοσι πέντε τοις χιλίοις (0,25%ο) μέχρι μηδέν τριάντα πέντε τοις χιλίοις (0,35%ο) και είναι ενιαίος για όλη τη διοικητική περιφέρεια. Η απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου λαμβάνεται μέχρι 31 Οκτωβρίου του προηγούμενου έτους και ισχύει και για τα

επόμενα έτη μέχρι να τροποποιηθεί...........

Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ

Πως τα πάντα στην Ελλάδα γίνονται μισά. 

   Μετά το ξέσπασμα της πανδημίας του κορονοϊού υποτίθεται ότι το κράτος επιτάχυνε τις διαδικασίες για την εξ αποστάσεως παροχή ηλεκτρονικών υπηρεσιών. 
   Έτσι,  μεταξύ άλλων, τέθηκε σε εφαρμογή η δυνατότητα της ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφων, η οποία θεωρητικά υπήρχε από ετών. 
   Όμως, και στην περίπτωση αυτή, όπως στα πάντα όσα γίνονται στην Ελλάδα, έγιναν μισές δουλειές. 
   Ενώ σπεύδεις, λοιπόν,  περιχαρής να καταθέσεις έφεση κατά απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την παλαιά τακτική διαδικασία, κάτι που θα σε απαλλάξει από χάσιμο χρόνου και συνωστισμό, τελικά απογοητευμένος  διαπιστώνεις ότι πολύ απλά το σύστημα δεν δίνει την  δυνατότητα της ηλεκτρονικής κατάθεσης εφέσεως  κατά απόφασης αυτής της κατηγορίας.
   Προφανώς κάποιον δεν βόλευε , όταν  έστηνε το σύστημα ή το ξέχασε. 
   Σε όλα μισές δουλειές, λοιπόν, και η ζωή συνεχίζεται.   
   



























...........................................

Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

Τέλος δικαστικού ενσήμου - Αναγνωριστικές αγωγές – Αντισυνταγματικότητα ρύθμισης - Αρμοδιότητα Πολυμελούς Πρωτοδικείου - Αγωγή για προσβολή προσωπικότητας - Σώρευση αγωγών -.

ΠΠρΠατρών 94/2020

Επιβολή στις εκκρεμείς ενώπιον Πολυμελούς Πρωτοδικείου αναγνωριστικές αγωγές είτε αυτές ασκήθηκαν εξ αρχής ως αναγνωριστικές είτε ως καταψηφιστικές που ετράπησαν ακολούθως σε αναγνωριστικές και εισήχθησαν προς συζήτηση μετά την 1/1/2020, τέλους δικαστικού ενσήμου. Η υποχρεωτική προσκομιδή δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ως προϋπόθεση προσφυγής στη Δικαιοσύνη αποτελεί συνταγματικά ανεπίτρεπτο περιορισμό που παρεμποδίζει την ανοιχτή πρόσβαση κάθε πολίτη στη Δικαιοσύνη ισοδυναμώντας με έμμεση κατάργηση του προστατευόμενου και από την ΕΣΔΑ δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας καθώς προσβάλλει την ίδια την υπόσταση του δικαιώματος. Οι οικείες διατάξεις κρίνονται αντικείμενες στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ και ως εκ τούτου μη εφαρμοστέες. Αρμοδιότητα Πολυμελούς Πρωτοδικείου για αξιώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 57-60 ΑΚ οι οποίες δεν έχουν περιουσιακό χαρακτήρα. Όταν το κύριο αίτημα της αγωγής αφορά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που θεμελιώνεται στις διατάξεις για την προσβολή της προσωπικότητας, αρμόδιο καθ’ ύλην είναι ανάλογα με το αιτούμενο ποσό δικαστήριο και όχι το Πολυμελές Πρωτοδικείο λόγω του σωρευόμενου μη περιουσιακής φύσεως αιτήματος για παράλειψη μελλοντικής προσβολής της προσωπικότητας. Σώρευση περισσότερων απαιτήσεων του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου. Προσδιορισμός αρμόδιου δικαστηρίου.


(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Πατρών Βασίλη Γαλανόπουλου, εκ μέρους του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών).




ΑΡΙΘΜΟΣ 94/2020
(Αριθμός κατάθεσης αγωγής: ./2019)

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Θεοδώρα-Μαρία Βρετού, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Μαρία Παπακώστα, Πρωτόδικη - Εισηγήτρια, Βάιο Τσιανάβα, Δικαστικό Πάρεδρο, και από τη γραμματέα Αγγελική Ρουμελιώτη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 14 Ιανουαρίου 2020, για να δικάσει την επόμενη υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1] .. και 3] ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Φαφούτη (Δ.Σ. Πατρών), δυνάμει των από 15/10/2019 εγγράφων πληρεξουσίων, κατ' άρ. 96 του ΚΠολΔ, ο οποίος προσκόμισε το υπ' αριθμ. ΑΙ … γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του οικείου δικηγορικού συλλόγου.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ..., κατοίκου Ξυλοκάστρου (οδός .), ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε κατέθεσε προτάσεις.

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 10/6/2019 και με αριθμό καταθέσεως ./2019 αγωγή τους, την οποία κατέθεσαν στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου διά του ανωτέρω αναφερομένου πληρεξουσίου δικηγόρου τους. Στις 18/10/2019 οι ενάγοντες κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις στον αρμόδιο υπάλληλο της γραμματείας, ενώ, μετά το κλείσιμο του φακέλου της δικογραφίας και δυνάμει της με αριθμό ./6-11-2019 πράξεως του Προϊστάμενου του Πρωτοδικείου Πατρών, ορίστηκαν η δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης και η σύνθεση του Δικαστηρίου, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους.


ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


Από την υπ' αριθμ. ./21-6-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Κορίνθου ..., την οποία νομίμως προσκομίζουν οι ενάγοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον εναγόμενο. Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία, η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της και, συνεπώς, πρέπει να δικασθεί ερήμην (αρθρ. 271 παρ. 1 και 2 εδ. β' του ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 42 του ν. 4640/2019 ορίζεται ότι «η παράγραφος 3 του άρθρου 7/Α 1 του ν.δ. 1544/1942 (λ' 189), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 (Α' 165), το άρθρο 21 του ν. 4055/2012 (Α' 51) και το άρθρο 33 του ν. 4446/2016 (Α'240),αντικαθίσταται ως εξής: «3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΝ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές για όλες τις διαφορές που υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού.». 2. η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την 1η Ιανουαρίου 2020, καθώς και στις αγωγές που έχουν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον έχουν ήδη μετατραπεί ή μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευση του και εισαχθούν σε πρώτη συζήτηση μετά την ως άνω ημερομηνία.». Εκ της διατάξεως αυτής καθίσταται σαφές ότι στις εκκρεμείς ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών αναγνωριστικές αγωγές, είτε αυτές ασκήθηκαν εξ αρχής ως αναγνωριστικές είτε ως καταψηφιστικές, που ετράπησαν ακολούθως σε αναγνωριστικές και εισήχθησαν προς συζήτηση μετά την 1η/1/2020, απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου κατ' άρθ. 2 του ν. ΓΠΝ/1912. Η προκαταβολική, όμως, είσπραξη του τέλους με τον ν. 4640/2019 εκ μέρους του Δημοσίου, ήδη σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας της δίκης και επί ποσού κατά κανόνα μείζονος του τελικώς επιδικαζομένου, αντίκειται στις αρχές του κράτους δικαίου και της παροχής πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στους πολίτες, που θεμελιώνονται στις διατάξεις των αρθρ. 20 παρ.1, 26 παρ. 3, 94 παρ. 4, 95 παρ. 5 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, 2 παρ. 3 και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Η εξαίρεση των αναγνωριστικών αγωγών από το τέλος δικαστικού ενσήμου καθιερώθηκε και διατηρήθηκε επί μακρόν στην υπηρεσία των δικαιωμάτων ελεύθερης πρόσβασης σε δικαστήριο και ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου. Είναι σαφές, ότι η επιβάρυνση του διαδίκου με δικαστικό ένσημο, πριν την αναγνώριση του δικαιώματος του δηλαδή σε ένα επισφαλέστατο για τον ίδιο στάδιο της διαδικασίας, μόνον τους οικονομικά αδυνάτους αποτρέπει από την άσκηση της αγωγής ενώ οι οικονομικά ισχυροί αναλαμβάνουν ευκολότερα τον κίνδυνο απόρριψης. Η επιβολή του δικαστικού ενσήμου σε πρώιμο και επισφαλές για τον διάδικο στάδιο δεν συνδέεται με τη λειτουργία της δικαιοσύνης και δεν εξυπηρετεί παρά μόνο το ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου, το οποίο όμως δεν μπορεί να προτάσσεται των ανθρωπίνων και συνταγματικών δικαιωμάτων. Αλλωστε, το δικαίωμα του πολίτη για παροχή έννομης προστασίας από τα Δικαστήρια αποτελεί θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα (άρθρο 20 παρ. 1 Συντάγματος), το οποίο κατοχυρώνεται και από την κυρωθείσα με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Ρώμης του 1950 για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ άρθρα 6 και 13) και αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου. Ο ουσιαστικός νόμος καθορίζει τις ειδικότερες προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος προσφυγής στη Δικαιοσύνη θεσπίζοντας δικονομικές προϋποθέσεις, δαπανήματα και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, πλην όμως, ο κοινός νομοθέτης δεν έχει απεριόριστη εξουσία προσδιορισμού των προϋποθέσεων αυτών. Οι ρυθμίσεις του ουσιαστικού νόμου πρέπει να συνάπτονται προς τη λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θέτουν αδικαιολόγητους δικονομικούς φραγμούς στην παροχή εννόμου προστασίας από τα Δικαστήρια, οι οποίοι ισοδυναμούν με κατάργηση, άμεση ή έμμεση, του σχετικού δικαιώματος, άλλως οι ρυθμίσεις αυτές είναι προδήλως αντισυνταγματικές και αντίκεινται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Επιπλέον, η επιβολή φορολογικού βάρους με τη μορφή του τέλους δικαστικού ενσήμου μόνο στις καταψηφιστικές αγωγές δεν συνιστούσε στέρηση του δικαιώματος αυτού, καθώς συναρτάτο με την εκτελεστότητα της απόφασης και όχι με την προσφυγή στη Δικαιοσύνη, δεδομένου ότι το δικαίωμα προσφυγής στη Δικαιοσύνη προστατευόταν επαρκώς με...
δυνατότητα  άσκησης  αναγνωριστικής αγωγής. Η διαφορετική αντιμετώπιση της καταψηφιστικής από την αναγνωριστική αγωγή στο θέμα του δικαστικού ενσήμου, είχε επαρκή δικαιοπολιτική εξήγηση, καθώς οι αποφάσεις επί καταψηφιστικών αγωγών είναι το δίχως άλλο εκτελεστές, ενώ οι αποφάσεις επί των αναγνωριστικών αγωγών δεν είναι εκτελεστές, το δε Δημόσιο δεν στερείται του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου που καταβάλλεται, όταν η αναγνωριστική απόφαση γίνει, με τους όρους που στο νόμο προβλέπονται, εκτελεστή. Η επέκταση του δικαστικού ενσήμου, όμως, και στις αναγνωριστικές αγωγές σημαίνει ότι πλέον καθίσταται δικονομική προϋπόθεση του παραδεκτού της παράστασης του διαδίκου, γεγονός προδήλως αντισυνταγματικό, καθώς, καθιστώντας δυσβάσταχτη οικονομικά την προσφυγή στη Δικαιοσύνη, περιορίζει και σε πολλές περιπτώσεις στερεί το συνταγματικό δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας. Στα πλαίσια αυτά, ο Αρειος Πάγος με την υπ αριθμ. 675/2010 απόφαση τουέκρινε ότι η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου στις καταψηφιστικές αγωγές δεν αναιρεί το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας του διαδίκου «λαμβανομένου υπόψη ότι το εν λόγω δικαίωμα ικανοποιητικά προστατεύεται με την άσκηση αναγνωριστικού χαρακτήρα αγωγής». Είναι προφανές ότι η νομική παραδοχή του Αρείου Πάγου περί της συνταγματικότητας του δικαστικού ενσήμου προϋπέθετε την απωλεσθείσα πλέον δυνατότητα του πολίτη να προσφύγει στα Δικαστήρια με αναγνωριστική αγωγή, η άσκηση της οποίας χωρίς υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου προστατεύει ικανοποιητικά το συνταγματικό δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας. Ο πολίτης, ιδίως ο οικονομικά αδύναμος, προσέφευγε στην άσκηση αναγνωριστικής αγωγής, εφόσον δεν απαιτείτο η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου και, ακολούθως, σε περίπτωση επιδικάσεως συγκεκριμένου ποσού από το Δικαστήριο, προέβαινε συνήθως στην έκδοση διαταγής πληρωμής, όπου κατέβαλε πλέον το απαιτούμενο, με βάση, όμως, το επιδικασθέν και όχι το αιτηθέν ποσό, τέλος δικαστικού ενσήμου, καθόσον είχε αρθεί η υφιστάμενη αβεβαιότητα περί της ύπαρξης του δικαιώματος ή της έκτασης του. Συνεπώς, η υποχρεωτική προσκομιδή δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, λαμβανομένου υπόψη του ότι στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του υπάγονται αγωγές με αντικείμενο άνω των 250.000 ευρώ κατ' άρ. 14 παρ. 2 σε συνδυασμό με άρ. 18 του ΚΠολΔ, ως προϋπόθεση προσφυγής στη Δικαιοσύνη, αποτελεί συνταγματικά ανεπίτρεπτο περιορισμό που παρεμποδίζει την ανοιχτή πρόσβαση κάθε πολίτη στη Δικαιοσύνη ισοδυναμώντας με έμμεση κατάργηση του προστατευόμενου και από την ΕΣΔΑ δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, καθώς προσβάλλει την ίδια την υπόσταση του δικαιώματος (Όλ. ΣΤΕ 601/2012 NOB 2012.376, Ολ. ΣΤΕ 3087/2011, Ολ Ελ. Συν 2006/2008 Α Δημοσίευση Νόμος, Ολ. ΣΤΕ 647/2004 ΔΕΕ 2004.821. ΑΕΔ 33/1995 Δνη 1995.571, ΕΔΔΑ της 28-10-1998, Ait Mououb κατά Γαλλίας, της 15-2-2000 GarciaManipardo κατά Ισπανίας, της 19-5-2001 Kreuz κατά Πολωνίας, Απόφαση ΕΔΔΑ της 24-5-2006 επί της υπόθεσης Λιακόπουλου κατά Ελλάδος στην προσφυγή υπ αριθμ. 20627/2004, σχόλιο Κ.Μπέη κάτωθι της ΑΠ 9/2002 σε Δίκη 2002.686, Εφετείο Πειραιά 55/2009, Δίκη 2009.246 με σχόλιο Κ.Μπέη, Ψήφισμα της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων της 14ης/12/2019, Απόφαση του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων της 7ης/12/2019, από 19/12/2019 Επιστολή της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδας προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, την από 24/1/2020 Γνωμοδότηση των Καθηγητών της Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ Γιάννη Δρόσου, Σπύρου Βλαχόπουλου και Γιώργου Δελλή κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών). Περαιτέρω, προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ είναι: α) προσβολή του δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητος και όχι της προσωπικότητος τρίτου, όπου μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, επί βαρείας προσβολής του τρίτου, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι προσβάλλεται και η προσωπικότητα του προσώπου πού συνδέεται στενότατα με αυτόν (βλ. Γεωργιάδη - Σταθόπουλο ό.πάρθο 57 αριθ.5) και β) η προσβολή να είναι παράνομη, δηλαδή χωρίς δικαίωμα ή με την άσκηση δικαιώματος, το οποίο, όμως, είτε είναι, από την άποψη της έννομης τάξης, μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281ΑΚ ή το άρθρο 25 του Συντάγματος (ΑΠ 835/72 Νοβ 21. 205, ΕφΑΘ 12154/90 ΕλλΔνη 32. 1673). Τέλος, για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως απαιτείται και πταίσμα εκείνου από τον οποίο προέρχεται η προσβολή (ΑΠ 849/85 ΝοΒ 34. 836), η προσβολή δε πρέπει να είναι σημαντική (βλ. Γεωργιάδη - Σταθόπουλο ό.π. άρθρο 59 αριθ.8). Αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο προς εκδίκαση των αξιώσεων, οι οποίες απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 57 - 60 ΑΚ και οι οποίες δεν έχουν περιουσιακό χαρακτήρα, είναι, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 18 ΚΠολΔ, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ως εισάγουσα (η εν λόγω αγωγή) μη περιουσιακής φύσεως διαφορά (ΕφΑΘ 1711/1991 ΕλλΔνη 22.912, Γεωργιάδης  Σταθόπουλος, ο.π. αριθ. 26, Βασιλείου  Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ Ερμηνευτική - Νομολογιακή Ανάλυση, Τόμος Α' Αθήνα 1996, υπό Το άρθρο 18, αριθμός 27, σελίδα 207, Κεραμέως - Κονδύλη - Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τόμος Ι, υπό το άρθρο 18, σελίδα 62). Πλην όμως, οι αγωγές αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που θεμελιώνονται στις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων, υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα, που καθορίζεται: βάσει της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς και της φύσης αυτής (Βασιλείου Βαθρακοκοίλη. Ερμηνεία - Νομολογία Αστικού Κώδικα, Τόμος Α' Αθήνα 2001, υπό το άρθρο 57, αριθμοί 43, 48, σελίδες 282 - 283). Επομένως, όταν το κύριο αίτημα της αγωγής, το οποίο είναι καθοριστικό για τον προσδιορισμό της καθ' ύλην αρμοδιότητας, αφορά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που θεμελιώνεται στις παραπάνω διατάξεις για την προσβολή της προσωπικότητας, αρμόδιο καθ' ύλην είναι ανάλογα με το αιτούμενο ποσό δικαστήριο και όχι το Πολυμελές Πρωτοδικείο λόγω του J σωρευομένου μη περιουσιακής φύσεως αιτήματος για παράλειψη μελλοντικής προσβολής της προσωπικότητας (ΑΠ 1750/2014 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, στην κατά τη διάταξη του άρθρου  18 ΚΠολΔ, καθ' ύλην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται όλες οι χρηματικώς αποτιμητές διαφορές που δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων, που είναι δεικτικές χρηματικής αποτίμησης και έχουν αντικείμενο αξίας άνω των 250.000 ευρώ (άρθρο 14 ΚΠολΔ), καθώς και οι μη αποτιμητές σε χρήμα διαφορές που δεν υπάγονται στην κατ' άρθρο 17 αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου και αν ακόμη η απόφαση μπορεί να έχει συνέπειες οικονομικής φύσης. Περαιτέρω, στο άρθρο 9 του ΚΠολΔ ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι για την εκτίμηση του αντικειμένου της διαφοράς λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της αγωγής, ότι δεν συνυπολογίζονται οι παρεπόμενες αιτήσεις για καρπούς, τόκους και έξοδα και ότι συνυπολογίζονται περισσότερες  απαιτήσεις που επιδιώκονται με την ίδια   αγωγή. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ανωτέρω άρθρου συνάγεται ότι, όταν στο ίδιο δικόγραφο σωρεύονται περισσότερες απαιτήσεις, του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου, η σώρευση των οποίων αποτελεί δικαίωμα του ενάγοντος, η αρμοδιότητα, ανεξαρτήτως αν οι απαιτήσεις απορρέουν από την ίδια ιστορική και νομική αιτία ή όχι, προσδιορίζεται από το σύνολο των απαιτήσεων, παρά την αυτοτέλεια κάθε σωρευόμενης απαίτησης έναντι των άλλων. Αν οι σωρευόμενες απαιτήσεις ή κάποια από αυτές δεν είναι αποτιμητή σε χρήμα ή υπάγεται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου ή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, συνυπολογισμός δεν χωρεί. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο θα ερευνήσει την αρμοδιότητα για κάθε απαίτηση, ανάλογα με το ποσό αν είναι αποτιμητή σε χρήμα και ανάλογα με τη φύση της αν δεν είναι αποτιμητή σε χρήμα. Αν για κάθε μία είναι αρμόδιο το δικαστήριο θα εκδικαστούν από αυτό, ενώ αλλιώς το δικαστήριο θα κρατήσει εκείνη, για την οποία έχει αρμοδιότητα, και θα παραπέμψει την άλλη για την οποία δεν έχει αρμοδιότητα στο αρμόδιο δικαστήριο, εκτός αν έχουν συνάφεια μεταξύ τους. Στην τελευταία, δε, περίπτωση της συνάφειας θα εφαρμοστούν οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 31 του ΚΠολΔ, οπότε στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου υπάγεται και η σωρευόμενη συναφής απαίτηση, για την οποία καθ’ ύλην αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο ή το Ειρηνοδικείο (βλ. σχετικώς Βασιλείου ΒαθρακοκοίληΚΠολΔ Ερμηνευτική-Νομολογιακή Ανάλυση. Τόμος Α' Αθήνα 1996, υπό το άρθρο 9, αριθμοί 12, 14, σελίδες 132, 133). Συναφείς δε είναι οι υποθέσεις όταν τα αντικείμενα τους εντάσσονται στην ίδια έννομη σχέση ή συνδέονται με τον   δεσμό της προδικαστικότητας ή απορρέουν από το ίδιο βιοτικό συμβάν (βλ. Νίκα σε Κεραμέως/Κονδύλη/Νίκα «Ερμηνεία ΚΠολΔ», τόμο I, άρθρο 31, αριθ. 4-5, σελ. 76, με σχετικές παραπομπές στην θεωρία και στην νομολογία).

Οι ενάγοντες, με την υπό κρίση αγωγή τους, εκθέτουν ότι, κατά τον αναφερόμενο σε αυτή τόπο και χρόνο και υπό τις ειδικότερα περιγραφόμενες συνθήκες, ο εναγόμενος προέβη στις λεπτομερώς περιγραφόμενες παράνομες και υπαίτιες σε βάρος τους πράξεις και υπό τις αναφερόμενες περιστάσεις, οι οποίες συνιστούν ποινικά αδικήματα, προσέβαλαν την προσωπικότητα τους, την τιμή και τη φήμη αυτών, προκαλώντας τους ηθική βλάβη, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούν, κατόπιν νομότυπου τροπής του αιτήματος της αγωγής σε εν όλω έντοκο αναγνωριστικό κατ' άρ. 223 εδ. β' του ΚΠολΔ, α) να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει i) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 29.955 ευρώ, ii) στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 59.955 ευρώ και iii) στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 79.955 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, επιφυλασσόμενοι να διεκδικήσουν πέραν των ανωτέρω το ποσό των σαράντα πέντε (45) ευρώ έκαστος εξ αυτών ενώπιον του αρμοδίου ποινικού Δικαστηρίου παριστάμενοι ως πολιτικώς ενάγοντες, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να παύσει την προσβολή της προσωπικότητας τους και να του απαγορευθεί η προσβολή αυτής στο μέλλον, να απαγγελθεί σε βάρος του εναγομένου προσωπική κράτηση διάρκειας μέχρι τριών μηνών για κάθε μελλοντική προσβολή, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και, τέλος, να καταδικαστεί ο εναγόμενος στα δικαστικά τους έξοδα.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η κρινόμενη αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύεται αίτημα αποτιμητό αλλά και μη αποτιμητό σε χρήμα, αναρμοδίως εισάγεται ως προς το πρώτο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθόσον υπάγεται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (άρ. 14 παρ. 2, 22, 35 και 41 ΚΠολΔ), πλην, όμως, το παρόν Δικαστήριο ως ανώτερο του καθ' ύλην αρμοδίου έχει τη διακριτική ευχέρεια να καταστήσει το ίδιο αρμόδιο για υπόθεση κατώτερου Δικαστηρίου που εισήχθη σε αυτό αναρμοδίως (άρ. 18, 31 και 47 ΚΠολΔ), εφόσον στην συγκεκριμένη περίπτωση κρίνει αυτό σκόπιμο για την αποτροπή παρέλκυσης της δίκης και την εξυπηρέτηση της αρχής της οικονομίας της δίκης [ΕφΑΘ 1504/2010 ΕφΑΔ 2010.1356, ΕφΠατρ 985/2009 ΑχΝομ 2010.414, ΕφΑΘ 6546/2008 ΕλλΔνη 2009.557], το οποίο κατά τα λοιπά τυγχάνει καθ' ύλην και κατά τόπον (άρθρα 18, 22 ΚΠολΔ), προκειμένου να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία, είναι δε αρκούντως ορισμένη, πλην του αιτήματος περί υποχρέωσης του εναγομένου να παραλείπει στο μέλλον κάθε προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, το οποίο πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, διότι δεν γίνεται επίκληση στην αγωγή πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη βάσιμης απειλής και πραγματικού κινδύνου επικείμενης προσβολής της προσωπικότητας τους (Εφθεσ 2645/2002, Αρμ 2004/860, ΕφΛαρ 431/2000, ΕλλΔ/νη 2001/499, ΠΠρΣυρ 38/2015 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑΘ 3284/2013 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 300, 330, 346, 914, 920 και 932 ΑΚ, 361, 362 και 363 ΠΚ, 70 και 176 ΚΠολΔ, πλην α) του αιτήματος περί παύσεως της προβολής της προσωπικότητας των αιτούντων, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, καθόσον η άρση της προσβολής προϋποθέτει η τελευταία να είναι παρούσα και ενεργή, ενώ αν έχει συντελεστεί και παραμένουν τα αποτελέσματα της, όπως εν προκειμένω, δεν νοείται άρση της με την έννοια του άρ. 57 του ΑΚ, αλλά γεννώνται άλλες αξιώσεις με αποκαταστατικό χαρακτήρα (λ.χ. αποκατάσταση ηθικής βλάβης, αποζημίωση) [ορ. Απόστολο Γεωργιάδη, Σύντομη Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, έκδ. 2010, άρθρο 57], β) του αιτήματος περί κηρύξεως της παρούσης προσωρινά εκτελεστής, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, καθόσον προσωρινά εκτελεστές κηρύσσονται μόνο οι καταψηφιστικές αποφάσεις. Επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι, εν προκειμένω, η υπό κρίση αγωγή, η οποία συζητήθηκε μετά την 1η/1/2020, ως τραπείσα σε αναγνωριστική υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 42 του Ν. 4640/2019, στην καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, ωστόσο, οι ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου κρίνονται, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης, ως αντικείμενες στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ και, ως εκ τούτου, μη εφαρμοστέες.....