Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

ΥΠ' ΑΡΙΘΜΟ 1/2018 ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ ΛΑΥΡΙΟΥ: ΕΠΙ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΟΠΟΥ ΖΗΤΕΙΤΑΙ Η ΕΠΙΔΙΚΑΣΗ ΜΙΣΘΩΝ ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΕΝΟΜΕΝΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΞΑΡΤΗΜΕΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΄ΜΗ ΣΕ ΙΣΧΥ ΤΗΣ ΕΝΝΟΜΗΣ ΣΧΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ , Η ΚΑΘ' ΥΛΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΗΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΚΑΠΛΆΣΙΟ ΤΩΝ ΜΙΣΘΩΝ ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑΣ ΕΝΟΣ (1) ΕΤΟΥΣ

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΥΡΙΟΥ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
 ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ 
ΑΡΙΘΜΟΣ ΦΑΚΕΛΟΥ: 4/2017
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ I /2018 
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΥΡΙΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την δόκιμη Ειρηνοδίκη Λαυρίου Μαρία Μαντζουρανάκη και από τη Γραμματέα Γερασιμούλα Λασκαράτου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 24 Νοεμβρίου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ............... του ................, κατοίκου ............., ........., με ΑΦΜ ........................, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας του δικηγόρου, Δήμητρας Κολογιάννη (ΑΜ/ΔΣΑ 31522).
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ................ του ........, κατοίκου ................, ......, με ΑΦΜ ......., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, Εμμανουήλ Τσαλικίδη (ΑΜ/ΔΣΑ 14925).
Ο ενάγων ζήτησε να γίνει δεκτή η από 10-4-2017 με αριθμό κατάθεσης 4/11- 4-2017 αγωγή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 16- 10-2017, οπότε και αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά του οικείου πινακίου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 7, 10, 14 §§ 1 στοιχ. & και 2 και 16 αριθ. 2 του ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι αγωγές που ασκούνται και αφορούν διαφορές από την παροχή εξαρτημένης εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία από την εφαρμογή αυτής των εργαζομένων ή των διαδόχων τους ή των κατά νόμο δικαιουμένων από την παροχή της εργασίας τους και των εργοδοτών ή των διαδόχων αυτών, υπάγονται στην αρμοδιότητα του μεν Ειρηνοδικείου, όταν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς δεν υπερβαίνει τα 20.000 ευρώ, του δε Μονομελούς Πρωτοδικείου εάν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό αυτό (20.000 ευρώ). Περαιτέρω από το συνδυασμό των άρθρων 7, 9 και 11 αριθ. 7 του αυτού Κώδικα, σαφώς προκύπτει ότι για την εκτίμηση του αντικειμένου της διαφοράς λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της αγωγής, ως τέτοιου νοουμένου, κατά την αληθή του πρώτου των άρθρων τούτων έννοια, όχι μόνο του στο αιτητικό της αγωγής αναφερομένου, αλλά και του ...συναγομένου από το ιστορικό αυτής, εκτός αν αντικείμενο της διαφοράς είναι, κατά τα από το ιστορικό και το αιτητικό της αγωγής προκύπτοντα, έννομη σχέση από την οποία πηγάζουν περιοδικές παροχές, ήτοι παροχές, οι οποίες, ανεξαρτήτως αν απορρέουν από σύμβαση ή από αδίκημα ή από το νόμο, έχουν εκ των προτέρων καθορισμένο περιεχόμενο, επαναλαμβάνονται καθ' ορισμένα χρονικά διαστήματα και δεν εξαρτώνται, ως προς τη γένεσή τους και την ύπαρξη τους από αίρεση, αλλά καθίστανται απαιτητές με μόνη την παρέλευση του τεταγμένου από το νόμο ή τη βούληση των συμβληθέντων χρόνου, οπότε η αξία του αντικειμένου καθορίζεται από την αξία του δεκαπλασίου μεν της ετήσιας παροχής, εάν η επέλευση του γεγονότος από το οποίο εξαρτάται η παύση αυτής είναι βέβαιη, αβέβαιος όμως ο χρόνος αυτής, το εικοσαπλάσιο δε της ετήσιας παροχής επί απεριόριστης διάρκειας αυτής. Τέτοιες δε περιοδικές παροχές είναι ο μισθός υπερημερίας, διότι αυτές απορρέουν από την έννομη σχέση της συμβάσεως εργασίας, έχουν εκ των προτέρων καθορισμένο το ύφος τους, οφείλονται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα και δεν εξαρτώνται από αίρεση. Απ' αυτά παρέπεται ότι, όταν με την αγωγή ζητούνται μισθοί υπερημερίας και στο ιστορικό αυτής αναφέρεται ότι η αμφισβήτηση των διαδίκων υφίσταται για την εγκυρότητα της γενομένης καταγγελίας της συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας και επομένως και για την διατήρηση ή μη σε ισχύ της έννομης σχέσεως της συμβάσεως εργασίας μετά την καταγγελία αυτή, αντικείμενο της αγωγής αυτής είναι όχι μόνο το αιτούμενο ποσό των μισθών υπερημερίας, αλλά και η παρεμπίπτουσα αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως και συνεπώς της διατηρήσεως σε ισχύ της έννομης σχέσης της συμβάσεως μετά την καταγγελία αυτή, έστω και αν, ρητώς, δεν διατυπώνεται στο αιτητικό της αγωγής το αίτημα αυτό. Στην περίπτωση λοιπόν αυτή, αν το δεκαπλάσιο των μισθών υπερημερίας ενός έτους υπερβαίνει τα 20.000 ευρώ, αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο (ΟλΑΠ 5/2001 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ/2001, Δ/ΝΗ/2001 (378), ΔΙΚΗ/2001 (698), ΕΔΚΑ/2001 (596), ΕΕΡΓΔ/2001 (315), ΑΠ 1241/1977 ΝοΒ 26.1033, ΑΠ 1173/1976 ΝοΒ 25.707, ΑΠ 204/1977 ΝοΒ 25.1168 ad hoc ΝΟΜΟΣ ΕφΑθ 8164/2005 και ΕιρΡοδ 8/2008 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ). Επιπροσθέτως, από τη νομολογία γίνεται δεκτό ότι αν με την αγωγή ζητείται η επιδίκαση μισθών υπερημερίας ή επιδομάτων και η αναγνώριση της ύπαρξης της έννομης σχέσης (σύμβασης εργασίας, ακυρότητα καταγγελίας της σύμβασης), η αρμοδιότητα θα κριθεί σύμφωνα με το άρθρο 11 αριθμ. 7 ΚΠολΔ (βλ. Ντάσιου Εργατ.Δ.σ.268 επ., Στ. Βλαστός, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Εκδοση 2005, σελ 1459 επ.). Εξάλλου, η καθ' ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου ανήκει στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, αφορά τη δημόσια τάξη και ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 51/2004 ΝΟΜΟΣ). Κρίσιμος χρόνος δε για το χαρακτηρισμό του καθ' ύλην αρμόδιου δικαστηρίου είναι αποκλειστικά ο χρόνος άσκησης της αγωγής, ενώ το δικαστήριο που είναι αναρμόδιο προσδιορίζει το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο και παραπέμπει σε αυτό την υπόθεση (άρθρο 46 ΚΠολΔ). Η απόφαση περί παραπομπής είναι οριστική, αφού απεκδύεται το δικαστήριο που την  εξέδωσε από κάθε εξουσία του σχετική με την υπόθεση (βλ. Κ. Κεραμέα, Αστικό J Δικονομικό Δίκαιο. Εκδοση 1986. παρ. 45, σελ. 82-84).  ...

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός  αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. 
Με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων ιστορεί ότι στις 23-6-2016 ξεκίνησε να εργάζεται ως πωλητής - ιδιωτικός υπάλληλος στην επιχείρηση ........... (κατάστημα εμπορίας ζώων, ζωοτροφών, φυτών, λιπασμάτων κλπ), που διατηρεί ο εναγόμενος στη ........., επί της ..............., χωρίς να έχει συναφθεί σύμβαση εργασίας και επομένως χωρίς να υφίσταται ασφαλιστική κάλυψη. Ότι εργαζόταν για έξι ημέρες την εβδομάδα και το ωράριο του ήταν 8:45 18:30, πληρωνόταν δε στο τέλος κάθε βάρδιας με το ποσό των 30,00€. Ότι μετά από πολλές προσπάθειές του και διαμαρτυρίες του, υπεγράφη την 7-7-2016 σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης, σύμφωνα με την οποία εργαζόταν δύο (2) ημέρες την εβδομάδα από πέντε (5) ώρες την ημέρα, ενώ εκείνος συνέχιζε να δουλεύει ακριβώς όπως και όταν πραγματικά προσελήφθη από τον αντίδικο, δηλαδή 6 ήμερες την εβδομάδα και 8:45 - 18:30 ημερησίως. Ότι από την 1-8-2016 έως και την 5-9-2016 λόγο των καλοκαιρινών διακοπών και της αυξημένης κίνησης που παρουσίασε η επιχείρηση, εργαζόταν καθημερινά, από τις 8:45 έως τις 19:15, δηλαδή περίπου δέκα (10) ώρες, και ο εναγόμενος για το χρονικό διάστημα αυτό, του έδινε ως μεροκάματο το ποσό των 35 ευρώ. Ότι δεδομένων των αναγκών της επιχείρησης και της μη δυνατότητας ενός και μόνο εργαζομένου να ανταποκριθεί σε αυτές, πρότεινε στον εναγόμενο, να προσλάβει ένα ακόμη άτομο, έστω μερικής απασχόλησης, για την σωστή λειτουργία της επιχείρησης και για να μπορεί και εκείνος να αποδώσει καλύτερα στις απαιτήσεις της δουλειάς του. Ότι πράγματι ο εναγόμενος προσέλαβε το μήνα Σεπτέμβριο 2017 τον ..............., ο οποίος εργαζόταν, από το πέρας του δικού του ωραρίου έως και το κλείσιμο του μαγαζιού. Ότι μετά την πρόσληψη αυτή, εργαζόταν πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα από 8:45 - 18:00 κάθε μέρα. Ότι την 29-12-2016 δεν κατάφερε να πάει στη δουλειά, λόγω της αυξημένης χιονόπτωσης που σημειώθηκε στην περιοχή και ειδοποίησε τον εναγόμενο, ότι αν και είχε ξεκινήσει από το .............. που μένει να πάει για δουλειά στη .........., αυτό ήταν αδύνατο, καθώς ο δρόμος δεν ήταν ανοιχτός. Ότι από τη νέα χρονιά, ο εναγόμενος προχώρησε χωρίς να ενημερώσει ούτε τον ενάγοντα ούτε τον συνάδελφο του, στην πρόσληψη νέου ατόμου, και όλως αυθαιρέτως και πάλι, μείωσε τις ημέρες και τις ώρες εργασίας του, με αποτέλεσμα πλέον να εργάζεται τέσσερις (4) φορές την εβδομάδα από έξι (6) ώρες και να λαμβάνει ημερομίσθιο 20,00 ευρώ. Δηλαδή ο μισθός του πλέον ανήρχετο στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ το μήνα, έναντι των επτακοσίων που λάμβανε όσο εργαζόταν με το προηγούμενο καθεστώς. Ότι την 20η Ιανουαρίου 2017, επισκέφτηκε το γραφείο του εναγομένου, ώστε να αιτηθεί έτι μία φορά να υπογραφεί μία σύμβαση εργασίας, που θα αποτυπώνει την πραγματική του απασχόληση και ο εναγόμενος, με ιδιαίτερα έντονο και απαξιωτικό ύφος, αρνήθηκε να κάνει οποιαδήποτε συζήτηση μαζί του, από κοινού δε με τη σύζυγο του τον απαξίωσαν με αποτέλεσμα να σημειωθεί ένα φραστικό επεισόδιο εις βάρος του. Ότι την επόμενη ημέρα, Σάββατο, πήγε στο κατάστημα να εργαστεί και ο εναγόμενος του είπε να φύγει και ότι έχει δρομολογηθεί ήδη η απόλυσή του. Ότι την 7-2-2017 προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, και κατόπιν καταγγελίας του, η μεταξύ τους διαφορά συζητήθηκε την 22-2-2017, ενώ στις 8-2-2017 προσέφυγε και στον ΟΑΕΔ, ώστε να εγγραφεί στο Μητρώο Ανέργων και να αιτηθεί την καταβολή επιδόματος ανεργίας, οπότε ενημερώθηκε από τον υπάλληλο στον οποίο απευθύνθηκε, ότι ο εναγόμενος είχε ήδη αναγγείλει την 19-1-2017 τη δήθεν οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία του. Ότι για τους ανωτέρω λόγους η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, χωρίς να τηρηθεί έγγραφος τύπος και χωρίς να καταβληθεί οιαδήποτε αποζημίωση είναι άκυρη, παράνομη και καταχρηστική και επομένως ότι μετά την ως άνω άκυρη καταγγελία ο εναγόμενος κατέστη από την 21-01-2017 υπερήμερος ως προς την αποδοχή των προσηκόντως προσφερομένων υπηρεσιών του. Για τους λόγους αυτούς, με την υπό κρίση αγωγή, αιτείται α) να κριθεί άκυρη η απόλυσή του ως παράνομη και καταχρηστική, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τον απασχολεί και να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του, από 21-1-2017, καταβάλλοντος τις νόμιμες αποδοχές του, οι οποίες ανέρχονται στο καθαρό ποσό των 350€ μηνιαίως, γ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των χιλίων τετρακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και δέκα λεπτών (1.485,10€) ως δεδουλευμένες αποδοχές, δ) το ποσό των τριών χιλιάδων οχτακοσίων πενήντα ευρώ (3.850C) ως μισθούς υπερημερίας, ε) το ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000C) ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη και συνολικά το ποσό των δέκα χιλιάδων τριακοσίων τριάντα πέντε ευρώ και δέκα λεπτών (1.485,10 δεδουλευμένες αποδοχές + 3.850 μισθοί υπερημερίας + 5.000 αποζημίωση ηθικής βλάβης = 10.335,10€), νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, για την αιτία που ανωτέρω εκτίθεται. Αλλως και όλως επικουρικώς, σε περίπτωση που θεωρηθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας του, αιτείται να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 1.485,10€ ως δεδουλευμένες αποδοχές και το ποσό των 3.850C ως μισθούς υπερημερίας και το ποσό των 5.000C ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη και συνολικά το ποσό των δέκα χιλιάδων τριακοσίων τριάντα πέντε ευρώ και δέκα λεπτών (1.485,10 δεδουλευμένες αποδοχές + 3.850 μισθοί υπερημερίας + 5.000 αποζημίωση ηθικής βλάβης = 10.335,10 €), νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, για την αιτία που ανωτέρω εκτίθεται, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Τέλος αιτείται να κηρυχθεί η απόφαση τπροσωρινά εκτελεστή, ως προς το καταψηφιστικό μέρος του διατακτικού της. Στη συνέχεια ο ενάγων, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, καθώς και με το δικόγραφο των προτάσεών του, κατ' άρθρα 223 και 295 ΚπολΔ, περιόρισε το ως άνω ποσό των 3.850C που αιτείτο να του καταβληθεί για μισθούς υπερημερίας στο ποσό των 938€, για το χρονικό διάστημα από 20-1-2017 έως 8-4-2017, οπότε ξεκίνησε να εργάζεται σε άλλον εργοδότη, και επομένως το συνολικά αιτούμενο ποσό από αυτό των 10.335.10€ σε αυτό των 7.423,10€, οπότε ως προς το επιπλέον αρχικά αιτούμενο ποσό, η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα, λόγω της μερικής παραίτησης από το δικόγραφο αυτής.
Στην προκειμένη αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο, όπου ζητούνται αποδοχές υπερημερίας και στο ιστορικό αυτής αναφέρεται ότι υφίσταται αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων για την εγκυρότητα της γενομένης καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως, καθώς ο μεν ενάγων ισχυρίζεται ότι έλαβε χώρα άκυρη και παράνομη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του η οποία εξακολουθεί να είναι ενεργής, ο δε εναγόμενος ότι έλαβε χώρα οικειοθελής αποχώρηση άλλως παραίτηση του ενάγοντος και επομένως αντικείμενο της είναι και η παρεμπίπτουσα αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως και αμφισβήτηση της εξακολούθησης της έννομης σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου μετά την 21-1-2017 και, εφόσον, πέραν των άλλων αξιώσεων του ενάγοντος, μόνο το δεκαπλάσιο των μισθών του ενός έτους ανέρχεται, βάσει του αναφερόμενου μισθού του, των 350,00 ΕΥΡΩ, σε 42.000,00 ΕΥΡΩ (350ΕΥΡΩ Χ 12 μήνες Χ 10 = 42.000,00 ΕΥΡΩ) αρμόδιο καθ' ύλην προς εκδίκαση της αγωγής αυτής είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και όχι το παρόν Δικαστήριο. Ετσι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, το παρόν Δικαστήριο πρέπει να κηρυχθεί καθ' ύλην αναρμόδιο και να παραπέμψει την υπόθεση για κατ' ουσίαν εκδίκαση στο καθ' ύλη αρμόδιο Δικαστήριο, ήτοι στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Τέλος, να πρέπει να καταδικασθεί ο ενάγων στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου, κατόπιν σχετικού αιτήματος του (άρθρο 176 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η απόφαση που παραπέμπει υπόθεση σε άλλο Δικαστήριο αρμόδιο είναι οριστική κατά την κρατούσα στη Νομολογία άποφη (ΕΑ, 2339/82 ΕλΔ 23.397).
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο, ήτοι στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ενάγοντα στη δικαστική δαπάνης του εναγομένου την οποία ορίζει στο ποσό των εκατόν ογδόντα πέντε (185,00) ΕΥΡΟ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στο Λαύριο την 8η Ιανουαρίου 2018 χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η Ειρηνοδίκης                          Η Γραμματέας