Αριθμός
8124/29-12-2015
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη Ελισάβετ Παπαστεργιοπούλου, που
ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Ειρηνοδικείου,
χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα.ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 27 Νοεμβρίου 2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των διαδίκων:
ΑΙΤΟΥΝ: Το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΙΔ) με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ «ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ»", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (οδός Κωνσταντινουπόλεως 49) και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, το οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Αναστασία Σκουλά (A.M.: 2400).
ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ".ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο «..........», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ...........) και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Εμμανουήλ Τσαλικίδης (A.M.: 911818).
Το ΑΙΤΟΥΝ ζητά να γίνει δεκτή η από 17-11-2015 (αρ. εκθ. κατ. 12784/17-11-2015) αίτηση του, που απευθύνεται προς το Δικαστήριο αυτό για όσους λόγους επικαλείται σ' αυτή.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το σχετικό έκθεμα στη σειρά της και κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί τους που ανέπτυξαν στο ακροατήριο και, η πληρεξούσια δικηγόρος του αιτούντος, όσα αναφέρονται και στις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ια.- Κατά το άρθρο 938 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ,
όπως οι ανωτέρω παράγραφοι αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 19 §5 του ν.
4055/2012, με έναρξη ισχύος από 2-4-2012 κατ' άρθρο 113 του ίδιου νόμου : «1.
Με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής
εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η ενέργεια
της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και
πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης μπορεί να διαταχθεί να
προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. Η αίτηση αναστολής κατατίθεται
στη γραμματεία του δικαστηρίου της ανακοπής και συζητείται υποχρεωτικά κατά την
ορισθείσα δικάσιμο αυτής. ... 2. Αρμόδιος να διατάξει όσα ορίζει η παρ. 1 είναι
ο δικαστής στον οποίο εκκρεμεί η ανακοπή, ο οποίος μπορεί να εμποδίσει με
σημείωμά του την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί η απόφαση για την αίτηση
αναστολής». Το θέμα που ανακύπτει κατά την πρακτική εφαρμογή του άρθρου 938 § 2
είναι αν με τον όρο «εκκρεμεί», γίνεται παραπομπή στο αρμόδιο καθ~ ύλη
δικαστήριο της ανακοπής ή απλώς σε εκείνο που εκκρεμεί η ανακοπή, ακόμη κι αν
το τελευταίο είναι καθ' ύλη ν αναρμόδιο για την εκδίκασή της. Η γραμματική
διατύπωση του νόμου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αρμοδιότητα του κατ' άρθρον 938
ΚΠολΔ δικαστηρίου για εκδίκαση της αίτησης αναστολής θεμελιώνεται σε μόνη την
άσκηση της ανακοπής και την συνακόλουθη αυτής εκκρεμοδικία (221 ΚΠολΔ), η οποία
υφίσταται ακόμη κι αν η ανακοπή έχει κατατεθεί σε αναρμόδιο δικαστήριο.
Συνεπώς, το δικάζον την αίτηση αναστολής δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την
καθ' ύλην αρμοδιότητά του, πρέπει να ερευνήσει μόνον αν η ανακοπή κατατέθηκε
στην γραμματεία του και όχι την αρμοδιότητα του δικαστηρίου της ανακοπής
(ΜΠρΖακ 310/2011 ΕφΑΔ 2012.520-ΜΠρΡοδοπ 35/2010 Αρμ 2010. 1026 - ΜΠρΠειρ
2891/2003 ΔΙΚΗ 2003.1031 με παρατηρήσεις Κ. Μπέη - βλ. σχετ Ι.Μπρίνια,
Αναγκαστική Εκτέλεσις, τόμ. Α', έκδ. 1983, § 193, σελ. 546 επ. -Π.
Γέσιου-Φαλτσή, «Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως I -Γενικό Μέρος», εκδ. 1998, 43,
VI, αρ. περιθ. 43, σελ. 815). Περαιτέρω, από τη διάταξη της § 1 του άρθρου 938
του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αίτησης αναστολής της αναγκαστικής
εκτέλεσης απαιτείται η προηγούμενη ή τουλάχιστον ταυτόχρονη άσκηση ανακοπής των
άρθρων 933 επ. ή 936 ΚΠολΔ (βλ. Π.Γέσιου-Φαλτσή όπ.π. § 43, IV, σελ. 797 αρ.
περιθ. 16). Με αφετηρία την υποχρέωση κτήσης του δικαιώματος που εισάγεται στο
δικαστήριο κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο υποστηρίχθηκε και η
δυνατότητα άσκησης της ανακοπής μετά την κατάθεση της αίτησης αναστολής, εφόσον
βέβαια η ανακοπή θα έχει επιδοθεί κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης αναστολής
(βλ. Μπρίνια, «Αναγκαστική Εκτέλεση» τόμος πρώτος, Β' εκδ. υπό άρθρο 938 § 191,
σελ. 542 - Τζίφρα, «Ασφαλιστικά Μέτρα», 4η εκδ. [1985] σελ. 500). Όμως η άποψη
αυτή δεν θεμελιώνεται στις ισχύουσες διατάξεις και συνεπώς δεν ευρίσκει δικαιολογητικό
λόγο σε αυτές. Στηρίζεται απλώς στην επίκληση του γενικού κανόνα που επιλέγει
τη συζήτηση (και όχι την άσκηση) ως κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να
κρίνεται η ύπαρξη των προϋποθέσεων για το παραδεκτό της αίτησης. Μετά την ισχύ
νέου άρθρου 938 §1 εδ. α' ΚΠολΔ (άρθρο 10 § 7 ν. 2145/1993), που συνδέει πλέον
και ρητά τη χορήγηση της αναστολής με την πιθανολόγηση για την ευδοκίμηση της
ανακοπής, η παραπάνω λύση, δεν φαίνεται να είναι ορθή. Διότι ανέχεται
ουσιαστικά την επίδοση της ανακοπής ακόμη και κατά την ημέρα της συζήτησης της
αίτησης αναστολής. Έτσι, όμως, στερεί από τον καθ' ου η ανακοπή και η αίτηση
αναστολής τον επαρκή χρόνο να προετοιμάσει την άμυνά του σε ό,τι αφορά ιδίως
την πιθανολόγηση για την ευδοκίμηση των λόγων της ανακοπής. Τελολογικά ορθή
είναι για το λόγο αυτόν η ερμηνεία που απαιτεί να επιδίδεται η ανακοπή
τουλάχιστον συγχρόνως με την κλήση για τη συζήτηση της αίτησης αναστολής ή με
την επίδοση του αντιγράφου αυτής της αίτησης (άρθρα 938 § 3 εδ. α', 686 §§ 2,4
- βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή όπ.π. σελ. 800). Αν δεν υφίσταται η ανωτέρω προϋπόθεση,
ήτοι νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής η αίτηση αναστολής απορρίπτεται
και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (βλ. ΜΠρΚαβ 67/2005 ΤραπΝομΠληρΝΟΜΟΣ- βλ.
Τζίφρα, όπ.π. σελ. 50- Βαθρακο-κοίλη Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, υπό άρθρο
938 αρ. 71). Περαιτέρω, ουσιαστική προϋπόθεση για την αναστολή είναι η
πιθανολόγηση του παραδεκτού της ανακοπής, καθώς και η βασιμότητα ενός
τουλάχιστον λόγου της. Τέλος, η χορήγηση της αναστολής προϋποθέτει πιθανολόγηση
ότι η εκκρεμής ακόμη αναγκαστική εκτέλεση, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη
στον αιτούντα (βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, όπ.π. § 43, VI, αριθμ. περιθ. 16, σελ.
797- Μπρίνια, «Αναγκαστική Εκτέλεσις», Β' εκδ., τομ. Α', υπό άρθρο 938, § 189α
III, σελ. 536, § 191, σελ. 542-544- Νικολόπουλο, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΚΠολΔ
II [2000] υπό άρθρο 938 αρ. 1-2). Η τελευταία αυτή προϋπόθεση δεν ερευνάται αν
πιθανολογηθεί η μη ευδοκίμηση της ασκηθείσας ανακοπής...