Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ, ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΥΝ ΣΥΝΗΘΩΣ ΠΡΟΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥΣ ΝΠΔΔ ΠΡΟΣ ΑΠΟΦΥΓΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥΣ ΣΕ ΣΥΜΒΑΤΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ "ΕΞΩΣΥΜΒΑΤΙΚΩΝ" ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ ΥΛΙΚΩΝ

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 

Δικαστήριο:ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ
Τόπος:ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:6436
Ετος:2012

Περίληψη

Εκτέλεση σε βάρος του Δημοσίου - Υποχρέωση κατάθεσης ισόποσης εγγυητικής επιστολή - Αμετάκλητες αποφάσεις - Επιτόκιο οφειλών Δημοσίου - Προνόμια Δημοσίου - Αντισυνταγματικότητα ρύθμισης - Αρχή ισότητας - Ανακοπή για την ακύρωση διαταγής πληρωμής - Συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου -. Επιτρέπεται αναγκαστική εκτέλεση και κατά του Δημοσίου και των λοιπών νπδδ στα οποία έχουν επεκταθεί τα προνόμιά του για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων που πηγάζουν από κάθε αιτία, βάσει των εκτελεστών τίτλων που αναφέρονται στον ΚΠολΔ. Είναι αντισυνταγματική η διάταξη με την οποία προβλέπεται ότι η αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ελληνικού Δημοσίου είναι δυνατή μόνο δυνάμει αμετάκλητων αποφάσεων. Είναι αντισυνταγματική η διάταξη με την οποία ο αντίδικος του Δημοσίου ιδιώτης οφείλει να προσκομίσει ισόποση εγγυητική επιστολή τράπεζας υπέρ αυτού για τη διασφάλισή του, καθώς καθιερώνει προνόμιο μόνο υπέρ του Δημοσίου το οποίο δεν λειτουργεί αμφίπλευρα, δηλαδή και υπέρ των ιδιωτών, θεσπίζοντας προνομιακή μεταχείριση του Δημοσίου έναντι των ιδιωτών αντιδίκων του. Είναι αντισυνταγματική η διάταξη που προβλέπει διαφοροποιημένο προνομιακό υπέρ του Δημοσίου ύψος επιτοκίου.
Κείμενο Απόφασης

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ

Αριθμός 6436/2012

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Αθηνών, Παναγιώτα Μέντζα, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα.

    Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5-9-2012 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

    TOY ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ : ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο παραστάθηκε δια της δικαστικής αντιπροσώπου του Ν.Σ.Κ. Σταυρούλας Θεοδωρακοπούλου.

    ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ : Εταιρείας με την επωνυμία «... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.» και το διακριτικό τίτλο «... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.» που εδρεύει στην Κάντζα Παλλήνης Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της...
Κωνσταντίνου Καταβάτη.
    Το αιτούν με την από 31.7.2012 αίτηση που κατατέθηκε με αύξοντα αριθμό 12781/2012 της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, ζήτησε όσα αναφέρονται σ΄ αυτή. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα έγγραφα σημειώματά τους.
    Αφού μελέτησε τη δικογραφία
σκέφτηκε κατά το νόμο.
Με την αίτηση που κρίνεται το αιτούν ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ζητεί να ανασταλεί η εις βάρος του επισπευδόμενη από την καθής εταιρεία αναγκαστική εκτέλεση με βάση την από 25.7.2012 επιταγή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου της υπ’ αριθ. 18112/2012 διαταγής πληρωμής του δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, μέχρις εκδόσεως οριστικής απόφασης επί της κατ’ αυτής ασκηθείσας νόμιμα και εμπρόθεσμα ανακοπής, η οποία ορίστηκε για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού την 22-10-2013 και για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους. Η αίτηση αρμοδίως και παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των άρθ. 686 επ. ΚΠολΔ (άρθρα 938 παρ.2,3 ΚΠολΔ), είναι νόμιμη (άρθρα 938 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και θα ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
    
Από την εκτίμηση των επικαλούμενων και προσκομισθέντων εγγράφων, των ισχυρισμών των διάδικων μερών και όλως γενικά τη διαδικασία πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα. Μετά από αίτηση της καθής εκδόθηκε η με αριθ. 18112/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία το αιτούν ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 18.084,15 €, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τα αναφερόμενα σ΄ αυτήν 32 τιμολόγια πώλησης ιατρικών ειδών στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών συνολικής αξίας 18.084,15 €, 32 αντίστοιχες έγγραφες προτάσεις – παραγγελιές του εν λόγω νοσοκομείου και την από 23.6.2010 έγγραφη βεβαίωσή του περί παραλαβής όλων των τιμολογίων και των πωληθέντων ιατρικών ειδών που αναφέρονται στα πιο πάνω 32 τιμολόγια. Κατά της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής το αιτούν άσκησε την από 29.5.2012 ανακοπή ενώπιον αυτού του δικαστηρίου (αρ. καταθ. 2802/5791/12) και την με αριθμό κατάθεσης καταθ. 9347/12 αίτηση αναστολής αυτής (διαταγής πληρωμής) για τους επικαλούμενους σε αυτήν λόγους επί της οποίας, συζητηθείσα την από 25-6-2012, εκδόθηκε η με αριθ. 4628/2012 απορριπτική απόφαση. Μετά ταύτα, το αιτούν άσκησε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου την με αριθ. καταθ. 8670/12 ανακοπή, με την οποία ζητεί να ακυρωθεί το με αριθ. 19835/ 3-4-12 α΄ εκτελεστό απόγραφο της υπ’ αριθ. 18112/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου και της κάτωθι του απογράφου αυτού από 25-7-2012 επιταγής που κοινοποιήθηκε στον Υπουργό Οικονομικών την 26-7-2012, ενώ με την υπό κρίση αίτηση ζητείται αναστολή αυτού μέχρι εκδόσεως οριστικής απόφασης επί της ανακοπής που ορίστηκε να συζητηθεί την 22-10-2013 για τους λόγους που επικαλείται.
    Με τον πρώτο (1ο) λόγο ανακοπής το αιτούν ισχυρίζεται ότι η ένδικη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη διότι οι διαδοχικές συμβάσεις μικρής χρονικής διάρκειας που αφορούν τα τιμολόγια βάσει των οποίων εκδόθηκε αυτή, έχουν το χαρακτήρα διοικητικών συμβάσεων προμηθειών πάσχουσες απολύτου ακυρότητας καθόσον καταρτίστηκαν μεταξύ της καθής και του ΝΝΑ, το οποίο στερείται νομικής προσωπικότητας, χωρίς να προηγηθεί η διαδικασία του άρθρου 79 ν. 2362/1995 (Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού) και του π.δ. 394/1996 ‘’Κανονισμός Προμηθειών Δημοσίου’’ με συνέπεια την ευθύνη των οργάνων του δημοσίου κατ΄ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ και συνεπώς η ένδικη διαφορά είναι διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη έτσι στη δικαιοδοσία των Διοικητικών Δικαστηρίων και όχι των πολιτικών. Ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσει ως ουσία βάσιμος, διότι εν προκειμένω οι 32 συμβάσεις αγοροπωλησίας που καταρτίσθηκαν με αντίστοιχες γραπτές προτάσεις-παραγγελίες της Διοίκησης του Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών και αποδέχθηκε η καθής, τις οποίες και εκπλήρωσε, δεν είναι διοικητικές συμβάσεις, αλλά συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, διότι η κατάρτιση και εκτέλεσή τους δεν διέπονται, ούτε και εν μέρει, από κανόνες διοικητικού δικαίου, ούτε περιέχουν όρους δημιουργούντες υπέρ του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ. εξαιρετικό καθεστώς σύμβασης, ιδίως της δυνατότητας μονομερούς επέμβασης σε αυτές και επιβολής κυρώσεων (ΟλΑΠ 8/2000 ΕλΔικ 2000, 667 και 380/2001 ΕλΔικ 2002, 161).
    Με τον δεύτερο (2ο) λόγο ανακοπής το αιτούν ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 20 του Συντάγματος δεν μπορεί να γίνει επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου χωρίς να διαγνωστούν προηγουμένως δικαστικώς οι ισχυρισμοί και οι αντιρρήσεις του καθού τόσον ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης διαταγής πληρωμής, όσον προς την απαίτηση, πολύ δε περισσότερο όταν πρόκειται για διαταγή πληρωμής που δεν στηρίζεται σε τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση από την οποία και μόνον πηγάζει δεδικασμένο κάτι που δεν συμβαίνει εν προκειμένω και συνεπώς πάσχει ακυρότητας η αρξάμενη σε βάρος του αναγκαστική κατάσχεση. Εν προκειμένω πρέπει να λεχθεί ότι για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, η καθής προσκόμισε στον αρμόδιο δικαστή μαζί με τα τιμολόγια και τις γραπτές προτάσεις – παραγγελίες και την από 23.6.2010 έγγραφη βεβαίωση του Ν.Ν.Α., σύμφωνα με την οποία παραλήφθηκαν από αυτό όλα τα ένδικα τιμολόγια και τα αγορασθέντα ιατρικά υλικά, φέρουσα η βεβαίωση εκ μέρους τούτου (Ν.Ν.Α) και επομένως του αιτούντος, τις υπογραφές και τη σφραγίδα της Ελληνικής Δημοκρατίας του ΓΕΝ-ΝΝΑ. Έτσι δεν κρίνεται ότι πρόκειται περί μη αποδειχθεισών εγγράφως οφειλών.
    Περαιτέρω στο κανονιστικό περιεχόμενο του καθιερωμένου από τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 §1 της ΕΣΔΑ θεμελιώδους δικαιώματος της δικαστικής προστασίας, περιλαμβάνεται, εκτός από την οριστική και προσωρινή δικαστική προστασία και η αναγκαστική εκτέλεση, ως ισότιμη μορφή δικαστικής προστασίας και ως αναγκαία και αυτοτελής δικονομική προέκταση του ουσιαστικού δικαιώματος και όχι αποκλειστικά ως προέκταση κάποιας διαγνωστική διαδικασίας. Έτσι, με τις πιο πάνω διατάξεις, οι οποίες υπερισχύουν των διατάξεων του ν. 3068/2002, δεν κατοχυρώνεται απλώς η εκτελεστότητα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά η αναγκαστική εκτέλεση, ως έκφανση, του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Αυτό έχει την έννοια ότι η αναγκαστική εκτέλεση, ως αντικείμενο του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας, αφορά στην υποχρέωση της πολιτείας, όπως προς αποτροπή της αυτοδικίας, παρέχει με τα αρμόδια όργανά της, την προσήκουσα συνδρομή για τη λήψη των εξαναγκαστικών εκείνων μέτρων, ώστε να διαμορφωθεί η κατά νόμο αποκατάσταση κατά τρόπο που συνάδει, με το περιεχόμενο των ουσιαστικών αξιώσεων του εκτελεστού τίτλου. Είναι δε αδιάφορο αν η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται με βάση εκτελεστό τίτλο που είναι δικαστική ή διαιτητική απόφαση ή με βάση τους αναφερόμενους στα άρθρα 904 και 905 ΚΠολΔ, εκτελεστούς τίτλους, γιατί η έννομη τάξη δεν αρκεί να αναγνωρίζει απλώς δικαιώματα, αλλά πρέπει να εξασφαλίζει και τον τρόπο αναγκαστικής ικανοποίησής τους, για την ύπαρξη του οποίου, καθώς και το περιεχόμενό του τα μέρη, σε περίπτωση αμφισβήτησης, μπορούν να προσφύγουν στη δικαστική διάγνωση, είτε πριν, είτε μετά την έναρξη της διαδικασίας εκτέλεσης. Συνεπώς επιτρέπεται αναγκαστική εκτέλεση και κατά του Δημοσίου και των λοιπών ν.π.δ.δ., στα οποία έχουν επεκταθεί τα προνόμια αυτού, για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων που πηγάζουν από κάθε αιτία, βάσει των εκτελεστών τίτλων που αναφέρονται στον ΚΠολΔ (άρθρα 904, 905) (ΟλΑΠ 21/2001 ΕλΔικ 43, 83, ΑΠ 23472009, ΕφΑθ 1837/2007). Επομένως και ο προαναφερθείς λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
    Με τον τρίτο (3ο) λόγο ανακοπής το αιτούν ισχυρίζεται ότι η ένδικη διαφορά αφορά συμβάσεις προμήθειας ιατροφαρμακευτικού υλικού για τις ανάγκες του Ν.Ν.Α., έχουν όλα τα στοιχεία της διοικητικής σύμβασης υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και επομένως δεν μπορούσε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής. Και ο λόγος αυτός, που συνάδει με το πρώτο παραπάνω αναφερόμενο λόγο, θα απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί, όπως αναφέρθηκε οι ένδικες συμβάσεις είναι ιδιωτικού δικαίου.
    Με τον τέταρτο (4ο) λόγο ισχυρίζεται το αιτούν ότι η διαταγή πληρωμής είναι άκυρη λόγω ελλείψεως διαδικαστικών προϋποθέσεων και συγκεκριμένα ότι δεν αποδεικνύεται εγγράφως η ένδικη οφειλή και συνεπώς η ανωτέρω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρ. 623 επ. ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η καθής προσκόμισε στο δικαστή που την εξέδωσε μόνο τα τιμολόγια και τα δελτία παραγγελίας και όχι και έγγραφο που να αποδεικνύει ότι οι υπογράψαντες αυτά (δελτία παραγγελίας) είχαν την εκ μέρους του εντολή και πληρεξουσιότητα. Ο λόγος αυτός, ο οποίος είναι συναφής με μέρος του 2ου λόγου, πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως αβάσιμος για τον παραπάνω αναφερθέντα αντίστοιχο λόγο.
    Ο πέμπτος (5ος) λόγος ανακοπής αναφέρεται στον ισχυρισμό περί ακυρότητας της συμβάσεως προμήθειας και των τιμολογίων και λοιπών εγγράφων του, επίσης είναι συναφής με το δεύτερο παραπάνω λόγο ότι δεν υφίσταται εν προκειμένω καμία έγκυρη σύμβαση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 79 έως 84 του Ν. 2362/1995 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του π.δ. 394/1996 περί προμήθειας των ενόπλων δυνάμεων, οι οποίες διέπουν τις προμήθειες ιατροφαρμακευτικού και υγειονομικού υλικού. Και ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσει, διότι, όπως προαναφέρθηκε, με την αίτηση προς έκδοση της διαταγής πληρωμής προσκομίσθηκαν και οι 32 διαδοχικές συμβάσεις που αφορούσαν αγορές ιατρικού υλικού αξίας κάτω του ποσού των 2.500 € του άρθρου 80 Ν. 2362/1995 η καθεμία, είναι δε έγγραφες συμβάσεις, των οποίων η κατάρτιση έγινε σε όλες τις περιπτώσεις με τις αντίστοιχες έγγραφες παραγγελίες της διοίκησης του ΝΝΑ, φέρουσες τις υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων κάτω από τη στρογγυλή σφραγίδα της Ελληνικής Δημοκρατίας και την έκδοση των αντίστοιχων 32 παραστατικών από την καθής – προμηθεύτρια, αλλά και την από 23-6-2010 βεβαίωση παραλαβής όλων των τιμολογίων και των υλικών που αγοράσθηκαν και αποδεικνύει εγγράφως την αποδοχή των αντίστοιχων προτάσεων από μέρους της καθής και την εκπλήρωση όλων των διαδοχικών συμβάσεων.
    Ο έκτος (6ος) λόγος ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 1715/1951 που κατισχύει πάσης άλλης διάταξης, η αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ελληνικού Δημοσίου είναι δυνατή μόνο δυνάμει αμετάκλητων αποφάσεων πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκήσει ως νόμω βάσιμος διότι η ανωτέρω διάταξη είναι ανίσχυρη ως αντιβαίνουσα στα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (ΑΠ 2347/2009, ΕφΑθ 4488/2006 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών, Πολ. Πρωτ. Αθ. 3300/2011).
    Με τον έβδομο (7ο) λόγο ανακοπής το αιτούν ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3068/2002, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 326 παρ. 5 του Ν. 4072/2012, η καθής οφείλει να προσκομίσει ισόποση εγγυητική επιστολή τράπεζας υπέρ αυτού για τη διασφάλιση του (το οποίο δεν έπραξε). Ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως αντισυνταγματικός αφού αντιβαίνει στα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ που καθιερώνει προνόμιο μόνο υπέρ του Δημοσίου, το οποίο δεν λειτουργεί αμφίπλευρα, δηλαδή και υπέρ των ιδιωτών, θεσπίζουσα έτσι προνομιακή μεταχείριση του κατά τεκμήριο ισχυρότερου από κάθε άποψη Δημοσίου, η οποία συνεπάγεται αυθαίρετη μεταχείριση υπέρ αυτών-ιδιωτών και εν προκειμένω της καθής (ΕφΑθ 4488/2006 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ).
    Με τον όγδοο (8ο) λόγο ανακοπής ισχυρίζεται το αιτούν ότι το κονδύλιο των τόκων στη διαταγή πληρωμής είναι αόριστο διότι δεν αναγράφεται για κάθε τιμολόγιο το αιτούμενο κονδύλιο τόκων, ως προς το οποίο δεν προσδιορίζεται ούτε η ημερομηνία έναρξης της τοκοφορίας ούτε και η λήξη του. Επίσης στον ίδιο λόγο ισχυρίζεται ότι δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση (επίδικες συμβάσεις) το π.δ. 166/2003 καθόσον δεν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές και ως εκ τούτου δεν είναι νόμιμο το αιτούμενο κονδύλιο τόκων, σε κάθε δε περίπτωση ο τόκος ανέρχεται σε 6 % βάσει του άρθρου 21 του Κώδικα περί Δικών του Δημοσίου. Ο λόγος αυτός δεν πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει, καθόσον μεν αναφέρεται στο σκέλος της αοριστίας των τόκων διότι από το περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής και των εγγράφων που προσκομίσθηκαν κατά την έκδοσή της προκύπτει ο χρόνος παραλαβής εκάστου τούτων και της παραλαβής των υλικών, οπότε καθίσταται δυνατό με μαθηματικούς υπολογισμούς η εξεύρεση των τόκων κάθε επί μέρους κονδυλίου, καθόσον δε αναφέρεται στο δεύτερο σκέλος του διότι από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3 παρ. 1, 4 παρ. 2δ και 4 Π.Δ. 166/2003 ‘’περί προσαρμογής της Ελληνικής Νομοθεσίας στην οδηγία 2000/35 της 29.6.2000 για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμής στις εμπορικές συναλλαγές’’ συνάγεται ότι οι διατάξεις του παραπάνω Π.Δ. καλύπτουν και τις συναλλαγές επιχειρήσεων με δημόσιες αρχές και ΝΠΔΔ. Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών Δημοσίου, περί διαφοροποιήσεως του ύψους του επιτοκίου, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αλλά και του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος και ως προς το Δημόσιο (ΟλΣτΕ 1663/2009, ΕφΙωαν. 91 και 92/10 αδημ.).
    Με τον ένατο (9ο) τελευταίο λόγο της ανακοπής το αιτούν ισχυρίζεται ότι πρέπει να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής όσον αφορά το ύψος των 280,00 € που αφορά την εις βάρος του δικαστική δαπάνη και ότι στο άρθρο 630 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται η επιδίκαση δικαστικής δαπάνης και διότι σε κάθε περίπτωση το ποσό αυτό δεν ανταποκρίνεται στην αξία της εργασίας και τον κόπο που κατέβαλε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της καθής για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Και ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι δεν θα ευδοκιμήσει, πέραν της αοριστίας του, και διότι η δικαστική δαπάνη επιδικάζεται κατά τις γενικές περί δικαστικών εξόδων διατάξεις του άρθ. 173 επ. του ΚΠολΔ. Επομένως δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση των ανακοπής.
    Τέλος το αιτούν ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, εάν συνεχιστεί η αρξάμενη αναγκαστική εκτέλεση, τόσο στο δημοσιονομικό σχεδιασμό και την ομαλή εκπλήρωση των οικονομικών συναλλαγών του Δημοσίου αλλά και στην αξιοπιστία και την φερεγγυότητά του, προσέτι δε θα παρουσιάσει έλλειμμα στα έσοδα που προβλέπει ο κρατικός προϋπολογισμός. Οι εν λόγω ισχυρισμοί, πλέον της αοριστίας τους, δεν πιθανολογούνται και ως ουσιαστικά βάσιμοι, λαμβανομένου υπόψη και του ύψους της απαίτησης της καθής. Ακολούθως αυτών, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να καταδικαστεί το αιτούν στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της καθής (άρθ. 178 παρ. 3 Κώδικα περί Δικηγόρων), μειωμένα όμως κατ’ άρθρο 22 Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με την παράγραφο 2 της 13443014/1992/1993 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
    Για τους λόγους Αυτούς
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση.
Καταδικάζει το αιτούν να πληρώσει μέρος των δικαστικών εξόδων της καθής, τα οποία ορίζει στο ποσό των ογδόντα (80,00) ευρώ.
    Κρίθηκε αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του.
    Αθήνα
Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ ….ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (για τη δημοσίευση)
    ___________
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΕΝΤΖΑ


Αριθμός απόφασης 33296/ 2009
Αριθμός κατάθεσης ανακοπής 37779/21-9-2009
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Παρθένα Ιωαννίδου, Πρόεδρος Πρωτοδικών, που ορίσθηκε με κλήρωση σύμφωνα με το νόμο. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ : Δεν ορίσθηκε. ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ : Της 29ης Σεπτεμβρίου 2009 ΑΝΑΚΟΠΤΩΝ : ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη ( Ελένης Ζωγράφου 2) που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου δικηγόρου του, Αικατερίνης Αργυρίου ( AM 1352 ).
ΚΑΘ ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: : ΑΕ με την επωνυμία « OCTAPHARMA HELLAS SA », που εδρεύει στην Αττική ( Ποσειδώνος 60-Γλυφάδα) και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων της δικηγόρων Αυγερινού Αβραμίκου ( ΑΜΔΣΘ 8782) και Χρίστου Φίλιου (ΑΜΔΣΑ 23085)
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ανακοπής: 19-9-2009
ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ : 37779/21-9-2009 ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΔΙΚΗΣ: Ανακοπή κατά της συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου . Η συζήτηση της υπόθεσης έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την ΚΠολΔ 724 §1 ορίζεται ότι ο δανειστής...
μπορεί με βάση διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που ορίζεται με τη διαταγή πληρωμής, ότι πρέπει να καταβληθεί. Ο σκοπός της καθιερώσεως της διαταγής πληρωμής και ως τίτλου επιβολής συντηρητικής κατασχέσεως είναι συνακόλουθος με το σκοπό της εισαγωγής της διαδικασίας της διαταγής πληρωμής, η οποία συνιστά μέτρον που προάγει κατ" εξοχήν την ταχύτητα κατά την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. !. Καστριώτη, Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτου, τομ. Δεύτερος (1986) σ. 553, όπου και περαιτέρω παραπομπές στην υποσ. 20). Το γεγονός και μόνο ότι ο νόμος παρέχει ευχέρεια επιβολής αναγκαστικής κατασχέσεως με βάση τη διαταγή πληρωμής, δεν καθιστά περιττή τη δυνατότητα συντηρητικής κατασχέσεως, ενόψει και του ότι σύμφωνα με το άρθρο 632 §2 ΚΠολΔ το δικαστήριο που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, μπορεί κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. να χορηγήσει αναστολή, ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή. Επομένως, συντηρητική κατάσχεση , επιβαλλόμενη βάσει διαταγής πληρωμής, είναι νοητή και δυνατή κατά το διάστημα της αναστολής του άρθρου 632 §2 ΚΠολΔ, το οποίο εκτείνεται μέχρι την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσας ανακοπής (βλ. I. Καστριώτη ό.π. σ. 559, Κ. Μπέη Δ 10. 350, βλ. όμως και Σ. Ματθία Δ 10. 347 επ). Ο ΚΠολΔ σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει επί της συντηρητής κατασχέσεως, που διατάσσεται από το Δικαστήριο (αρθρ. 722 §2) δεν ορίζει τίποτε σχετικά με τη δυνατότητα και το χρόνο μεταβίβασης της κατασχεθείσας απαίτησης προς τον κατασχόντα συντηρητικώς στα- χέρια τρίτου, βάσει διαταγής πληρωμής, θα πρέπει όμως να γίνει δεκτό ότι η αναγκαστική εκχώρηση λαβαίνει χώρα από την επέλευση της τελεσιδικίας της επί της ασκηθείσας ανακοπής αποφάσεως, οπότε η επιβληθείσα συντηρητική κατάσχεση τρέπεται σε αναγκαστική και παύει η ευχέρεια του δανειστή να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση (βλ. Ι Καστριώτη ο.π. σ. 561, 562 πρβλ. και Θ. Λιβαθηνό, ΝοΒ 20. 1131, ΕφΑΘ 10153/1985 ΕλλΔνη 1985. 1150).
Έτσι η επιβληθείσα αυτοδύναμη συντηρητική κατάσχεση, δυνάμει διαταγής πληρωμής ισχυροποιείται πλήρως από της επιβολής της, τρεπόμενη σε αναγκαστική, αν απορριφθεί η ανακοπή και επικυρωθεί η διαταγή πληρωμής. Αν αντίθετα η διαταγή πληρωμής ακυρωθεί η εξάλειψη της αυτοδυνάμως επιβληθείσας συντηρητικής κατάσχεσης μπορεί να ζητηθεί κατ' άρθρο 702 §1 ΚΠολΔ( ΕφΑθ5526/2006(ΝΟΒ 2007/363). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 712 ΠολΔ η συντηρητική κατάσχεση απαιτήσεων ή κινητών στα χέρια τρίτου γίνεται με την επίδοση στον τρίτο αντιγράφου της απόφασης, που τη διατάζει, με επιταγή να μην εξοφλήσει την απαίτηση ή να μην παραδώσει τα κινητά,καθώς και με επίδοση μέσα σε οκτώ (8) ημέρες σε κείνον, κατά του οποίου στρέφεται η (συντηρητική) κατάσχεση, εγγράφου στο οποίο αναφέρεται η κατάσχεση που έχει επιβληθεί στα χέρια τρίτου, άλλως η κατάσχεση είναι άκυρη. Στην κατάσχεση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων ή κινητών στα χέρια τρίτου. Ο τρίτος, εκείνος που επέβαλε την κατάσχεση και οφειλέτης έχουν όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που προβλέπουν οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων ή κινητών στα χέρια τρίτου και εφαρμόζεται η διαδικασία για την άσκηση ή την διαφύλαξή τους, που ορίζεται στις διατάξεις αυτές Με την υπό κρίση ανακοπή το ανακόπτον ΝΠΔΔ ζητάει να ακυρωθεί το από 9.9.2009 κατασχετήριο της καθ' ης, με βάση το οποίο επιβλήθηκε συντηρητική κατάσχεση εις χείρας του υποκαταστήματος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» στη Θεσσαλονίκη, ως τρίτου , για ποσό 444.736,35 ευρώ , για απαίτηση της καθ' ης ,απορρέουσα από τις υπ' , αριθμ 26378/2009 και 26380/2009 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για τους εκτιθέμενους σ' αυτή λόγους. Η ανακοπή αρμοδίως καθ' ύλην και κατά τόπον φέρεται για να δικαστεί από το Δικαστήριο αυτό με την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ και είναι νόμιμη , στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 632 παρ 2 , 702, 712, 724 παρ 2, 933,983 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω η ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης των μαρτύρων του ανακόπτοντος ….και της καθ' ης, , που εξετάστηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, από την εκτίμηση των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, τις ομολογίες αυτών και από όσα προφορικά κατά τη συζήτηση και με τα σημειώματά τους ανέπτυξαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, πιθανολογήθηκαν τα εξής : Κατόπιν αιτήσεων της καθ' ης εκδόθηκαν από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι υπ' αριθμ 26378/2009 και 26380/2009 διαταγές πληρωμής κατά του εδώ ανακόπτοντος , για την πληρωμή στην εδώ καθ' ης του ποσού των 236.202,85 και 208.533,50 ευρώ (πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων ) αντίστοιχα, ποσού οφειλομένου ως τίμημα από τις διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής και του ανακόπτοντος, δημόσιου νοσοκομείου, που αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, στα πλαίσια των οποίων (συμβάσεων), πώλησε και παρέδωσε η τελευταία στο ανακόπτον προϊόντα εμπορίας της και συγκεκριμένα φαρμακευτικά προϊόντα, κατόπιν απευθείας παραγγελιών του ανακόπτοντος, χωρίς να μεσολαβήσει μεταξύ αυτών η κατάρτιση συμβάσεως κατά τις διατάξεις περί προμηθειών του Δημοσίου.
Οι πάνω διαταγές πληρωμής επιδόθηκαν στο ανακόπτον την 16-9-2000(βλ υπ' αριθμ 10373Γ και 10374Γ/16-9-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …..) . Η καθ' ης την 9-9-2009 κοινοποίησε τόσο στο υποκατάστημα της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία « ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ » στη Θεσσαλονίκη και επί της οδού Εθν. Αμύνης 40, όσο και στα κεντρικά γραφεία της πιο πάνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας στην Αθήνα και επί της οδού Πανεπιστημίου 23, το από 7-9-2009 κατασχετήριο και στις16-9-2009 η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, προέβη σε θετική δήλωση επί του κοινοποιηθέντος κατασχετηρίου και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ 15506/2009 δήλωση, την οποία κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών , με την οποία δήλωσε ότι υφίσταται λογαριασμό του ανακόπτοντος στο υποκατάστημα της στη Θεσσαλονίκη και ότι δέσμευσε το συνολικό ποσό των 444.736,35 ευρώ . Εν συνεχεία τα πιο πάνω έγγραφα κοινοποιήθηκαν στο ανακόπτον στις 16-9-2009 ( βλ τις υπ' αριθμ 10379 Γ και 10383Γ/16-9-2009 εκθέσεις επιδόσεως του πιο πάνω δικαστικού επιμελητή). Το ανακόπτον άσκησε την κρινόμενη ανακοπή με τον πρώτο λόγο της οποίας ζητά την ακύρωση τόσο του από 9.9.2009 κατασχετηρίου , όσο και της βάσει αυτού επιβληθείσας συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, επικαλούμενο ότι είναι ανεπίτρεπτη η εκτέλεση διαταγών πληρωμής κατά του Δημοσίου, επικαλούμενο τη διάταξη του άρθρου 1 του ν 3068/2002. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος και τούτο διότι κατά τη διάταξη του άρθρου 94 του ισχύοντος Συντάγματος, στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (§1). Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει (§2). Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (§3).
Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα διοικητικής φύσεως, όπως ο νόμος ορίζει. Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται και η λήψη μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως ο νόμος ορίζει (§4). Στην έννοια των δικαστικών αποφάσεων του ως άνω άρθρου 94 §4 του Συντάγματος νοούνται όχι μόνο οι υπό στενή έννοια δικαστικές αποφάσεις, αλλά και οι εξομοιούμενες λειτουργικώς με αυτές, αφού υπό προϋποθέσεις (άρθρα 633 § 2 ΚΠολΔ) οι διαταγές πληρωμής μπορεί να αποκτήσουν ισχύ δεδικασμένου. Σε εκτέλεση της επιταγής του άρθρου 94 §4 του Συντάγματος εκδόθηκε ο ν. 3068/ 2002, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει. Με το άρθρο 20 του ν. 3301/2004 (ΦΕΚ Α263/23.12.2004) προστέθηκε τελευταίο εδάφιο στο άρθρο 1 του ως άνω νόμου, σύμφωνα με το οποίο δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του παρόντος και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ-ζ' της §2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι διαταγές πληρωμής), πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων. Η νομοθετική όμως αυτή ρύθμιση που απογορεύει την εκτέλεση διαταγής πληρωμής σε βάρος του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ., αντίκειται στις διατάξεις του ως άνω άρθρου 94 §4 του Συντάγματος, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 20 §1, 95 §5 αυτού σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 §1, 13 ΕΣΔΑ και 1 Κ Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (παρατηρήσεις Κ. Μπέη υπό την ΜΠρΑ 2913/2005 Δ 37. 532 επομ, Χ. Χρυσανθάκη "η δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά του Δημοσίου" Δ 37. 320, Βαθρακοκοίλη: ΚΠολΔ Ερμηνευτική - Νομολογιακή Ανάλυση, Συμπλ/κός Τόμος εκδ. 2006, αρθρ. 904 αρ., ΟλΑΠ 21/2001 Δ.2002,20, ΑΕΔ 18/2005 (γνωμ μειοψ), ΕφΑΘ 1837/2007ΝοΒ 2007.1143, ΕφΑΘ 4486/2006 ΝοΒ 2007.679, ΜονΠρΑΘ 3364/2007 ΝοΒ 2007.1839 , ΜονΠρΗρ 3878/2005, Αρμ 2006.443, contra ΜονΠρΤρι 138/2008 ΑρχΝ2009.85). Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του , το ανακόπτον ισχυρίζεται ότι η επίδικη διαταγή πληρωμής δεν μπορεί να εκτελεστεί κατ' αυτού , διότι δεν έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου. Ο λόγος αυτός είναι νόμω αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί και τούτο διότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προαναφερθείσα μείζονα σκέψη, η διαταγή πληρωμής εκτελείται και προ του εξοπλισμού της με δεδικασμένου, καθώς εξομοιουται λειτουργικώς με την εν στενή εννοία δικαστική απόφαση, αφου , υπο προϋποθέσεις (633 παρ 2 ΚΠολΔ) , μπορεί να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου. Η δυνατότητα της διαταγής πληρωμής να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, σε συνδυασμό με το δικονομικό βάρος , αλλά και δικαίωμα του καθ' ου να εναντιωθεί δι' ανακοπής και να ζητήσει αναστολή της εκτελέσεως, εξουδετερώνουν τα επιχειρήματα της αντιθέτου απόψεως περί μειωμένης ωριμότητας της δικαστικής κρίσης που πράγματι συντρέχει κατά την έκδοση της ( Κ. Μπέης , παρέμβαση στο συνέδριο « Το Δημόσιο και η Πολιτική Δίκη, εκδ Σάκκουλα σ. 113). Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του, το ανακόπτον ισχυρίζεται ότι η συντηρητική κατάσχεση εις χείρας της τρίτης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας είναι άκυρη , καθόσον με αυτή επιβλήθηκε δέσμευση επί απαιτήσεων χρηματικού αντικειμένου του Νοσοκομείου , που έχουν ταχθεί για την εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού , ιδίως τη καταβολή της μισθοδοσίας του επικουρικού ιατρικού προσωπικού , την ανελλιπή καθαριότητα των χώρων του νοσοκομείου , τη διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων , τη σίτιση των ασθενών, την προμήθεια φαρμακευτικού υλικού και ιατροτεχνολογικών προϊόντων απαραίτητων για τη νοσηλεία των ασθενών κλπ. Βάσει των εκτεθέντων στη μείζονα σκέψη , στον πρώτο λόγο της ανακοπής , δεν είναι πλέον ανεπίτρεπτη η αναγκαστική εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων (που επιδικάζουν χρηματικές απαιτήσεις) κατά του Δημοσίου. Επειδή όμως η περιουσία των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου διακρίνεται σε πράγματα ( ενσώματα αντικείμενα), τα οποία έχουν ως προορισμό να εξυπηρετούν δια της χρήσεως τους, τους δημόσιου σκοπούς και στην ιδιωτική περιουσία, η οποία περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία εμμέσως μόνο δια της αξίας ή των προσόδων τους παρέχουν στα οικονομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου οικονομικά μέσα για την αντιμετώπιση των αναγκών και τη λειτουργία τους (ΟλΑΠ 17/2002 ΕλΔνη 43.1009). κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ 1 ν 3068/2002«Η αναγκαστική εκτέλεση για να  ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νπδδ γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας αυτών. Αποκλείεται η κατάσχεση απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημοσίου σκοπού » ( Μον ΠρΑΘ 7034/2003 ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρΑΘ 11287/2000, Αρμ 2000.1265, όπου νομολογία, Μον ΠρΠειρ 1212/1999, ΝοΒ 47.1980, ΜονΠρΑΘ 20976/1999 Δ 31.44, ΜονΠρΘηβ 360/1998, Δ 29.1079, όπου παρατηρήσεις Κτιστάκη, ολ.ΕλΣυν. 10/1999, Ελλ Δνη 41.1457, Σταματόπουλου, Αναγκαστική Εκτέλεση εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου). Για τη διάκριση δε ανάμεσα στη δημόσια περιουσία (ή ιδιωτική κτήση) του Ελληνικού Δημοσίου, Δήμων, Κοινοτήτων και εν γένει ΟΤΑ, αναγκαία είναι, κατ' αρχήν, η ανίχνευση των εκτός συναλλαγής πραγμάτων, έτσι όπως τα ορίζει η διάταξη του άρθρου 960 ΑΚ. Στη διάταξη αυτήν ορίζεται ότι "πράγματα εκτός συναλλαγής είναι τα κοινά σε όλους, τα κοινόχρηστα και τα προορισμένα στην εξυπηρέτηση δημοτών, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών". Από την άποψη αυτήν ονομάζονται δημόσια πράγματα και συναποτελούν τη δημόσια κτήση, Εξαιρούνται, άλλωστε, από τις συναλλαγές και έτσι δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, χάρη ακριβώς του εξυπηρετουμένου αυτού συμφέροντος, το οποίο, ειδικότερα, διαφέρει ανάλογα με την κατηγορία: Για τα κοινά σε όλους συνίσταται, κυρίως, στην απόλαυση από όλους βασικών στοιχείων του περιβάλλοντος, για τα κοινόχρηστα επιπλέον και στην εξυπηρέτηση προπάντων των συγκοινωνιών, για τα πράγματα ειδικής χρήσης στη θεραπεία των ειδικών σκοπών των δημοσίων υπηρεσιών και για τα πράγματα θρησκευτικών σκοπών στην άσκηση της θείας λατρείας. Από την απαρίθμηση αυτή, τα κοινά σε όλους πράγματα, τα οποία, καίτοι δεν διευκρινίζει ο AK , είναι ο αέρας και η θάλασσα, τα κοινόχρηστα πράγματα, τα οποία είναι τα ενδεικτικώς αναφερόμενα στο άρθρο 967 ΑΚ και ανήκουν κατ' άρθρο 968 ΑΚ στο δημόσιο εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα καθώς και τα πράγματα θρησκευτικών σκοπών, δεν παρουσιάζουν δυσκολίες στη διάκριση τους και την αντιμετώπιση τους και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων. Δεν ισχύει όμως το ίδιο, ως προς την ευκολία της νομικής αντιμετώπισης της, και για την άλλη κατηγορία των εκτός συναλλαγής πραγμάτων, δηλαδή τα πράγματα ειδικής χρήσεως, που είναι προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών και κοινοτικών σκοπών. Τούτη η κατηγορία αναφέρεται στα δημόσια εκείνα πράγματα, τα οποία έχουν κατασκευασθεί ή διαμορφωθεί ειδικά για την αποκλειστική εξυπηρέτηση και λειτουργία των ειδικών σκοπών και λειτουργιών μιας δημόσιας υπηρεσίας και εξαιρούνται από τις συναλλαγές για χάρη ακριβώς του εξυπηρετούμενου αυτού συμφέροντος. Δυο λοιπόν είναι τα στοιχεία, τα οποία συνθέτουν την έννοια των πραγμάτων ειδικής χρήσης: ο σκοπός τον οποίο τα πράγματα αυτά εξυπηρετούν και ο προορισμός τους σε εξυπηρέτηση. Δημόσιος γενικά σκοπός είναι εκείνος που έχει αναχθεί σε σκοπό της πολιτείας και επιδιώκεται μέσα από τον μηχανισμό μιας δημόσιας υπηρεσίας με τη χρήση των μέσων του δημοσίου δικαίου. Συνεπώς, δημόσιος σκοπός είναι ο σκοπός μιας δημόσιας υπηρεσίας, αλλά και οι επιδιωκόμενοι από όλα τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που ασκούν διοίκηση. Περαιτέρω, η έννοια του προορισμού του πράγματος σε εξυπηρέτηση σημαίνει την ειδική, αποκλειστική και ουσιαστική προσαγωγή του πράγματος στις ανάγκες της δημόσιας υπηρεσίας, ώστε να εξυπηρετείται καλύτερα ο δημόσιος σκοπός. Εξάλλου, η δημόσια περιουσία του κράτους περιλαμβάνει τα πράγματα που υπηρετούν αυτούσια δημόσιους σκοπούς και είναι αμέσως απαραίτητα για την εκπλήρωση των λειτουργιών του κράτους, ενώ η ιδιωτική περιουσία του κράτους αποτελείται από τα πράγματα και λοιπά περιουσιακά στοιχεία, τα οποία συμβάλλουν στην εκπλήρωση δημόσιων σκοπών όχι αυτουσίως και άμεσα αλλά έμμεσα με τις προσόδους και την αξία τους. Κρίσιμο λοιπόν κριτήριο εν προκειμένω είναι ο σκοπός που εξυπηρετεί το πράγμα. Έτσι, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να εξετάζεται ο σκοπός που επιδιώκεται με το πράγμα, ώστε στη συνέχεια να ενταχθεί αυτό στη δημόσια ή την ιδιωτική περιουσία του κράτους και εντεύθεν να ελεγχθεί αν υπόκειται ή όχι σε αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση των δανειστών του. Εν κατακλείδι, δεν αρκεί ότι η φερόμενη ως δημόσια περιουσία του κράτους (ενσώματο αντικείμενο κινητό ή ακίνητο) είναι ικανή να θεραπεύσει δημόσιους σκοπούς, αλλά θα πρέπει να έχει ήδη και αφιερωθεί στη θεραπεία συγκεκριμένου δημοσίου σκοπού. Επιπροσθέτως, θα πρέπει τούτη η αφιέρωση, κατά της αρχές της αναλογικότητας, να είναι απολύτως απαραίτητη, με αντικειμενικά μέτρα, ελεγχόμενα από το Δικαστήριο, για την εκπλήρωση του δημοσίου αυτού σκοπού. Στην προκειμένη περίπτωση από τις καταθέσεις των μαρτύρων , και ειδικότερα από την κατάθεση της μάρτυρος του ανακόπτοντος , η οποία κατέθεσε ότι « από το συγκεκριμένο λογαριασμό καλύπτονται όλες ανεξαιρέτως οι ανάγκες του νοσοκομείου, χωρίς να υπάρχει κάποια διάκριση ως προς τα κονδύλια που εισέρχονται στο λογαριασμό και τις ανάγκες που αυτά εξυπηρετούν», προκύπτει ότι δεν είναι σαφές ποιο μέρος των χρημάτων του κατασχεθέντος λογαριασμού έχει αφιερωθεί στη θεραπεία συγκεκριμένου δημόσιου σκοπού και συνεπώς εμπίπτει στην κατηγορία των ακατάσχετων και ποιο καλύπτει γενικότερες ανάγκες , και επομένως είναι δεκτικό κατάσχεσης. Επομένως λόγω της πιο πάνω σύμμιξης , η  οποία οδηγεί στην απώλεια της αυτοτέλειας εκάστου επιμέρους κονδυλίου, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ακατάσχετο το σύνολο των χρημάτων του κατασχεθέντος λογαριασμού, κρίση η οποία θα οδηγούσε στην αδυναμία αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του πιο πάνω ΝΠΔΔ και η δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης κατ' αυτού θα απέβαλλε κάθε σχεδόν περιεχόμενο. Βάσει των ανωτέρω, η εν λόγω τραπεζική κατάθεση ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του ανακόπτοντος και δεν έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού, δεδομένου εξάλλου ότι όταν πρόκειται για χρήματα προερχόμενα από επιχορηγήσεις το Δημοσίου, αυτά τοποθετούνται σε ειδικούς λογαριασμούς, οι οποίοι τηρούνται αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση του σκοπού της επιχορήγησης , γεγονός που δεν προέκυψε ότι συντρέχει στην κρινόμενη υπόθεση και συνεπώς ο πιο πάνω τραπεζικός λογαριασμός δεν εμπίπτει στην κατηγορία των ακατασχετων και ο σχετικός λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής του το ανακόπτον ισχυρίζεται, αφενός μεν ότι δεν είναι επιτρεπτή η επισπευδόμενη εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας του με την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης επ' αυτής , παρά μόνο η αναγκαστική εκτέλεση βάσει των αντίστοιχων διατάξεων του ΚΠολΔ και αφετέρου ότι δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιβολή αυτής {συντηρητικής κατάσχεσης) , και ειδικότερα της επείγουσας περίπτωσης και της αποτροπής του επικείμενου κινδύνου, λόγω της φερεγγυότητας του ως ΝΠΔΔ.
Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος και τούτο διότι , κατά τα προαναφερθέντα εγκύρως εφαρμόζονται κατά του Δημοσίου διατάξεις αναγκαστικής εκτέλεσης και συνεπώς επιτρέπεται να επιβάλλεται εγκύρως το επιεικέστερο μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης, αναφορικά δε με τον ισχυρισμό ότι δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις της λήψεως του ασφαλιστικού μέτρου , λόγω της φερεγγυότητας του ανακόπτοντος, πρέπει να παρατηρηθεί ότι: α) μετα τις ρυθμίσεις του ν 3329/2005 και του ν 3370/2005 οι ΔΥΠΕ απέκτησαν στις 3-5-2005 την κυριότητα επι της κινητής και ακίνητης περιουσίας των καταργηθέντων ΠΕΣΥΠ , στην οποία περιλαμβανόταν η περιουσία των νοσοκομείων του ΕΣΥ και των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας, που είχε προηγουμένως περιέλθει στα ΠΕΣΥΠ , β) τα νοσοκομεία του ΕΣΥ διατήρησαν το δικαίωμα χρήσης και διαχείρισης επί της περιουσίας τους, που είχε περιέλθει στα καταργηθέντα ΠΕΣΥΠ και ήδη έχει περιέλθει στις ΔΥΠΕ και γ) τα νοσοκομεία του ΕΣΥ, ως αυτοτελή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου από 3-5-3005 , έχουν αυτοτελώς δικαίωμα απόκτησης ιδίας περιουσίας ( υπ' αριθμ 88/2006 γνωμοδότηση του Δ' τμήματος του Νομικού συμβουλίου του Κράτους), επομένως το ανακόπτον , δεδομένου ότι έχει κατά τα προεκτεθέντα καταστεί αυτοτελές νομικό πρόσωπο , με δικό του προϋπολογισμό, δεν δύναται να επικαλείται τη φερεγγυότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως λόγο έλλειψης επικείμενου κινδύνου για την επιβολή της συντηρητικής κατάσχεσης σε βάρος, το ίδιο δε , όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε η κατά πρόταση του εξετασθείσα μάρτυρας, στερείται άλλης , πλην του επίδικου λογαριασμού, κινητής ή ακίνητης περιουσίας. Με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής του, το ανακόπτον ισχυρίζεται ότι ακύρως επιβλήθηκε σε βάρος του συντηρητική κατάσχεση πριν του επιδοθεί η διαταγή πληρωμής, και πριν παρέλθει η προθεσμία των 60 ημερών που ορίζει η διάταξη του άρθρου 4 παρ 2 του ν 3068/2002. Ο πιο πάνω λόγος είναι απορριπτέος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι κατά τα προεκτεθέντα η επιβολή της συντηρητικής κατασχέσεως πραγματοποιήθηκε κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 724 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι ο δανειστής μπορεί με βάση διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που ορίζεται με τη διαταγή πληρωμής ότι πρέπει να καταβληθεί και συνεπώς στην προκείμενη περίπτωση λαμβάνεται ασφαλιστικό μέτρο εκ του νόμου , το οποίο , εγκύρως επιβλήθηκε σε βάρος της ιδιωτικής περιουσίας του ανακόπτοντος, χωρίς να τηρηθεί η προθεσμία των 60 ημερών, η οποία αφορά την επιβολή αναγκαστικής και μόνο εκτέλεσης, χωρίς να είναι δυνατόν να γίνει αναλογική εφαρμογή και επί της παρούσας διαδικασίας του άρθρου 724 . Με τον έκτο λόγο της ανακοπής, το ανακόπτον ισχυρίζεται ότι ο τρόπος άσκησης των ουσιαστικών και δικονομικών δικαιωμάτων της καθ'ης αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ , επειδή είχε ξεκινήσει πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής η διαδικασία για την υπαγωγή της οφειλής του προς την καθ' ης, σε ρύθμιση. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί , δεδομένου ότι σύμφωνα όσα θα εκτεθούν εκτενέστερα παρακάτω υπο τον όγδοο λόγο, αφενός μεν η υπαγωγή της καθ'ης στη ρύθμιση ήταν δυνητική και η ίδια δεν την αποδέχθηκε και αφετέρου μετά την μη επίτευξη αυτής (ρύθμισης) , ουδεμία απαγόρευση δεν υφίστατο να επιδιώξει η καθ' ης δικαστικά την είσπραξη των οφειλομένων . Με τον έβδομο λόγο της ανακοπής του το ανακόπτον ισχυρίζεται ότι οι υπ' αριθμ 26378/2009 και 26380/2009 διαταγές πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εκδόθηκαν χωρίς να συντρέχει ουσιώδης δικονομική προϋπόθεση, που αφορά τη φύση της επιδικασθείσας απαίτησης και επομένως ακύρως επιβλήθηκε , βάσει αυτών η επίμαχη συντηρητική κατάσχεση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και τούτο διότι κατά τα εκτεθέντα στο πρώτο λόγο τ ανακοπής είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής κατά το Δημοσίου και των λοιπών ΝΠΔΔ υπο τις εκεί αναφερόμενες προϋποθέσεις. Ειδικότερα, η ακυρότητα μιας διαταγής πληρωμής θεμελιώνεται στην έλλειψη νόμιμης προϋπόθεσης αναφορικά με την έκδοση της. Η (ελλείπουσα) νόμιμη προϋπόθεση αφορά στη φύση της χρηματικής απαιτήσεως για την οποία ζητείται η διαταγή πληρωμής, διότι, κατά την ορθή έννοια του άρθρου 623 ΚΠολΔ, διαταγή πληρωμής δεν μπορεί να ζητηθεί για κάθε φύσεως χρηματική απαίτηση, αλλά για εκείνες μόνον τις χρηματικές απαιτήσεις που ο νόμος επιτρέπει. Οι δε χρηματικές απαιτήσεις, που νομικό και ιστορικό θεμέλιο έχουν (γνήσια) διοικητική σύμβαση, δεν περιλαμβάνονται μεταξύ αυτών. Συγκεκριμένα: για την έκδοση διαταγής πληρωμής ο ΚΠολΔ τάσσει ορισμένες θετικές και αρνητικές προϋποθέσεις. Οι πρώτες διατυπώνονται στο άρθρο 624. Η αναφορά όμως αυτών των προϋποθέσεων δεν είναι εξαντλητική, διότι, παράλληλα με τυχόν αλλά απαράδεκτα που προβλέπονται σε γενικές ή ειδικότερες διατάξεις, η φύση των χρηματικών απαιτήσεων, για τις οποίες μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, οριοθετείται συμπληρωματικά αλλά καθοριστικά (και) από το άρθρο 632. Το άρθρο αυτό προβλέπει τη δυνατότητα προσβολής της διαταγής πληρωμής με ανακοπή ενώπιον του υλικά αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου. Αυτό άλλωστε είναι αναγκαίο για να ικανοποιηθεί η συνταγματική επιταγή για παροχή έννομης προστασίας (άρθρο 20 Συντάγματος) και η επιταγή του άρθρου 6 παρ. 1 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου, αφού ο οφειλέτης δεν ακούσθηκε κατά τη διαδικασία εκδόσεως της διαταγής πληρωμής. Ρητά άλλωστε το άρθρο 630 περ. 3 επιβάλλει να αναγράφεται σχετική υπόμνηση στη διαταγή πληρωμής. Από το συνδυασμό, λοιπόν, των άρθρων 623, 630 περ. 3 και 632 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να εκδοθεί διαταγή πληρωμής για μια χρηματική απαίτηση είναι (μεταξύ άλλων και) η δυνατότητα του οφειλέτη να ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου. Ο νομοθέτης του ΚΠολΔ, χορηγώντας στο δικαστή της πολιτικής δικαιοσύνης την εξουσία να εκδίδει, χωρίς προηγούμενη ακρόαση, διαταγή πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, ήθελε να περιορίσει την εξουσία του αυτή μόνον σ εκείνες τις απαιτήσεις για τις οποίες το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο θα είχε δικαιοδοσία να εξετάσει -μετά από ανακοπή- την ουσία της διαφοράς. Ετσι ο νομοθέτης, θεσμοθετώντας τη διαταγή πληρωμής, είχε ασφαλώς κατά νου τις χρηματικές απαιτήσεις του κύκλου δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Η πολιτική δικονομία άλλωστε αναφέρεται σε διαφορές που υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Γ αυτό και προέβλεπε ρητά ότι η ανακοπή θα ασκούνταν ενώπιον τους. Με τον τρόπο αυτόν έμμεσα αλλά με σαφήνεια οριοθέτησε τις χρηματικές απαιτήσεις, για τις οποίες θα μπορούσε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, με βασικό και πρώτιστο κριτήριο τα όρια δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Ακολούθως έθεσε και άλλους περιορισμούς, όπως λ.χ. την απόδειξή τους με έγγραφο, τη μη εξάρτηση τους από αίρεση κλπ. Με άλλα λόγια η δυνατότητα που παρέχει ο ΚΠολΔ για την έκδοση διαταγής πληρωμής αφορά αποκλειστικά εκείνες μόνον τις χρηματικές απαιτήσεις των οποίων μπορεί να εξαφανισθεί η (κατόπιν ανακοπής του άρθρου 632 Κ ΠολΔ) δικαστική διάγνωση από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο. Επειδή όμως ανακοπή δεν μπορεί να ασκηθεί για χρηματική απαίτηση από γνήσια σύμβαση διοικητικού δικαίου ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, δεδομένου ότι η εκδίκαση τέτοιων διαφορών υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, a contrariο συνάγεται ότι είναι αδύνατη κατά νόμον και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση χρηματική απαίτηση. Οταν λοιπόν φέρεται ενώπιόν του αρμοδίου δικαστή αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση χρηματική απαίτηση για την οποία δεν μπορεί, για έλλειψη δικαιοδοσίας ή για άλλο λόγο, να ασκηθεί ανακοπή ενώπιον του αρμοδίου υλικά πολιτικού δικαστηρίου, οφείλει κατ' εφαρμογή του άρθρου 628 περ. α ΚΠολΔ να απορρίψει την αίτηση, διότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής (βλ. Γ. Αποστολάκη, Διαταγή πληρωμής για χρηματική απαίτηση από (γνήσια) διοικητική σύμβαση, Αρμ 2001.1317). Η δυνατότητα επομένως που παρέχει ο ΚΠολΔ για την έκδοση διαταγής πληρωμής αφορά αποκλειστικά εκείνες μόνο τις χρηματικές απαιτήσεις των οποίων μπορεί να εξασφαλισθεί η ( κατόπιν ανακοπής των άρθρων 632 ή 633 ΚΠολΔ) δικαστική διάγνωση με ισχύ δεδικασμένου από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο. ( ΕφΠατρ 286/2007 Αρμ 2008.85, ΕφΑΘ 132/2005ΝΟΜΟΣ, ΕφΘρ 105/2005 Αρμ 2005.1757, ΜΠρΘες 33347/2008 Αρμ 2008.1909, ΜΠρΛαμ 46/2007 Αρμ 2008.301, contra ΕφΑθ 3921/2007 ΝΟΜΟΣ ΠΠρΒολ 15/2002 ΕλΔνη 2004.921). Ανάλογη είναι και η θέση που γίνεται δεκτή στα πλαίσια του γερμανικού δικαίου. Οι διατάξεις του γερμανικού κώδικα πολιτικής δικονομίας για την έκδοση διαταγής πληρωμής εφαρμόζονται αποκλειστικά για εκείνες τις χρηματικές απαιτήσεις των οποίων η δικαστική διάγνωση υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και εκδικάζεται κατά τον γερμανικό κώδικα πολιτικής δικονομίας. Ετσι, δεν εφαρμόζονται όταν η χρηματική απαίτηση εκδικάζεται κατά τις διατάξεις του κώδικα δικονομίας άλλου δικαιοδοτικού κλάδου, όπως του κώδικα διοικητικής δικονομίας, του κώδικα φορολογικής δικονομίας και του κώδικα δικονομίας των κοινωνικών ασφαλίσεων (βλ. τις παραπομπές στους Schlosser , στην Ερμηνεία Stein - Jonas και Holch στην ερμηνεία Monchener Kommentar , που περιέχονται στη μελέτη Κ. Μπέης, Διαταγή πληρωμής, ό.π., σελ.509). Περαιτέρω στην έννοια της διοικητικής συμβάσεως υπάγεται κάθε σύμβαση, στην οποία : α) το ένα τουλάχιστον συμβαλλόμενο μέρος είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, β) με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση δημοσίου σκοπού και γ) το Ελληνικό Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ είτε βάσει των κανονιστικών ρυθμίσεων, που διέπουν τη σύμβαση είτε βάσει ρητρών , που αποκλίνουν του κοινού δικαίου , βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου, ήτοι σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό , με τη δυνατότητα μονομερούς επεμβάσεως στο συμβατικό δεσμό, με άσκηση ελέγχου και επιβολή κυρώσεων . Στο πλαίσιο αυτό, από τις διατάξεις του ν 2286/1995 « Προμήθειες του δημοσίου τομέα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων»(ΦΕΚ Α 19) του πδ 370/1995 « Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας περι κρατικών προμηθειών» ( ΦΕΚ Α 199) συνάγεται ότι με αυτές θεσπίζεται ιδιαίτερο νομικό καθεστώς υπέρ του δημοσίου , στο πλαίσιο του οποίου αυτό κατέχει υπερέχουσα θέση έναντι των αντισυμβαλλομένων του, δικαιούμενο να επεμβαίνει μονομερώς στο συμβατικό δεσμό. Επομένως, συμβάσεις που συνάπτονται από ΝΠΔΔ , κατά τη νομοθεσία περι προμηθειών του δημοσίου, με αντικείμενο την άσκηση δημόσιας υπηρεσίας υπο λειτουργική έννοια, δηλαδή αφορούν σε δραστηριότητα με αντικείμενο την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών προς τους διοικουμένους, για την ικανοποίηση βασικών αναγκών τους, όπως για παράδειγμα η προμήθεια ιατροφαμακευτικών ειδών από τα δημόσια νοσοκομεία, που αποσκοπούν στην επίτευξη δημόσιου σκοπού και δη , τη δημόσια υγεία, με την άμεση παροχή υπηρεσιών προς τους ασθενείς διοικουμένους, φέρουν το χαρακτήρα διοικητικής συμβάσεως και οι εξ αυτών διαφορές επιλύονται από το αρμόδιο διοικητικό εφετείο ( ΕπΑνΣτΕ 44/2002 αδημ. ΣτΕ 480/2001 οπ, Σπηλιωτόπουλο Εγχειρίδιο Διοικητικού δικαίου εκδ. 2001, σελ 197 επ), ενώ , αντιθέτως, σε περίπτωση προμηθειών με απευθείας παραγγελίες, χωρίς να έχει καταρτιστεί σχετική σύμβαση σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που ορίζουν οι άνω διατάξεις, οι εξ αυτών αναφυόμενες διαφορές δημιουργούνται στο πλαίσιο έννομης σχέσης ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητικής συμβάσεως και , συνεπώς, δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων,( ΔιοικΕφΑΘ 1685/2007, 2842/2007, ΔιοικΕφΠειρ2191/2007, ΠολΠρωτΑΘ 5095/2009 αδημ). Στην προκείμενη περίπτωση, η ανακύψασα μεταξύ του ανακόπτοντα και της καθ' ης διαφορά από τη μη καταβολή εκ μέρους του πρώτου του τιμήματος των πωληθέντων σε αυτό φαρμάκων, λόγω μη συνάψεως συμβάσεως προμήθειας κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις περί προμηθειών του δημοσίου , δεν αποτελεί διοικητική σύμβαση και , συνακόλουθα, κάθε διαφορά από αυτήν υπάγεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων. Κατ' ακολουθία τούτων και σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, για τη απαίτηση αυτή μπορούσε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής κατά τα άρθρα 624 έως 634 ΚΠολΔ, διότι είναι μεταξύ εκείνων των απαιτήσεων τις οποίες ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας επιτρέπει την έκδοση διαταγής πληρωμής και συνεπώς ο έβδομος λόγος της ανακοπής πρέπει ν' απορριφθεί. Με τον όγδοο λόγο της ανακοπής το ανακόπτον ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο έκδοσης της υπ' αριθμ 26380/2009 διαταγής πληρωμής οι επιδικασθείσες μ' αυτή απαιτήσεις είχαν αποσβεστεί, λόγω υπαγωγής της καθ' ης σε ρύθμιση . Είναι γεγονός ότι όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ πρωτ. ΓΓ 676/2-4­2009 εγκύκλιο του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης , με αντικείμενο τη ρύθμιση από το Ελληνικό δημόσιο των οφειλών των νοσοκομείων του ΕΣΥ προς τους προμηθευτές τους , προβλέφθηκε ειδική διαδικασία ρύθμισης των οφειλών που είχαν δημιουργηθεί μέχρι την 31-12-2008, η καθ'ης όμως εταιρία αν και υπάγεται στην κατηγορία των προμηθευτών φαρμάκων, δεν αποδέχθηκε τη διαδικασία ρύθμισης των υφιστάμενων προς αυτήν οφειλών του ανακόπτοντος, όπως με κατηγορηματικότητα και μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε η κατά πρόταση της εξετασθείσα μάρτυρας, υπεύθυνη του λογιστηρίου, σε αντίθετο δε συμπέρασμα δεν μπορεί να οδηγεί το Δικαστήριο από το γεγονός ότι η καθ' ης υπέβαλλε στο λογιστήριο του ανακόπτοντος τα επικαλούμενα από το τελευταίο δικαιολογητικά, δεδομένου ότι , όπως κατέθεσε και η μάρτυρας της καθ' ης αυτά (δικαιολογητικά) κατατέθηκαν προκειμένου να επιτευχθεί η είσπραξη των οφειλομένων ποσών , σε κάθε δε περίπτωση η υπαγωγή στη ρύθμιση των χρεών είναι δυνητική και όχι υποχρεωτική (ΤρΔιοικΕφΘες 1186/2007 αδημ., ΠολΠρΛαμ 70/2009 ΝΟΜΟΣ ). Σε κάθε δε περίπτωση η πιο πανω διαδικασία της ρύθμισης, έπαυσε να ισχύει διότι ο ΣΦΕΕ ( Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος) στον οποίο συμμετέχει και η καθ'ης με την από 17-9-2009 απόφαση του ΔΣ , δήλωσε ότι αποχωρεί από τις συζητήσεις για τη ρύθμιση των χρεών με τον προτεινόμενο από το Ελληνικό Δημόσιο τρόπο . Βάσει των πιο πάνω , ο όγδοος λόγος της ανακοπής περί απόσβεσης της απαίτησης που περιλαμβάνεται στην υπ' αριθμ 26380/2009 διαταγής πληρωμής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Τέλος με τον ένατο λόγο της ανακοπής, ισχυρίζεται το ανακόπτον ότι κατά παράβαση του νόμου επιδικάσθηκαν με την διαταγή πληρωμής , τόκοι υπερημερίας υπολογιζόμενοι από την αναφερόμενη σ' αυτή (διαταγή πληρωμής) δήλη ημέρα πληρωμής εκάστου τιμολογίου. Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος και απορριπτέος διότι κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ 2δ του πδ 166/2003 « εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη μέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής , ο οφειλέτης γίνεται 1 α του άρθρου 3 του παρόντος , η προθεσμία καταβολής τόκων σε κάθε μια από τις παραπάνω περιπτώσεις , ορίζεται αποκλειστικώς σε 60 ημέρες. Όπως δε προκύπτει από τα προσκομισθέντα από την καθ' ης τιμολόγια πώλησης προς τον ανακόπτοντα , επι πιστώσει, υφίσταται ρητή αναγραφή «επί πιστώσει μετρητά εντός 60 ημερών», γεγονός εξάλλου το οποίο δεν αμφισβητεί το ανακόπτον , αλλά αντίθετα συνομολογεί, περιοριζόμενο στην επίκληση των διατάξεων του άρθρου 4 του ΠΔ 166/200 σε συνδ. με τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ 2 και 10 παρ 2 περ γ του ΠΔ 108/1993, και ισχυριζόμενο βάσει αυτών, ότι η παραλαβή του φαρμακευτικού και λοιπού υλικού γίνεται από τριμελή επιτροπή υπαλλήλων του νοσοκομείου, η οποία προβαίνει στη σύνταξη πρωτοκόλλου παραλαβής και δελτίου εισαγωγής, το οποίο και αποτελεί το νόμιμο παραστατικό που αποδεικνύει την παραλαβή και εισαγωγή των υλικών στη διαχείριση του φαρμακείου και ότι λόγω της μη προσκομιδής σχετικών εγγράφων παραλαβής κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, δεν προέκυπταν οι ημερομηνίες ολοκλήρωσης της διαδικασίας αποδοχής και ελέγχου των παραληφθέντων από το Νοσοκομείο ειδών και συνεπώς ο χρόνος έναρξης τοκοφορίας της κατ' αυτής απαίτησης. Ο πιο πάνω λόγος όμως , σύμφωνα με τα προαναφερθέντα είναι απορριπτέος, δεδομένου ότι ρητά προκύπτει από το διάταξη του άρθρου 4 παρ 2δ του πδ 166/2003 ο χρόνος τοκοφορίας του κάθε επιμέρους τιμολογίου , η λειτουργία δε της επιτροπής παραλαβής των νοσοκομειακών φαρμακείων , αφορά καθαρά εσωτερικές διαδικασίες του Νοσοκομείου και εξασφαλίζει άλλους σκοπούς και όχι την βεβαίωση της παραλαβής των πιο πάνω φαρμάκων, γεγονός εξάλλου που όπως προαναφέρθηκε , δεν αμφισβητεί το ανακόπτον. Κατόπιν τούτων και εφόσον δεν προβάλλεται άλλος λόγος με την ανακοπή, εκτός από τους ανωτέρω που απορρίφθηκαν, πρέπει η κρινόμενη ανακοπή να απορριφθεί στο σύνολο της. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ κατ' αντιμωλία των διαδίκων ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στη Θεσσαλονίκη στις 23 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία της γραμματέως, Αφροδίτης Παπαδήμα.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δικαστήριο: ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
Τόπος: ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Αριθ. Απόφασης: 11929
Ετος: 2011
________________________________________

Κείμενο Απόφασης
Αριθμός απόφασης 11929/2011
Αριθμός κατάθεσης ανακοπής 39138/2009
Αριθμός κατάθεσης πρόσθετου λόγου ανακοπής 2354/2011
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Κωνσταντία Συροπούλου, Προεδρεύουσα Πρωτοδίκη - Εισηγήτρια, ’ννα Κουσιοπούλου, Πρωτοδίκη,...
Πολύμνια Χορόζογλου, Πρωτοδίκη και από τη Γραμματέα Σοφία Χρηματοπούλου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2011, για να δικάσει την ανακοπή με αριθμό κατάθεσης 39138/28-9-2009 και τον πρόσθετο λόγο ανακοπής με αριθμό κατάθεσης 2354/20-1-2011, κατά της υπ' αριθμ. 26377/2009 διαταγής πληρωμής, του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μεταξύ:
ΤΟΥ Α. - ΔΙΑ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ Λ. Α.: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ "Γ.ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ"», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αντωνίου Δενδρινού (ΑΜ 2038), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ - ΚΑΘ' ΗΣ Ο ΠΡΟΣΘΕΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «O. HELLAS S.A.», που εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής, εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Αυγερινού Αβραμίκου (ΑΜ 8782), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κατά τη διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του ΚΠολΔ εκδιδόμενη διαταγή πληρωμής αποτελεί, σύμφωνα με τα άρθρα 631 και 904 παρ. 2 ε' του ΚΠολΔ, τίτλο εκτελεστό. Όταν ενεργείται αναγκαστική εκτέλεση με βάση διαταγή πληρωμής, ο καθ' ου η εκτέλεση μπορεί να προβάλει τις αντιρρήσεις του κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης με την προβλεπόμενη από το άρθρο 933 του ΚΠολΔ ανακοπή. Οι αντιρρήσεις αυτές μπορεί να αφορούν και την τυπική και ουσιαστική εγκυρότητα του εκτελούμενου τίτλου και συνεπώς και την ύπαρξη της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής, εφόσον αυτή δεν έχει αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου, είτε με την άπρακτη πάροδο των προθεσμιών των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής είτε με την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής που τυχόν ασκήθηκε. Ωστόσο, οποιοσδήποτε λόγος και αν προβάλλεται με την ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, το αίτημά της είναι πάντοτε η ακύρωση ορισμένης διαδικαστικής πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης που προσβάλλεται με αυτήν. Με την ανακοπή αυτή, έστω και αν περιέχει λόγο κατά της εγκυρότητας της διαταγής πληρωμής και της ανυπαρξίας ή της ελαττωματικότητας της απαίτησης για την οποία αυτή έχει εκδοθεί, δεν μπορεί να ζητηθεί και η ακύρωση της διαταγής πληρωμής. Η ακύρωση της τελευταίας μπορεί να ζητηθεί μόνο με την προβλεπόμενη από το άρθρο 632 παρ. 1 ή 633 παρ. 2 του ΚΠολΔ ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, σώρευση στο ίδιο δικόγραφο ανακοπής κατά της εκτέλεσης, του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, και ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, του άρθρου 632 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ώστε με την τελευταία να ζητείται και η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει προθεσμία και για την άσκηση της τελευταίας, εάν υφίσταται αρμοδιότητα και για τις δύο ανακοπές και αν αυτές υπάγονται στην ίδια διαδικασία (ΑΠ 337/2006 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 218 ΚΠολΔ μεταξύ των προϋποθέσεων του επιτρεπτού της αντικειμενικής σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο περισσοτέρων αγωγών (με την έννοια αιτήσεων παροχής έννομης προστασίας) περιλαμβάνεται και η αρμοδιότητα, για καθεμία από τις σωρευόμενες αγωγές, του δικαστηρίου στο οποίο το δικόγραφο αυτό απευθύνεται. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν ενωθούν περισσότερες αγωγές στο ίδιο δικόγραφο, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, διατάσσεται ο χωρισμός αυτών ύστερα από αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 217/92 ΕλλΔνη 36,58, ΕφΠειρ 108/97 ΕλλΔνη 38,1622) και αν πρόκειται για αναρμοδιότητα, διατάσσεται η παραπομπή στο αρμόδιο δικαστήριο (ΕφΠειρ 322/2004 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 632 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα μέσα σε δέκα πέντε (15) εργάσιμες ημέρες από την επίδοση της να ασκήσει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο δικαστήριο, το οποίο είναι καθ' ύλην αρμόδιο. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 933 § 1 ΚΠολΔ αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον, οι οποίες αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή που εισάγεται στο ειρηνοδικείο, αν ο εκτελεστός τίτλος στον οποίο βασίζεται η εκτέλεση είναι απόφαση του ειρηνοδικείου, και στο μονομελές πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση. Από την ανωτέρω διάταξη με την οποία ρυθμίζεται η για την εκδίκαση της ανακοπής καθ' ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου με κριτήριο τον εκτελεστό τίτλο, κατά παρέκκλιση από τις γενικές διατάξεις για την καθ' ύλην αρμοδιότητα (άρθρα 12 επ.) του ΚΠολΔ και του προϊσχύσαντος δικαίου, το οποίο ελάμβανε υπόψη ως κριτήριο την αρμοδιότητα για την απαίτηση, ορίζεται αρμόδιο για την εκδίκαση της ανακοπής κατά της εκτέλεσης, το ειρηνοδικείο όταν ο εκτελεστός τίτλος στηρίζεται σε απόφαση αυτού και το μονομελές πρωτοδικείο σε κάθε άλλη, περίπτωση. Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει σαφώς ότι σε καμία περίπτωση η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν είναι δυνατόν να εισαχθεί προς εκδίκαση ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου (ΑΠ 329/1972, ΝοΒ 20.1060, βλ. Β.Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική - Νομολογιακή Ανάλυση κατ' άρθρο, άρθρο 933, § 61, σελ. 393). Επομένως, σε περίπτωση που έχει σωρευθεί στην ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ για την εκδίκαση της οποίας καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο και ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ με αντιρρήσεις κατά των πράξεων της εκτέλεσης, για την εκδίκαση της οποίας καθ' ύλη αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, τότε το Πολυμελές Πρωτοδικείο ως αναρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της τελευταίας, χωρίζει τις σωρευθείσες ανακοπές και παραπέμπει την ανακοπή κατά των πράξεων της εκτέλεσης (933 ΚΠολΔ) στο αρμόδιο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 46 ΚΠολΔ (ΕφΑθ 131/2008, ΕλλΔνη 2009, 853).
Στην προκείμενη περίπτωση, κατ΄εκτίμηση του δικογράφου της ανακοπής, με την οποία το ανακόπτον ζητεί να ακυρωθεί η υπ΄αριθμ. 26377/09 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε για απαίτηση της καθ'ης, ύψους 191.304,38 ευρώ, που πηγάζει από σύμβαση δημοσίου δικαίου, απορρέουσα από συνολικά 49 τιμολόγια πώλησης, που αφορούν την προμήθεια διαφόρων προϊόντων φαρμακευτικού υλικού, κατά το χρονικό διάστημα από 6-7-2007 έως 31-12-2008, καθώς και το πρώτο εκτελεστό αυτής απόγραφο, προκύπτει ότι το ανακόπτον επιχειρεί να σωρεύσει στο ίδιο δικόγραφο ανακοπή του άρθρου 632 του ΚΠολΔ κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής, καθώς και ανακοπή κατά της επιταγής προς πληρωμή που συντάχθηκε κάτω από αντίγραφο του απογράφου της παραπάνω διαταγής πληρωμής, του άρθρου 933 του ΚΠολΔ. Π., όμως, το αίτημα της ανακοπής να ακυρωθεί το πρώτο εκτελεστό αυτής απόγραφο, δεν συνέχεται με τους λόγους της ανακοπής και επομένως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πρόκειται για ανακοπή του άρθρου 632 του ΚΠολΔ, ώστε να μη συντρέχει περίπτωση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, να διαταχθεί ο χωρισμός και η παραπομπή στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο του αιτήματος της ακύρωσης της επιταγής προς πληρωμή που συντάχθηκε κάτω από αντίγραφο του απογράφου της υπ΄αριθμ. 26377/09 διαταγής πληρωμής.
Περαιτέρω, η κρινόμενη ανακοπή του άρθρου 632 του ΚΠολΔ, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, μέσα στην οριζόμενη από το νόμο προθεσμία των δεκαπέντε εργασίμων ημερών από την επίδοση της διαταγής πληρωμής στο ανακόπτον ΝΠΔΔ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 632&1εδ.α', 633&2, 585&1 και 215&1 ΚΠολΔ (βλ.την από 14-9-2009 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Δ. Μ. επί του αντιγράφου της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και την υπ'αριθ. 423/30-9-2009 έκθεση επίδοσης της ανακοπής στην καθ'ης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Γοριδάρη). Αρμόδια δε, φέρεται προς εκδίκαση στο Δικαστήριο αυτό (άρθ. 584, 632&1,3, 18 σε συνδυασμό με το άρθ. 14&2 ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία δικάζεται και η διαφορά από την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Επίσης νόμιμα και εμπρόθεσμα έχει ασκηθεί και ο πρόσθετος λόγος επί της ανακοπής, σύμφωνα με το άρθρο 585&2 του ΚΠολΔ (βλ. την υπ'αριθ. 1897/20-1-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Γοριδάρη). Πρέπει, συνεπώς, η ανακοπή και ο πρόσθετος λόγος της να γίνουν τυπικά δεκτοί και να ερευνηθεί περαιτέρω, αν οι λόγοι της ανακοπής και ο πρόσθετος λόγος επί αυτής είναι νόμιμοι και βάσιμοι (633&1 ΚΠολΔ), ενόψει και του ότι δεν απαιτείται η τήρηση της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 214Α του Κ.Πολ.Δ. διαδικασίας απόπειρας εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς, καθώς αυτή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής επί υποθέσεων του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του άρθρ. 2 περ. η' του Π.Δ. 286/1996, Οργανισμός του Ν.Σ.Κ. σε συνδυασμό με το άρθρο 28 παρ. 4 ν.2579/1998, που διέπουν το συμβιβασμό του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου σε διαφορές με αυτό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 του ισχύοντος Συντάγματος, στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού (παρ.1). Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει (παρ.2). Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήριο (παρ.3). Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα διοικητικής φύσεως, όπως ο νόμος ορίζει. Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται και η λήψη μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως ο νόμος ορίζει (παρ.4). Στην έννοια των δικαστικών αποφάσεων του ως άνω άρθρου 94 παρ.4 του Συντάγματος νοούνται όχι μόνο οι υπό στενή έννοια δικαστικές αποφάσεις, αλλά και οι εξομοιούμενες λειτουργικά με αυτές, αφού υπό προϋποθέσεις (άρθρ. 633 παρ.2) οι διαταγές πληρωμής μπορεί να αποκτήσουν ισχύ δεδικασμένου. Σε εκτέλεση του άρθρου 94 παρ.4 του Συντάγματος εκδόθηκε ο ν. 3068/2002, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει. Με το άρθρο 20 ν. 3301/2004 προστέθηκε τελευταίο εδάφιο στο άρθρο 1 του ως άνω νόμου, σύμφωνα με το οποίο, δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του παρόντος και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ-ζ της παρ.2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι διαταγές πληρωμής), πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων. Η νομοθετική όμως αυτή ρύθμιση που απαγορεύει την εκτέλεση διαταγής πληρωμής σε βάρος του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ., αντίκειται στις διατάξεις του παραπάνω άρθρου 94 παρ.4 του Συντάγματος, καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1, 95 παρ.5 αυτού σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 παρ.1, 13 ΕΣΔΑ και 1Α' Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ2347/09 Ν.58.1172, ΕΑ 1837/2007 Ν. 2007/1143, ΕΑ 4486/2006 Ν. 2007/679, βλ.Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ Σ. τόμος έκδ. 2006, άρθρ. 904 αρ.6).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, το ανακόπτον, ζητεί να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής για το λόγο ότι κατά την έννοια του άρθρων 1 του ν.3068/2002 και 20 του ν.3301/2004, η διαταγή πληρωμής δεν αποτελεί δικαστική απόφαση και δεν παρέχεται η δυνατότητα υλοποιήσεως των διαταγών πληρωμής με εκτέλεση κατά των ΝΠΔΔ, καθώς το ίδιο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7παρ.1 του ν.3329/2005, αποτελεί ΝΠΔΔ. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθώς, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκτελείται κατά του ανακόπτοντος Ν.Π.Δ.Δ.
Η ακυρότητα μιας διαταγής πληρωμής θεμελιώνεται στην έλλειψη νόμιμης προϋπόθεσης αναφορικά με την έκδοσή της. Η (ελλείπουσα) νόμιμη προϋπόθεση αφορά στη φύση της χρηματικής απαιτήσεως για την οποία ζητείται η διαταγή πληρωμής, διότι, κατά την ορθή έννοια του άρθρου 623 ΚΠολΔ, διαταγή πληρωμής δεν μπορεί να ζητηθεί για κάθε φύσεως χρηματική απαίτηση, αλλά για εκείνες μόνον τις χρηματικές απαιτήσεις που ο νόμος επιτρέπει. Οι δε χρηματικές απαιτήσεις, που νομικό και ιστορικό θεμέλιο έχουν (γνήσια) διοικητική σύμβαση, δεν περιλαμβάνονται μεταξύ αυτών. Συγκεκριμένα, για την έκδοση διαταγής πληρωμής ο ΚΠολΔ τάσσει ορισμένες θετικές και αρνητικές προϋποθέσεις, από τις οποίες οι πρώτες διατυπώνονται στο άρθρο 624. Η αναφορά όμως αυτών των προϋποθέσεων δεν είναι εξαντλητική, διότι, παράλληλα με τυχόν αλλά απαράδεκτα που προβλέπονται σε γενικές ή ειδικότερες διατάξεις, η φύση των χρηματικών απαιτήσεων, για τις οποίες μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, οριοθετείται συμπληρωματικά αλλά καθοριστικά (και) από το άρθρο 632. Το άρθρο αυτό προβλέπει τη δυνατότητα προσβολής της διαταγής πληρωμής με ανακοπή ενώπιον του υλικά αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου. Αυτό άλλωστε είναι αναγκαίο για να ικανοποιηθεί η συνταγματική επιταγή για παροχή έννομης προστασίας (άρθρο 20 Συντάγματος) και η επιταγή του άρθρου 6 παρ. 1 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου, αφού ο οφειλέτης δεν ακούσθηκε κατά τη διαδικασία εκδόσεως της διαταγής πληρωμής. Ρητά άλλωστε το άρθρο 630 περ. 3 επιβάλλει να αναγράφεται σχετική υπόμνηση στη διαταγή πληρωμής. Από το συνδυασμό, λοιπόν, των άρθρων 623, 630 περ. 3 και 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να εκδοθεί διαταγή πληρωμής για μια χρηματική απαίτηση είναι (μεταξύ άλλων και) η δυνατότητα του οφειλέτη να ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου. Ο νομοθέτης του ΚΠολΔ, χορηγώντας στο δικαστή της πολιτικής δικαιοσύνης την εξουσία να εκδίδει, χωρίς προηγούμενη ακρόαση, διαταγή πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, ήθελε να περιορίσει την εξουσία του αυτή μόνον σ` εκείνες τις απαιτήσεις για τις οποίες το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο θα είχε δικαιοδοσία να εξετάσει -μετά από ανακοπή- την ουσία της διαφοράς. Έτσι ο νομοθέτης, θεσμοθετώντας τη διαταγή πληρωμής, είχε ασφαλώς κατά νου τις χρηματικές απαιτήσεις του κύκλου δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Η πολιτική δικονομία άλλωστε αναφέρεται σε διαφορές που υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Γι` αυτό και προέβλεπε ρητά ότι η ανακοπή θα ασκούνταν ενώπιόν τους. Με τον τρόπο αυτόν έμμεσα αλλά με σαφήνεια οριοθέτησε τις χρηματικές απαιτήσεις, για τις οποίες θα μπορούσε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, με βασικό και πρώτιστο κριτήριο τα όρια δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Ακολούθως έθεσε και άλλους περιορισμούς, όπως λ.χ. την απόδειξή τους με έγγραφο, τη μη εξάρτησή τους από αίρεση κ.λ.π. Επειδή όμως ανακοπή δεν μπορεί να ασκηθεί για χρηματική απαίτηση από γνήσια σύμβαση διοικητικού δικαίου ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, δεδομένου ότι η εκδίκαση τέτοιων διαφορών υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, a contrario, συνάγεται ότι είναι αδύνατη κατά νόμον και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση τέτοια χρηματική απαίτηση. Όταν λοιπόν φέρεται ενώπιον του αρμοδίου δικαστή αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση χρηματική απαίτηση για την οποία δεν μπορεί, για έλλειψη δικαιοδοσίας ή για άλλο λόγο, να ασκηθεί ανακοπή ενώπιον του αρμοδίου υλικά πολιτικού δικαστηρίου, οφείλει κατ` εφαρμογή του άρθρου 628 περ. α΄ ΚΠολΔ να απορρίψει την αίτηση, διότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής (βλ. Γ. Αποστολάκη, Διαταγή πληρωμής για χρηματική απαίτηση από (γνήσια) διοικητική σύμβαση Αρμ 2001.1317). Η δυνατότητα, επομένως, που παρέχει ο ΚΠολΔ για την έκδοση διαταγής πληρωμής αφορά αποκλειστικά εκείνες μόνο τις χρηματικές απαιτήσεις των οποίων μπορεί να εξασφαλισθεί η (κατόπιν ανακοπής των άρθρων 632 ή 633 ΚΠολΔ) δικαστική διάγνωση με ισχύ δεδικασμένου από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο. (ΕφΠατρ 286/2007 Αρμ 2008.85, ΕφΑθ 132/2005 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘρ 105/2005 Αρμ 2005.1757). Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ.1 και 95 παρ.1 του Συντάγματος και 1 παρ.2 εδ.ι του ν. 1406/1983 (182Α) η σύμβαση είναι διοικητική εάν: α) το ένα τουλάχιστον συμβαλλόμενο μέρος είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, β) με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση δημοσίου σκοπού και γ) το Ελληνικό Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ είτε βάσει των κανονιστικών ρυθμίσεων, που διέπουν τη σύμβαση είτε βάσει ρητρών, που αποκλίνουν του κοινού δικαίου, βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου, ήτοι σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό, με τη δυνατότητα μονομερούς επεμβάσεως στο συμβατικό δεσμό, με άσκηση ελέγχου και επιβολή κυρώσεων (ΑΕΔ 3/1999). Στο πλαίσιο αυτό, από τις διατάξεις του ν 2286/1995 « Προμήθειες του δημοσίου τομέα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων» (ΦΕΚ Α΄199) και του π.δ.60/2007 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών» (ΦΕΚ Α΄64/16-3-07), συνάγεται ότι με αυτές θεσπίζεται ιδιαίτερο νομικό καθεστώς υπέρ του δημοσίου, στο πλαίσιο του οποίου αυτό κατέχει υπερέχουσα θέση έναντι των αντισυμβαλλομένων του, δικαιούμενο να επεμβαίνει μονομερώς στο συμβατικό δεσμό. Εξάλλου, στο άρθρο 22 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας ορίζεται ότι: «η διοικητική σύμβαση υποβάλλεται στον έγγραφο τύπο, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Για την κατάρτιση της η πρόταση και αποδοχή είναι δυνατόν να γίνονται με χωριστά έγγραφα». Επομένως, συμβάσεις που συνάπτονται από ΝΠΔΔ, κατά τη νομοθεσία περί προμηθειών του δημοσίου, με αντικείμενο την άσκηση δημόσιας υπηρεσίας υπό λειτουργική έννοια, δηλαδή αφορούν σε δραστηριότητα με αντικείμενο την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών προς τους διοικουμένους, για την ικανοποίηση βασικών αναγκών τους, όπως για παράδειγμα η προμήθεια ιατροφαρμακευτικών ειδών από τα δημόσια νοσοκομεία, που αποσκοπούν στην επίτευξη δημόσιου σκοπού και δη, τη δημόσια υγεία, με την άμεση παροχή υπηρεσιών προς τους ασθενείς διοικουμένους, φέρουν το χαρακτήρα διοικητικής συμβάσεως και οι εξ αυτών διαφορές επιλύονται από το αρμόδιο διοικητικό εφετείο (ΕπΑνΣτΕ 44/2002 αδημ. Βλ. Σπηλιωτόπουλο Εγχειρίδιο Διοικητικού δικαίου έκδ. 2001, σελ.197 επ), ενώ, αντιθέτως, συμβάσεις με αντικείμενο την πώληση φαρμακευτικών προϊόντων σε νοσοκομεία και άλλες μονάδες του ΕΣΥ, εφόσον δεν υποβλήθηκαν στον έγγραφο τύπο και δεν τελούν, όσον αφορά τη σύναψη και εκτέλεση αυτών υπό νομικό καθεστώς που να εξασφαλίζει στο αντισυμβαλλόμενο ΝΠΔΔ την άσκηση δημόσιας εξουσίας, κυρίως με την παροχή σε αυτό από τη σχετική νομοθεσία ή τους όρους της σύμβασης της δυνατότητας να επεμβαίνει μονομερώς σε αυτή και να επιβάλει κυρώσεις, αποτελούν, παρά τον εξυπηρετούμενο με αυτές δημόσιο σκοπό, συνιστάμενο στην παροχή ιατρικής περίθαλψης προς τους πολίτες, συμβάσεις πώλησης διεπόμενες από τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου (άρθρ. 513 επ. ΑΚ) και ως εκ τούτου, η εκδίκαση των διαφορών που γεννώνται κατά την εκτέλεσή τους υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΔιοικΕφΑθ 1694/2007, 2842/2007, ΔιοικΕφΠειρ 2191 / 2007 αδημ).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της ανακοπής του, το ανακόπτον ζητεί να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, για το λόγο ότι εκδόθηκε χωρίς να συντρέχει ουσιώδης δικονομική προϋπόθεση και δη εκδόθηκε για χρηματική απαίτηση προερχόμενη από συμβάσεις πώλησης οι οποίες έχουν το χαρακτήρα διοικητικών συμβάσεων, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων και όχι των πολιτικών δικαστηρίων, ώστε να είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής και η προσβολή αυτής με ανακοπή ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου. Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα ακόλουθα:
Από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Μετά την από 8-7-2009 αίτηση της καθ' ης εκδόθηκε από τη Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η υπ' αριθμ. 26377/2009 ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής σε βάρος του ανακόπτοντος, δυνάμει της οποίας το τελευταίο υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης το συνολικό ποσό των 191.304,38 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της προθεσμίας που τάχθηκε για την εξόφληση του κάθε τιμολογίου. Η ως άνω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τα αναφερόμενα σ' αυτήν 49 τιμολόγια και δελτία αποστολής και το ως άνω ποσόν των 191.304,38 ευρώ, αποτελεί το οφειλόμενο τίμημα από διαδοχικές συμβάσεις πώλησης εκτελεστέες σταδιακά, κατά το χρονικό διάστημα από 6-7-2007 έως 4-12-2008, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων μερών, ήτοι του ανακόπτοντος δημοσίου νοσοκομείου, που αποτελεί νπδδ και της καθ' ης-προμηθεύτριας εταιρίας, η οποία έχει ως αντικείμενο την παραγωγή, εισαγωγή, πώληση, διανομή και εμπορία φαρμακευτικών προϊόντων, στα πλαίσια των οποίων (συμβάσεων) πώλησε και παρέδωσε στο ανακόπτον προϊόντα εμπορίας της και συγκεκριμένα φαρμακευτικά προϊόντα, κατόπιν απευθείας παραγγελιών του ανακόπτοντος, χωρίς να μεσολαβήσει μεταξύ αυτών η κατάρτιση συμβάσεως κατά τις διατάξεις περί προμηθειών του Δημοσίου. Ειδικότερα, οι συμβάσεις αυτές δεν υποβλήθηκαν σε έγγραφο τύπο και δεν τελούσαν, όσον αφορά τη σύναψη και εκτέλεση αυτών υπό νομικό καθεστώς που να εξασφαλίζει στο ανακόπτον ΝΠΔΔ την άσκηση δημόσιας εξουσίας, κυρίως με την παροχή σε αυτό από τη σχετική νομοθεσία ή τους όρους της σύμβασης της δυνατότητας να επεμβαίνει μονομερώς σε αυτή και να επιβάλει κυρώσεις. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη και ο δεύτερος λόγος της ανακοπής τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, κατά τα προαναφερόμενα, δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων διοικητική σύμβαση, λόγω μη συνάψεως συμβάσεως προμήθειας κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις περί προμηθειών του δημοσίου, αλλά οι γενόμενες πωλήσεις φαρμάκων έγιναν με απευθείας τηλεφωνικές παραγγελίες κι ως εκ τούτου πρόκειται για συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, η ένδικη δε διαφορά που γεννάται από την εκτέλεση αυτών υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και συνακόλουθα για την επίδικη απαίτηση ήταν δυνατή η έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, κατά τα άρθρα 624 έως 634 ΚΠολΔ, διότι είναι μεταξύ εκείνων των απαιτήσεων τις οποίες ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας επιτρέπει την έκδοση διαταγής πληρωμής, καθώς και η άσκηση ανακοπής κατά αυτής ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΟλΑΠ 17/1995, ΕλλΔικ 36, 1531). Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΑΠ 321/2002, ΕλλΔικ 44.143, ΑΠ 1305/2002 ΕλλΔικ 44.1306, ΑΠ 1129/2002, ΕλλΔικ 45.424, ΕφΠειρ 878/2004 ΠειρΝομολ 2004.400).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής το ανακόπτον, προβάλλει τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της καθής να αξιώσει την απαίτησή της με την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής, για το λόγο ότι δεν είναι δυνατή η θεώρηση του σχετικού χρηματικού εντάλματος από το Ελεγκτικό Συνέδριο, διότι οι διαταγές πληρωμής, ως εκτελεστοί τίτλοι δεν εμπίπτουν στην έννοια των δικαστικών αποφάσεων του άρθρου 1 του ν.3068/2002, γεγονός που γνώριζε η καθ΄ης.
Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμω αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο ανακοπής, η καθ΄ης δικαιούται να διεκδικήσει την ικανοποίηση της αξίωσής της με την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, της οποίας είναι δυνατή η έκδοση κατά του ανακόπτοντος Ν.Π.Δ.Δ., υπό τις εκεί αναφερόμενες προϋποθέσεις.
Το π.δ. 166/2003 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2000/35 της 29.6.2000 για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές» (ΦΕΚ 138 Α΄) ορίζει στο άρθρο 2 ότι: «Οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται στις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή», στο άρθρο 3 ότι: «Κατά την έννοια του διατάγματος αυτού: 1. Εμπορική συναλλαγή, είναι κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής. α. Δημόσια αρχή είναι κάθε αναθέτουσα αρχή ή φορέας, όπως ορίζεται στα προεδρικά διατάγματα για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών (Π.Δ. 370/1995, ΦΕΚ Α΄ 199), υπηρεσιών (Π.Δ. 346/1998, ΦΕΚ Α΄ 230) εξαιρούμενων τομέων (Π.Δ. 57/2000, ΦΕΚ Α΄ 45) και Δημοσίων έργων (Π.Δ. 334/2000, ΦΕΚ Α΄ 279), όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν. β. Επιχείρηση είναι κάθε οργάνωση, η οποία ενεργεί στα πλαίσια ανεξάρτητης οικονομικής ή επαγγελματικής της δραστηριότητας, ακόμη και αν η δραστηριότητα αυτή ασκείται από ένα και μόνο πρόσωπο. 2. Καθυστέρηση πληρωμής είναι η μη τήρηση της συμβατικής ή νόμιμης προθεσμίας πληρωμής. 4. Εκτελεστός τίτλος είναι κάθε απόφαση, διάταξη ή διαταγή πληρωμής, εκδιδόμενη από δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή, η οποία, επιβάλλει την υποχρέωση για καταβολή, και παρέχει τη δυνατότητα στο δανειστή να επιτύχει την είσπραξη της απαίτησής του από τον οφειλέτη με αναγκαστική εκτέλεση» και στο άρθρο 4 ότι: «1. Τόκος υπερημερίας οφείλεται από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση. 2. Εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος, χωρίς να απαιτείται όχληση, και οφείλει τόκους: α. Εάν παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή αν δεν παρέλαβε ή δεν είναι βέβαιο πότε παρέλαβε τέτοιο έγγραφο, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών. β. Εάν από το νόμο ή τη σύμβαση προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την επαλήθευση της αντιστοιχίας συμφωνημένων και παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου, εφόσον παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας. γ. Εάν η παραλαβή των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου έχει προηγηθεί, μόλις περάσουν 30 ημέρες από το χρόνο παραλαβής του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου. δ. Στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών της παραγράφου 1 α του άρθρου 3 του παρόντος, η προθεσμία καταβολής τόκων σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις, ορίζεται αποκλειστικώς σε 60 ημέρες. 3. Ο δανειστής δικαιούται τόκους, εφόσον α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός, εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση». Εξάλλου, το ν.δ. 496/1974 «Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» (ΦΕΚ 204 Α΄) ορίζει, στην παράγρ. 2 του άρθρου 7, ότι: «ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου και άρχεται από επιδόσεως της αγωγής». Το προαναφερθέν δε π.δ. 166/2003 εκδόθηκε με σκοπό την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2000/35/ΕΚ, που στόχευε στην καταπολέμηση, σε κοινοτικό επίπεδο και με ενιαίο τρόπο, των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές στην εσωτερική αγορά, προς διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της, των συνθηκών ανάπτυξης υγιούς ανταγωνισμού και της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων. Επομένως, οι διατάξεις του εν λόγω π.δ/τος που αποτελούν μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη των διατάξεων της ως άνω Οδηγίας, κατισχύουν κάθε αντίθετης διατάξεως της εσωτερικής νομοθεσίας. Ειδικότερα, ως προς την επιβολή τόκου υπερημερίας εις βάρος δημοσίων αρχών, λόγω των εκ μέρους των καθυστερήσεων πληρωμών σε εμπορικές συναλλαγές μεταξύ αυτών και των επιχειρήσεων/δανειστών τους, οι διατάξεις του ως άνω π.δ/τος είναι αποκλειστικά εφαρμοστέες ως νεότερες και ειδικότερες έναντι της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 496/1974, που αναφέρεται στο ζήτημα της επιβολής τόσο του νόμιμου όσο και του τόκου υπερημερίας γενικώς για κάθε οφειλή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω, η αναθέτουσα δημόσια αρχή οφείλει τόκους από την επόμενη της συμφωνηθείσας ημερομηνίας ή προθεσμίας πληρωμής, άλλως, εάν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, καθίσταται αυτομάτως υπερήμερη και οφείλει τόκους, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη όχληση του δανειστή, μόλις περάσουν 60 ημέρες από τα χρονικά σημεία που αναφέρονται στις προπαρατεθείσες περιπτ. α΄, β΄ και γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 4 του π.δ/τος 166/2003 (ΕλΣυν 53/09 ΔΣΑ, Πρακτικά 40ης Συν./22.12.2008 IV Τμ. Ελ. Συν, ΔιοικΕφ Αθ1225/10 ΔΣΑ, ΔιοικΕφΑθ 639/10, 640/10 ΔΣΑ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9παρ.2 του π.δ. 108/93 «Συγκρότηση, Οργάνωση και Λειτουργία Νοσοκομειακού Φαρμακείου»: «Οι προμήθειες του Φαρμακευτικού και Λοιπού Υλικού γίνονται με γραπτές ή τηλεφωνικές παραγγελίες, σύμφωνα με τη συνταγογραφία και τις ανάγκες του νοσοκομείου και με τις ισχύουσες διατάξεις περί Κρατικών Προμηθειών, οι δε παραλαβές γίνονται από την Τριμελή Επιτροπή, η οποία συγκροτείται σύμφωνα με το εδάφιο γ της παραγρ.2 του άρθρου 10 του παρόντος π.δ., η οποία συντάσσει το Πρωτόκολλο Παραλαβής και Δελτίο Εισαγωγής όπως προβλέπεται από τους Οικονομικούς και Διαχειριστικούς Κανόνες των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων», ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10παρ.2εδ.γ΄του ίδιου π.δ.: «Η Τριμελής Επιτροπή Παραλαβής συγκροτείται από το φαρμακοποιό που ορίσθηκε υπεύθυνος παρακολουθήσεως των διαχειριστικών βιβλίων, ένα βοηθό φαρμακείου και ένα διοικητικό υπάλληλο με τους αναπληρωτές τους».
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, το ανακόπτον ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, κατά το μέρος που ζητήθηκε η επιδίκαση τόκων υπερημερίας από την επομένη της δήλης ημέρας πληρωμής κάθε τιμολογίου, διότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 4 του π.δ.166/2003, 9παρ.2 και 10παρ.2περ.γ του π.δ.108/93, από κανένα από τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν προκύπτουν οι ημερομηνίες ολοκλήρωσης της διαδικασίας αποδοχής και ελέγχου των πωληθέντων σ΄αυτό ειδών, που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις και συνεπώς ο χρόνος έναρξης τοκοφορίας της κατ΄αυτού απαίτησης.
Όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα από την καθ΄ης τιμολόγια πώλησης προς το ανακόπτον, υφίσταται ρητή αναγραφή «επί πιστώσει μετρητά εντός 60 ημερών», γεγονός εξάλλου το οποίο δεν αμφισβητεί το ανακόπτον, αλλά αντίθετα συνομολογεί, περιοριζόμενο στην επίκληση των διατάξεων του άρθρου 4 του π.δ.166/03 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 9παρ.2 και 10παρ.2περ.γ του π.δ.108/93. Επομένως, ο τέταρτος λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, ο υπολογισμός των τόκων έγινε νομίμως βάσει των διατάξεων του π.δ/τος 166/2003, δεδομένου ότι ρητά προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 4παρ.2δ του ως άνω π.δ. ο χρόνος τοκοφορίας του κάθε επιμέρους τιμολογίου, ο οποίος είναι και ο συμφωνημένος μεταξύ των διαδίκων χρόνος τοκοφορίας των 60 ημερών, η λειτουργία δε της επιτροπής παραλαβής των νοσοκομειακών φαρμακείων, που περιγράφεται στο άρθρο 9παρ.2 του π.δ.108/93 αφορά καθαρά εσωτερικές διαδικασίες του Νοσοκομείου και εξασφαλίζει άλλους σκοπούς και όχι την βεβαίωση της παραλαβής των πιο πάνω φαρμάκων, την οποία άλλωστε δεν αμφισβητεί το ανακόπτον, το δε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό των αξιώσεων του πωλητή (καθ΄ης η ανακοπή), οι οποίες προκύπτουν από πωλήσεις ιδιωτικού δικαίου φαρμακευτικού κ.λ.π. υλικού προς δημόσιο νοσοκομείο (ανακόπτον), δεν εξαρτώνται (με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο) από τη σύνταξη πρωτοκόλλου παραλαβής, με τον τρόπο που περιγράφεται στις ως άνω διατάξεις. Η αντίθετη εκδοχή, την οποία αβάσιμα υποστηρίζει το ανακόπτον, πέραν του ότι δεν προβλέπεται σε καμία διάταξη νόμου, δεν μπορεί να ισχύσει σε ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις, διότι, αν ίσχυε, θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά χρηστά ήθη (άρθρ.288 ΑΚ), καθότι από άσχετες με τον πωλητή διατυπώσεις, η τήρηση των οποίων δεν αφορά τις συναλλαγές, αλλά εξυπηρετεί μόνο εσωτερικούς (δημοσιονομικούς) σκοπούς του Ελληνικού Δημοσίου και εν τέλει εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τη βούληση του αγοραστή Νοσοκομείου (δηλ. από την τυπική παραλαβή του πωληθέντος υλικού με τη διαδικασία που περιγράφεται στις ως άνω διατάξεις), θα καθοριζόταν αν αυτός τελικά οφείλει να καταβάλει στον πωλητή το τίμημα για το αντικείμενο της πώλησης που ουσιαστικά παρέλαβε (ΠολΠρΚαβ241, 242/2010 αδημ.).
Κατά το άρθρο 624παρ.1 του ΚΠολΔ, η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο (ΑΠ 294/03 Νόμος). Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από τον εκτελεστό τίτλο προκύπτει το ποσό και το ποιόν της οφειλόμενης παροχής, βέβαιη δε όταν δεν τελεί υπό αναβλητική αίρεση, όρο ή προθεσμία (ΕφΘεσ 244/1992 ΕλλΔνη 3.1280, ΕφΑθ 2535/1998 ΕλλΔνη 40.384).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής, το ανακόπτον ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, για το λόγο ότι η καθ΄ης παράνομα και καταχρηστικά προέβη στην έκδοσή της, καθώς, ενώ ήδη με το αποσταλέν στο Λογιστήριο του ανακόπτοντος από τον Ιούνιο του έτους 2009 έγγραφό της είχε εκδηλώσει την σαφή πρόθεσή της να περιληφθεί στα διαδικασία ρύθμισης των επίδικων τιμολογίων που προβλέπεται στην υπ΄αριθμ.πρωτ. 676/2-4-2009 εγκύκλιο του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, δημιουργώντας στο ανακόπτον την πεποίθηση ότι μετέχει στη διαδικασία αυτή και ενώ αυτό προέβαινε στις νόμιμες ενέργειες εκκαθάρισης των απαιτήσεων και ελέγχων νομιμότητας, η καθ΄ης εντελώς αδικαιολόγητα και καταχρηστικά, εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος από την εκδήλωση της βούλησής της με την προσκόμιση των απαιτουμένων δικαιολογητικών στο ανακόπτον για την υπαγωγή της στο καθεστώς ρύθμισης, εξέδωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Επίσης, ισχυρίζεται και ότι η απαίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε η τελευταία δεν είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη, αφού μετά την υπαγωγή της καθ΄ης στο καθεστώς ρύθμισης, το ανακόπτον οφείλει να προβεί σε έλεγχο νομιμότητας της πληρωμής, αποστέλλοντας τα σχετικά έγγραφα προς έλεγχο στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
Όπως προκύπτει από την υπ΄ αριθμ πρωτ. ΓΓ 676/2-4-2009 εγκύκλιο του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με αντικείμενο τη ρύθμιση από το Ελληνικό δημόσιο των οφειλών των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. προς τους προμηθευτές τους, προβλέφθηκε ειδική διαδικασία ρύθμισης των οφειλών που είχαν δημιουργηθεί μέχρι την 31-12-2008 και ειδικότερα ότι: « ως προϋπόθεση για τη ρύθμιση των οφειλών των νοσοκομείων μέχρι την 30-6-2007 έχει τεθεί η υπογραφή από το Νοσοκομείο και τον Προμηθευτή μίας σύμβασης, στην οποία θα επιβεβαιώνεται και από τις δύο πλευρές ο ακριβής αριθμός των τιμολογίων...», η καθ΄ης όμως εταιρία αν και υπάγεται στην κατηγορία των προμηθευτών φαρμάκων, δεν συνήψε καμία σύμβαση περί ρύθμισης των υφιστάμενων προς αυτήν οφειλών του ανακόπτοντος. Σε αντίθετο δε συμπέρασμα δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο από το γεγονός ότι η καθ΄ ης υπέβαλλε στο λογιστήριο του ανακόπτοντος τα επικαλούμενα από το τελευταίο δικαιολογητικά, δεδομένου ότι τα δικαιολογητικά αυτά κατατέθηκαν προκειμένου να επιτευχθεί η είσπραξη των οφειλομένων ποσών, σε κάθε δε περίπτωση η υπαγωγή στη ρύθμιση των χρεών είναι δυνητική και όχι υποχρεωτική (ΣτΕ396/09 Νόμος, ΤρΔιοικΕφΘεσ 1186/2007 αδημ.) και η ίδια η καθ΄ης δεν την αποδέχθηκε, μετά δε τη μη επίτευξη αυτής (ρύθμισης) ουδεμία απαγόρευση δεν υφίστατο να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξη των οφειλομένων. Εξάλλου, η διαδικασία ρύθμισης έπαυσε να ισχύει, καθώς ο ΣΦΕΕ (Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος), στον οποίο συμμετέχει και η καθ΄ης, έχει δηλώσει με την από 17-9-2009 επιστολή του Γενικού Διευθυντή του την αποχώρησή του από τις συζητήσεις για τη ρύθμιση των χρεών με τον προτεινόμενο από το Ελληνικό Δημόσιο τρόπο. Επομένως, το γεγονός ότι μετά την υποβολή του από τον Ιούνιο του έτους 2009 εγγράφου της καθ΄ης περί υπαγωγής της στη διαδικασία ρύθμισης των χρεών, αυτή προέβη στην έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγή πληρωμής δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά της καθ΄ης, κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α., η διεκδίκηση της ικανοποίησης της αξίωσής της με την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής, αφού όχι μόνο δεν ολοκληρώθηκε η υπαγωγή της στη ρύθμιση, αλλά ούτε αποδείχθηκε ότι πέραν της κατάθεσης των ως άνω δικαιολογητικών από την καθ΄ης το ανακόπτον προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια προς ολοκλήρωση της διαδικασίας ρύθμισης. Ανεξάρτητα, όμως, με τα παραπάνω και σε κάθε περίπτωση με τις εγκυκλίους δεν θεσπίζεται καμία ρύθμιση, ούτε επέρχονται έννομες συνέπειες, καθώς αφορούν μόνο στην παροχή οδηγιών και διευκρινήσεων σχετικά με την εφαρμογή των νόμων, νομοθετικών και κανονιστικών πράξεων (ΣτΕ 641/98 Νόμος). Ως προς το δεύτερο σκέλος δε του πέμπτου λόγου ανακοπής, που πλήττει το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, πρέπει να σημειωθεί ότι η ως άνω εγκύκλιος δεν μπορεί να επιδράσει μονομερώς στο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό των σχετικών αξιώσεων, καθότι ούτε από την εν λόγω εγκύκλιο ούτε από καμία διάταξη νομοθετικής ισχύος δεν προκύπτει υποχρέωση των προμηθευτών να δεχθούν αντί για καταβολή από το Δημόσιο κ.λ.π. να υπαχθούν στη διαδικασία ρύθμισης των χρεών της. Εξάλλου, η απαίτηση της καθ΄ης ήταν ορισμένη χωρίς να εξαρτάται υπό αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και δεν χρειαζόταν να αναμένει τον έλεγχο της νομιμότητάς της από το Ελεγκτικό Συνέδριο, διαδικασία η οποία προβλεπόταν από την προαναφερόμενη εγκύκλιο, για την έκδοση της σχετικής εντολής πληρωμής για τα χρέη των νοσοκομείων που θα υπαγόταν στη ρύθμιση. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι αφενός μεν η υπαγωγή της καθ΄ης στη ρύθμιση ήταν δυνητική και η ίδια δεν την αποδέχτηκε και αφετέρου μετά την μη επίτευξη αυτής (ρύθμισης), ουδεμία απαγόρευση δεν υφίστατο να επιδιώξει η καθ΄ ης δικαστικά την είσπραξη των οφειλομένων.
Επειδή κατά το άρθρο 623 του ΚΠολΔ κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρο 626 §3 του ιδίου Κώδικα, στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Η διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και με το συνδυασμό περισσοτέρων εγγράφων, εφόσον με αυτά αποδεικνύεται η χρηματική απαίτηση ή η παροχή χρεογράφων (ΑΠ 1305/2009 δημ. Νόμος). Αν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατά το άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, στην περίπτωση δε που, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτου κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτόν απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη δυνατότητας να αποδειχθεί η απαίτηση από άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1378/2009 Νόμος). Από τη γραμματική δε διατύπωση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 632, 624 §1, 626 §2 και 3 και 630 KΠολΔ, σαφώς συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την έγκυρη έκδοση διαταγής πληρωμής είναι, πλην άλλων και η ύπαρξη, κατά το χρόνο έκδοσής της, της απαίτησης για την οποία εκδίδεται. Έτσι, η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων και την απαίτηση του αιτούντος, σ' αυτήν δε πρέπει να επισυνάπτονται δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα, που έχουν συνταχθεί κατ' αποδεικτικό τύπο, από τα οποία και μόνο αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό αυτής (EφΘεσ 861/2000 Aρμ 2000.1501). Eπίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 585 §2, 633 §1 και 118 KΠολΔ συνάγεται ότι οι λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής μπορούν να αφορούν είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, υπό την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι κατά τα άρθρα 623, 624-626 KΠολΔ απαιτούμενοι όροι και προϋποθέσεις έγκυρης έκδοσης αυτής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή ενστάσεις, ή περιορίζεται σε απλή άρνηση της ύπαρξης του χρέους του, αμφισβητώντας τα περιστατικά επί των οποίων στηρίζεται. Ήτοι, από τις διατάξεις των άρθρων 623-634 KΠολΔ προκύπτει ότι, με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, ελέγχονται το κύρος και η νομιμότητα της διαταγής πληρωμής, ως εκτελεστού τίτλου, στοιχείο των οποίων αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε και η ύπαρξη της απαίτησης κατά το χρόνο έκδοσης του τίτλου αποδεικνυόμενης με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 158 AK, η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνον όπου ο νόμος το ορίζει, κατά δε την §1 του άρθρου 159 AK, δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο από το νόμο απαιτούμενος τύπος, ενόσω δεν ορίζεται διαφορετικά, είναι άκυρη. Εξάλλου, στο άρθρο 41 του ν.δ. 496/1974 ''περί λογιστικού των ν.π.δ.δ.'', ορίζεται ότι: ''πάσα σύμβασις δια λογαριασμόν του ν.π. έχουσα αντικείμενον άνω των 10.000 δρχ. ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπον του ιδιωτικού εγγράφου. Tο ποσόν τούτο δύναται να αυξομειούται δι' αποφάσεων του Yπουργού των Oικονομικών, δημοσιευομένων εις την E. της Kυβερνήσεως. H πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής, δύναται να γίνουν και δι' ιδιαιτέρων εγγράφων. H εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως.'' Tο παραπάνω ποσό των 10.000 δρχ. αυξήθηκε από 9-7-1992 σε 150.000 δρχ. με την υπ' αριθμ.
2054839/452/            0026/3/9-7-1992       Yπουργική απόφαση (Φ. B'447) και σε 2.500 ευρώ από 7-8-2002 με την υπ' αριθμ. 2/42053/0094 /7-8-2002 απόφαση του Yπουργού Oικονομικών (Φ. 1033/7-8-2002). A. το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι κάθε σύμβαση που καταρτίζεται από ν.π.δ.δ και έχει αντικείμενο πάνω από 10.000 δρχ. αρχικά, από 150.000 δρχ. στη συνέχεια και ήδη 2.500 ευρώ κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, υποβάλλεται σε έγγραφο τύπο, απαιτούμενο από το νόμο, χωρίς την τήρηση του οποίου η δικαιοπραξία είναι άκυρη. Η ακυρότητα της σύμβασης από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου, ο οποίος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, τόσο για την αρχική σύμβαση όσο και για την τυχόν τροποποίησή της, είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο εφόσον προκύπτει από τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 112/2003 ΕλλΔνη 44,962, ΑΠ 893/1992 ΔΕΝ 49,304, ΕφΘεσ 959/2004 Αρμ 58,1013, ΕφΠατρ 325/2004 ΝΟΜΟΣ, EφAθ 11549/1995, ΝοΒ 1996.1008, βλ. Mπαλή, Γεν.Aρχ. έκδ. 7η §53, Pάμμο EρμAK υπ' άριθ.159 αρ.7). Eξάλλου, η με την τελευταία παράγραφο του παραπάνω άρθρου 41 νδ.496/74 διαλαμβανόμενη περίπτωση άρσης της ακυρότητας από την μη τήρηση του τύπου της έγγραφης αποδοχής, με την εκπλήρωση της σύμβασης, αναφέρεται στην τρίτη παράγραφο του άρθρου αυτού, κατά την οποία ''H πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δι' ιδιαιτέρων εγγράφων. Δηλαδή, η παραπάνω ακυρότητα από τη μη τήρηση του τύπου, καλύπτεται, σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης, εφόσον όμως είχε προηγηθεί έγγραφη πρόταση για την κατάρτισή της, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου τύπος για την πρόταση, η οποία επειδή είναι μονομερής και απευθυντέα σε τρίτον δήλωση βούλησης και αποτελεί ουσιώδες κατά το άρθρο 192 AK στοιχείο της σύμβασης, πρέπει να είναι πλήρης κατά περιεχόμενο και ορισμένη, οπότε δεν καταρτίζεται σύμβαση, αφού δεν νοείται αποδοχή χωρίς πρόταση (ολ.AΠ 862/1984 EEΔ 43.627, ΑΠ 1134/97 ΕλλΔνη 40,613, ΑΠ 432/97 ΝοΒ 46,340). Στις ανωτέρω περιπτώσεις ακυρότητας της σύμβασης, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις στηριζόμενες στη σύμβαση, αλλά μόνο στηριζόμενες στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και ειδικότερα στο άρθρο 904 AK (ΑΠ 787/1995 ΔΕΕ 1996,298, ΑΠ 876/95 ΕΕΝ 63,751). Tην ακυρότητα δε από την έλλειψη του τύπου μπορεί να προτείνει και αυτός που ενώ γνώριζε ότι απαιτείται τύπος, προέβη στη σύναψη παράτυπης σύμβασης, αλλά και το Δικαστήριο λαμβάνει αυτήν υπόψη αυτεπάγγελτα κατά τα άνω, γιατί οι διατάξεις περί τύπου είναι δημόσιας τάξης (AΠ379/1975 NοB 23.1154, EφAθ 3395/1986 Aρμ. 1987.114, βλ. Mπαλή, Γεν.Aρχ. §53, Kαυκά, Eνοχ.έκδ. 1957 σελ. 638-639). Εξάλλου, αναφορικά με τη σύναψη συμβάσεων προμήθειας με νπδδ, απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο π.δ. 394/1996 περί ‘'Κανονισμού Προμηθειών του Δημοσίου'', που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 του ν. 2286/1995 και ρυθμίζει τα σχετικά με τη σύναψη και εκτέλεση των συμβάσεων προμηθειών αγαθών που εκτελούνται από το Δημόσιο και τα νπδδ, ήτοι προκήρυξη σχετικού διαγωνισμού, προσφορές, αξιολόγηση αυτών ή απευθείας ανάθεση και υπογραφή και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη έγγραφης σύμβασης (βλ. άρθρ. 24 §1 πδ 394/1996). Eπομένως, η σύμβαση που συνάπτει ένα ν.π.δ.δ για την ανάθεση ή εκτέλεση εργασίας ή μεταφοράς ή για τη διενέργεια προμήθειας, σε κάθε περίπτωση, δηλαδή είτε κατόπιν διαγωνισμού, είτε απευθείας μετά από πρόχειρο διαγωνισμό ή και χωρίς διαγωνισμό, πρέπει να περιβληθεί το (συστατικό) τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η μη τήρηση του οποίου επιφέρει την κατά τα ανωτέρω απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης (EφAθ 11549/95 NοB 1996.1008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το ανακόπτον ΝΠΔΔ, ζητεί με τον πρόσθετο λόγο της ανακοπής του να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής για το λόγο ότι αυτή εκδόθηκε για 49 τιμολόγια πώλησης προϊόντων της καθ΄ης, κατά το χρονικό διάστημα από 6-7-2007 έως 4-12-2008, συνολικής αξίας 191.304,38 ευρώ, τα οποία προμηθεύτηκε χωρίς έγγραφη σύμβαση. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 158, 159 ΑΚ, 41ν.δ.496/74, 24παρ.1 π.δ.394/96 και της Υ.Α.2/42053/0094/7-8-2002 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του.
Με την υπ' αριθμ. 26377/2009 ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, όπως προαναφέρθηκε, το ανακόπτον ΝΠΔΔ, υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης το συνολικό ποσό των 191.304,38 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της προθεσμίας που τάχθηκε για την εξόφληση του κάθε τιμολογίου, για απαίτηση της καθ΄ης από το τίμημα διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων μερών, ήτοι του ανακόπτοντος νπδδ και της καθ' ης-προμηθεύτριας εταιρίας, με βάση τις οποίες η τελευταία προμήθευε το ανακόπτον Νοσοκομείο με φαρμακευτικά προϊόντα μετά από απευθείας παραγγελίες του ανακόπτοντος, χωρίς να καταρτισθεί μεταξύ τους έγγραφη σύμβαση. Ειδικότερα, η ως άνω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τα αναφερόμενα σ' αυτήν 49 τιμολόγια πώλησης της καθ΄ης και τα συνοδεύοντα αυτά 49 δελτία αποστολής της εταιρίας ΦΑΜΑΡ Α.Β.Ε.Φ.Κ, η αξία των οποίων αποτελούσε το συμφωνηθέν τίμημα και συμπεριελάμβανε τον ΦΠΑ και συγκεκριμένα: 1) το υπ' αριθμ. 0000921/06.07.2007 τιμολόγιο και 00909/06.07.2007 δελτίο αποστολής., αξίας 5.590,84 E, 2) το υπ' αριθμ. 0000936/11.07.2007 τιμολόγιο και             00924/11.07.2007       δελτίο αποστολής, αξίας 1.991,43 E, 3) το υπ' αριθμ. 0000977/26.07.2007 τιμολόγιο και            00965/26.07.2007       δελτίο αποστολής αξίας 5.100,13 E, 4) το υπ' αριθμ. 0000996/02.08.2007 τιμολόγιο και 00984/02.08.2007 δελτίο αποστολής αξίας 4.374,61 E, 5) το υπ' αριθμ. 0001015/21.08.2007 τιμολόγιο και 01003/21.08.2007 δελτίο αποστολής αξίας 3.218,55 E, 6) το υπ' αριθμ. 0001031/29.08.2007 τιμολόγιο και 01019/29.08.2007 δελτίο αποστολής αξίας 3.218,55 E, 7) το υπ' αριθμ. 0001042/04.09.2007 τιμολόγιο και 01030/04.09.2007 δελτίο αποστολής αξίας 4.374,61 E, 8) το υπ' αριθμ. 0001070/13.09.2007 τιμολόγιο και 01058/13.09.2007 δελτίο αποστολής αξίας 2.309,88 E, 9) το υπ' αριθμ. 0001095/25.09.2007 τιμολόγιο και 01083/25.09.2007 δελτίο αποστολής αξίας 8.709,88, 10) το υπ' αριθμ. 0001154/17.10.2007 τιμολόγιο και 01142/17.10.2007 δελτίο αποστολής αξίας 1.422,45, 11) το υπ' αριθμ. 0001184/30.10.2007 τιμολόγιο και 01172/30.10.2007 δελτίο αποστολής αξίας 853,47 E, 12) το υπ' αριθμ. 0001190/31.10.2007 τιμολόγιο και 01178/31.10.2007 δελτίο αποστολής αξίας 1.991,43 E, 13) το υπ' αριθμ. 0001205/07.11.2007 τιμολόγιο και 01193/07.11.2007 δελτίο αποστολής αξίας 2.912,83 E, 14) το υπ' αριθμ. 0001253/27.11.2007 τιμολόγιο και 01238/27.11.2007 δελτίο αποστολής αξίας 5.366,04 E, 15) το υπ' αριθμ. 0001272/04.12.2007 τιμολόγιο και 01257/04.12.2007 δελτίο αποστολής αξίας 1.456,41 E, 16) το υπ' αριθμ. 0001283/07.12.2007 τιμολόγιο και 01268/07.12.2007 δελτίο αποστολής αξίας 4.374,61 E, 17) το υπ' αριθμ. 0001294/12.12.2007 τιμολόγιο και 01279/12.12.2007 δελτίο αποστολής αξίας 1.456,41, 18) το υπ' αριθμ. 0001325/20.12.2007 τιμολόγιο και 01310/20.12.2007 δελτίο αποστολής αξίας 2.912,83, 19) το υπ' αριθμ. 0001342/08.01.2008 τιμολόγιο και 01327/08.01.2008 δελτίο αποστολής αξίας 5.228,08 E, 20) το υπ' αριθμ. 0001354/11.01.2008 τιμολόγιο και. 01338/11.01.2008 δελτίο αποστολής αξίας 5.468,26 E, 21) το υπ' αριθμ. 0001385/30.01.2008 τιμολόγιο και 01369/30.01.2008 δελτίο αποστολής αξίας 2.309,88, 22) το υπ' αριθμ. 0001410/12.02.2008 τιμολόγιο και 01394/12.02.2008 δελτίο αποστολής αξίας 7.415,38 E, 23) το υπ' αριθμ. 0001432/20.02.2008 τιμολόγιο και 01416/20.02.2008 δελτίο αποστολής αξίας 6.561,91 E, 24) το υπ' αριθμ. 0001452/26.02.2008 τιμολόγιο και 01436/26.02.2008 δελτίο αποστολής αξίας 2.912,83 E, 25) το υπ' αριθμ. 0001468/04.03.2008 τιμολόγιο και 01452/04.03.2008 δελτίο αποστολής αξίας 4.374,61 E, 26) το υπ' αριθμ. 0001500/12.03.2008 τιμολόγιο και 01484/12.03.2008 δελτίο αποστολής αξίας 2.300,34 E, 27) το υπ' αριθμ. 0001510/14.03.2008 τιμολόγιο και 01494/14.03.2008 δελτίο αποστολής αξίας 10.624,99 E, 28) το υπ' αριθμ. 0001559/03.04.2008 τιμολόγιο και 01543/03.04.2008 δελτίο αποστολής αξίας 1.493,95 E, 29) το υπ' αριθμ. 0001581/16.04.2008 τιμολόγιο και 01563/16.04.2008 δελτίο αποστολής αξίας 3.794,29, 30) το υπ' αριθμ. 0001600/23.04.2008 τιμολόγιο και 01582/23.04.2008 δελτίο αποστολής αξίας 4.374,61 E, 31) το υπ' αριθμ. 0001618/06.05.2008 τιμολόγιο και 01600/06.05.2008 δελτίο αποστολής αξίας 2.300,34 E, 32) το υπ' αριθμ. 0001640/14.05.2008 τιμολόγιο και 01622/14.05.2008 δελτίο αποστολής αξίας 1.493,95 E, 33) το υπ' αριθμ. 0001669/28.05.2008 τιμολόγιο και 01651/28.05.2008 δελτίο αποστολής αξίας 3.794, 29 E, 34) το υπ' αριθμ. 0001726/18.06.2008 τιμολόγιο και 01708/18.06.2008 δελτίο αποστολής αξίας 7.362,51, 35) το υπ' αριθμ. 0001739/15.06.2008 τιμολόγιο και 01721/15.06.2008 δελτίο αποστολής αξίας 806,38 E, 36) το υπ' αριθμ. 0001743/26.06.2008 τιμολόγιο και 01725/26.06.2008 δελτίο αποστολής αξίας 4.374,61 E, 37) το υπ' αριθμ. 0001779/09.07.2008 τιμολόγιο και 01761/09.07.2008 δελτίο αποστολής αξίας 3.794,29 E, 38) το υπ' αριθμ. 0001805/18.07.2008 τιμολόγιο και 01787/18.07.2008 δελτίο αποστολής αξίας 9.244,07 E, 39) το υπ' αριθμ. 0001843/05.08.2008 τιμολόγιο και 01825/05.08.2008 δελτίο αποστολής αξίας 2.987,91 E, 40) το υπ' αριθμ. 0001875/29.08.2008 τιμολόγιο και 01857/29.08.2008 δελτίο αποστολής αξίας 2.987,91 E, 41) το υπ' αριθμ. 0001897/10.09.2008 τιμολόγιο και 01879/10.09.2008 δελτίο αποστολής αξίας 2.987,91 E, 42) το υπ' αριθμ. 0001925/19.09.2008 τιμολόγιο και 01907/19.09.2008 δελτίο αποστολής αξίας 2.987,91 43) το υπ' αριθμ. 0001947/01.10.2008 τιμολόγιο και 01929/01.10.2008 δελτίο αποστολής αξίας 4.487,64 E, 44) το υπ' αριθμ. 0001964/08.10.2008 τιμολόγιο και 01946/08.10.2008 δελτίο αποστολής αξίας 2.187,30 E, 45) το υπ' αριθμ. 0001978/16.10.2008 τιμολόγιο και 01960/16.10.2008 δελτίο αποστολής αξίας 2.300,34 E, 46) το υπ' αριθμ. 0001998/23.10.2008 τιμολόγιο και 01980/23.10.2008 δελτίο αποστολής αξίας 2.987,91 E, 47) το υπ' αριθμ. 0002006/30.10.2008 τιμολόγιο και 01988/30.10.2008 δελτίο αποστολής αξίας 3.280,95 E, 48) το υπ' αριθμό 0002037/12.11.2008 τιμολόγιο και 02019/12.11.2008 δελτίο αποστολής αξίας 6.268,86 E και 49) το υπ' αριθμ. 0002087/04.12.2008 τιμολόγιο και 02070/04.12.2008 δελτίο αποστολής αξίας 5.175,21 E. Δηλαδή, οι επικαλούμενες από τον ανακόπτοντα συμβάσεις πώλησης, για τις οποίες εκδόθηκαν τα παρακάτω τιμολόγια με αριθμό: 0000921/06.07.2007 αξίας 5.590,84 E, 0000977/26.07.2007 αξίας 5.100,13 E, 0000996/02.08.2007 αξίας 4.374,61 E, 0001015/21.08.2007 αξίας 3.218,55 E, 0001031/29.08.2007 τιμολόγιο αξίας 3.218,55 E, 0001042/04.09.2007 τιμολόγιο αξίας 4.374,61 E, 0001095/25.09.2007 αξίας 8.709,88, 0001205/07.11.2007 αξίας 2.912,83, 0001253/27.11.2007 αξίας 5.366,04 E, 0001283/07.12.2007 αξίας 4.374,61 E, 0001325/20.12.2007 αξίας 2.912,83, 0001342/08.01.2008 αξίας 5.228,08 E, 001354/11.01.2008 αξίας 5.468,26 E, 0001410/12.02.2008 αξίας 7.415,38 E, 0001432/20.02.2008 αξίας 6.561,91 E, 0001452/26.02.2008 αξίας 2.912,83 E, 0001468/04.03.2008 αξίας 4.374,61 E, 0001510/14.03.2008 αξίας 10.624,99, 0001581/16.04.2008 αξίας 3.794,29, 0001600/23.04.2008 αξίας 4.374,61 E, 0001669/28.05.2008 αξίας 3.794, 29 E, 0001726/18.06.2008 αξίας 7.362,51, 0001743/26.06.2008 αξίας 4.374,61 E, 0001779/09.07.2008 αξίας 3.794, 29 E, 0001805/18.07.2008 αξίας 9.244,07 E, 0001843/05.08.2008 αξίας 2.987,91 E, 0001875/29.08.2008 αξίας 2.987,91 E, 0001897/10.09.2008 αξίας 2.987,91 E, 0001925/19.09.2008 αξίας 2.987,91, 0001947/01.10.2008 αξίας 4.487,64 E, 0001998/23.10.2008 αξίας 2.987,91 E, 0002006/30.10.2008 αξίας 3.280,95 E, 0002037/12.11.2008 αξίας 6.268,86 E και 0002087/04.12.2008 5.175,21 E, με βάση και τα οποία εκδόθηκε η εν λόγω διαταγή πληρωμής, είναι απολύτως άκυρες και δεν παράγουν αποτελέσματα ως τέτοιες, αφού καταρτίσθηκαν προφορικά και όχι εγγράφως, όπως απαιτείται από τις διατάξεις του άρθρου 41 νδ. 496/1974, όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο της επικαλούμενης κατάρτισής τους (2007 και 2008). Και συγκεκριμένα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, εφόσον το ανακόπτον είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, οι εν λόγω συμβάσεις πώλησης, έχουσες αντικείμενο μεγαλύτερο των 2.500 ευρώ, που ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης, έπρεπε να περιβληθούν τον (συστατικό) τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η μη τήρηση του οποίου επιφέρει την ακυρότητα των συμβάσεων αυτών, η οποία ακυρότητα είναι απόλυτη. Συνεπώς, εφόσον οι ως άνω συμβάσεις, με βάση τις οποίες η καθ' ης αιτήθηκε την έκδοση της προσβαλλόμενης Διαταγής Πληρωμής προσκομίζοντας τα παραπάνω τιμολόγια, συνολικής αξίας (5.590,84 + 5.100,13 + 4.374,61 + 3.218,55 + 3.218,55 + 4.374,61 + 8.709,88 + 2.912,83 + 5.366,04 + 4.374,61 + 2.912,83 + 5.228,08 + 5.468,26 + 7.415,38 + 6.561,91 + 2.912,83 + 4.374,61 + 10.624,99 + 3.794,29 + 4.374,61 + 3.794,29 + 7.362,51 + 4.374,61 + 3.794,29 + 9.244,07 + 2.987,91 + 2.987,91 + 2.987,91 + 2.987,91 + 4.487,64 + 2.987,91 + 3.280,95 + 6.268,86 + 5.175,21 =) 164.630,32 ευρώ, είναι απολύτως άκυρες, δεν μπορούσε να εκδοθεί νομίμως διαταγή πληρωμής, αφού ελλείπει στην προκειμένη περίπτωση η ύπαρξη του εγγράφου (δημόσιου ή ιδιωτικού) που αποδεικνύει τη σύμβαση και αποτελεί προϋπόθεση για την έγκυρη έκδοση Διαταγής Πληρωμής. Ο ισχυρισμός δε της καθ΄ης η ανακοπή ότι δεν ήταν απαραίτητη η τήρηση του εγγράφου τύπου για τις επίδικες συμβάσεις πωλήσεως, καθόσον επρόκειτο για συμβάσεις αγοραπωλησίας πώλησης φαρμάκων του ιδιωτικού δικαίου, για τις οποίες προβλέπεται ότι μπορούν να γίνουν και με τηλεφωνικές παραγγελίες, που στηρίζεται στην επίκληση από αυτήν της διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 του π.δ.108/1993, σύμφωνα με την οποία: «2. Οι προμήθειες του Φαρμακευτικού και Λοιπού Υλικού γίνονται με γραπτές ή τηλεφωνικές παραγγελίες, σύμφωνα με τη συνταγογραφία και τις ανάγκες του νοσοκομείου και με τις ισχύουσες διατάξεις περί Κρατικών Προμηθειών» δεν ευσταθεί, διότι η δυνατότητα που παρέχεται από τη διάταξη αυτή για σύναψη γραπτών ή τηλεφωνικών παραγγελιών, τελεί υπό την προϋπόθεση της τήρησης των ισχυουσών διατάξεων περί κρατικών προμηθειών, σύμφωνα με τις οποίες, όμως, όπως προαναφέρθηκε απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου για συμβάσεις άνω των 2.500 ευρώ που συνάπτονται με ΝΠΔΔ και περαιτέρω αναφέρεται στη δυνατότητα μη προκήρυξης διαγωνισμού για τη σύναψη αυτών των συμβάσεων και όχι στη μη τήρηση εγγράφου τύπου, όταν αυτός είναι απαραίτητος για την εγκυρότητά τους, ενώ ο χαρακτηρισμός των ως άνω συμβάσεων ως ιδιωτικού δικαίου είναι κρίσιμος μόνο για την υπαγωγή των αναφυόμενων από αυτές διαφορών στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και δεν αναιρεί το απαραίτητο της ύπαρξης του εγγράφου τύπου για την εγκυρότητά τους, κατά τα ως άνω αναφερόμενα. Επομένως, ο πρόσθετος λόγος ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός εν μέρει και ως ουσία βάσιμος. Μετά ταύτα, η ανακοπή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη και αφού γίνει εν μέρει δεκτός ο πρόσθετος λόγος ανακοπής ως ουσιαστικά βάσιμος, να ακυρωθεί εν μέρει (άρθ.633&1 ΚΠολΔ) η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ως προς τις διατάξεις της που επιδικάζουν στην καθ΄ης η αίτηση την αξία των ως άνω αναφερόμενων τιμολογίων, άνω των 2.500 ευρώ εκάστου, ήτοι ως προς το συνολικό ποσόν των 164.630,32 ευρώ, να επικυρωθεί δε αυτή για το υπόλοιπο ποσόν που αφορά την συνολική αξία των λοιπών τιμολογίων κάτω των 2.500 ευρώ εκάστου, ήτοι των (1.991,43 + 2.309,88 + 1.422,45 + 853,47 + 1.991,43 + 1.456,41 + 1.456,41 + 2.309,88 + 2.300,34 + 1.493,95 + 2.300,34 + 1.493,95 + 806,38 + 2.187,30 + 2.300,34 =) 26.674,06 ευρώ, τα οποία εκδόθηκαν για τις συμβάσεις πώλησης το συμφωνηθέν τίμημα των οποίων δεν υπερβαίνει το παραπάνω ποσόν των 2.500 ευρώ για την καθεμία. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ.179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ'αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη με αριθμ. κατ. 39138/2009 ανακοπή.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει το με αριθμ. κατ. 2354/2011 πρόσθετο λόγο της ανακοπής.
ΑΚΥΡΩΝΕΙ εν μέρει την υπ'αριθμ. 26377/2009 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς τις διατάξεις της που υποχρεώνει το ανακόπτον να καταβάλει στην καθ'ης την αξία των κάτωθι τιμολογίων: 0000921/06.07.2007, 0000977/26.07.2007, 0000996/02.08.2007, 0001015/21.08.2007, 0001031/29.08.2007, 0001042/04.09.2007, 0001095/25.09.2007, 0001205/07.11.2007, 0001253/27.11.2007, 0001283/07.12.2007, 0001325/20.12.2007, 0001342/08.01.2008, 001354/11.01.2008, 0001410/12.02.2008, 0001432/20.02.2008, 0001452/26.02.2008, 0001468/04.03.2008, 0001510/14.03.2008, 0001581/16.04.2008, 0001600/23.04.2008, 0001669/28.05.2008, 0001726/18.06.2008, 0001743/26.06.2008, 0001779/09.07.2008, 0001805/18.07.2008, 0001843/05.08.2008, 0001875/29.08.2008, 0001897/10.09.2008, 0001925/19.09.2008, 0001947/01.10.2008, 0001998/23.10.2008, 0002006/30.10.2008, 0002037/12.11.2008 και 0002087/04.12.2008, συνολικής αξίας εκατόν εξήντα τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων τριάντα ευρώ και τριάντα δύο λεπτών (164.630,32 E), πλέον τόκων και εξόδων.
ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΙ την ως άνω διαταγή πληρωμής κατά το υπόλοιπο ποσόν των είκοσι έξι χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και έξι λεπτών (26.674,06 E), πλέον τόκων και εξόδων.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στις 14 Απριλίου 2011 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στη Θεσσαλονίκη, στις 3 Μαΐου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


ΠΡΩΤΟΔΙΚΗΣ
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 

Δικαστήριο:ΣΤΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Τόπος:ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:9
Ετος:2013

Περίληψη

Αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ. - Υποχρέωση προσκόμισης εγγυητικής επιστολής ως προϋπόθεση για την εκτέλεση αποφάσεων ή άλλων εκτελεστών τίτλων, που υπόκεινται σε ένδικα μέσα ή βοηθήματα και από τους οποίους απορρέει χρηματική υποχρέωση του Δημοσίου - Αρμοδιότητα επί αιτήσεως περιορισμού του ύψους της εγγυητικής επιστολής - Συνταγματικότητα ρύθμισης - Υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς τις αποφάσεις των Δικαστηρίων - Αρχή της ισότητας των διαδίκων - Εξουσία παρέμβασης του νομοθέτη στην εκτέλεση δικαστικής απόφασης -. Υποχρεωτική εγγυοδοσία για την εκτέλεση δικαστικής απόφασης σε βάρος του Δημοσίου, η οποία έχει προσβληθεί με εκκρεμούσες αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως. Αίτηση για περιορισμό του ύψους της εγγυοδοσίας μέχρι του ενός δευτέρου κατ’ άρθρ. 4 § 1 ν. 3068/2002. Αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης είναι μόνον το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο και, ειδικότερα, η οικεία Επιτροπή Αναστολών αυτού. Αντίθετη μειοψηφία. Αρμοδιότητα της Ολομέλειας του ΣτΕ εν Συμβουλίω να διατυπώσει κρίση για την συνταγματικότητα της διατάξεως, εν όψει της ευρύτερης σημασίας του ζητήματος, που αφορά την εν γένει διοικητική δίκη και επηρεάζει εμμέσως και την αναιρετική δίκη. Αποτροπή κινδύνου εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων επί συνταγματικού ζητήματος, χωρίς δυνατότητα άρσεως των διαφωνιών. Αντίθετη μειοψηφία. Αντισυνταγματικές οι ρυθμίσεις των τεσσάρων τελευταίων εδαφίων του άρθρ. 4 § 1 ν. 3068/ 2002, τα οποία προστέθηκαν με το άρθρ. 326 § 5 ν. 4072/2012. Με τις διατάξεις αυτές παρεισάγονται, κατά παράβαση των άρθρων 94 § 4 (ιδίως, τελευταίο εδάφιο) και 95 § 5 του Σ, άσχετα με την δίκη εμπόδια στην συνταγματικώς κατοχυρούμενη υποχρέωση εκτέλεσης τελεσίδικης, και άρα εκτελεστής, δικαστικής αποφάσεως, με συνέπεια να μην παρέχεται στον νικήσαντα διάδικο η δυνατότητα να επιδιώξει αποτελεσματικά, χωρίς πρόσθετες προϋποθέσεις, την ικανοποίηση της τελεσιδίκως αναγνωρισθείσης αξιώσεώς του. Επί πλέον, η ρύθμιση αυτή θεσπίζεται, κατά παράβαση της αρχής της ισότητος των διαδίκων, μονομερώς υπέρ του Δημοσίου. Ανεπίτρεπτη νομοθετική παρέμβαση στην εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως, με έννομο αποτέλεσμα απαγγελλόμενο απ’ ευθείας από τον νομοθέτη, ενώ η εν προκειμένω δυνατότητα διορθωτικής παρεμβάσεως του δικαστηρίου περιορίζεται μόνον στο 50% του αμφισβητουμένου ποσού, ακόμη και αν ο ιδιώτης τυχόν επικαλείται και αποδεικνύει ότι είναι πλήρως αξιόχρεος. Οι ρυθμίσεις δε αυτές δεν εντάσσονται σε σύστημα γενικευμένης μεταβολής του χρόνου εκτελέσεως μιας δικαστικής αποφάσεως, με συνολική αλλαγή των εννόμων συνεπειών της τελεσιδικίας και σύνδεση της εκτελεστότητος με το αμετάκλητο της αποφάσεως, που θα αφορούσε όλες τις αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων, είτε έχουν χρηματικό αντικείμενο, είτε όχι, και όλους τους διαδίκους, αλλά περιορίζονται σε ειδικό κύκλο αποφάσεων και διαδίκων. Κατ’ ειδικότερη γνώμη, η επίμαχη ρύθμιση αντίκειται προς την κατοχυρούμενη από το Σύνταγμα αρχή της ισότητος των διαδίκων, δεδομένου ότι εφαρμόζεται αποκλειστικά για τον ιδιώτη διάδικο και όχι και για το Δημόσιο (Αντίθετη μειοψηφία).
Κείμενο Απόφασης


Συμβούλιο Επικρατείας

(Ολομέλεια σε Συμβούλιο)

Αριθ. 9/2013



(…) Με τις §§ 1, 2 και 3 του άρθρου 4 του ν. 3068/ 2002 (Α’ 274) ρυθμίζονται ζητήματα διαδικασίας και αντικειμένου της αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.), στο πλαίσιο, κατ’ αρχήν, των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από την υποχρέωση συμμορφώσεως προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η § 1 του άρθρου αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 326 § 5 του ν. 4072/2012 (Α’ 86), με το οποίο προστέθηκαν στο τέλος αυτής τέσσερα εδάφια, με το εξής περιεχόμενο:

     «Η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων ή άλλων εκτελεστών τίτλων, που υπόκεινται σε ένδικα μέσα ή βοηθήματα και από τους οποίους απορρέει χρηματική υποχρέωση του Δημοσίου, διενεργείται ύστερα από προσκόμιση εκ μέρους του δικαιούχου ισόποσης εγγυητικής επιστολής Τραπέζης.

     Το δικαστήριο, που εξέδωσε την εκτελεστή απόφαση ή το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η εκδίκαση του ενδίκου βοηθήματος, μπορεί, κατόπιν σχετικού αιτήματος, αναλόγως της φερεγγυότητας του δικαιούχου ή των λοιπών εγγυήσεων που προσφέρει ή κρίνονται αναγκαίες, να μειώσει το ύψος της εγγυητικής επιστολής μέχρι του ενός δευτέρου.

     Αν η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό ο εκτελεστός τίτλος μπορεί να εκτελεσθεί χωρίς εγγύηση, μετά την άπρακτη πάροδο 90 ημερών από την επίδοσή του.

     Η εγγυητική επιστολή εκδίδεται υπέρ της υπηρεσίας, που είναι αρμόδια για την καταβολή, και επιστρέφεται μετά από την προσκόμιση πιστοποιητικού αμετάκλητης, υπέρ του αντιδίκου του υπόχρεου, επίλυσης της διαφοράς ή της μη ασκήσεως ενδίκου μέσου ή βοηθήματος μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται από το νόμο».
     Ενόψει της καταθέσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας της ***/2012 αιτήσεως της Α.Ε.** για τον περιορισμό, κατ’ επίκληση των δύο πρώτων από τα ανωτέρω εδάφια της εν λόγω διατάξεως, της οφειλομένης από αυτήν εγγυοδοσίας για την υπέρ της εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως, με την οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, γεννάται υποχρέωση του Δημοσίου για την καταβολή σ’ αυτήν ορισμένου χρηματικού ποσού, και η οποία έχει προσβληθεί με εκκρεμούσες στο Δικαστήριο αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως (αριθ. καταθ. ***, ***/ 2012) ανακύπτουν ζητήματα ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Για τον λόγο αυτό, τα σχετικά ζητήματα εισάγονται προς εξέταση από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου σε Συμβούλιο, κατ’ άρθρο 8 § 2 του π.δ. 18/1989, μετά από προσκληση του Προέδρου.
     Με τις νέες αυτές διατάξεις προβλέπεται, κατ’ ουσίαν, ότι οριστικές ή και τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, με τις οποίες το Δημόσιο ή τα ν.π.δ.δ. καταδικάζονται σε καταβολή, στον αντίδικο ιδιώτη, συγκεκριμένου χρηματικού ποσού, δεν εκτελούνται αμέσως, αλλά η εκτέλεσή τους συναρτάται, και εξαρτάται, από την εκ μέρους του κατάθεση ισόποσης τραπεζικής εγγυητικής επιστολής. Παρέχεται, όμως, στον αντίδικο νικήσαντα ιδιώτη διάδικο η δυνατότητα να περιορίσει την υποχρέωσή του αυτή μέχρι το ήμισυ του κατά τα ανωτέρω ύψους της εγγυητικής επιστολής, αν το δικαστήριο που εξέδωσε την εκτελεστή απόφαση ή το δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η εκδίκαση του «ενδίκου βοηθήματος», αποδεχθεί σχετικό αίτημά του. Προϋπόθεση μερικής ή ολικής αποδοχής του εν λόγω αιτήματος είναι η, κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου, φερεγγυότητα του δικαιούχου ή η παροχή από αυτόν άλλων αντιστοίχων εγγυήσεων, που τυχόν κρίνονται αναγκαίες. Η κατά τα ανωτέρω εγγυητική επιστολή επιστρέφεται στον δικαιούχο μετά την αμετάκλητη υπέρ αυτού επίλυση της διαφοράς, είτε με την έκδοση σχετικής δικαστικής αποφάσεως, είτε με την μη άσκηση ή την παραίτηση από τυχόν ασκηθέν ένδικο μέσο ή βοήθημα κατά της ευνοϊκής για τον αντίδικο αποφάσεως.
     Η ρύθμιση αυτή δικαιολογείται, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία εισηγητική έκθεση, διότι «αποβλέπει στην προστασία του Δημοσίου, εν όψει του ότι δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο, όταν μετά από ικανό χρονικό διάστημα εκδικάζεται αμετακλήτως υπόθεση, το Δημόσιο να αδυνατεί να εισπράξει τα επιδικασθέντα ποσά, λόγω του ότι ο υπόχρεος προς επιστροφή είναι αναξιόχρεος ή παύει να υφίσταται (θάνατος φυσικού προσώπου, παύση λειτουργίας νομικού προσώπου κ.λπ.) γεγονός που καθιστά άκρως δυσχερή ή και αδύνατη την καταβολή αυτών. Η κατάθεση εγγυητικής επιστολής, εξάλλου, αποτρέπει την παρέλκυση της δίκης από πλευράς αντιδίκου του Δημοσίου με καταχρηστικά αιτήματα αναβολών στον αναιρετικό βαθμό κ.λπ., προκειμένου να απομακρύνει το ενδεχόμενο ανατροπής της εκτελεσθείσης αποφάσεως».
     Τίθεται, αρχικώς, το ζήτημα, αν αρμόδιο για την εξέταση αιτήματος μειώσεως, κατά τα ανωτέρω, του ύψους εγγυητικής επιστολής, ειδικώς ως προς την διοικητική δίκη, ως προς την οποία, άλλωστε, και μόνον εξετάζονται τα τιθέμενα με την διάταξη ζητήματα, είναι αποκλειστικά το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, συνήθως το διοικητικό εφετείο, ή και το Συμβούλιο της Επικρατείας. Η Ολομέλεια σε Συμβούλιο, κατά πλειοψηφία, που απαρτίσθηκε από τον Πρόεδρο Κ. Μενουδάκο, την Αντιπρόεδρο Α. Συγγούνα και τους Συμβούλους Ν. Μαρκουλάκη, Μ. Βηλαρά, Ι. Μαντζουράνη, Δ. Σκαλτσούνη, Ι. Γράβαρη, Σ. Μαρκάτη, Σ. Χρυσικοπούλου, Η. Τσακόπουλο, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλο, Α. Καλογεροπούλου, Ε. Κουσιουρή, Ο. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Κ. Πισπιρίγκο, Α. Χλαμπέα, Δ. Μακρή, Μ. Πικραμένο και Τ. Κόμβου, κρίνει ότι: αρμόδιο, κατά νόμο, είναι μόνον το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο και, ειδικότερα, η οικεία Επιτροπή Αναστολών αυτού. Τούτο προκύπτει τόσο από την διατύπωση της διατάξεως, που αναφέρεται, ακριβολογώντας κατά τούτο, αφενός σε δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και αφετέρου σε δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί ένδικο «βοήθημα», στρεφόμενο προδήλως κατά εκτελεστού τίτλου και όχι ένδικο «μέσο», όσο και από γενική δικονομική αρχή, κατά την οποία μόνον ένα δικαστήριο είναι εκάστοτε το αρμόδιο να εξετάσει την αντίστοιχη κατηγορία διαφορών και όχι πλείονα, κατά την επιλογή, μάλιστα, του διαδίκου. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, θα είχε ως συνέπεια να εισάγεται το σχετικό αίτημα σε δικαστήριο επιλεγόμενο από τον αιτούντα διάδικο σε αντίθεση προς την ανωτέρω δικονομική αρχή. ’λλωστε, το εκδόν δικαστήριο, το οποίο έχει ήδη επιληφθεί της υποθέσεως, γνωρίζει, κατά τεκμήριο, καλύτερα τις συνθήκες, υπό τις οποίες πρόκειται να εκτελεσθεί η απόφασή του.
     Μειοψήφησαν οι Αντιπρόεδροι Α. Ράντος και Μ. Σαρπ και οι Σύμβουλοι Μ. Καραμανώφ, Α. Σακελλαροπούλου, Α.-Γ. Βώρος, Ε. Αντωνόπουλος, Α. Ντέμσιας, Φ. Ντζίμας, Β. Αραβαντινός, Κ. Κουσούλης, Θ. Αραβάνης και Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, οι οποίοι διατύπωσαν τη γνώμη ότι, κατά την έννοια της διατάξεως, αν έχει ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου, αρμόδιο κατά νόμο καθίσταται και το Συμβούλιο της Επικρατείας. Τούτο, κατά τη γνώμη αυτή, προκύπτει τόσο από την εν γένει διατύπωση της διατάξεως, που αναφέρεται σε αποφάσεις «που υπόκεινται σε ένδικα μέσα ή βοηθήματα», καθώς και σε αρμοδιότητα είτε του δικαστηρίου, που εξέδωσε την εκτελεστή απόφαση, είτε του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η εκδίκαση του ενδίκου βοηθήματος κατά της εκτελεστής αποφάσεως, όσο και από τη σκέψη ότι το εν προκειμένω τιθέμενο ενώπιον του δικαστηρίου ζήτημα, αναγόμενο αποκλειστικά στη φερεγγυότητα του ιδιώτη, είναι εντελώς διαφορετικό από το ήδη κριθέν από το εκδόν δικαστήριο - το οποίο, άλλωστε, έχει ήδη αποξενωθεί από την υπόθεση - και προσομοιάζει με κρίση επί αιτήσεως αναστολής σε εκκρεμή υπόθεση, κατ’ επίκληση συνδρομής περιπτώσεως ανεπανόρθωτης βλάβης, η οποία, κατά γενική αρχή της διοικητικής δίκης, ανατίθεται στο δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί το ένδικο μέσο. Η διατύπωση, εξ άλλου, του νόμου για «ένδικο βοήθημα» αναφέρεται προφανώς στην συνήθη στην πολιτική δίκη περίπτωση εκδόσεως διαταγής πληρωμής, κατά της οποίας ασκείται, όντως, ένδικο βοήθημα.
     Εν όψει της, κατά τα ανωτέρω, ερμηνευτικής εκδοχής που επικράτησε, τέθηκε στη συνέχεια το ζήτημα αν η Ολομέλεια του Δικαστηρίου, που δεν είναι αρμόδιο για την εξέταση των σχετικών αιτημάτων, πρέπει να διατυπώσει κρίση για την συνταγματικότητα της διατάξεως. Η πλειοψηφία, που απαρτίσθηκε από τους Αντιπροέδρους Α. Ράντο και Μ. Σαρπ και τους Συμβούλους Χ. Ράμμο, Μ. Καραμανώφ, Ι. Μαντζουράνη, Α. Σακελλαροπούλου, Α. Χριστοφορίδου, Α.-Γ. Βώρο, Μ. Γκορτζολίδου, Ι. Γράβαρη, Ε. Αντωνόπουλο, Α. Ντέμσια, Η. Τσακόπουλο, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινό, Δ. Κυριλλόπουλο, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνη, Α. Χλαμπέα, Τ. Κόμβου και Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, έκρινε ότι πρέπει να διατυπωθεί σχετική κρίση, εν όψει της ευρύτερης σημασίας του ζητήματος, που αφορά την εν γένει διοικητική δίκη και επηρεάζει εμμέσως και την αναιρετική δίκη. Εξ άλλου, εν όψει των ήδη γενομένων δεκτών και της φύσεως του ζητήματος, το Δικαστήριο δεν θα έχει, πλέον, τη δυνατότητα να διατυπώσει σχετική κρίση, αφού τα σχετικά ζητήματα δεν θα μπορούν, κατ’ αρχήν, να αχθούν ενώπιόν του, με συνέπεια να ελλοχεύει ο κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων επί συνταγματικού ζητήματος, χωρίς δυνατότητα άρσεως των διαφωνιών.
     Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος Κ. Μενουδάκος, η Αντιπρόεδρος Α. Συγγούνα και οι Σύμβουλοι Ν. Μαρκουλάκης, Μ. Βηλαράς, Δ. Σκαλτσούνης, Ε. Νίκα, Σ. Μαρκάτης, Φ. Ντζίμας, Σ. Χρυσικοπούλου, Μ. Σταματελάτου, Ε. Κουσιουρής, Ο. Ζύγουρα, Κ. Κουσούλης, Κ. Πισπιρίγκος, Δ. Μακρής και Μ. Πικραμένος, οι οποίοι διατύπωσαν την γνώμη ότι δεν πρέπει να διατυπώσει η Ολομέλεια σε Συμβούλιο κρίση επί κατηγορίας υποθέσεων, για την οποία το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο, δεδομένου ότι αφενός το ζήτημα που ανακύπτει δεν αφορά τη συνταγματικότητα σχεδίου διατάξεως αλλά διατάξεως νόμου, η ερμηνεία και εφαρμογή της οποίας ανήκει μόνο στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε, εν όψει και του γεγονότος ότι οποιαδήποτε κρίση της Ολομέλειας σε Συμβούλιο δεν μπορεί να δεσμεύσει τα αρμόδια τακτικά διοικητικά δικαστήρια και, αφετέρου, δεν έχει παρασχεθεί στη Διοίκηση η δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις της για τη συνταγματικότητα της επίμαχης διατάξεως. […] Εν συνεχεία, η Ολομέλεια σε Συμβούλιο συζήτησε το ζήτημα της συμφωνίας με το Σύνταγμα των εν λόγω ρυθμίσεων. Επί του ζητήματος αυτού έκρινε, κατά πλειοψηφία, που απαρτίσθηκε από τους Αντιπροέδρους Α. Ράντο και Μ. Σαρπ και τους Συμβούλους Δ. Κωστόπουλο, Ε. Γαλανού, Ν. Ρόζο, Χ. Ράμμο, Ν. Μαρκουλάκη, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Καραμανώφ, Α. Σακελλαροπούλου, Α. Χριστοφορίδου, Δ. Σκαλτσούνη, Μ. – Ε. Κωνσταντινίδου, Α. – Γ. Βώρο, Γ. Ποταμιά, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρη, Ε, Αντωνόπουλο, Γ. Τσιμέκα, Σ. Μαρκάτη, Π. Καρλή, Α. Ντέμσια, Σ. Χρυσικοπούλου, Η. Τσακόπουλο, Μ. Σταματελάτου, Β. Αραβαντινό, Δ. Κυριλλόπουλο, Α. Καλογεροπούλου, Ε. Κουσιουρή, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλη, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνη, Κ. Πισπιρίγκο, Α. Χλαμπέα, Δ. Μακρή, Μ. Πικραμένο και Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, ότι οι ρυθμίσεις αυτές δεν είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα. Τούτο, διότι, κατά την κρατήσασα στην Ολομέλεια γνώμη, με τις ρυθμίσεις αυτές παρεισάγονται, κατά παράβαση των άρθρων 94 § 4 (ιδίως, τελευταίο εδάφιο) και 95 § 5 του Σ, άσχετα με την δίκη εμπόδια στην συνταγματικώς κατοχυρούμενη υποχρέωση εκτέλεσης τελεσίδικης, και άρα εκτελεστής, δικαστικής αποφάσεως, με συνέπεια να μην παρέχεται στον νικήσαντα διάδικο η δυνατότητα να επιδιώξει αποτελεσματικά, χωρίς πρόσθετες προϋποθέσεις, την ικανοποίηση της τελεσιδίκως αναγνωρισθείσης αξιώσεώς του. Η αξίωσή του δε αυτή, καίτοι δικαστικώς αναγνωρισθείσα, θα ικανοποιείται πάντοτε σε μικρότερο, κατ’ αποτέλεσμα, ποσό, αφού θα επιβαρύνεται από την, όχι ασημάντου ύψους, δαπάνη για την έκδοση της εγγυητικής επιστολής, της οποίας δαπάνης δεν προβλέπεται η επιστροφή ούτε σε περίπτωση που η προς εκτέλεση απόφαση καταστεί στη συνέχεια αμετάκλητη. Επί πλέον, η ρύθμιση αυτή θεσπίζεται, κατά παράβαση της αρχής της ισότητος των διαδίκων, μονομερώς υπέρ του Δημοσίου. Εξ άλλου, σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για νομοθετική παρέμβαση στην εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως, με έννομο αποτέλεσμα απαγγελλόμενο απ’ ευθείας από τον νομοθέτη, ενώ η εν προκειμένω δυνατότητα διορθωτικής παρεμβάσεως του δικαστηρίου περιορίζεται μόνον στο 50% του αμφισβητουμένου ποσού, ακόμη και αν ο ιδιώτης τυχόν επικαλείται και αποδεικνύει ότι είναι πλήρως αξιόχρεος. Οι ρυθμίσεις δε αυτές δεν εντάσσονται σε σύστημα γενικευμένης μεταβολής του χρόνου εκτελέσεως μιας δικαστικής αποφάσεως, με συνολική αλλαγή των εννόμων συνεπειών της τελεσιδικίας και σύνδεση της εκτελεστότητος με το αμετάκλητο της αποφάσεως, που θα αφορούσε, βεβαίως, όλες τις αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων, είτε έχουν χρηματικό αντικείμενο, είτε όχι, και όλους τους διαδίκους, αλλά περιορίζονται, κατά τα ήδη εκτεθέντα, σε ειδικό κύκλο αποφάσεων και διαδίκων. Και είναι μεν αληθές ότι δυνατότητα αναστολής εκτελέσεως τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως με τον όρο παροχής εγγυήσεων προβλέπεται ήδη στον τομέα των δημοσίων έργων, με την ρύθμιση της § 6 του άρθρου 12 του ν. 1418/1984 (Α΄ 23), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 2940/2001 (Α΄ 180), ήδη δε ισχύει ως άρθρο 77 § 5 του ν. 3669/2008 (Α΄ 116), με την οποία ορίζεται ότι «…Αν από την εκτέλεση της απόφασης πιθανολογείται κίνδυνος βλάβης, της οποίας η αποκατάσταση δεν είναι εύκολη, μπορεί να διαταχθεί με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους η ολική ή εν μέρει αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, με τον όρο παροχής ανάλογης εγγύησης ή και χωρίς εγγύηση ή να εξαρτηθεί η εκτέλεση της απόφασης από την παροχή εγγύησης από το διάδικο που έχει νικήσει. Για την αίτηση αποφαίνεται, συνεδριάζοντας ως συμβούλιο, χωρίς υποχρεωτική κλήτευση των διαδίκων, το αρμόδιο τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου, το οποίο συγκροτείται από τρία μέλη, στα οποία περιλαμβάνεται υποχρεωτικά ο εισηγητής της υπόθεσης. Η απόφαση της αναστολής μπορεί κατά τον ίδιο τρόπο να ανακληθεί, με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους έως και κατά την πρώτη συζήτηση της αναίρεσης.». Η ρύθμιση, όμως, αυτή διαφέρει ουσιωδώς από την επίμαχη. Αφ’ ενός μεν διότι το έννομο αποτέλεσμα της αναστολής εκτελέσεως της δικαστικής αποφάσεως απαγγέλλεται, αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση, από το δικαστήριο και όχι ευθέως από το νόμο, αφ’ ετέρου δε διότι, με την επίμαχη ρύθμιση, η οποία ούτως ή άλλως λειτουργεί αποκλειστικώς εις βάρος ενός μόνον των διαδίκων, επιτρέπεται η αποκλειστικώς εκ των υστέρων και μερική μόνον (μέχρι του 50% του αμφισβητουμένου ποσού) παρέμβαση του δικαστηρίου. Εξ άλλου, η ρύθμιση εκείνη αφορά εξ ίσου αμφότερους τους διαδίκους και, πάντως, επιτρέπει την υπό προϋποθέσεις εκτέλεση της αποφάσεως χωρίς την καταβολή εγγυήσεως.
     Ο Πρόεδρος Κ. Μενουδάκος και η Αντιπρόεδρος Α. Θεοφιλοπούλου διατύπωσαν την γνώμη ότι η επίμαχη ρύθμιση αντίκειται προς την κατοχυρούμενη από το Σύνταγμα αρχή της ισότητος των διαδίκων, δεδομένου ότι εφαρμόζεται αποκλειστικά για τον ιδιώτη διάδικο και όχι και για το Δημόσιο.
     Μειοψήφησαν ...
ο Αντιπρόεδρος Δ. Πετρούλιας και οι Σύμβουλοι Φ. Ντζίμας και Ο. Ζύγουρα, οι οποίοι διατύπωσαν την εξής γνώμη: Τα άρθρα 20 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, το οποίο περιλαμβάνει και τη δυνατότητα εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων (ΕΔΔΑ, Αικ. Καλογεροπούλου και λοιποί κατά της Ελλάδος και της Γερμανίας (59021/ 00). Το δικαίωμα όμως αυτό δεν είναι απόλυτο, αλλά υπόκειται σε περιορισμούς, εφ’ όσον με αυτούς επιδιώκεται θεμιτός σκοπός και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (βλ. την προαναφερόμενη απόφαση του ΕΔΔΑ, Αικ. Καλογεροπούλου κλπ.). Εξ άλλου, ούτε το Σύνταγμα, ούτε η ΕΣΔΑ επιβάλλουν την εκτέλεση και των δικαστικών αποφάσεων, οι οποίες υπόκεινται σε ένδικα μέσα και μπορεί ως εκ τούτου να ανατραπούν (ΕΔΔΑ, Ουζούνης και λοιποί κατά Ελλάδος (49144/99), απόφαση της 18.4.2002, σκέψη 21, Fiume κατά Ιταλίας (20774/05), απόφαση της 30.6.2009, σκέψη 46). Μάλιστα δε το Σύνταγμα περιέχει ειδική ρύθμιση για την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων κατά του Δημοσίου (των ο.τ.α. και των ν.π.δ.δ.), προβλέποντας στο άρθρο του 94 § 4, εδάφιο τρίτο, ότι αυτές εκτελούνται αναγκαστικά, «όπως νόμος ορίζει». Με τις επίμαχες δε ρυθμίσεις συμπληρώνονται οι διατάξεις του εκτελεστικού της συνταγματικής αυτής διάταξης ν. 3068/2002 «Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις ...». Συνεπώς, στην ευχέρεια του κοινού νομοθέτη απόκειται να ορίσει ότι οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται, μόνον όταν αυτές δεν υπόκεινται σε κανένα ένδικο μέσο, δηλαδή είναι αμετάκλητες. Κατά μείζονα δε λόγο, μπορεί ο νομοθέτης να εξαρτήσει την εκτέλεση των υποκείμενων σε ένδικα μέσα εκτελεστών δικαστικών αποφάσεων από τη συνδρομή συγκεκριμένων όρων ή να προβλέψει τη δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης αυτών. Η σχετική δε νομοθετική ρύθμιση μπορεί είτε να είναι γενική, είτε να αφορά ειδική κατηγορία δικαστικών αποφάσεων, εφ’ όσον συντρέχουν λόγοι δημόσιου συμφέροντος, ικανοί να δικαιολογήσουν την ειδική αυτή ρύθμιση. Και πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 19 § 1 του ν. 1715/ 1951, η υπό του Δημοσίου ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως κατά τελεσίδικης απόφασης, καθώς και η προθεσμία της αναστέλλει την εκτέλεση αυτής, ενώ ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας στο άρθρο 565 προβλέπει την δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης τελεσίδικων αποφάσεων ή την εκτέλεση των αποφάσεων αυτών με παροχή εγγύησης και στις δύο περιπτώσεις. Αντίστοιχη σχετική ρύθμιση προβλέπεται στο άρθρο 13 § 6 του ν. 1418/1984, όπως ισχύει, όσον αφορά ειδικώς τις τελεσίδικες αποφάσεις που εκδίδονται επί διαφορών οι οποίες ανακύπτουν κατά την εκτέλεση των συμβάσεων δημόσιων έργων (Ε.Α. ΣτΕ 296, 508/2011, 117/ 2012 κ.ά.). Στην προκειμένη περίπτωση, με τις επίμαχες διατάξεις του άρθρου 326 § 5 του ν. 4072/2012 ορίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι οι δικαστικές αποφάσεις, που επιβάλλουν χρηματική υποχρέωση του Δημοσίου, εκτελούνται χωρίς κανένα όρο ή περιορισμό, μόνον όταν δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, δηλαδή όταν η διαφορά έχει επιλυθεί αμετακλήτως. Παρέχεται όμως με τις εν λόγω διατάξεις η δυνατότητα στον δικαιούχο να επιδιώξει την εκτέλεση και των υποκείμενων σε ένδικα μέσα εκτελεστών δικαστικών αποφάσεων, ύστερα από προσκόμιση εκ μέρους του ισόποσης εγγυητικής τραπεζικής επιστολής, ενώ προβλέπεται ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την εκτελεστή απόφαση, μπορεί, εκτιμώντας της φερεγγυότητα του δικαιούχου ή άλλες εγγυήσεις που παρέχει ή κρίνονται αναγκαίες, να μειώσει, κατόπιν αιτήματός του, στο ένα δεύτερο το ύψος της εγγυητικής επιστολής. Η ρύθμιση αυτή υπαγορεύθηκε, σύμφωνα με την ήδη παρατεθείσα αιτιολογική έκθεση, από την ανάγκη προστασίας των δημόσιων εσόδων (του δημόσιου χρήματος) και συγκεκριμένα από την ανάγκη να αποτραπεί ο κίνδυνος της αδυναμίας ανάκτησης από το Δημόσιο χρηματικών ποσών, που έχουν καταβληθεί από αυτό δυνάμει δικαστικών αποφάσεων, οι οποίες όμως μετά ανατρέπονται, κατόπιν της εκδίκασης των κατ’ αυτών ασκηθέντων από το Δημόσιο ενδίκων μέσων. Αποτελεί δε η εν λόγω ρύθμιση, μέρος σειράς μέτρων, που έχουν θεσπισθεί την τελευταία τριετία και τα οποία αποβλέπουν στην επίτευξη καθορισμένων δημοσιονομικών στόχων για την εκμηδένιση του δημοσιονομικού ελλείμματος, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η δεινή δημοσιονομική κρίση, την οποία διέρχεται η Χώρα. Ο σκοπός αυτός είναι προδήλως θεμιτός και δικαιολογεί πλήρως την επίμαχη ειδική ρύθμιση. ’λλωστε, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου έχει ήδη κρίνει, ενόψει του σκοπού αυτού, σύμφωνες με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) νομοθετικές ρυθμίσεις που επιβάλλουν δραστικές περικοπές μισθολογικών και συνταξιοδοτικών παροχών, καθώς και σοβαρές φορολογικές επιβαρύνσεις (ΟλΣτΕ 668/2012, βλ. και την απόφαση της 7.5.2013 του ΕΔΔΑ, Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, με την οποία απερρίφθησαν ως προδήλως αβάσιμες σχετικές προσφυγές). Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί ότι η, κατ’ αρχήν δικαστικώς ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση του νομοθέτη, ως προς την προσφορότητα αυτής, είναι εσφαλμένη και μάλιστα προδήλως, ούτε ότι η εν λόγω ρύθμιση συνιστά ουσιώδη και δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Και τούτο διότι αφ’ ενός μεν, κατά τα προεκτεθέντα, ανήκει στην ευχέρεια του κοινού νομοθέτη να ορίσει ότι εκτελεστές είναι μόνον οι μη υποκείμενες σε ένδικα μέσα δικαστικές αποφάσεις, αφ’ ετέρου δε παρέχεται πάντως η δυνατότητα εκτέλεσης κατά του Δημοσίου και υποκείμενων σε ένδικα μέσα δικαστικών αποφάσεων, υπό τον όρο της παροχής εγγύησης εκ μέρους του δικαιούχου. Ούτε, άλλωστε, μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητη επιβάρυνση του ιδιώτη διαδίκου από τη δαπάνη έκδοσης της εγγυητικής επιστολής, δεδομένου ότι αυτός ασκεί ευχέρεια που του παρέχει ο νόμος, εισπράττοντας και εκμεταλλευόμενος χρηματικό ποσό το οποίο ενδέχεται να υποχρεωθεί να επιστρέψει στο Δημόσιο, όταν η υπόθεση εκδικασθεί αμετακλήτως, ενώ μπορεί να επιλέξει να αναμείνει την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, ώστε να την εκτελέσει χωρίς όρους και περιορισμούς και χωρίς καμία επιβάρυνση. Αντιστοίχως δε το Δημόσιο όχι μόνον καταβάλλει χρηματικό ποσό, το οποίο μπορεί να κριθεί ότι έχει καταβληθεί αχρεωστήτως, αλλά αναλαμβάνει και τον κίνδυνο της αδυναμίας του αντιδίκου να επιστρέψει το ποσό αυτό, αν τούτο καταβληθεί χωρίς εγγύηση. ’λλωστε και με τις προαναφερθείσες ισχύουσες διατάξεις του ΚΠολΔ και του ν. 1418/1984 προβλέπεται η εκτέλεση τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων με την παροχή εγγύησης. Τέλος, η θεσπιζόμενη με τις επίμαχες διατάξεις υπέρ του Δημοσίου ειδική ευνοϊκή ρύθμιση δικαιολογείται πλήρως από τον επιδιωκόμενο με αυτές δημόσιου συμφέροντος σκοπό της προστασίας του δημόσιου χρήματος, με την αποτροπή της απώλειας δημόσιων εσόδων. Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο έχει, άλλωστε, ήδη κρίνει, με πρόσφατες αποφάσεις του, σύμφωνες προς το Σύνταγμα, νομοθετικές διατάξεις, με τις οποίες εισάγεται προνομιακή υπέρ του Δημοσίου μεταχείριση, τόσο για το ύψος του επιτοκίου, όσο και για το χρόνο παραγραφής των οφειλών του προς τους ιδιώτες. (Α.Ε.Δ. 25/ 2012 και 1 και 2/2012, αντιστοίχως). Υπό τις σημερινές δε δραματικές συνθήκες της δεινής κρίσης που διέρχεται η Χώρα, η οποία, λόγω της πρωτοφανούς σε βάθος και διάρκεια διάστασής της, έχει προσλάβει χαρακτήρα εθνικής κρίσης, η προστασία των δημόσιων εσόδων για την αντιμετώπισή της, δεν συνιστά έναν απλώς δημοσιονομικό στόχο, αλλά αποτελεί εθνικό διακύβευμα. Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 326 § 5 του ν. 4072/2012, με τις οποίες θεσπίζεται ευνοϊκή υπέρ του Δημοσίου μεταχείριση, όσον αφορά την εκτέλεση των κατ’ αυτού δικαστικών αποφάσεων που επιβάλλουν σε βάρος του χρηματική υποχρέωση, δεν αντίκεινται σε καμία διάταξη του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Μάλιστα, το ΕΔΔΑ έχει δεχθεί ότι η, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 923 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, (κατά την οποία «Αναγκαστική εκτέλεση κατά αλλοδαπού δημοσίου δεν μπορεί να γίνει χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Δικαιοσύνης»), άρνηση του Υπουργού Δικαιοσύνης να επιτρέψει την εκ μέρους ιδιωτών αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος αλλοδαπού Δημοσίου για την ικανοποίηση χρηματικών κατ’ αυτού αξιώσεων, που είχαν αναγνωρισθεί με δικαστική απόφαση αμετακλήτως, δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, ούτε στο άρθρ. 1 § 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, εν όψει της συνδρομής αποχρώντων λόγων δημόσιου συμφέροντος (βλ. την προαναφερόμενη απόφαση του ΕΔΔΑ, Αικ. Καλογεροπούλου κλπ. κατά Ελλάδας και Γερμανίας). (…)