Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής - Απαίτηση από τιμολόγια πώλησης - Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος - Τόκοι υπερημερίας σύμφωνα με το Π.Δ.166/2003 - Προβολή νέου λόγου ανακοπής με την έφεση –

ΠΗΓΗ
ΕφΑθ 1556/2015

Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής - Απαίτηση από τιμολόγια πώλησης - Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος - Τόκοι υπερημερίας σύμφωνα με το Π.Δ.166/2003 - Προβολή νέου λόγου ανακοπής με την έφεση –

Λόγος ανακοπής με τον οποίο το ανακόπτον ισχυρίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος της καθής η ανακοπή δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής τυγχάνει καταχρηστική διότι ενώ έχει καταβάλει την αξία των αναφερομένων στην διαταγή πληρωμής τιμολογίων ύψους 301.104,71 ευρώ πλην ενός ύψους 3.683,07 ευρώ παρόλα αυτά η καθής αιτήθηκε την έκδοση της διαταγής πληρωμής για το τελευταίο αυτό τιμολόγιο και τους τόκους των λοιπών τιμολογίων και αν και γνώριζε ότι είχε κινηθεί διαδικασία εξόφλησης αυτών και παρά το γεγονός ότι τυγχάνει απολύτως φερέγγυο κατά παράβαση του άρθρου 281 του Α.Κ. Απόρριψη του λόγου αυτού ως μη νόμιμου διότι κρίθηκε ότι τα επικαλούμενα από το ανακόπτον πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν καταχρηστική συμπεριφορά. Λόγος ανακοπής με τον οποίο εκτίθεται ότι κακώς κατά την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής υπολογίστηκαν οι οφειλόμενοι τόκοι κατά το Π. Δ/μα 166/2003. Απόρριψη του λόγου αυτού ως μη νόμιμου διότι κρίθηκε ότι οι τόκοι υπερημερίας τόσο του ανεξόφλητου τιμολογίου, όσο και των υπολοίπων τιμολογίων, τα οποία εξοφλήθηκαν μεν αλλά εκπροθέσμως και τα οποία αφορούσαν τίμημα από συμβάσεις προμήθειας που καταρτίστηκαν μεταξύ της καθής η ανακοπή επιχείρησης και του ανακόπτοντος ν.π.δ.δνοσηλευτικού ιδρύματος υπολογίζονται σύμφωνα με το Π.Δ. 166/2003. Λόγος ανακοπής με το οποίο εκτίθεται ότι δεν είναι δυνατή η εκτέλεση της ανακοπτομένης Διαταγής Πληρωμής, καθόσον οι επιδικασθείσες με αυτή οφειλές, αφορούν οφειλές, οι οποίες προέκυψαν κατά την περίοδο 2007-2009, δυνάμει συμβάσεων προμήθειας υγειονομικού υλικού οι οποίες δεν υπήχθησαν στη ρύθμιση του άρθρου 27 του ν. 3867/2010, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ν. 4058/2012, κατά την οποία η καταβολή αυτών διενεργείται μόνο σε εκτέλεση τελεσιδίκων δικαστικών αποφάσεων. Απόρριψη του λόγου αυτού ως απαράδεκτου διότι: α) ο ισχυρισμός αυτός του ανακόπτοντος, ο οποίος προτάθηκε το πρώτον με τον λόγο έφεσης, δεν είναι ισχυρισμός τον οποίο το ανακόπτον μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως, χωρίς να αποτελεί λόγο ανακοπής ή πρόσθετο λόγο ανακοπής, και β) βάλει κατά της εκτελέσεως της ανακοπτομένηςΔιαταγής Πληρωμής, η οποία δεν έχει αρχίσει, αφού το ανακόπτον ούτε επικαλέστηκε επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση τηςανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, εκ μέρους της καθής, ούτε απέδειξε σύνταξη και επίδοση τέτοιας επιταγής προς εκτέλεση από τηνκαθής η ανακοπή.


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 1556/2015

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ: 2ο


Αποτελούμενο από την Δικαστή Μαρία Κουφούδη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και από τον Γραμματέα Ιωάννη Διαμαντόπουλο.
....
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 3 Φεβρουαρίου 2015 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ΝΠΔΔ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ με την επωνυμία «Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ -ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Αικατερίνη Μπουρνάζου.

ΤΗΣ ΚΑΘΗΣ Η ΚΛΗΣΗ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΥΡΟΜΑΡΤ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ, ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ – ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «ΕΥΡΟΜΑΡΤ Α.Ε.», που εδρεύει στον Γέρακα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Εμμανουήλ Τσαλικίδη.

Το ανακόπτον και ήδη καλούν, με την από 13 Οκτωβρίου 2010 ανακοπή του, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 11784/2010, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ' αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την 1046/2013 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε την ανακοπή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε το εκκαλούν, με την από 17 Απριλίου 2013 έφεσή του προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό 1989/2013.

Μετά τη συζήτηση της εφέσεως αυτής, το Εφετείο Αθηνών, εξέδωσε την 104/2014 απόφασή του, με την οποία κήρυξε ματαιωμένη τη συζήτηση και έταξε όσα αναφέρονται σ' αυτήν.

Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται και πάλι για συζήτηση, με την από 14 Μαρτίου 2014 κλήση του καλούντος, η οποία κατατέθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο τούτο εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.


ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ


Με την από 14-3-2014 κλήση του εκκαλούντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Γ.Ν.Α Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ- ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΟΗΝΩΝ- ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΝΠΔΔ», επαναφέρεται για συζήτηση η από 17-4-2013 έφεση του, κατά της 1046/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε κατά την δικάσιμο της 13-1-2014, δυνάμει της 104/2014 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου


Το άρθρο 528 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 2 του Ν. 3994/2011, ορίζει ότι «Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάσθηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από την διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 εδ. α ΚΠολΔ, "η προφορική συζήτηση κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 είναι υποχρεωτική μόνο στη περίπτωση του άρθρου 528, στην οποία εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις του άρθρου 270". Στην περίπτωση αυτή, στα πλαίσια της προφορικής συζήτησης που ισχύει πλέον σε όλη την έκταση των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, η έφεση λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργημένης αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας και επιφέρει, χωρίς έρευνα των λόγων της, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την αναδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο, που μετατρέπεται ουσιαστικά σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Μετά την εξαφάνιση της απόφασης, χωρεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου νέα συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο εκκαλών μπορεί να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους  οποίους και πρωτοδίκως είχε δικαίωμα να προτείνει, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ενώ παράλληλα, για λόγους οικονομίας της δίκης, εξετάζονται και οι μάρτυρες κατά την ίδια συζήτηση (ΑΠ 251/2009, δημοσίευση στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1015/2005 Δ/νη 46. 1100, Εφ. Αθ. 2120/2014).


Στη προκειμένη περίπτωση το ανακόπτον και ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Γ.Ν.Α Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ- ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ-ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΝΠΔΔ», με την από 13-10-2010 ανακοπή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ζητούσε την ακύρωση της 16662/2010 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με βάση τα αναφερόμενασ'αυτή τιμολόγια εμπορευμάτων και υποχρέωσε το ανακόπτον να καταβάλει στην καθής το συνολικό ποσό των 46.125,52 ευρώ, εντόκως κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση του (1046/2013) δικάζοντας ερήμην του ανακόπτοντος, κατά την τακτική διαδικασία απέρριψε την υπό κρίση ανακοπή. Κατά της αποφάσεως αυτής, παραπονείται με την υπό κρίση έφεση του το ανακόπτον, για κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης προκειμένου να γίνει δεκτή η ανωτέρω ανακοπή του.


Η υπό κρίση-έφεση αρμόδια φέρεται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (άρθρο 19 του Κ.Πολ.Δ), για το παραδεκτό ασκήσεως της οποίας δεν απαιτείται καταβολή από το εκκαλούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, του τασσομένου από την παρ. 4 του άρθρου 495 τουΚ.Πολ.Δ., η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 του ν.4055/6-7-2012, παραβόλου, αφού αυτό απαλλάσσεται κάθε δικαστικού τέλους σε κάθε δίκη του, σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν.δ. της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 «Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου», το οποίο κατ' άρθ. 28 παρ.4 του ν. 2579/1998, έχει εφαρμογή και για τα νπδδ. Περαιτέρω, η έφεση έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα (άρθρα 495,513,516,518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, σύμφωνα με όσα στην προαναφερόμενη μείζονα σκέψη αναφέρονται, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο δικάζει την από 13- 10-2010 και με αριθ. κατ. δικ. 1178/2010  ανακοπή.


Η υπό κρίση ανακοπή κατά της 16662/2010 Διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, καθόσον ακριβές αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στο ανακόπτον στις 23/9/2010, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ 4760/23-9-2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ….., η δε ένδικη ανακοπή επιδόθηκε στην καθ' ης στις 14/10/2010 , όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ...., στο προσαγόμενο από την καθ' ης η ανακοπή επικυρωμένο αντίγραφο αυτής, δικάζεται δε κατά την τακτική διαδικασία αφού η διαφορά από την απαίτηση για την οποία έχει εκδοθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής (απαίτηση από τιμολόγια πώλησης), είναι η τακτική διαδικασία (άρθρα 632 παρ.1 και 3, 584 Κ.Πολ.Δ.). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 924 του ΚΠολΔ, προβλέπεται ο τρόπος ενάρξεως της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, ο οποίος συνίσταται στην κοινοποίηση προς τον οφειλέτη αντιγράφου του απογράφου του εκτελεστού τίτλου με επιταγή προς εκτέλεση (ΑΠ 759/2004 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, 235/1984,ΝοΒ 1985.265, Εφ. Πατρών 445/2005 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).


Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι δεν πρόκειται περί ανακοπής εκτελέσεως (άρθρο 933 του Κ.Πολ.Δ), όπως στο ιστορικό του δικογράφου της εκθέτει το ανακόπτον, αφού από το περιεχόμενο αυτού πλήττεται η διαταγή πληρωμής η οποία επιδόθηκε στο ανακόπτον με το ακριβές αντίγραφο πρώτου απογράφου αυτής, χωρίς να επακολουθήσει επιταγή προς εκτέλεση η οποία αποτελεί την έναρξη της αναγκαστικής εκτελέσεως , ώστε να δύναται να ασκηθεί κατ' αυτής ανακοπή (κατά της εκτελέσεως), σύμφωνα με όσα αμέσως παραπάνω αναφέρονται.


Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Επίσης πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 16/2006, Ολ.ΑΠ 17/95, Ολ.ΑΠ 62/90, Α.Π 1623/2012).


Με τους σχετικούς λόγους της υπό κρίση ανακοπής το ανακόπτον ισχυρίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος της καθής η ανακοπή δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής τυγχάνει καταχρηστική διότι ενώ έχει καταβάλει την αξία των αναφερομένων στην διαταγή πληρωμής τιμολογίων ύψους 301.104,71 ευρώ πλην ενός ύψους 3.683,07 ευρώ παρόλα αυτά η καθήςαιτήθηκε την έκδοση της διαταγής πληρωμής για το τελευταίο αυτό τιμολόγιο και τους τόκους των λοιπών τιμολογίων και αν και γνώριζε ότι είχε κινηθεί διαδικασία εξόφλησης αυτών και παρά το γεγονός ότι τυγχάνει απολύτως φερέγγυο κατά παράβαση του άρθρου 281 του Α.Κ. Ο σχετικός λόγος ανακοπής και αληθών υποτιθέμενων των επικαλουμένων περιστατικών, δεν είναι νόμιμος αφού τα επικαλούμενα από το ανακόπτον πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν καταχρηστική συμπεριφορά, σύμφωνα με όσα στην ως άνω μείζονα σκέψη αναφέρονται.


Κατά το άρθρ. 623 του ΚΠολΔ, μπορεί, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 του Κώδικα αυτού, να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Η απαίτηση, που μπορεί να αποδεικνύεται και από συνδυασμό περισσότερων τέτοιων εγγράφων, πρέπει κατά το άρθρ. 624§1 του ίδιου Κώδικα να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, κατά δε το άρθρ. 626§§2, 3 του ίδιου επίσης Κώδικα, η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος της απαίτησης στη γραμματεία του δικαστηρίου, πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, την απαίτηση και το ακριβές ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, να επισυνάπτονται δε σ' αυτή και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Διαταγή πληρωμής μπορεί έτσι να εκδοθεί και με βάση τιμολόγια πώλησης εμπορευμάτων, εφόσον όμως σ' αυτά, που αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα, έχει τεθεί η υπογραφή και του αγοραστή κατά τρόπο που να υποδηλώνει αποδοχή της σχετικής οφειλής του, αφού τότε, αναλαμβάνοντας και ο ίδιος υποχρεώσεις από τα τιμολόγια, θεωρείται ως προς τις υποχρεώσεις του εκδότης των τιμολογίων και αυτά έχουν κατά το άρθρ. 443ΚΠολΔ αποδεικτική δύναμη σε βάρος του. Αντικείμενο δε της δίκης επί της ανακοπής αυτής είναι ο έλεγχος μόνον της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής και όχι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης (Α.Π 1349/2013, ΑΠ 1347/2011, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, στις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 4 του εφαρμοστέου στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων πωλήσεως και των εκδοθέντων συνεπεία αυτών τιμολογίων (2007-2008), στα οποία υπέγραψαν κατά την παραλαβή τα αρμόδια όργανα του ανακόπτοντος, του π. δ/τος 166/2003, το οποίο εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2000/35 της Ε.Κ. "για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές" και παρά την κατάργησή του με το ν. 4152/2013 εξακολουθεί να διέπει τις συμβάσεις που καταρτίστηκαν πριν από την ισχύ του τελευταίου νόμου στις 16-3-2013, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη της παραγράφου Ζ14 (άρθρα 12 παρ. 4 και 13 της νέας Οδηγίας 2011/7 ΕΚ.) του ίδιου νόμου, ορίζονταν τα εξής: ʼρθρο 2 "Οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται στις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή "ʼρθρο 3 " Κατά την έννοια του διατάγματος αυτού: 1. "Εμπορική συναλλαγή" είναι κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής, α. "Δημόσια αρχή" είναι κάθε αναθέτουσα αρχή ή φορέας, όπως ορίζεται στα προεδρικά διατάγματα για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών (Π.Δ. 370/1995, ΦΕΚ Α" 199), υπηρεσιών (Π.Δ. 346/1998, ΦΕΚ Α' 230) εξαιρούμενων τομέων (Π.Δ. 57/2000, ΦΕΚ Α' 45) και Δημοσίων έργων (Γ1.Δ. 334/2000, ΦΕΚΑ' 279), όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, β. "Επιχείρηση" είναι κάθε οργάνωση, η οποία ενεργεί στα πλαίσια ανεξάρτητης οικονομικής ή επαγγελματικής της δραστηριότητας, ακόμη και αν η δραστηριότητα αυτή ασκείται από ένα και μόνο πρόσωπο. 2. "Καθυστέρηση πληρωμής" είναι η μη τήρηση της συμβατικής ή νόμιμης προθεσμίας πληρωμής. 3. "Επιτόκιο που ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις βασικές πράξεις της αναχρηματοδότησης" είναι το επιτόκιο που ισχύει για τέτοιες πράξεις στις προσφορές με σταθερό επιτόκιο". ʼρθρο 4 " Τόκος σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής. 1. Τόκος υπερημερίας οφείλεται από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση. 2. Εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος, χωρίς να απαιτείται όχληση, και οφείλει τόκους: α. Εάν παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή αν δεν παρέλαβε ή δεν είναι βέβαιο πότε παρέλαβε τέτοιο έγγραφο, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών, β. Εάν από το νόμο ή τη σύμβαση προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την επαλήθευση της αντιστοιχίας συμφωνημένων και παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου, εφόσον παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας, γ. Εάν η παραλαβή των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου έχει προηγηθεί, μόλις περάσουν 30 ημέρες από το χρόνο παραλαβής του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου, δ. Στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών της παραγράφου 1α του άρθρου 3 του παρόντος, η προθεσμία καταβολής τόκων σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις, ορίζεται αποκλειστικώς σε 60 ημέρες. 3. Ο δανειστής δικαιούται τόκους, εφόσον α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός, εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση. 4. Το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου ("επιτόκιο αναφοράς") προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες ("περιθώριο"), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην σύμβαση. Το επιτόκιο αναφοράς το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες. 5. Ο δανειστής, εκτός από τους τόκους, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον υπερήμερο οφειλέτη και εύλογη αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης της οφειλόμενης αμοιβής. Τα έξοδα αυτά υπόκεινται σε σχέση με την οφειλόμενη αμοιβή στις αρχές της διαφάνειας και της αναλογικότητας". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής του π. δ. 166/2003 οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 παρ.1 αυτού και εκτείνεται σε κάθε εμπορική συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιας αρχής και ως μόνες προϋποθέσεις τίθενται : α) η εγκυρότητα της σύμβασης, β) η εκτέλεση αυτής από την επιχείρηση και γ) η υπερημερία του οφειλέτη ως προς την πληρωμή της αμοιβής, ενώ δεν τίθεται από το νόμο ως προϋπόθεση η σύναψη της σύμβασης κατά τη διαδικασία και διατυπώσεις του π.δ. 370/1995 που διέπει τις δημόσιες προμήθειες. Η παραπομπή με το άρθρο 3 παρ.1 α' του ίδιου διατάγματος στις διατάξεις του π.δ. 370/1995 περί δημοσίων προμηθειών (ήδη π. δ. 60/2007) έγινε για τον προσδιορισμό και μόνο της έννοιας της δημόσιας αρχής, ως αντισυμβαλλομένης της δανείστριας επιχείρησης, δεδομένου ότι επιλέγεται το λεγόμενο λειτουργικό κριτήριο και προσδίδεται στη "δημόσια αρχή" έννοια ευρύτερη εκείνης που ακολουθεί ο εθνικός νομοθέτης με βάση το οργανικό κριτήριο. Αν ο νομοθέτης ήθελε να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής του π.δ. 166/2003 μόνο στις δημόσιες συμβάσεις προμήθειας, δηλαδή εκείνες που υπάγονται στην υποχρεωτική ρύθμιση και εφαρμογή του π. δ. 370/1995, θα το όριζε ρητά, πέραν του ότι μια τέτοια διαφορετική αντιμετώπιση δεν προβλέπεται στην Οδηγία 35/2000 και δεν δικαιολογείται από τον επιδιωκόμενο σκοπό της, που είναι η αντιμετώπιση της καθυστέρησης των πληρωμών κάθε εμπορικής συναλλαγής. Επομένως, στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 166/2003 εμπίπτουν και οι συμβάσεις προμήθειας που καταρτίσθηκαν μεταξύ επιχείρησης και δημόσιας αρχής, απ' ευθείας, χωρίς δηλαδή τις διατυπώσεις και τη διαδικασία του π.δ. 166/2003, οι οποίες διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο. Τέτοιες συμβάσεις είναι και εκείνες που συνάπτει δημόσιο νοσηλευτικό ίδρυμα (ν.π.δ.δ.), το οποίο συγκαταλέγεται στις αναθέτουσες αρχές του π.δ. 370/1995 (άρθρο 2), εφόσον πληρούν κατά τα λοιπά τις προϋποθέσεις εγκυρότητάς τους. Και επί των συμβάσεων αυτών το ύψος του οφειλόμενου επιτοκίου ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 4 του π. δ. 166/2003, η οποία, ως νεότερη, ειδικότερη και εδραζόμενη σε Κοινοτική Οδηγία (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διάταξη, υπερισχύει της διάταξης του άρθρου 76 του ν. δ. 495/1976. (βλ.Α.Π 766/2014, 323/2014 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).


Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση ανακοπής εκτίθεται ότι κακώς κατά την ανακοπτομένη Διαταγή Πληρωμής υπολογίστηκαν οι οφειλόμενοι τόκοι κατά το Π. Δ/μα 166/2003. Σύμφωνα όμως με όσα στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη αναφέρονται οι τόκοι υπερημερίας τόσο του ανεξόφλητου τιμολογίου 000291/22-2-2008, όσο και των υπολοίπών τιμολογίων εκδοθέντων από 8-2-2005 μέχρι22-2-2008, τα οποία εξοφλήθηκαν μεν αλλά εκπροθέσμως, όπως το ίδιο το ανακόπτον συνομολογεί και τα οποία αφορούσαν τίμημα από συμβάσεις προμήθειας που καταρτίστηκαν μεταξύ της καθής η ανακοπή επιχείρησης και του ανακόπτοντος ν.π.δ.δ νοσηλευτικού ιδρύματος υπολογίζονται σύμφωνα με το παραπάνω Π. Δ 166/2003. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος ανακοπής, ότι κακώς υπολογίστηκε το επιτόκιο από τα παραπάνω τιμολόγια δυνάμει του Π.Δ/τος 166/2003, τυγχάνει μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.


Εξάλλου, η κατά το άρθρο 632 Κ.Πολ.Δ. ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. Κ.Πολ.Δ., ασκείται όπως και η αγωγή. Γι' αυτό πρέπει στο δικόγραφο της να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, όλες οι ενστάσεις κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής. Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα με την έφεσή του κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή ή με την αίτηση αναιρέσεως και αν ακόμα οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 269, 527, 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., γιατί έναντι των τελευταίων αυτών γενικών διατάξεων κατισχύει, λόγω της ειδικότητάς της, η διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής, μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση (Α.Π. 999/2013, Α.Π 370/2012, Α.Π. 1313/2007).    Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 27 ν. 3867/2010 (ΦΕΚ: Α" 28) και της παρ. 4 του ν. 4058/2012 (ΦΕΚ: Α' 63), προκύπτει ότι η υπαγωγή στο ν. 3867/2010 των από 1-1-2007 έως 31-12-2009 οφειλών των δημόσιων νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους είναι «δυνητική» και, μόνη συνέπεια της μη υπαγωγής, είναι ότι η σχετική εκκαθάριση διενεργείται μετά από τελεσίδικη δικαστική απόφαση.


Το εκκαλούν με τον πέμπτο λόγο της έφεσης του, εκθέτει ότι δεν είναι δυνατή η εκτέλεση της ανακοπτομένης Διαταγής Πληρωμής, καθόσον οι επιδικασθείσες με αυτή οφειλές, αφορούν οφειλές, οι οποίες προέκυψαν κατά την περίοδο 2007-2009, δυνάμει συμβάσεων προμήθειας υγειονομικού υλικού οι οποίες δεν υπήχθησαν στη ρύθμιση του άρθρου 27 του ν. 3867/2010, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ν. 4058/2012, κατά την οποία η καταβολή αυτών διενεργείται μόνο σε εκτέλεση τελεσιδίκων δικαστικών αποφάσεων. Ο ισχυρισμός αυτός του ανακόπτοντος, ο οποίος προτείνεται το πρώτον με τον παραπάνω λόγο έφεσης, ( δεν προτάθηκε από το ανακόπτον στο δικόγραφο της ανακοπής, ως κύριος λόγος ούτε με πρόσθετο λόγο ανακοπής), δεν είναι ισχυρισμός τον οποίο το ανακόπτον μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως, χωρίς να αποτελεί λόγο ανακοπής ή πρόσθετο λόγο ανακοπής η οποία ασκείται σύμφωνα με όσα στην παραπάνω μείζονα σκέψη αναφέρονται. Επομένως, απαραδέκτως προτείνεται με το δικόγραφο της εφέσεως του ανακόπτοντος, κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή του. Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός (και ως λόγος ανακοπής εξεταζόμενος) τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον βάλει κατά της εκτελέσεως της ανακοπτομένης Διαταγής Πληρωμής, η οποία όμως σύμφωνα και με όσα παραπάνω αναφέρονται δεν έχει αρχίσει, αφού το ανακόπτον ούτε επικαλείται επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, εκ μέρους της καθής, ούτε αποδεικνύεται σύνταξη και επίδοση τέτοιας επιταγής προς εκτέλεση από την καθής η ανακοπή. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου ανακοπής πρέπει να απορριφθεί αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η δικαστική δαπάνη δε της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθεί εις βάρος του εκκαλούντος που χάνει την δίκη (άρθρα 176, 1883 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 1046/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση.

ΔΙΚΑΖΕΙ επί της από 13-10-2010 και με αριθ. κατ. δικ. 11784/2010 ανακοπής.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτή.

ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΙ την 16662/2010 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το εκκαλούν στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2015 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ