Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. 8124/2015 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ- ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΚΑΤΑΣΧΕΤΟΙ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΝΠΔΔ (ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΣΕ ΟλΑΠ 17/2002 & ΑΠ 2354/2009)

ΣΥΝΑΦΗΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΜΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΔΩ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ
Αριθμός 8124/29-12-2015
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη Ελισάβετ Παπαστεργιοπούλου, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Ειρηνοδικείου, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 27 Νοεμβρίου 2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των διαδίκων:
ΑΙΤΟΥΝ: Το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΙΔ) με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ «ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ»", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (οδός Κωνσταντινουπόλεως 49) και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, το οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Αναστασία Σκουλά (A.M.: 2400).
ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ".ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο «..........», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ...........) και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Εμμανουήλ Τσαλικίδης (A.M.: 911818).
Το ΑΙΤΟΥΝ ζητά να γίνει δεκτή η από 17-11-2015 (αρ. εκθ. κατ. 12784/17-11-2015) αίτηση του, που απευθύνεται προς το Δικαστήριο αυτό για όσους λόγους επικαλείται σ' αυτή.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το σχετικό έκθεμα στη σειρά της και κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί τους που ανέπτυξαν στο ακροατήριο και, η πληρεξούσια δικηγόρος του αιτούντος, όσα αναφέρονται και στις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ 

Ια.- Κατά το άρθρο 938 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως οι ανωτέρω παράγραφοι αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 19 §5 του ν. 4055/2012, με έναρξη ισχύος από 2-4-2012 κατ' άρθρο 113 του ίδιου νόμου : «1. Με αίτηση του ανακόπτοντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. Η αίτηση αναστολής κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου της ανακοπής και συζητείται υποχρεωτικά κατά την ορισθείσα δικάσιμο αυτής. ... 2. Αρμόδιος να διατάξει όσα ορίζει η παρ. 1 είναι ο δικαστής στον οποίο εκκρεμεί η ανακοπή, ο οποίος μπορεί να εμποδίσει με σημείωμά του την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί η απόφαση για την αίτηση αναστολής». Το θέμα που ανακύπτει κατά την πρακτική εφαρμογή του άρθρου 938 § 2 είναι αν με τον όρο «εκκρεμεί», γίνεται παραπομπή στο αρμόδιο καθ~ ύλη δικαστήριο της ανακοπής ή απλώς σε εκείνο που εκκρεμεί η ανακοπή, ακόμη κι αν το τελευταίο είναι καθ' ύλη ν αναρμόδιο για την εκδίκασή της. Η γραμματική διατύπωση του νόμου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αρμοδιότητα του κατ' άρθρον 938 ΚΠολΔ δικαστηρίου για εκδίκαση της αίτησης αναστολής θεμελιώνεται σε μόνη την άσκηση της ανακοπής και την συνακόλουθη αυτής εκκρεμοδικία (221 ΚΠολΔ), η οποία υφίσταται ακόμη κι αν η ανακοπή έχει κατατεθεί σε αναρμόδιο δικαστήριο. Συνεπώς, το δικάζον την αίτηση αναστολής δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την καθ' ύλην αρμοδιότητά του, πρέπει να ερευνήσει μόνον αν η ανακοπή κατατέθηκε στην γραμματεία του και όχι την αρμοδιότητα του δικαστηρίου της ανακοπής (ΜΠρΖακ 310/2011 ΕφΑΔ 2012.520-ΜΠρΡοδοπ 35/2010 Αρμ 2010. 1026 - ΜΠρΠειρ 2891/2003 ΔΙΚΗ 2003.1031 με παρατηρήσεις Κ. Μπέη - βλ. σχετ Ι.Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεσις, τόμ. Α', έκδ. 1983, § 193, σελ. 546 επ. -Π. Γέσιου-Φαλτσή, «Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως I -Γενικό Μέρος», εκδ. 1998, 43, VI, αρ. περιθ. 43, σελ. 815). Περαιτέρω, από τη διάταξη της § 1 του άρθρου 938 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αίτησης αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης απαιτείται η προηγούμενη ή τουλάχιστον ταυτόχρονη άσκηση ανακοπής των άρθρων 933 επ. ή 936 ΚΠολΔ (βλ. Π.Γέσιου-Φαλτσή όπ.π. § 43, IV, σελ. 797 αρ. περιθ. 16). Με αφετηρία την υποχρέωση κτήσης του δικαιώματος που εισάγεται στο δικαστήριο κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο υποστηρίχθηκε και η δυνατότητα άσκησης της ανακοπής μετά την κατάθεση της αίτησης αναστολής, εφόσον βέβαια η ανακοπή θα έχει επιδοθεί κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης αναστολής (βλ. Μπρίνια, «Αναγκαστική Εκτέλεση» τόμος πρώτος, Β' εκδ. υπό άρθρο 938 § 191, σελ. 542 - Τζίφρα, «Ασφαλιστικά Μέτρα», 4η εκδ. [1985] σελ. 500). Όμως η άποψη αυτή δεν θεμελιώνεται στις ισχύουσες διατάξεις και συνεπώς δεν ευρίσκει δικαιολογητικό λόγο σε αυτές. Στηρίζεται απλώς στην επίκληση του γενικού κανόνα που επιλέγει τη συζήτηση (και όχι την άσκηση) ως κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να κρίνεται η ύπαρξη των προϋποθέσεων για το παραδεκτό της αίτησης. Μετά την ισχύ νέου άρθρου 938 §1 εδ. α' ΚΠολΔ (άρθρο 10 § 7 ν. 2145/1993), που συνδέει πλέον και ρητά τη χορήγηση της αναστολής με την πιθανολόγηση για την ευδοκίμηση της ανακοπής, η παραπάνω λύση, δεν φαίνεται να είναι ορθή. Διότι ανέχεται ουσιαστικά την επίδοση της ανακοπής ακόμη και κατά την ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναστολής. Έτσι, όμως, στερεί από τον καθ' ου η ανακοπή και η αίτηση αναστολής τον επαρκή χρόνο να προετοιμάσει την άμυνά του σε ό,τι αφορά ιδίως την πιθανολόγηση για την ευδοκίμηση των λόγων της ανακοπής. Τελολογικά ορθή είναι για το λόγο αυτόν η ερμηνεία που απαιτεί να επιδίδεται η ανακοπή τουλάχιστον συγχρόνως με την κλήση για τη συζήτηση της αίτησης αναστολής ή με την επίδοση του αντιγράφου αυτής της αίτησης (άρθρα 938 § 3 εδ. α', 686 §§ 2,4 - βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή όπ.π. σελ. 800). Αν δεν υφίσταται η ανωτέρω προϋπόθεση, ήτοι νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής η αίτηση αναστολής απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (βλ. ΜΠρΚαβ 67/2005 ΤραπΝομΠληρΝΟΜΟΣ- βλ. Τζίφρα, όπ.π. σελ. 50- Βαθρακο-κοίλη Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, υπό άρθρο 938 αρ. 71). Περαιτέρω, ουσιαστική προϋπόθεση για την αναστολή είναι η πιθανολόγηση του παραδεκτού της ανακοπής, καθώς και η βασιμότητα ενός τουλάχιστον λόγου της. Τέλος, η χορήγηση της αναστολής προϋποθέτει πιθανολόγηση ότι η εκκρεμής ακόμη αναγκαστική εκτέλεση, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα (βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, όπ.π. § 43, VI, αριθμ. περιθ. 16, σελ. 797- Μπρίνια, «Αναγκαστική Εκτέλεσις», Β' εκδ., τομ. Α', υπό άρθρο 938, § 189α III, σελ. 536, § 191, σελ. 542-544- Νικολόπουλο, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΚΠολΔ II [2000] υπό άρθρο 938 αρ. 1-2). Η τελευταία αυτή προϋπόθεση δεν ερευνάται αν πιθανολογηθεί η μη ευδοκίμηση της ασκηθείσας ανακοπής...
1β.- Περαιτέρω, αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της, κατ' άρθρο 938 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αίτησης αναστολής της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία ασκείται από τον καθ' ου η εκτέλεση, είναι καταρχήν το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η ανακοπή. Έτσι, αν η αίτηση για την αναστολή ασκείται μετά από ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης αναστολής είναι το ειρηνοδικείο ή το μονομελές πρωτοδικείο κατά τις διακρίσεις του άρθρου 933 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 933 παρ.2 ΚΠολΔ αρμόδιο κατά τόπο για την εκδίκαση της εν λόγω ανακοπής είναι «το δικαστήριο του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584». Στην περίπτωση κατάσχεσης απαίτησης στα χέρια τρίτου, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της ανακοπής του οφειλέτη είναι το δικαστήριο του τόπου της εκτέλεσης και ειδικότερα του τόπου, στον οποίο έχει την κατοικία του ή εδρεύει ο τρίτος, στα χέρια του οποίου διενεργείται η κατάσχεση, όπου γίνεται και η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου, με την οποία ολοκληρώνεται και το υποστατό της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου (βλ. ΔΠρΑΘ 1853/1989, ΜΔΠρΠειρ 479/2011 σε ΝΟΜΟΣ). Τέλος, όταν ο τρίτος στον οποίο γίνεται η κατάσχεση είναι ανώνυμη εταιρία, εφαρμογή έχει η διάταξη του άρθρου 90 του ν.δ. 17/7/1923, η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, με το άρθρο 53 παρ.3 του ΕισΝΚΠολΔ και ορίζει ότι "εάν η εταιρία έχει και υποκαταστήματα εν Ελλάδι, κατάσχεσις εις χείρας αυτής, ως τρίτης, επιτρέπεται, μόνον παρά τω κατα-στήματι ή υποκαταστήματι, ένθα υφίσταται η κατάθεσις ή άλλη οφειλή προς τον καθού η κατάσχεσις". Με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 90 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 δεν προσδίδεται νομική προσωπικότητα στα καταστήματα ή υποκαταστήματα της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας αλλά απλώς προσδίδεται σ' αυτά νομική αυτοτέλεια, σε τρόπο ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής δηλώσεως τρίτου. Στη θέση του τρίτου τοποθετείται το αρμόδιο για την πληρωμή της απαιτήσεως κατάστημα ή υποκατάστημα, στο οποίο προσδίδεται κάποια νομική αυθυπαρξία, όχι όμως και ιδιαίτερη νομική προσωπικότητα. Η επίδοση πρέπει να γίνει στο διευθυντή του καταστήματος ή υποκαταστήματος, ο οποίος προβαίνει στην κατά το άρθρο 985 ΚΠολΔ δήλωση και ο οποίος είναι όργανο που εκπροσωπεί την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία στη συγκεκριμένη περίπτωση. Διάδικος όμως στις δίκες περί την εκτέλεση είναι το νομικό πρόσωπο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας προς το οποίο απευθύνονται τα σχετικά δικόγραφα, επιδίδονται δε στη διοίκηση αυτού κατά το κοινό δίκαιο κατ' άρθρο 126 παρ.1 περ. δ Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1383/2012, ΕπισκΕμπΔικ 2012.964). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.2 του ΚΠολΔ, τα μη φυσικά πρόσωπα που έχουν ικανότητα να είναι διάδικοι υπάγονται στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου έχουν την έδρα τους. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για τις διαφορές που απορρέουν από την αυτοτελή δράση του τυχόν υπάρχοντος υποκαταστήματος, τα νομικά πρόσωπα δωσιδικούν και στα δικαστήρια της περιφέρειας του υποκαταστήματος αυτού (βλ. ΕφΘεσ 1951/1988, Αρμ 1988.1217, ΕφΑθ 614/1976 ΕΕμπΔ 1976.593, Νίκα, στην ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, 2000, άρθρο 25, αριθμ.4, σελ. 67). Για την πλήρωση της έννοιας του υποκαταστήματος απαιτείται άσκηση εμπορίας ή διενέργεια συναλλαγών σε άλλο τόπο με ίδιο υπαλληλικό προσωπικό (βλ. ΕφΑΘ 5779/ 1982, ΕλλΔνη 1982.606, Νίκα, ό.π., αριθμ. 5, σελ. 68) ενώ, σύμφωνα με την τελευταία τροποποίηση του άρθρου 25 παρ.2 του ΚΠολΔ με το άρθρο 6 παρ.6 του ν.4055/2012, «Τα μη φυσικά πρόσωπα που έχουν ικανότητα να είναι διάδικοι, υπάγονται στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα ή υποκατάστημά τους, εφόσον πρόκειται για διαφορές που αφορούν την εκμετάλλευσή του». 2α.- Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτησή του το αιτούν Ν.Π.Δ.Δ. εκθέτει ότι άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, την από 16.11.2015 ανακοπή του, με την οποία για τους λόγους που αναφέρει σε αυτήν, που αποτελούν περιεχόμενο και της ένδικης αίτησης, ζητεί την ακύρωση του από 11.11.2015 κατασχετήριου εγγράφου της πρώτης των καθ' ων εις χείρας της, εδρεύουσας στην Αθήνα και επί της οδού Αμερικής αρ.4, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ», ως τρίτης. Το αιτούν, επικαλούμενο ανεπανόρθωτη βλάβη από την επίσπευση σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης, ζητεί να ανασταλεί η ως άνω διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ανωτέρω ανακοπής που άσκησε νομοτύπως κατά της επισπευδόμενης εκτέλεσης, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στο δικόγραφο και να καταδικαστεί η καθ' ης στη δικαστική του δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αίτηση αναστολής, παραδεκτώς εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, στο οποίο είναι εκκρεμής η ανακοπή (βλ. Τζίφρα, όπ.π. σελ. 501) και ως εκ τούτου είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο κατ' άρθρο 938 παρ.2 ΚΠολΔ, προς εκδίκασή της, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας - αφού σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η ανακοπή είναι αρμόδιο να διατάξει την αναστολή, ακόμη και αν δεν είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της ανακοπής, καθόσον η αρμοδιότητα του δικαστηρίου για την εκδίκαση της αίτησης αναστολής της εκτέλεσης θεμελιώνεται στην ενώπιον του εκκρεμοδικία της ανακοπής, η οποία προκαλείται και όταν ακόμη η τελευταία απευθύνεται σε αναρμόδιο δικαστήριο - κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 938 § 3 εδ. α', 686 επ. ΚΠολΔ), είναι νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 938 παρ.1 και 4 και 933, 934 και 982 του ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. 2β.- Από την κατάθεση της εξετασθείσας με την επιμέλεια του αιτούντος μάρτυρα Δέσποινας Χατζή βασιλείου του Ευαγγέλου και τα νόμιμα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, πιθανολογείται ότι επί της από 21.4.2015 αίτησης της καθ' ης κατά του αιτούντος ν.π.δ.δ., εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6184/2015 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Αθηνών, με την οποία επιδικάσθηκε στην αιτούσα και ήδη καθ' ης το ποσό των 10.570,43 ευρώ, με βάση τα αναφερόμενα σ' αυτήν τρία τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, πλέον τόκων και εξόδων. Με βάση τον ως άνω εκτελεστό τίτλο η καθ' ης επέσπευσε εν συνεχεία αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του αιτούντος ν.π.δ.δ. και ειδικότερα του επέδωσε την από 3.11.2015 επιταγή για εκτέλεση κάτωθι του αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, με την οποία επιτάσσει το αιτούν ν.π.δ.δ. να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 12.484,97 ευρώ για επιδικασθείσα κυρία απαίτηση, για τους νόμιμους τόκους, για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, για σύνταξη παραγγελίας προς επίδοση και επίδοση, με το νόμιμο τόκο -πλην του κονδυλίου των τόκων- από την επομένη της επίδοσης μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Ακολούθως, η καθ' ης, επισπεύδοντας εκτέλεση προς ικανοποίηση της ως άνω απαίτησής της, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 982 επ. ΚΠολΔ και το άρθρο 24 ν. 2915/2001, με το από 11.11.2015 κατασχετήριο έγγραφο της, το οποίο επιδόθηκε τόσο στο αιτούν όσο και στην Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ.9976/11.11.2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ξανθής Αφεντούλη και από την υπ' αριθμ. 7139γ'/ 11.11.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χρήστου Μότσου προς την εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ», κατάσχεσε αναγκαστικά εις χείρας της δεύτερης το ως άνω ποσό από τον τηρούμενο σ' αυτήν λογαριασμό του αιτούντος. Στη συνέχεια το αιτούν ν.π.δ.δ. άσκησε την από 16.11.2015 (αριθ. εκθ. καταθ. 12.783/2015), εκ του άρθρου 933 παρ. 1 του ΚΠολΔ ανακοπή του, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, την οποία και επέδωσε στην καθ' ης η αίτηση στις 18.11.2015 (βλ. προσκ. την υπ' αριθμ. 5781γ' / 18.11.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κων/νου Προύντζου), με την οποία ζητεί την ακύρωση του ως άνω κατασχετήριου εγγράφου. 2γ.- Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, πιθανολογείται, ότι δεν θα ευδοκιμήσει ο τρίτος λόγος της ανακοπής, ο οποίος αφορά στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης (βλ. Π.Γέσιου- Φαλτσή, όπ.π. § 39, I αρ. περιθ. 1 σελ. 559 και III, αρ. περιθ. 1, σελ. 570-571), με τον οποίο το αιτούν ν.π.δ.δ. ισχυρίζεται ότι η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του επι-σπεύτηκε από την καθ' ης πριν την παρέλευση της προθεσμίας ίων εξήντα (60) ημερών από την επίδοση της απόφασης στον Υπουργό, που είναι αρμόδιος για την πληρωμή, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 4 § 2 του ν. 3068/2002. Τούτο, επειδή η καθ' ης προσκομίζει την υπ' αριθμ.9731/7.5.2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ξανθής Αφεντούλη, από την οποία προκύπτει ότι η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στο αιτούν ν.π.δ.δ., προς γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες, τουλάχιστον 60 ημέρες πριν την έναρξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι πριν από την επίδοση αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της εν λόγω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή.
2δ.- Η περιουσία των ν.π.δ.δ. διακρίνεται: α) στα πράγματα (ενσώματα αντικείμενα) που έχουν ως προορισμό να εξυπηρετούν με τη χρήση τους δημοτικούς ή κοινοτικούς σκοπούς και β) στην ιδιωτική περιουσία, η οποία περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία που έμμεσα μόνο, με την αξία ή τις προσόδους τους, παρέχουν στα ν.π.δ.δ. οικονομικά μέσα για την αντιμετώπιση των αναγκών τους και τη λειτουργία τους. Η "ιδιωτική περιουσία" των ν.π.δ.δ. υπόκειται στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και είναι υπέγγυα στους δανειστές τους. Αντίθετα, τα πράγματα που ανήκουν στη "δημόσια περιουσία" είναι εκτός συναλλαγής και δεν μπορούν να υποθηκευτούν ή ενεχυριαστούν ή κατασχεθούν από τους δανειστές. Στην "ιδιωτική περιουσία" των ν.π.δ.δ. περιλαμβάνονται όλες οι απαιτήσεις, άσχετα από την αιτία γέννησης τους, είτε δηλαδή ανάγεται στο ιδιωτικό είτε στο δημόσιο δίκαιο. Τα χρηματικά ποσά (έσοδα) από τις απαιτήσεις αυτές εγγράφονται στον προϋπολογισμό των ν.π.δ.δ., οι οποίοι και έχουν την ευχέρεια να τα αυξάνουν μονομερώς, προκειμένου να επαρκούν για τις χρηματικές ανάγκες τους. Αυτή είναι και η βασική διαφορά από τη "δημόσια περιουσία", διότι τα πράγματα που περιλαμβάνονται σ" αυτήν είναι ατομικώς προσδιορισμένα, εξυπηρετούν το δημόσιο σκοπό με τη "χρήση" τους και δεν είναι δεκτικά μονομερούς επαύξησης. Τυχόν αποστέρηση των ν.π.δ.δ. από τη δυνατότητα χρήσης των πραγμάτων που απαρτίζουν τη δημόσια περιουσία τους θα διατάρασσε την ομαλή λειτουργία τους και γΓ αυτό το λόγο ο νόμος κατέστησε τα πράγματα αυτά "εκτός συναλλαγής", με συνέπεια να απαγορεύεται, λόγω αυτής της ιδιότητας τους, η αναγκαστική κατάσχεση τους. Δεν συντρέχουν όμως οι λόγοι αυτοί ώστε να χωρήσει αναλογική εφαρμογή του άρθρου 966 ΑΚ, στις απαιτήσεις των ν.π.δ.δ., έστω κι αν αυτές προέρχονται από φόρους ή τέλη, διότι δεν πρόκειται για ορισμένα ατομικώς προσδιορισμένα "πράγματα", αλλά για έσοδα, τα οποία περιέρχονται στα ν.π.δ.δ. αορίστως, χωρίς αντιστοιχία συγκεκριμένων εσόδων προς συγκεκριμένες δαπάνες, υπέρ των εν γένει σκοπών τους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η εξόφληση των προς τρίτους οφειλών τους από οποιαδήποτε αιτία. Επομένως αν αυτά ήταν ακατάσχετα, η δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης κατά των ν.π.δ.δ. θα απέβαλλε κάθε σχεδόν περιεχόμενο (ΟλΑΠ 17/2002 ΔΙΚΗ 2003.102, ΑΠ 2354/2009 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, το οποίο επιτάσσει τη συμμόρφωση προς τις δικαστικές αποφάσεις, σε περίπτωση εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως η οποία, κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις, υποχρεώνει το Δημόσιο σε συμμόρφωση και εφ' όσον η υποχρέωση αυτή συνίσταται στην καταβολή χρηματικού ποσού, ο ιδιώτης διάδικος δύναται, για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του, να χρησιμοποιήσει τα μέσα αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του Δημοσίου και, ειδικότερα, να προβεί στην αναγκαστική κατάσχεση ταμειακών διαθεσίμων, χρημάτων δηλαδή του Δημοσίου, στην οικεία οικονομική υπηρεσία. Και τούτο, διότι στην ιδιωτική, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3068/2002, περιουσία του Δημοσίου, στην οποία και μόνον επιτρέπεται να γίνει αναγκαστική κατάσχεση, περιλαμβάνονται και τα χρηματικά διαθέσιμα του Δημοσίου, ανεξάρτητα από την πηγή από την οποία προέρχονται, η οποία, άλλωστε, είναι αδύνατον να διαγνωσθεί. Δεν συνιστά δε πρόσφορο, εν προκειμένω, κριτήριο διαφοροποιήσεως των χρηματικών διαθεσίμων του Δημοσίου σε κατασχετά ή μη η καθ' ύλην ή κατά τόπον αρμοδιότητα των οικείων οικονομικών υπηρεσιών του ή ο κωδικός εσόδου, με τον οποίο καταχωρίζονται τα εισπραττόμενα από το Δημόσιο ποσά, διότι, τα στοιχεία αυτά ανάγονται σε ζητήματα εσωτερικής οργανώσεως των υπηρεσιών του Δημοσίου, μη κρίσιμα εν προκειμένω ούτε δυνάμενα να παρακωλύσουν την τήρηση των εν λόγω υποχρεώσεών του, που απορρέουν από το Σύνταγμα. Αντίθετο επιχείρημα δεν δύναται να αντιταχθεί από την διάταξη του άρθρου 79 περ. 2 του Συντάγματος, διότι, πάντως, τα σχετικά χρηματικά ποσά έχουν εισαχθεί, αδιακρίτως της προελεύσεώς τους, στον προϋπολογισμό προς κάλυψη των υποχρεώσεων του Δημοσίου και εκπλήρωση των δημοσίων σκοπών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η συνταγματικώς κατοχυρωμένη υποχρέωση συμμορφώσεως του Κράτους προς τις δικαστικές αποφάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του, το αιτούν ισχυρίζεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η κατάσχεση επί απαιτήσεων χρηματικού αντικειμένου του νοσοκομείου, που έχουν ταχθεί για την εξυπηρέτηση ειδικού δημοσίου σκοπού και δη για την παροχή ιατρικής υπηρεσίας και περίθαλψης, ανάπτυξη και προαγωγή της ιατρικής έρευνας καθώς και εφαρμογή προγραμμάτων ειδίκευσης και συνεχούς εκπαίδευσης ιατρών και λειτουργών άλλων κλάδων υγείας και κατ' επέκταση είναι ακατάσχετα, καθώς αποτελούν πράγματα εκτός συναλλαγής κατ' άρθρο 966 Α.Κ., ως εξυπηρετούντα ειδικά προσδιορισμένο δημόσιο σκοπό και συνεπώς, παρά το νόμο η καθ' ης η αίτηση προέβη στην κατάσχεσή τους. Στον επίμαχο όμως λογαριασμό που τηρεί το αιτούν, συγκεντρώνονται ποικίλα έσοδα, όπως λ.χ. μισθοδοσία κλπ., χωρίς όμως να προσδιορίζεται συγκεκριμένα ποια είναι τα προορισμένα για ειδικό σκοπό χρηματικά ποσά και σε τι ποσό ανέρχονται επί του συνόλου του λογαριασμού έτσι ώστε να κριθεί αν απαγορεύεται η κατάσχεση τους. Σημειωτέον, ότι το ποσό που αντιστοιχεί στη μισθοδοσία των υπαλλήλων, το οποίο ομοίως δεν προσδιορίζεται από το αιτούν, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει προορισμό να εξυπηρετήσει ειδικό σκοπό, αλλά παρέχει το μέσο για την αντιμετώπιση των αναγκών του ενώ μεταξύ των σκοπών του αιτούντος ν.π.δ.δ. είναι και η εξόφληση των οφειλών του προς τρίτους, ως εν προκειμένω συμβαίνει, οφειλή μάλιστα την οποία ουδόλως αρνείται το αιτούν. Συνακόλουθα, ο λόγος αυτός της ανακοπής δεν πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει.
2ε.- Από το...
συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως. Αν μεν, η αντίθεση αυτή αναφέρεται στην εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου, συνιστά ουσιαστικό ελάιτωμά ίου, με την επιδίωξη εκτελέσεως δια τίτλου τυπικώς μεν έγκυρου, ο οποίος, όμως, επιτεύχθηκε αντιθέτως προς το άρθρο 281 ΑΚ, ο δε σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ Ια ΚΠολΔ. Αν η αντίθεση στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ αφορά στην απαίτηση ή στη διαδικασία της εκτελέσεως, ο λόγος της ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ.ΐβ' ΚΠολΔ, δηλαδή ως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτελέσεως, η οποία, προκειμένου περί ικανοποιήσεως χρηματικών απαιτήσεων, είναι, κατά το άρθρο 934 παρ. 2 ΚΠολΔ, η σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως. Αν, όμως, η αντίθεση στα κριτήρια του 281 ΑΚ αφορά πρωτογενώς τη διενέργεια του πλειστηριασμού ο λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ.ΐγ' ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 12/20Θ9, ΟλΑΠ 49/2005 ΕλλΔνη 2006, 80, ΑΠ 1248/2010, ΑΠ 340/2006 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 95/2006 ΕλλΔνη 2006, 475, ΑΠ 1107/2004 ΕλλΔνη 46,108, ΑΠ 916/2004 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 889/2003 ΕλλΔνη 45, 126, ΑΠ 69/2001 ΕλλΔνη 42, 916, ΑΠ 370/2001 ΝοΒ 50, 345, ΕφΘεσ 587/2009 δημ. ΝΟΜΟΣ). Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 1/1997, ΟλΑΠ 17/1995, ΟλΑΠ 62/1990, ΟλΑΠ 56/1990, ΑΠ 1248/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 340/2006 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΔΙΚΗ 2006, 1310, ΑΠ 205/2001 ΕλλΔνη 42. 1571, ΑΠ196/2001 ΕλλΔνη 42„ 1571, ΑΠ 409/2000 ΕλλΔνη 41, 1315, ΑΠ 1875/1999 ΕλλΔνη 41, 1316., ΑΠ 1084/1999 ΕλλΔνη 40, 1541, ΑΠ 971/1998 ΕλλΔνη 40, 278, ΑΠ 551/1998 ΕλλΔνη 39, 1296, ΑΠ 1250/1996 ΕΕΝ 1998, 296, ΑΠ 558/1995 ΕλλΔνη 1996, 591, ΕΕΝ 1996,457, ΝοΒ 1997.35). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, ισχυρίζεται το αιτούν ν.π.δ.δ., ότι η εις βάρος του επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους της καθ' ης είναι καταχρηστική ως αντιβαίνουσα στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, επειδή η τελευταία επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της άνω τράπεζας, ως τρίτης, παρότι το αιτούν δεν αρνείται την προς αυτήν οφειλή του και παρότι αυτή δεν προσκόμισε τα απαιτούμενα για την είσπραξη της απαίτησής της έγγραφα, αν και κλήθηκε επανειλημμένως προς τούτο, ήτοι φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις περί Δημοσίου Λογιστικού. Ο λόγος αυτός της ανακοπής πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσει, καθόσον η απαίτηση της καθ' ης εις βάρος του αιτούντος χρονολογείται ήδη από 31.12.2012 έως 31.12.2013 και απορρέει από τα υπ' αριθμ. 1310/31.12.2012, 1331/1.3.2013 και 1414/30.12.2013 Τ.Π.Υ. για συντήρηση μηχανημάτων και το αιτούν, παρότι δεν αμφισβητεί την οφειλή του, μετά την σ' αυτό επίδοση της διαταγής πληρωμής, προς γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την εκ του άρθρου 632 του ΚΠολΔ, υπ' αριθμ. κατ. 4246/28.5.2015 ανακοπή του, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 25.1.2017 και η οποία επιδόθηκε στις 28.5.2015 στην καθ' ης, ακολούθως δε παρά τα έγγραφα της διοίκησης του που έχει απευθύνει έκτοτε στην καθ' ης, μετά την προς αυτήν επίδοση της διαταγής πληρωμής σιις 27.5.2015 (βλ. προσκ.) και μέχρι την επιβληθείσα εις χείρας της άνω τράπεζας κατασχέσεως, δεν είχε προβεί στην εκκαθάριση και ενταλματοποίηση όλων των τιμολογίων ενώ προέβη στη δημόσια παρακατάθεση του ποσού των 3.576,46 ευρώ του πρώτου των άνω τιμολογίων, ήτοι του υπ' αριθμ. 1310/2012 Τ.Π.Υ., δύο ημέρες πριν τη συζήτηση της παρούσας αιτήσεώς του.
3.- Κατ' ακολουθίαν τούτων, δοθέντος ότι ουδείς εκ των λόγων της ασκηθείσας ανακοπής πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του νόμου 4194/2013, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 της ως άνω διάταξης προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 του νόμου 4236/2014, (ΦΕΚ Α' 33/11.2.2014): «Στις αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων για αιτήσεις κάθε φύσης, επιδικάζονται πάντοτε έξοδα και αμοιβή του δικηγόρου του διαδίκου που νίκησε. Στις αποφάσεις που εκδίδονται για αιτήσεις χορήγησης αναστολής ή αναβολής εκτέλεσης ή πλειστηριασμού με καθορισμό δόσεων, οι πρώτες δόσεις πρέπει υποχρεωτικά να ορίζονται για την εξόφληση των δικαστικών εξόδων, δικηγορικών αμοιβών και εξόδων εκτέλεσης. «Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου, τα έξοδα και η αμοιβή του δικηγόρου του καθ' ου η αίτηση, επιδικάζονται πάντοτε σε βάρος του αιτούντος» και συνεπώς η δικαστική δαπάνη της καθ' ης (191 παρ.2 του ΚΠολΔ) βαρύνει το αιτούν ν.π.δ.δ., λόγω της ήττας του, μειωμένη κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν.3693/ 1957 (βλ. και ΑΠ 725/2011 ΕλλΔνη 2012.704), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αιτούν ν.π.δ.δ. στα μειωμένα δικαστικά έξοδα της καθ' ης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εκατό ευρώ (100,00€).
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στη Θεσσαλονίκη, στις 29 Δεκεμβρίου 2015, απουσία των διαδίκων, με την παρουσία της Γραμματέας Ολυμπίας Βλαχοπούλου.-

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ 

ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΤΣΑΛΙΚΙΔΗ