Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

ΥΠ' ΑΡΙΘΜΟ 516/2018 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ: 1) ΔΕΝ ΣΥΝΤΡΕΧΕΙ ΛΟΓΟΣ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗ ΠΟΥ ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΑΝΑΚΟΠΗΣ ΚΑΤ' ΑΥΤΗΣ, 2) ΜΗ ΝΟΜΙΜΟΣ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΦΕΣΗΣ ΛΟΓΩ ΜΗ ΤΗΡΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΗΚΟΥΣΑΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΣΥΝΟΔΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΑ- ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΦΑΡΜΟΖΕΙ ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΗΚΟΥΣΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ, 3) ΕΠΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΞΙΩΣΕΩΝ ΤΟΠΟΣ ΕΚΠΛΗΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΟΙΚΙΑ Ή Η ΕΔΡΑ ΤΟΥ ΔΑΝΕΙΣΤΗ. Ο ΔΑΝΕΙΣΤΗΣ , ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΈΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ, ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΕΙ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΩΝ ΤΟΠΙΚΑ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ, 4) ΝΟΜΙΜΗ Η ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΝΠΔΔ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΑΠΟ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ (ΠΡΟΣΟΧΗ: ΑΠΟ 1.1.2016 Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟΡΡΕΟΥΣΕΣ ΑΠΟ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΗΚΕ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΆΡΘΡΟΥ 623 ΚΠΟΛΔ), 5) ΔΕΝ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΞΟΔΩΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΝΠΔΔ, ΟΤΑΝ ΜΑΛΙΣΤΑ ΔΕΝ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΔΕΝ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΟΥΤΕ ΜΕΙΩΜΕΝΗ ΕΠΙΔΙΚΑΣΗ ΤΟΥΣ, 6) ΟΙ ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΣΤΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΠΩΛΗΣΗΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΝ ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΕΤΣΙ ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΝΟΜΙΜΗ Η ΒΑΣΕΙ ΤΩΝ ΤΙΜΟΛΟΓΙΩΝ ΑΥΤΩΝ ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ, ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΕ Η ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΤΩΝ ΠΡΟΪΌΝΤΩΝ ΑΥΤΩΝ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΠΌ ΤΑ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΕΝΑ ΠΡΩΤΟΚΟΛΑ ΠΟΙΟΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΛΑΒΗΣ, ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΠΙΣΗΣ ΝΟΜΙΜΑ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ Η ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 
ΤΜΗΜΑ ΕΦΕΣΕΩΝ 
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
516/2018
   ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ελένη Κατσαδήμα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου, και από τον Γραμματέα Ολύμπιο Τριαντάφυλλου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 27 Ιανουαρίου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος - εκκαλούντος - ανακόπτοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Γεώργιος Γεννηματάς», το οποίο εδρεύει στην Αθήνα, λεωφόρος Μεσογείων αριθμός 154, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτού και το οποίο εκπροσώπησε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ η πληρεξούσια Δικηγόρος του Μαρία Αντωνοπούλου.
Της καθ' ης η κλήση - εφεσίβλητης - καθ' ης η ανακοπή: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΥΡΟΜΑΡΤ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ, ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και με τον διακριτικό τίτλο «ΕΥΡΟΜΑΡΤ Α.Ε.», η οποία εδρεύει στον Γέρακα Αττικής, οδός Καβάφη και Καρκαβίτσα αριθμός 01, η οποία εκπροσωπείται νομίμως, με Α.Φ.Μ. 094284004, και η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου Δικηγόρου της Εμμανουήλ Τσαλικίδη.


Το ανακόπτον και ήδη εκκαλούν άσκησε κατά της καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας την από 17.09.2012 ανακοπή του, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του προαναφερόμενου Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης 215/18.09.2012 κατά της υπ' αριθμόν 1115/2012 διαταγής πληρωμής της Ειρηνοδίκη Κρωπίας. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων η υπ' αριθμόν 457/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή και επικυρώθηκε η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής. Κατά της προρρηθείσης απόφασης το ανακόπτον και ήδη εκκαλούν κατέθεσε στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Κρωπίας την από 08.08.2013 και υπ' αριθμόν κατάθεσης 71/09.08.2013 ένδικη έφεσή του, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με την επιμέλεια του ιδίου στις 09.08.2013 με γενικό αριθμό κατάθεσης 110668/09.08.2013 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1738/09.08.2013 καί η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε αρχικώς για τη δικάσιμο της 13.05.2016, οπότε και ματαιώθηκε. Ήδη, η ανωτέρω έφεση εισάγεται προς συζήτηση με την ένδικη από 23.09.2016 και υπ' αριθμούς κατάθεσης 57996/2621/28.09.2016 κλήση του καλούντος - εκκαλούντος, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο και η οποία ενεγράφη στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά από την εκφώνησή της με τη σειρά της από το πινάκιο παραστάθηκε στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις κατατεθείσες προτάσεις του. Η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος κατέθεσε μονομερή δήλωση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
 ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ 

Η κρινόμενη από 08.08.2013 έφεση, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Κρωπίας στις 09.08.2013 με αριθμό κατάθεσης 71/09.08.2013, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με την επιμέλεια του εκκαλούντος στις 09.08.2013 με γενικό αριθμό κατάθεσης 110668/09.08.2013 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1738/09.08.2013, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε αρχικώς για τη δικάσιμο της 13.05.2016, οπότε και ματαιώθηκε και η οποία εισάγεται προς συζήτηση με την επιμέλεια του εκκαλούντος με την ένδικη από 23.09.2016 και υπ' αριθμούς κατάθεσης 57996/2621/28.09.2016 κλήση του, κατά της υπ' αριθμόν 457/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων κατά τη διαδικασία των πιστωτικών τίτλων (άρθρα 637 επ. ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις από το εκκαλούν, το οποίο με την ιδιότητα του ανακόπτοντος ηττήθηκε στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 495, 499, 511, 513 παρ. 1 β, 516, 517, 520 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών από τη δημοσίευση της απόφασης (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης σε αυτούς, ούτε προκύπτει το αντίθετο από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας. Ως εκ τούτου, η υπό κρίση έφεση φέρεται νόμιμα προς συζήτηση στο παρόν Δικαστήριο (άρθρα 17 Α, 511, 513 παρ. 2, 518 παρ. 2), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) εφαρμοζόμενης της προσήκουσας τακτικής διαδικασίας, η οποία κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο, ως δευτεροβάθμιο, αυτεπαγγέλτως, χωρίς να έχει επίδραση η διαδικασία που εφαρμόσθηκε εσφαλμένα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (ΟλΑΠ 1482/1977 ΝοΒ 26.1195, ΑΠ 146/1995 Ε.Ε.Ν. 1996.154, ΕφΠειρ 192/2010, ΕφΠατρ 318/2004, δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος).
Με την από 17.09.2012 και με αριθμό κατάθεσης 215/18.09.2012 ανακοπή ...
ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, το ανακόπτον και ήδη εκκαλούν ζητούσε, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, να ακυρωθεί η υπ' αριθμόν 1115/2012 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Κρωπίας, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της από 01.06.2012 σχετικής αίτησης της καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης με βάση τα αναφερόμενα σε αυτήν τιμολόγια - δελτία αποστολής και με βάση τα αναφερόμενα σε αυτήν πρωτόκολλα παραλαβής, που εκδόθηκαν για τις αναφερόμενες μεταξύ των διαδίκων διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, και με την οποία το ίδιο διατάχθηκε να καταβάλει σε αυτήν το συνολικό ποσό των 18.436,21 ευρώ, καθώς και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδά του σε βάρος της καθ' ης η ανακοπή. Με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, απορρίφθηκε η ανακοπή, επικυρώθηκε η υπ' αριθμόν 1115/2012 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Κρωπίας και επιβλήθηκαν σε βάρος του ανακόπτοντος τα δικαστικά έξοδα της καθ' ης η ανακοπή ύψους 300 ευρώ. Κατά της ανωτέρω απόφασης παραπονείται το εκκαλούν με την κρινόμενη έφεσή του για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση αυτής, προκειμένου να γίνει δεκτή η ανακοπή του και να ακυρωθεί η προρρηθείσα διαταγή πληρωμής, καθώς και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδά του αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος της εφεσίβλητης.
Με τον πρώτο λόγο της κρινομένης έφεσης το εκκαλούν ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης εκθέτοντας ότι αυτή εκδόθηκε με πλημμελή και μη νόμιμη σύνθεση εξαιρετέου Δικαστή, δεδομένου ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συγκροτήθηκε από την ίδια Ειρηνοδίκη, η οποία εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την ανακοπή του διαταγή πληρωμής, με αποτέλεσμα η Ειρηνοδίκης να μη δικαιούτο να συμμετάσχει στην εκδίκαση της κρινόμενης διαφοράς, να υφίστατο λόγος εξαίρεσής της και να παραβιασθούν οι διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 1 περ. ε' και 55 ΚΓΊολΔ. Ο λόγος αυτός της έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον από τη διάταξη του άρθρου 52 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι λόγοι εξαίρεσης δικαστών ορίζονται περιοριστικώς σε αυτήν, σε αυτούς, δε, δεν περιλαμβάνεται η συμμετοχή του δικαστή στη σύνθεση του δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε απόφαση που έχει οποιαδήποτε συνάφεια προς την υπόθεση για την οποία προβάλλεται αιτίαση εξαίρεσης, του νόμου περιοριζομένου μόνο στην εξαίρεση του δικαστή ο οποίος μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη με έφεση ή αναίρεση απόφαση και καθόσον, εντεύθεν, το εν λόγω άρθρο δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση εκδίκασης ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (ΑΠ 931/2014, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, Βασιλείου Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, Ερμηνευτική - Νομολογιακή Ανάλυση, Τόμος Α', Αθήνα 1996, υπό το άρθρο 52, σελίδα 326, αριθμός 14).
Με τον δεύτερο λόγο της κρινομένης έφεσης το εκκαλούν ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης εκθέτοντας ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 208 - 465, 592 παρ. 2, 632 - 634 και 637 επ. ΚΠολΔ η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων των άρθρων 637 επ. ΚΠολΔ, καίτοι η διαφορά, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, δικάζεται, ως απορρέουσα από τιμολόγια, κατά την τακτική διαδικασία. Ο λόγος αυτός της έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον η διάταξη του άρθρου 632 ΚΠολΔ, ως προς την εφαρμοζόμενη κατά την εκδίκαση της ανακοπής διαδικασία είναι ατελής, ήτοι μη επαγόμενη δικονομική συνέπεια, ταυτοχρόνως, δε, το εκκαλούν δεν επικαλείται συγκεκριμένη και άλλως μη δυνάμενη να αποκατασταθεί βλάβη, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 159 παρ. 3 ΚΠολΔ και καθόσον, σύμφωνα με τα ως άνω εκτεθέντα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνει και εφαρμόζει την προσήκουσα διαδικασία αυτεπαγγέλτως, χωρίς να έχει επίδραση η διαδικασία που εφαρμόσθηκε εσφαλμένα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (ΟλΑΠ 1482/1977 ΝοΒ 26.1195, ΑΠ 146/1995 Ε.Ε.Ν. 1996.154, ΕφΠειρ 192/2010, ΕφΠατρ 318/2004, δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος).
Το άρθρο 33 του ΚΠολΔ ορίζει, εκτός άλλων, ότι διαφορές που αφορούν τα δικαιώματα που πηγάζουν από σύμβαση, μπορούν να εισαχθούν στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος όπου καταρτίστηκε η δικαιοπραξία ή όπου πρέπει να εκπληρωθεί η παροχή. Τόπος εκπλήρωσης της παροχής προς θεμελίωση της τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου νοείται ο κατά το ουσιαστικό δίκαιο τέτοιος τόπος, δηλαδή, κατά σειρά, εκείνος που προκύπτει ρητά, ή σιωπηρά από τη σύμβαση, αλλιώς εκείνος που συνάγεται από τις περιστάσεις και ιδίως από τη φύση της ενοχικής σχέσης, αλλιώς εκείνος που καθορίζεται από τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 320 - 322 ΑΚ. Έτσι, αν πρόκειται για χρηματική αξίωση από σύμβαση, ο τόπος εκπλήρωσης της υποχρέωσης του οφειλέτη - εναγομένου, με βάση την οποία προσδιορίζεται η δικαιοδοσία του δικαστηρίου, αν δεν προκύπτει από τη σύμβαση ρητά ή σιωπηρά ή από τις περιστάσεις και ιδίως από τη φύση της ενοχικής σχέσης, είναι εκείνος που έχει την κατοικία του ο δανειστής ή την έδρα του, αν είναι νομικό πρόσωπο, κατά τον χρόνο της καταβολής, εφ' όσον η απαίτηση προέρχεται από την άσκηση του επαγγέλματος του δανειστή (ΑΠ 786/2000 ΕλλΔνη 42.155, ΕφΑΘ 579/2000 ΕλλΔνη 41.809, ΕφΑΘ 1083/1990 ΕλλΔνη 33.607).
Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της κρινομένης έφεσης το εκκαλούν ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, εκθέτοντας ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τον λόγο της ανακοπής του περί ακύρωσης της διαταγής πληρωμής λόγω έκδοσής της από κατά τόπο αναρμόδιο Δικαστήριο, ότι το Ειρηνοδικείο Κρωπίας δεν ήταν κατά τόπο αρμόδιο για την έκδοση της ανακοτπόμενης διαταγής πληρωμής και ότι αρμόδιο δικαστήριο ετύγχανε αυτό του τόπου της γενικής δωσιδικίας του καθ' ου η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής - ανακοπτόντος και ήδη εκκαλούντος. Ο λόγος αυτός της έφεσης, καθώς και ο σχετικός λόγος ανακοπής, ο οποίος υποβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ο οποίος επαναφέρεται με τον προρρηθέντα λόγο έφεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τυγχάνουν απορριπτέοι ως μη νόμιμοι, καθόσον για την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά τόπο αρμόδιος είναι ο δικαστής του Δικαστηρίου της γενικής δωσιδικίας του καθ' ου η αίτηση οφειλέτη ή άλλης ειδικής δωσιδικίας, αλλά και του τόπου, όπου δικαιούται να εισπράξει την απαίτηση ο δανειστής και αιτών την έκδοση της διαταγής πληρωμής κατά το άρθρο 321 ΑΚ, όπερ συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση. Συνεπώς, το αρμόδιο δικαστήριο προσδιορίζεται από τον δανειστή, ο οποίος, μεταξύ των ενδεχομένως πολλών τοπικώς αρμοδίων δικαστηρίων, επιλέγει εκείνο από τον δικαστή, του οποίου ζητεί την έκδοση διαταγής πληρωμής και το οποίο καθίσταται ως εκ τούτου κατά τόπο αρμόδιο (βλ. σχετικώς Βασιλείου Βαθρακοκοίλη, ό.π., Τόμος Γ, Αθήνα 1995, υπό το άρθρο 625, σελίδα 823, αριθμός 3). Ειδικότερα, η αιτούσα την έκδοση διαταγής πληρωμής - καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθεί το καθ' ου η αίτηση - ανακόπτον και ήδη εκκαλούν να της καταβάλει το τίμημα για τις προς αυτό διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, ήτοι η ένδικη αξίωσή της είναι χρηματική. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στον ανωτέρω νομικό συλλογισμό, εφόσον δεν προκύπτει ειδική συμφωνία ότι η καταβολή του χρηματικού τιμήματος θα γινόταν στην έδρα του εκκαλούντος, ούτε αμφισβητήθηκε ότι ο τόπος έδρας της εφεσίβλητης και της επαγγελματικής της εγκατάστασης της είναι ο Γέρακας Αττικής και αφού δεν συνάγεται κάτι διαφορετικό από τη σύμβαση πώλησης, ούτε από τις περιστάσεις και τη φύση της ενοχικής σχέσης, ούτε, άλλωστε, το εκκαλούν επικαλείται τα ανωτέρω, το οφειλόμενο προς την αιτούσα την έκδοση διαταγής πληρωμής και ήδη εφεσίβλητη, ποσό τιμήματος ήταν καταβλητέο στην έδρα της.


Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 4 εδ. γ' του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 06.04.2001 Ψήφισμα της Τ Αναθεωρητικής Βουλής «οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος «Η διοίκηση είναι υποχρεωμένη να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει... Νόμος ορίζει αναγκαστικά μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης». Σε εκτέλεση της πρώτης από τις παραπάνω διατάξεις εκδόθηκε ο ν. 3068/2002, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι, το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται, χωρίς καθυστέρηση, προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις, κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου, είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και, ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει». Επακολούθησε ο ν. 3301/2004, με το άρθρο 20 του οποίου προστέθηκε στο άνω άρθρο 1 του ν. 3068/02 εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο, δεν είναι δικαστικές αποφάσεις, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ' - ζ' της παρ. 2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι κατά τα άρθρα 623 επ. του ιδίου Κώδικα εκδιδόμενες από τον αρμόδιο δικαστή διαταγές πληρωμής), πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων. Περαιτέρω, το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που, μαζί με το προαιρετικό Πρωτόκολλο του, κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997, και άρχισε να ισχύει για την Ελλάδα από 05.08.1997 (Ανακοίνωση Υπ. Εξωτ. Φ.0546/62/Α1/292/Μ.2870/ 7.5.1997), έχει δε υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, στο άρθρο 2 παρ. 3 αυτού ορίζει ότι: «Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο αναλαμβάνουν την υποχρέωση: α) να εγγυώνται ότι κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες, που αναγνωρίζονται στο παρόν Σύμφωνο, παραβιασθούν, θα έχει στη διάθεση του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και αν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητα τους, β) να εγγυώνται ότι η αρμόδια δικαστική, διοικητική, νομοθετική... αρχή ... θα αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, και θα προωθήσουν τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής, γ) να εγγυώνται την εκτέλεση, από τις αρμόδιες αρχές, κάθε απόφασης που θα έχει κάνει δεκτή τη σχετική προσφυγή». Εξάλλου, το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Συμφώνου ορίζει ότι: «Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεση του να δικαστεί από... δικαστήριο... το οποίο θα αποφασίσει ... και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα». Με τη διάταξη αυτή συμπορεύεται και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, που καθιερώνεται με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974), καθώς και με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Οι ως άνω διατάξεις δεν ιδρύουν μόνο διεθνή ευθύνη των συμβαλλομένων κρατών, αλλά έχουν άμεση εφαρμογή και υπερνομοθετική ισχύ, άρα θεμελιώνουν δικαιώματα υπέρ των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους. Οι διατάξεις αυτές εγγυώνται, όχι μόνο την ελεύθερη πρόσβαση σε δικαστήριο, αλλά και την πραγματική ικανοποίηση του δικαιώματος που επιδικάσθηκε από το δικαστήριο, δηλαδή το δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς την οποία η προσφυγή στο δραστήριο θα απέβαλλε την ουσιαστική αξία και χρησιμότητα της (Ολ. ΑΠ 21/2001). Από τις εκτεθείσες συνταγματικές διατάξεις και εκείνες του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και της ΕΣΔΑ σαφώς συνάγεται, ότι, προς επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, είναι αναγκαίο να συμπεριληφθούν στους τίτλους που μπορούν να εκτελεστούν κατά του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ και οι διαταγές πληρωμής, αφού, ναι μεν αυτές εκδίδονται από δικαστή, χωρίς προηγουμένως να ακουστεί και να αναπτύξει τις απόψεις του ο καθ' ου, μετά από εξέταση της συνδρομής των κατά νόμο προϋποθέσεων για την έκδοσή τους και όχι από συγκροτημένο πλήρως δικαστήριο, πλην όμως εξομοιώνονται λειτουργικώς με τις δικαστικές αποφάσεις, διότι αφ' ενός μεν επιλύουν διαφορές, αφ' ετέρου δε ανταποκρίνονται στα βασικά λειτουργικά γνωρίσματα της προβλεπόμενης από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι παρέχεται η δυνατότητα στον καθ' ου να ασκήσει ανακοπή και να προβάλει τους ισχυρισμούς του, τόσο ως προς τη μη συνδρομή του προϋποθέσεων έκδοσης της διαταγής πληρωμής, όσο και ως προς την απαίτηση. Από τα παραπάνω παρέπεται, ότι η ρύθμιση του άρθρου 20 ν. 3301/04 κατά την οποία δεν εκτελούνται οι αναφερόμενοι σε αυτήν εκτελεστοί τίτλοι, μεταξύ των οποίων και οι διαταγές πληρωμής, αντίκειται στις ειρημένες διατάξεις του Συντάγματος και των Διεθνών Συμφώνων (ΑΠ 431/2015, ΑΠ 369/2014 βλ. σχετ. και Ολ. ΑΠ 21/2001, ΑΠ 2347/2009) και επομένως είναι δυνατή η από τον αρμόδιο πολιτικό δικαστή (ειρηνοδίκη ή δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου) έκδοση διαταγής πληρωμής, συντρεχουσών των προς τούτο προϋποθέσεων εις βάρος του Δημοσίου, ΟΤΑ και Ν.Π.Δ.Δ. και αν ακόμη η υποκείμενη σχέση, από την οποία απορρέει η χρηματική απαίτηση προς πληρωμή, της οποίας ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όπως συμβαίνει επί διαφοράς από σύμβαση δημόσιου έργου (για άπαντα τα προαναφερόμενα βλ. σχετικώς ΑΠ 751/2017 δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, ΑΕΔ 18/2005, ΑΕΔ 23/90, ΑΠ 431/2015, ΑΠ 369/2004, ΑΠ 1264/11 ΑΠ 1965/2011).
Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της κρινομένης έφεσης το εκκαλούν ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, εκθέτοντας ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τον λόγο της ανακοπής του περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1 του Ν. 3068/2002, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 3301/2004 και το άρθρο 4ε παρ. 3 του Ν. 3388/2005, εσφαλμένα δέχθηκε ότι καλώς εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και εσφαλμένα δέχθηκε ότι το προαναφερόμενο άρθρο αντίκειται στο Σύνταγμα, καθόσον το ίδιο ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, έχει, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο, υποχρέωση να συμμορφώνεται μόνον προς τις δικαστικές αποφάσεις, στην έννοια των οποίων δεν υπάγεται η διαταγή πληρωμής, και καθόσον μεταξύ των αναφερομένων στο άρθρο 904 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτελεστών τίτλων, που υπάγονται στην απαγόρευση εκτέλεσης σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο, περιλαμβάνονται και οι διαταγές πληρωμής. Ο λόγος αυτός της έφεσης, καθώς και ο σχετικός λόγος ανακοπής, ο οποίος υποβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ο οποίος επαναφέρεται με τον προρρηθέντα λόγο έφεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην εκτεθείσα μείζονα σκέψη, με την παραπάνω κρίση της η προσβαλλομένη απόφαση προέβη σε ορθή ερμηνεία των προαναφερόμενων διατάξεων, δεχθείσα την αντισυνταγματικότητα της προβλεπομένης από το άρθρο 1 ν. 3068/2002, όπως αυτό ισχύει, απαγόρευσης εκτέλεσης σε βάρος των ΝΠΔΔ των διαταγών πληρωμής και συνακόλουθα την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος της αιτούσης - καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης για την έκδοσή της.

Με το όγδοο σκέλος του τρίτου λόγου της κρινομένης έφεσης το εκκαλούν ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, εκθέτοντας ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δέχθηκε ότι με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής ορθώς επιβλήθηκε σε βάρος του δικαστική δαπάνη. Ο λόγος αυτός της έφεσης, καθώς και ο σχετικός λόγος ανακοπής, ο οποίος υποβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ο οποίος επαναφέρεται με τον προρρηθέντα λόγο έφεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου πρέπει να απορριφθούν ως μη νόμιμοι, καθόσον από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 176 και 630 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν  εισάγεται εξαίρεση στην επιβολή των δικαστικών εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση είναι το καθ' ου η αίτηση - ανακόπτον και ήδη εκκαλούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, σημειουμένου, περαιτέρω, ότι δεδομένου ότι η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, τα δικαστικά έξοδα υπολογίζονται χωρίς τον υπολογισμό της μείωσης που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (ΑΠ 589/2015, ΑΠ 1382/2005 δημοσιευμένες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, ΑΠ 1617/1999 ΕλλΔνη 2000. 368).
Με τα τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο σκέλη του τρίτου λόγου της κρινομένης έφεσης, καθώς και με τον τέταρτο λόγο αυτής το εκκαλούν προβάλλει ότι από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε τους υποβληθέντες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου λόγους ανακοπής περί του ότι τα ένδικα τιμολόγια και τα πρωτόκολλα παραλαβής, βάσει των οποίων εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι ανυπόγραφα, δεν φέρουν υπογραφή του διοικητή ή του νόμιμου εκπροσώπου του ιδίου, αλλά ενδεχομένως τη μονογραφή τρίτων προσώπων χωρίς εξουσία εκπροσώπησής του, ότι τα ίδια δεν αναφέρουν την αξία των προς πώληση αγαθών, ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εσφαλμένα θεώρησε ότι έχει συναφθεί μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πώλησης και ότι εσφαλμένα η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής επιδίκασε σε βάρος του τόκους υπερημερίας. Οι προρρηθέντες λόγοι έφεσης είναι παραδεκτοί και νόμιμοι, στηριζόμενοι στις διατάξεις των άρθρων 340 επ., 361 και 513 επ. ΑΚ, 623 επ. ΚΠολΔ και πρέπει, συνεπώς, να εξετασθούν περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά τους.
Από την επανεκτίμηση όλων των εγγράφων, τα οποία προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική μνεία κατωτέρω χωρίς, όμως, να παραλειφθεί οιοδήποτε εξ αυτών για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και από τα οποία άλλα λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, οι οποίες συνάφθηκαν μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων του ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος και της καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης και δη κατόπιν πραγματοποίησης τηλεφωνικών παραγγελιών του πρώτου προς την τελευταία, η καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη πώλησε στο ανακότπον και ήδη εκκαλούν νοσοκομείο ιατρικά υλικά και ιατροτεχνολογικά προϊόντα για την κάλυψη των αναγκών του νοσοκομείου. Για τα πωληθέντα εμπορεύματα η πωλήτρια εταιρεία εξέδωσε τα αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης επί πιστώσει για το χρονικό διάστημα από τις 08.01.2009 έως 27.12.2011, απομένοντος ανεξόφλητου τιμήματος ύψους 18.436,21 ευρώ. Απαντα τα επίδικα τιμολόγια μετά των οικείων πρωτοκόλλων παραλαβής των φέρουν τις υπογραφές των προς τούτο εξουσιοδοτημένων και αρμοδίων για την παραλαβή τους υπαλλήλων του ήδη εκκαλούντος και δη των υπαλλήλων ................, .............. , .............., ............. και ..............., οι οποίοι έναντι των τρίτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ήδη εφεσίβλητη πωλήτρια εταιρεία, ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι και για λογαριασμό του ήδη εκκαλούντος ως αγοραστή. Προσθέτως, από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως πρωτόκολλα ποσοτικής και ποιοτικής παραλαβής των πωληθέντων προϊόντων, τα οποία εξέδωσε το ήδη εκκαλούν, προκύπτει ότι αυτά φέρουν τις υπογραφές των μελών της αρμόδιας προς τούτο επιτροπής παραλαβής του νοσοκομείου. Προσέτι, στα εν λόγω πρωτόκολλα αναφέρονται ειδικώς τα επίδικα τιμολόγια - δελτία αποστολής, τα πωληθέντα εμπορεύματα κατ' είδος και ποιότητα, καθώς επίσης και το τίμημα πώλησης αυτών. Η πωλήτρια εταιρεία, δε, εκπλήρωσε προσηκόντως τις απορρέουσες από τις ένδικες συμβάσεις πώλησης υποχρεώσεις της παραδίδοντας τα ιατρικά προϊόντα και το ήδη εκκαλούν νοσοκομείο παρέλαβε αυτά, όπως εκτέθηκε. Περαιτέρω, το αντικείμενο απασών των επίμαχων επί μέρους συμβάσεων πώλησης ήταν μικρότερο του ποσού των 2.500 ευρώ. Εντεύθεν, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε νομότυπα, ήτοι για την προειρημένη επίδικη χρηματική απαίτηση ύψους 18.436,21 ευρώ, η οποία είναι βεβαία, εκκαθαρισμένη και για οφειλόμενο ποσό, το οποίο προκύπτει από τα προρρηθέντα ιδιωτικά και δημόσια έγγραφα. Εξάλλου, έκαστο των επίδικων τιμολογίων εκδόθηκε με πίστωση του τιμήματος 60 ημερών από την έκδοση του
πρωτοκόλλου παραλαβής ενός εκάστου. Ως εκ τούτου, με ρητή συμφωνία των συμβαλλομένων διαδίκων ορίσθηκε σχετική δήλη ημέρα καταβολής του τιμήματος, με αποτέλεσμα να πρέπει να επιδικασθούν οι αναλογούντες για έκαστο εξ αυτών τόκοι υπερημερίας μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Συνεπώς, οι ως άνω περί του αντιθέτου λόγοι της κρινόμενης έφεσης τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν. Κατ' ακολουθίαν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την απόφαση του οποίου, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα απόφαση (βλ. σχετικώς Σαμουήλ, Η έφεση, ΣΤ' Έκδοση, Αθήνα 2009, σελίδα 443, αριθμός 1136), απορρίφθηκε η ανακοπή και επικυρώθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, ορθά τον νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς εξέταση, πρέπει η κρινομένη έφεση να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας να συμψηφισθούν καθ' ολοκληρίαν μεταξύ των διαδίκων κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων. Δέχεται τυπικά την έφεση και Απορρίπτει αυτήν κατ' ουσίαν. Συμψηφίζει όλα τα δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του, στην Αθήνα και σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση αυτού, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, στις