ΕΦΕΤΕΙΟ
ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ
ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Συγκροτήθηκε από τους
Δικαστές: Κωνσταντίνο Σταμαδιάνο, Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Ανδρικοπούλου, Βασιλική
Ανδρουλάκη - Εισηγήτρια, Εφέτες, και από τη Γραμματέα Ιωάννα Ξανθάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 15 Φεβρουαρίου 2018 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΩΝ: 1) ……………….. και 2) …………….., κατοίκων ………, από τους οποίους η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Εμμανουήλ Τσαλικίδη, ενώ ο δεύτερος παραστάθηκε στο ακροατήριο, μαζί με τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους αντίστοιχα.
ΤΩΝ ΚΑΘΩΝ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: 1) ………., κατοίκου …………….και 2) ………….., κατοίκου ……………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους, Θεοδώρα Μήτσιου.
Οι ενάγοντες και ήδη καθών η ανακοπή, με την από 14 Μαρτίου 2001 αγωγή τους, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 2306/2001, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ' αυτήν.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 91/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έταξε όσα αναφέρονται σ' αυτήν.
Οι εκκαλούντες - ενάγοντες και ήδη καθών η ανακοπή με την από 2 Φεβρουαρίου 2005 έφεσή τους, προς το Εφετείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 1170/2005, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ' αυτήν.
Επί της έφεσης αυτής, εκδόθηκε: α) η 9150/2005 μη οριστική απόφαση με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης και β) η 4838/2008 μη οριστική απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε εκ νέου απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης.
Στη συνέχεια το Εφετείο Αθηνών, εξέδωσε την 3267/201 5 απόφαση του. με την οποία έταξε όσα αναφέρονται σ' αυτήν.
Την απόφαση αυτή (3267/201 5), ανέκοψαν οι ανακόπτοντες, με την από 27 Οκτωβρίου 2016 ανακοπή τους, προς το Εφετείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 18/2016.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 15 Φεβρουαρίου 2018 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΩΝ: 1) ……………….. και 2) …………….., κατοίκων ………, από τους οποίους η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Εμμανουήλ Τσαλικίδη, ενώ ο δεύτερος παραστάθηκε στο ακροατήριο, μαζί με τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους αντίστοιχα.
ΤΩΝ ΚΑΘΩΝ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: 1) ………., κατοίκου …………….και 2) ………….., κατοίκου ……………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους, Θεοδώρα Μήτσιου.
Οι ενάγοντες και ήδη καθών η ανακοπή, με την από 14 Μαρτίου 2001 αγωγή τους, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 2306/2001, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ' αυτήν.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 91/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έταξε όσα αναφέρονται σ' αυτήν.
Οι εκκαλούντες - ενάγοντες και ήδη καθών η ανακοπή με την από 2 Φεβρουαρίου 2005 έφεσή τους, προς το Εφετείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 1170/2005, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ' αυτήν.
Επί της έφεσης αυτής, εκδόθηκε: α) η 9150/2005 μη οριστική απόφαση με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης και β) η 4838/2008 μη οριστική απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε εκ νέου απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης.
Στη συνέχεια το Εφετείο Αθηνών, εξέδωσε την 3267/201 5 απόφαση του. με την οποία έταξε όσα αναφέρονται σ' αυτήν.
Την απόφαση αυτή (3267/201 5), ανέκοψαν οι ανακόπτοντες, με την από 27 Οκτωβρίου 2016 ανακοπή τους, προς το Εφετείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 18/2016.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 Κ.Πολ.Δ., η ανακοπή κατά αποφάσεως που
έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε
καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νομίμως ή εμπροθέσμως ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης
βίας. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 502, 503 παρ. 1, 505, 509 Κ.Πολ.Δ.
αν η ανακοπή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και αν
πιθανολογείται ότι είναι βάσιμος ο λόγος που προτάθηκε, τότε το δικαστήριο
εξαφανίζει την ερήμην απόφαση, διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο και αμέσως
προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέλθουν στην κατάσταση
που υπήρχε πριν από την απόφαση που εξαφανίστηκε. Περαιτέρω,
το ελάττωμα της κλήτευσης ή ύπαρξη του περιστατικού ανώτερης βίας, που
προκάλεσαν την ερημοδικία του ανακόπτοντος, θα διαγνωσθούν με βάση τα στοιχεία
που επικαλούνται και προσκομίζουν προαποδεικτικώς οι διάδικοι (Μ.Μαργαρίτης, στην
Κατ’ αρθρο Ερμηνεία του Κ.Πολ.Δ, στον Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, σελ. 897
με τις εκεί παραπομπές στη θωρία και νομολογία).
Η κρινόμενη ανακοπή ερημοδικίας
στρέφεται κατά της 3267/2015 οριστικής απόφασης αυτού του δικαστηρίου, η οποία
εκδόθηκε ερήμην των ανακοπτόντων - εφεσιβλήτων και με την οποία έγινε δεκτή
έφεση των καθ'ων η ανακοπή - εκκαλούντων κατά της 91/2004 οριστικής απόφασης
του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε αγωγή για την επιδίκαση
αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας σε βάρος των ήδη καθ'ων η ανακοπή. Η ανακοπή αυτή
ασκήθηκε εμπρόθεσμα (κοινοποίηση ανακοπτόμενης αποφάσεως στις
13-10-2016, κατάθεση ανακοπής στις 27-10-2016) και νομότυπα
αφού, όπως προκύπτει από την 18/2016 πράξη της γραμματέως του δικαστηρίου
τούτου, που συντάχθηκε κάτω από την ανακοπή, προκαταβλήθηκε κατά την κατάθεση
της από έκαστο των ανακοπτόντων το παράβολο των 270 ευρώ που όρισε σε βάρος
τους η ανακοπτόμενη απόφαση. Επομένως, πρέπει η ανακοπή να γίνει τυπικά δεκτή
και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των
λόγων της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των
άρθρων 126 παρ. 1 στοιχ. α', 127 παρ. 1, 128 παρ. 1 εδ. α', 2 και 139 του ΚΠολΔ
συνάγεται, πλην άλλων, ότι στην περίπτωση επίδοσης δικογράφου σε (φυσικό)
πρόσωπο πρέπει να παραδίδεται τούτο προσωπικά σε εκείνον, στον οποίο απευθύνεται
το έγγραφο, στον τόπο της κατοικίας του. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 51 ΑΚ, κατοικία είναι
ο τόπος, όπου το πρόσωπο έχει την κύρια και μόνιμη εγκατάστασή του, ο τόπος
δηλαδή, που έχει καταστεί σύμφωνα με τη βούλησή του το σταθερό κέντρο των
βιοτικών του εν γένει σχέσεων και καθίσταται έτσι στοιχείο εξατομίκευσής του. Η
κατοικία διατηρείται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 52 ΑΚ , ωσότου αποκτηθεί
νέα (Γεωργιάδη - Σταθόπουλου Ερμ. ΑΚ Τος 1, σελ. 87). Η έκθεση επίδοσης αποτελεί δημόσιο έγγραφο, αφού
συντάσσεται από δημόσιο όργανο, δηλαδή το δικαστικό επιμελητή (άρθρο 438 του
Κ.Πολ.Δ) και άρα έχει την αποδεικτική ισχύ δημοσίου εγγράφου. Συνεπώς, σύμφωνα
με το άρθρο 440 του Κ.Πολ.Δ παράγει πλήρη απόδειξη ως προς τα γεγονότα, την
αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, για να
διενεργήσει νομότυπη επίδοση. Επιτρέπεται, όμως,
ανταπόδειξη, το βάρος της οποίας φέρει εκείνος, που αμφισβητεί την αλήθειά τους
σύμφωνα με το άρθρο 338 του Κ.Πολ.Δ. Συνακόλουθα, η έκθεση επίδοσης δεν είναι
το αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο για τη βεβαίωση, που περιέχει, ότι η κατοικία,
όπου παραδόθηκε ή θυροκολλήθηκε το έγγραφο είναι πράγματι του παραλήπτη και άρα
για το γεγονός αυτό χωρεί ανταπόδειξη με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με
μάρτυρες (ΑΠ 350/2013, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1679/1995, ΕλΔνη 98, 352, ΕφΠειρ. 298/2012,
ΝΟΜΟΣ, όπου παραπομπές σε νομολογία, Ορφανίδης Κατ’ άρθρο Ερμηνεία του Κ.Πολ.Δ, στον
Κεραμέα-Κονδύλη-Νίκα, σελ. 327).
Με το μοναδικό λόγο της ανακοπής εκθέτουν
οι ανακόπτοντες, ότι στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη απόφαση
δεν κλήθηκαν νόμιμα. Ειδικότερα, επικαλούνται, ότι στις 5-9-2014, που επιδόθηκε
η κλήση για συζήτηση της έφεσης κατά της με αριθμό 91/2004 απόφασης του
Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας (εφεσης) εκδόθηκε η 3267/2015
απόφαση του παρόντος δικαστηρίου ερήμην των εφεσιβλήτων και ήδη ανακοπτόντων,
δεν κατοικούσαν στην οδό …………., στο ………, αλλά στην οδό …………….., στο ………………... Ο
λόγος αυτός είναι νόμιμος, στηρίζεται στο άρθρο 501 του Κ.Πολ.Δ και πρέπει να
διερευνηθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν. Από την εκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα,
που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου και διαλαμβάνεται
στα ταυτάριθμα πρακτικά και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται
και προσκομίζουν οι διάδικοι, πιθανολογούνται τα ακόλουθα: Από την επισκόπηση
του περιεχομένου των με αριθμούς 2815Γ και 2816Γ/5-9-2014 εκθέσεων επίδοσης του
δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ……………., προκύπτει, ότι ακριβές
αντίγραφο της από 18-6-2014 κλήσης για συζήτηση της έφεσης των
εκκαλούντων-καθ'ων η ανακοπή για τη δικάσιμο της 2-4-2015 επιδόθηκε στους
εφεσίβλητους - ανακόπτοντες με θυροκόλληση στην κατοικία τους, η οποία, όπως
βεβαιώνει ο ως άνω δικαστικός επιμελητής βρισκόταν στην οδό ………………, στο ………….
Πιθανολογείται, όμως, ότι κατά το χρόνο της επίδοσης οι διάδικοι, οι οποίοι
είναι σύζυγοι, δεν κατοικούσαν στην παραπάνω διεύθυνση, αλλά ότι ήδη από το
έτος 2002 και μέχρι τον παραπάνω χρόνο η μόνιμη κατοικία τους βρισκόταν σε
διαμέρισμα επί της οδού …….. , στο ……………, το οποίο είχαν μισθώσει. Κατά το έτος
2006 η δεύτερη ανακόπτουσα απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα το εν λόγω διαμέρισμα
δυνάμει του με αριθμό 8127/5-1-2006 συμβολαίου, που συνέταξε η συμβολαιογράφος ……………,
………….., ουδόλως δε προκύπτει, ότι μεταγενέστερα αποξενώθηκε από αυτήν.
Πιθανολογείται, επομένως, ότι οι ανακόπτοντες δεν κλητεύθηκαν νόμιμα, για να
παραστούν κατά τη δικάσιμο της 2-4-
2015, που συζητήθηκε η έφεση των καθ'ων η ανακοπή - εκκαλούντων κατά της με
αριθμό 91/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αποτέλεσμα να
δικαστούν ερήμην. Σημειώνεται, ότι δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός των καθ'ων η ανακοπή, ότι
σύμφωνα με την νομική επιταγή του άρθρου
119 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. οι ανακόπτοντες όφειλαν να τους ενημερώσουν για την
μετέπειτα μεταβολή της διεύθυνσης της κατοικίας τους, δοθέντος ότι τα χρονικά
όρια αναφοράς της μεταβολής εκτείνονται ως την εκφορά δικαιοδοτικής κρίσης στο
συγκεκριμένο δικαιοδοτικό βαθμό. Εν προκειμένω, όμως, μετά την έκδοση της με
αριθμό 91/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,
καταργήθηκε η εκκρεμοδικία. Πρέπει, συνεπώς, εφόσον το δικαστήριο πιθανολογεί την
ουσιαστική βασιμότητα του λόγου της ανακοπής, να γίνει δεκτή η τελευταία ως και
κατ’ ουσία βάσιμη, να εξαφανιστεί η
ανακοπτόμενη απόφαση του δικαστηρίου τούτου, να διαταχθεί η επιστροφή του
παραβόλου στους ανακόπτοντες και να προχωρήσει το δικαστήριο στην εξέταση της
διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέλθουν στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την
ανακοπείσα και εξαφανισθείσα απόφαση (άρθρο 509 του Κ.Πολ.Δ).
Η υπό κρίση έφεση των εναγόντων
κατά της 91/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που
εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί
νομότυπα και εμπρόθεσμα, πριν από την επίδοση της εκκαλουμένης. Επομένως πρέπει
να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί κατά την ίδια διαδικασία ως προς το
παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 περ. β, 516
παρ. 1, 517, 518 παρ.2, 522 και 533 ΚΠολΔ)...