Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2023

1172/2023 ΑΠΟΦΑΣΗ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ: ΑΚΥΡΗ Η ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΑΠΟ ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΟΤΑΝ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΘΕΙ ΚΟΝΔΥΛΙΑ ΑΠΟ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΙΣΥΝΑΦΘΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΟΥΤΕ ΑΝΑΦΕΡΘΗΚΑΝ ΣΕ ΑΥΤΗΝ






ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ: 

 ΤΜΗΜΑ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

 

 

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 1172/2023

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 Αποτελούμενο από τον Δικαστή Ιωάννη Ναυπλιώτη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, και τη Γραμματέα Μαρία Ανδρώνη. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14.12.2021 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των ανακοπτόντων - ασκούντων προσθέτους λόγους ανακοπής: α) ………………, με Α.Φ.Μ. ……................, που εδρεύει στην .......... (.............) και εκπροσωπείται νόμιμα, β) .................α, με Α.Φ.Μ. .............., κατοίκου ............... (οδός ............), και γ) ........, με Α.Φ.Μ. ......, κατοίκου ...........), άπαντες οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Τσαλικίδη (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 14925).

 Της καθ’ ης η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Ανώνυμη Εταιρεία», με Α.Φ.Μ. 094014201, που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Αιόλου αρ. 86) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της .............. (Α.Μ. Δ.Σ.Α. ..............).

     Οι ανακόπτοντες - ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής ζητούν να γίνει δεκτή η από 09.03.2018 ανακοπή τους, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) 23581/2018 και ειδικό αριθμό κατάθεσης (Ε.Α.Κ.) 863/2018 και προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της ......., κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο. Επίσης, οι ανακόπτοντες - ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής ζητούν να γίνει δεκτός ο από 04.07.2018 πρόσθετος λόγος ανακοπής, ο οποίος κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) 68247/2018 και ειδικό αριθμό κατάθεσης (Ε.Α.Κ.) 2951/2018 και προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 02αε.04.2019, κατά την οποία η συζήτησή του αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο. Τέλος, οι ανακόπτοντες - ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής ζητούν να γίνουν δεκτοί οι από 17.11.2021 πρόσθετοι λόγοι ανακοπής, οι οποίοι κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) 94072/2021 και ειδικό αριθμό κατάθεσης (Ε.Α.Κ.) 5166/2021 και προσδιορίσθηκαν να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο της 07*κ. 12.2021, κατά την οποία η συζήτησή τους αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκαν στο πινάκιο.           Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.                 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

     I. Φέρονται προς συζήτηση: (α) η από 09.03.2018 και υπ’ αριθ. έκθεσης κατάθεσης 23581(Γ.Α.Κ.)/863(Ε.Α.Κ.)/2018 ανακοπή, με την οποία ζητείται να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. 1642/2018 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να κηρυχθεί άκυρη η από 07.03.2018 επιταγή προς εκτέλεση που έχει συνταχθεί κάτω από το ακριβές αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, (β) το από 04.07.2018 και υπ’ αριθ. έκθεσης κατάθεσης 68247(Γ.Α.Κ.)/2951(Ε.Α.Κ.)/2018 δικόγραφο πρόσθετου λόγου ανακοπής, με το οποίο ζητείται να ακυρωθεί η ανωτέρω διαταγή πληρωμής και να κηρυχθεί άκυρη η ανωτέρω επιταγή προς εκτέλεση, και (γ) το από 17.11.2021 και υπ’αριθ. έκθεσης κατάθεσης  4072(Γ.Α.Κ.)/5166(Ε.Α.Κ.)/2021 δικόγραφο πρόσθετων λόγων ανακοπής, με το οποίο ζητείται να ακυρωθεί η ανωτέρω διαταγή πληρωμής και να κηρυχθεί άκυρη η ανωτέρω επιταγή προς εκτέλεση. Η ως άνω ανακοπή και τα δικόγραφα πρόσθετων λόγων ανακοπής πρέπει να συνεκδικασθοϋν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας.

    II  Με την κρινόμενη........

Παρασκευή 10 Μαρτίου 2023

ΤΕΛΟΣ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑΣ ΕΟΦ: 1) ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΚΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΟΥ ΕΟΦ, ΠΟΥ ΕΠΙΒΑΛΕΙ ΤΕΛΗ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑΣ, ΠΑΘΗΤΙΚΑ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΕΙΤΑΙ Ο ΕΟΦ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, 2)ΟΙ ΕΠΙ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΟΚΟΙ ΥΠΟΚΕΙΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΕΝΤΑΕΤΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΆΡΘΡΟΥ 250 ΑΚ, ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 253 ΑΚ

 




Αριθμός απόφασης Α2908/2023

Αριθμός Εισαγωγής: ΠΡ 1999/19.5.2020

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 16ο Μονομελές

Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2022 με δικαστή την Αθηνά Τσίτου, Πρωτοδίκη Δ.Δ., και γραμματέα την Μαρία Γρυμπιλάκου, δικαστική υπάλληλο,

γ ι α να δικάσει την προσφυγή με ημερομηνία κατάθεσης 19.05.2020,

τ η ς ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «.....................», και το διακριτικό τίτλο «.............», η οποία εδρεύει στον ......... ................. (οδός .......................) και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Εμμανουήλ Τσαλικίδη,

κ α τ ά τ ο υ νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ» (Ε.Ο.Φ.), που εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) αυτού, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, αλλά παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ευανθίας Κίτσιου.

Κατά τη συζήτηση, ο διάδικος που εμφανίστηκε και παραστάθηκε ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφτηκε κατά το νόμο.

1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο ποσού 558,31 ευρώ (βλ. σχετικά το με κωδικό 329922429950 0609 0038 ηλεκτρονικό παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών), η προσφεύγουσα εταιρία ζητεί την ακύρωση της υπ’ αριθ. πρωτ. 31056/6.3.2020 απόφασης του Προέδρου του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (Ε.Ο.Φ.), με την οποία, δυνάμει της 6/2.1.2020 έκθεσης ελέγχου τέλους ετοιμότητας των αρμόδιων προς τούτων υπαλλήλων του Τμήματος Ελέγχου και Είσπραξης Πόρων του καθ’ ου, καταλογίστηκε σε βάρος της προσφεύγουσας το ποσό των 55.830,97 ευρώ (38.346,56 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας ποσού 17.484,41 ευρώ), που αντιστοιχεί στο τέλος ετοιμότητας που προβλέπεται στο άρθρο 11 παρ.1 περ. ζ΄ του ν. 1316/1983 (Α΄ 3) όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 48 του ν. 3370/2005 (Α΄ 176), επί πωλήσεων ποσού 10.430.708,00 ευρώ, που πραγματοποίησε η προσφεύγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 2008 έως και 2018, ως υποκείμενων στο ως άνω τέλος, το οποίο αυτή δεν κατέβαλε.

2. Επειδή, στο άρθρο 65 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), ορίζεται ότι: «1. Στη δίκη που δημιουργείται ύστερα από άσκηση προσφυγής, παθητικώς νομιμοποιείται το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, στο οποίο ανήκει το όργανο που εξέδωσε την πράξη ή που παρά το νόμο παρέλειψε την έκδοσή της. 2. Αν η κατά την προηγούμενη παράγραφο πράξη ή παράλειψη έχει ενσωματωθεί σε μεταγενέστερη πράξη ή παράλειψη του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, στη δίκη που δημιουργείται ύστερα από άσκηση προσφυγής κατά της τελευταίας αυτής πράξης ή παράλειψης νομιμοποιείται παθητικώς και το νομικό πρόσωπο, όργανο του οποίου εξέδωσε ή παρέλειψε να εκδώσει την πράξη που ενσωματώθηκε». Ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι με την κρινόμενη προσφυγή προσβάλλεται απόφαση του Προέδρου του Δ.Σ. του Ε.Ο.Φ., παθητικώς νομιμοποιείται στην παρούσα δίκη ο τελευταίος αυτός Οργανισμός, και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 40 του ν. 2065/1992, τα πάσης φύσης έσοδα αυτού εισπράττονται ως έσοδα του Δημοσίου (βλ. ΔΕφΑ 4829/2017). Συνεπώς, η προβαλλόμενη με την παραδεκτώς κατατεθείσα έκθεση απόψεων του καθ’ ου ένστασή του περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής του, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, η κρινόμενη δε προσφυγή, που ασκείται κατά τα λοιπά παραδεκτώς, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

3. Επειδή, το άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζει.......

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2023

ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΩΝ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΩΝ ΕΝΟΤΗΤΩΝ ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΒΟΙΑΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ 6η ΚΑΙ ΤΗΝ 7η ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2023


 


 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ                                  Aθήνα, 05.02.2023

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ  ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ                               Αρ. πρωτ: 1411 οικ.

Γενική Διεύθυνση Δικαιοσύνης

Διεύθυνση Οργάνωσης και Λειτουργίας 

Δικαιοσύνης

Τμήμα Λειτουργίας και Επιθεώρησης 

Δικαστηρίων

Tαχ. Δ/νση      : Μεσογείων 96​​​

Ταχ. Κώδ.        : 115 27​​​

Πληροφορίες  : Ν. Μπέγκας

 Τηλέφωνο       : 213.130.7204

E-mail            :nbegkas@justice.gov.gr

 

 

​​​​

ΘΕΜΑ: «Αναστολή λειτουργίας δικαστηρίων και εισαγγελιών της Περιφέρειας Αττικής και των  Περιφερειακών Ενοτήτων Βοιωτίας και Ευβοίας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας για την 6η και την 7η Φεβρουαρίου 2023»

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

 

Έχοντας υπόψη: 

1) Τις διατάξεις των άρθρων: α) 22 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 4938/2022, Α΄ 109) και β) 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα (π.δ. 63/2005, Α΄ 98), όπως διατηρήθηκε σε ισχύ με την παρ. 22 του άρθρου 119 του ν. 4622/2019 (Α΄ 133).

2) Το π.δ. 6/2021 «Οργανισμός του ΥπουργείουΔικαιοσύνης» (Α΄ 7). 

3) Το π.δ. 83/2019 «Διορισμός Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α΄ 121 διόρθ. σφαλμ. Α΄126). 

4) Το από 05.02.2023 έγγραφο της Προέδρου του Αρείου Πάγου.

5) Την ανάγκη αναστολής της λειτουργίας των εργασιών όλων των δικαστηρίων και εισαγγελιών της Περιφέρειας Αττικής και των  Περιφερειακών Ενοτήτων  Βοιωτίας και Ευβοίας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας για την 6η και την 7η Φεβρουαρίου 2023, λόγω των αιφνιδίων και έντονων καιρικών φαινομένων.

6) Την με αρ. πρωτ. 5559/5.2.2023 εισήγηση της περ. ε΄ της παρ. 5 του άρθρου 24 του ν. 4270/2014, της ΔιεύθυνσηςΠροϋπολογισμού και Οικονομικής Διαχείρισης της ΓενικήςΔιεύθυνσης Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σύμφωνα με την οποία η έκδοση της παρούσας απόφασης δεν προκαλεί δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ

Άρθρο μόνο

Την αναστολή εργασιών όλων των δικαστηρίων και εισαγγελιών της Περιφέρειας Αττικής και των  Περιφερειακών Ενοτήτων Βοιωτίας και Ευβοίας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, για την 6η και την 7η Φεβρουαρίου 2023, λόγω των αιφνιδίων και έντονων καιρικών φαινομένων. 

Κατ’ εξαίρεση της ανωτέρω αναστολής: 

Α. ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΙΚΕΣ: 

- Ειδικά για το Πρωτοδικείο Πειραιά επιτρέπεται από ώρας 11.00 η κατάθεση αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων που αφορούν ναυτικές διαφορές, στις οποίες σωρεύεται αίτημα χορήγησης, αυθημερόν, προσωρινού σημειώματος περί απαγόρευσης απόπλου πλοίου.

-Περαιτέρω, προσωρινές διαταγές των άρθρων 691Α και 781 ΚΠολΔ που εκδόθηκαν από δικαστήρια των οποίων η λειτουργία αναστέλλεται με την παρούσα, καθώς και προσωρινές διαταγές ή διατάξεις αποφάσεων επί αιτήσεων αναστολής εκτέλεσης σε υποθέσεις πάσης φύσεως και διαδικασίας οι οποίες χορηγήθηκαν έως την ματαιούμενη λόγω της αναστολής των δικών συζήτηση της σχετικής αίτησης, ή ορίστηκε ότι ισχύουν υπό τον όρο διεξαγωγής της συζήτησης αυτής, παρατείνονται αυτοδικαίως μέχρι την νέα δικάσιμο της προσωρινής διαταγής ή της κυρίας αιτήσεως, όποτε αυτή ορισθεί κατά τα κατωτέρω. 

- Όλες οι υποθέσεις που θα αποσυρθούν, θα προσδιορισθούν αυτεπάγγελτα οίκοθεν με πράξη των Προέδρων των Τριμελών Συμβουλίων Διεύθυνσης ή των Διευθυνόντων τα δικαστήρια, με ενημέρωση της πλατφόρμας solon.gov.gr, που θα επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων.

Β. ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΚΕΣ

-Αποσύρονται όλες οι υποθέσεις των ποινικών δικαστηρίων εξαιρουμένων των ποινικών δικών:....

Κυριακή 7 Αυγούστου 2022

Ν. 2225/1994 ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ-ΕΔΩ ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΕΣ ΥΠΟΚΛΟΠΕΣ

 


ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ


ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΟΣ

Είδος : ΝΟΜΟΣ
Αριθμός : 2225
Έτος : 1994
ΦΕΚ : Α 121 19940720
Τέθηκε σε ισχύ : 20/07/1994
Ημ.Υπογραφής : 20/07/1994
Τίτλος : Για την προστασία της ελευθερίας της ανταπόκρισης και επικοινωνίας και άλλες διατάξεις.
Θέματα : Προστασία απορρήτου επικοινωνιών ,Εθνική Επιτροπή Προστασίας Απορρήτου Επικοινωνιών ,Δημόσια Διοίκηση ,Δημόσιοι υπάλληλοι ,Στρατιωτικές σχολές
Σχόλια : Σύμφωνα με την παρ. 1 άρθρου 4 Ν. 2774/1999 (ΦΕΚ Α' 287)"Οποιαδήποτε χρήση των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, όπως ορίζονται στον παρόντα νόμο, προστατεύεται απο τις ρυθμίσεις για το απόρρητο των επικοινωνιών. Η άρση του απορρήτου σε δημόσιες αρχές είναι επιτρεπτή μόνο για τους λόγους και υπό τους όρους και διαδικασίες που ορίζει ο ν. 2225/1994".

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΆΡΘΡΩΝ



Άρθρο : 1
Ημ/νία : 27/02/2003
Ημ/νία Ισχύος : 20/07/1994
Τίτλος Αρθρου : Αποστολή και συγκρότηση Εθνικής Επιτροπής

Κείμενο Αρθρου


Το παρόν άρθρο καταργήθηκε με το άρθρο 13 Ν. 3115/2003 (ΦΕΚ Α' 47).


Άρθρο : 2
Ημ/νία : 27/02/2003
Ημ/νία Ισχύος : 20/07/1994
Τίτλος Αρθρου : Τρόποι ελέγχου

Κείμενο Αρθρου


Το παρόν άρθρο καταργήθηκε με το άρθρο 13 Ν. 3115/2003 (ΦΕΚ Α' 47).


Άρθρο : 3
Ημ/νία : 05/04/2018
Ημ/νία Ισχύος : 20/07/1994
Περιγραφή όρου θησαυρού : ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Τίτλος Αρθρου : Αρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας
Λήμματα : Αρση απορρήτου επικοινωνιών, λόγοι εθνικής ασφάλειας
Σχόλια : - Η παρ.2 του παρόντος τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου 25 του ν.4531/2018 (ΦΕΚ Α'62/5.4.2018).

Κείμενο Αρθρου


1. Αίτηση για άρση του απορρήτου μπορεί να υποβάλλει μόνο δικαστική ή άλλη πολιτική, στρατιωτική ή αστυνομική δημόσια αρχή στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται το θέμα εθνικής ασφάλειας που επιβάλλει την άρση.

«2. Η αίτηση υποβάλλεται προς τον Εισαγγελέα Εφετών του τόπου της αιτούσας αρχής ή του τόπου όπου πρόκειται να επιβληθεί η άρση, εκτός αν στην αιτούσα αρχή, με βάση διάταξη νόμου και απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου έχει ήδη αποσπασθεί και υπηρετεί με αποκλειστική απασχόληση συγκεκριμένος εισαγγελικός λειτουργός, οπότε, στην περίπτωση αυτή, η ανωτέρω αίτηση υποβάλλεται σε αυτόν. Ο πιο πάνω, κατά περίπτωση, αρμόδιος εισαγγελικός λειτουργός αποφασίζει μέσα σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες για την άρση ή όχι του απορρήτου με διάταξή του στην οποία περιέχονται τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 στοιχεία. Αν κατά την κρίση του, μετά από εισήγηση της αιτούσας αρχής, ειδικές περιστάσεις εθνικής ασφάλειας επιβάλλουν την παράλειψη ή τη συνοπτική παράθεση ορισμένων από τα στοιχεία αυτά, γίνεται ειδική μνεία στη διάταξη».


Άρθρο : 4
Ημ/νία : 23/06/2022
Ημ/νία Ισχύος : 20/07/1994
Περιγραφή όρου θησαυρού : ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Τίτλος Αρθρου : Αρση του απορρήτου για διακρίβωση εγκλημάτων.
Λήμματα : Αρση απορρήτου επικοινωνιών, διακρίβωση εγκλημάτων
Σχόλια : - Το εδάφιο α της παρ. 1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την περίπτ. α άρθρου 12 Ν. 3115/2003 (ΦΕΚ Α' 47). - Σύμφωνα με το άρθρο 1 ΠΔ 47/2005 (ΦΕΚ Α' 64), για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών και την καταγραφή σε ενιαίο κείμενο των όρων και της διαδικασίας αυτής καθώς και των τεχνικών και οργανωτικών μεθόδων, με τις οποίες μπορεί αυτή να πραγματοποιηθεί και να διασφαλισθούν τα αποτελέσματά της, έτσι ώστε να μη θίγεται η ιδιωτική ζωή και η προσωπικότητα του πολίτη, παρά μόνο στο μέτρο και για όσο χρονικό διάστημα είναι απολύτως αναγκαίο, χάριν της προστασίας της εθνικής ασφάλειας, της διακρίβωσης των εγκλημάτων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο και των εν γένει ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, εφαρμόζονται οι διαδικασίες που προβλέπονται από τις διατάξεις του ανωτέρω πδ. - Η παρ. 1α και το εντός " " τελευταίο εδάφιο της παρ. 5 προστέθηκαν με την παρ. 2 άρθρου 84 Ν. 3606/2007 (ΦΕΚ Α' 195). - Στην παρ. 1 προστέθηκε εδ. θ) με την παρ. 3 άρθρου 8 του ν. 4042/2012 (ΦΕΚ Α' 24/13.2.2012). - Η παρ. 1 του παρόντος άρθρου τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου τρίτου του ν. 4411/2016 (ΦΕΚ Α'142/3.8.2016). - Μετά την παράγραφο 1β του παρόντος προσετέθη παράγραφος 1γ με το άρθρο 11παρ2 του Ν 4416/2016 (ΦΕΚ Α 160/06.09.2016). - Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 του παρόντος αντικατεστάθη με το άρθρο 11παρ2 του Ν 4416/2016 (ΦΕΚ Α 160/06.09.2016). - Μετά την παρ.1.γ. του παρόντος προσετέθη παρ.δ, με την παρ.2 του άρθρου 52 του ν.4481/2017 (ΦΕΚ Α'100/20.7.2017).- =================================================== - Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 τίθεται όπως ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ως προς τα ΛΟΙΠΑ εγκλήματα για τα οποία είναι ΕΠΙΤΡΕΠΤΗ η ΑΡΣΗ του απορρήτου για τη διακρίβωσή τους, και το ΠΑΡΟΝ τίθεται όπως ΔΙΑΜΟΡΦΩΘΗΚΕ με το άρθρο 21 του ν. 4947/2022 (Α' 124/23.6.2022).

Κείμενο Αρθρου


«1. Η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή για τη διακρίβωση των κακουργημάτων που προβλέπονται από: α) τα άρθρα 134, 135 παρ. 1, 2, 135Α, 137Α, 137Β, 138, 139, 140, 143, 144, 146, 148 παρ. 2, 150, 151, 157 παρ. 1, 159, 159Α, 168 παρ. 1, 187 παρ. 1, 2, 187Α παρ. 1 και 4, 207, 208 παρ. 1, 235 παρ. 2, 236 παρ. 2, 237 παρ. 2 και 3β, 264 περ. β' και γ, 265, 270, 272, 275 περ. β, 291 παρ. 1 περ. β' και γ', 292Α παρ. 4 εδ. β' και παρ. 5, 299, 310 παρ. 2 εδ. β, 322, 323A παρ. 1, 2, 4, 5 και 6, 324 παρ. 2 και 3, 336 σε βάρος ανηλίκου, 338 παρ. 1 σε βάρος ανηλίκου, 339 παρ. 1 περ. α' και β, 342 παρ. 1 και 2, 348Α παρ. 4, 348Γ παρ. 1 περ. α' και β, 349 παρ. 1 και 2, 351 παρ. 1, 2, 4 και 5, 351Α παρ. 1 περ. α' και β' και 3, 370Α, 370Δ, 374, 380, 385 παρ. 1 περ. α' και β' του Ποινικού Κώδικα, β) τα άρθρα 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 28, 29, 30, 46, 47, 59, 140 και 144 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, γ) το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 2168/1993,

δ) τα άρθρα 20, 22 και 23 του ν. 4139/2013,

ε) το άρθρο 157 παρ. 1γ του ν. 2960/2001,

στ) το άρθρο 3 περ. ιε' του ν. 3691/2008, σε συνδυασμό με το άρθρο δεύτερο του ν. 2656/1998, ζ) το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 2803/2000,

η) το άρθρο 45 παρ. 1 περ. α', β' και γ' του ν. 3691/2008, θ) το άρθρο 28 του ν. 1650/1986.

Επίσης, επιτρέπεται η άρση του απορρήτου για τη διακρίβωση των εγκλημάτων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 209 και των άρθρων 210, 210Α, 211 του Ποινικού Κώδικα, της παρ. 2 του άρθρου 265, καθώς επίσης και για τα εγκλήματα των παρ. 1, 2, 3, 4 εδάφιο α' και 6 του άρθρου 292Α, του άρθρου 292Β, του άρθρου 292Γ, της παρ. 3 του άρθρου 339, της παρ. 2 του άρθρου 342, του άρθρου 346, του άρθρου 348, των παρ. 1, 2 και 5 του άρθρου 348Α, του άρθρου 348Β, της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 348Γ και της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 351Α, των άρθρων 370Γ και 370Ε, του άρθρου 372, του άρθρου 379, του άρθρου 386 και του άρθρου 386Α του Ποινικού Κώδικα.

Επιπλέον, η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή για τη διακρίβωση των εγκλημάτων που προβλέπονται από το άρθρο 11 του ν. 3917/2011, το άρθρο 15 του ν. 3471/2006 και το άρθρο 10 του ν. 3115/2003.

1α. Η άρση του απορρήτου είναι επίσης επιτρεπτή για τη διακρίβωση παραβάσεων των άρθρων 3 έως 7, 29 και 30 του ν. 3340/2005 (Α' 112).

1β. Επιτρέπεται, επίσης, η άρση του απορρήτου για τη διακρίβωση των κακουργημάτων που προβλέπονται από τον ν. 3028/2002 «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς» (Α' 153), όπως ο νόμος αυτός εκάστοτε ισχύει.

1γ. Η άρση του απορρήτου είναι επίσης επιτρεπτή για τη διακρίβωση παραβάσεων του άρθρου 93α του ν. 4099/2012 (Α' 250).

1δ. Επιτρέπεται, επίσης, η άρση του απορρήτου για τη διακρίβωση της προσβολής που τελείται στο διαδίκτυο σε βαθμό κακουργήματος δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων που προβλέπονται στον ν. 2121/1993 (Α' 25).

2. Η άρση στις περιπτώσεις αυτές είναι επιτρεπτή μόνο αν αιτιολογημένα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο διαπιστώσει ότι η διερεύνηση της υπόθεσης ή η εξακρίβωση του τόπου διαμονής του κατηγορουμένου είναι αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερής χωρίς αυτήν.

3. Η άρση στρέφεται μόνο κατά συγκεκριμένου προσώπου ή προσώπων που έχουν σχέση με την υπόθεση που ερευνάται ή για τα οποία, βάσει συγκεκριμένων περιστατικών, προκύπτει ότι λαμβάνουν ή μεταφέρουν συγκεκριμένα μηνύματα που αφορούν ή προέρχονται από τον κατηγορούμενο ή χρησιμοποιούνται ως σύνδεσμοί του.

4. Η άρση του απορρήτου στις περιπτώσεις του παρόντος άρθρου επιβάλλεται με διάταξη του Συμβουλίου Εφετών ή Πλημμελειοδικών στην καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται η διακρίβωση του συγκεκριμένου εγκλήματος με το οποίο σχετίζεται η άρση.

5. Την αίτηση για την άρση υποβάλλει στο Συμβούλιο ο καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιος εισαγγελέας, ο οποίος εποπτεύει ή ενεργεί προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση και ο ανακριτής, ο οποίος ενεργεί τακτική ανάκριση για τα πιο πάνω εγκλήματα. Το Συμβούλιο αποφασίζει μέσα σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες για την άρση ή όχι του απορρήτου, με διάταξή του, στην οποία περιέχονται τα κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 στοιχεία.

Στις περιπτώσεις των παρ. 1α και 1γ την άρση μπορεί να ζητήσει και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με απόφαση της Εκτελεστικής της Επιτροπής, η οποία υποβάλλεται στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών ή τον ανακριτή, οι οποίοι την υποβάλλουν στο Συμβούλιο Εφετών.

6. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις την άρση μπορεί να διατάξει ο εισαγγελέας που ενεργεί την προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση και ο ανακριτής που ενεργεί την τακτική ανάκριση. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο εισαγγελέας ή ο ανακριτής υποχρεούνται να εισαγάγουν το ζήτημα με σχετική αίτηση τους στο Συμβούλιο μέσα σε προθεσμία τριών (3) ημερών. Η ισχύς της διάταξης του Εισαγγελέα ή του ανακριτή για την άρση παύει αυτοδικαίως με τη λήξη της τριήμερης αυτής προθεσμίας ή, αν το ζήτημα εισαχθεί εμπροθέσμως, από την έκδοση της σχετικής διάταξης του Συμβουλίου.

7. Στις περιπτώσεις εγκλημάτων που υπάγονται στην αρμοδιότητα των στρατιωτικών δικαστηρίων την άρση του απορρήτου επιβάλλει, με απόφασή του, το δικαστικό συμβούλιο του καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιου στρατιωτικού δικαστηρίου μετά από αίτηση του ασκούντος την ποινική δίωξη ή του ανακριτή που ενεργεί τακτική ανάκριση».


Άρθρο : 5
Ημ/νία : 10/12/2021
Ημ/νία Ισχύος : 20/07/1994
Περιγραφή όρου θησαυρού : ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Τίτλος Αρθρου : Διαδικασία άρσης του απορρήτου
Σχόλια : - Η παρ. 5 τίθεται όπως ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΕ με την περιπτ. δ του άρθρου 12 Ν. 3115/2003 (Α' 47). - Σύμφωνα με την παρ. 1 άρθρου 7 ΠΔ 47/2005 (Α' 64), η διάταξη που επιβάλλει την άρση του απορρήτου προσδιορίζει τις συγκεκριμένες μορφές και τα στοιχεία επικοινωνίας, στα οποία αναφέρεται η άρση και εξατομικεύει τα στοιχεία αυτά και δη την ταυτότητα του συνδρομητή ή χρήστη, τους αριθμούς κλήσης, τα στοιχεία μισθωμένων γραμμών και τους κωδικούς πρόσβασης σε δίκτυα δεδομένων ή στο διαδίκτυο, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του παρόντος άρθρου και του άρθρου 12 του Ν. 3115/2003. - Στο τέλος της παρ. 11 ΠΡΟΣΤΕΘΗΚΕ το εντός « » εδάφιο με την παρ. 2 άρθρου τρίτου Ν. 4411/2016 (Α' 142/3.8.2016).- Η παρ. 4 τίθεται όπως ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΕ με την παρ. 1 του άρθρου 37 του Ν. 4786/2021 (Α' 43/23.3.2021).- Η παρ. 12 ΠΡΟΣΤΕΘΗΚΕ με την παρ. 2 του άρθρου 37 του Ν. 4786/2021 (Α' 43/23.3.2021).- Η παρ. 9 τίθεται όπως ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΕ με την παρ. 1 άρθρου 87 Ν. 4790/2021 (Α' 48/31.03.2021) και, σύμφωνα με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου και νόμου, εφαρμόζεται και για τις άρσεις του απορρήτου που έχουν λάβει χώρα έως τη δημοσίευση (31.03.2021) του ν. 4790/2021.** Μετά την παρ. 12 του άρθρου 5 του ν. 2225/1994 (Α' 121) προστίθεται παρ. 13 με την περίπτ. του άρθρ. 66 παρ. 1 του ν. 4871/2021 (ΦΕΚ Α 246/10.12.2021).

Κείμενο Αρθρου


1. Η διάταξη που επιβάλλει την άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος νόμου, περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία:

α) το όργανο που διατάσσει την άρση,

β) τη δημόσια αρχή ή τον εισαγγελέα ή τον ανακριτή που ζητούν την επιβολή της άρσης,

γ) το σκοπό της επιβολής της άρσης,

δ) τα μέσα ανταπόκρισης ή επικοινωνίας στα οποία επιβάλλεται η άρση, ε) την εδαφική έκταση εφαρμογής και τη χρονική διάρκεια της άρσης, στ) την ημερομηνία έκδοσης της διάταξης.

2. Η διάταξη που επιβάλλει την άροη του απορρήτου για διακρίβωση εγκλημάτων, σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος νόμου, περιλαμβάνει, εκτός των στοιχείων της προηγούμενης παραγράφου, και τα εξής: α) το όνομα του προσώπου ή των προσώπων κατά των οποίων λαμβάνεται το μέτρο της άρσης και τη διεύθυνση διαμονής τους, εφόσον είναι γνωστή. β) την αιτιολογία επιβολής της άρσης.

3. Διάταξη που απορρίπτει αίτημα άρσης του απορρήτου περιέχει μόνο: α) το όργανο που αποφασίζει.

β) τη δημόσια αρχή που είχε ζητήσει την επιβολή της άρσης, γ) την ημερομηνία έκδοσης της διάταξης.

«4. Απόσπασμα της διάταξης, που περιλαμβάνει το διατακτικό της, παραδίδεται με ηλεκτρονικό κρυπτογραφημένο μήνυμα, το οποίο πρέπει να καλύπτει τις προϋποθέσεις ασφαλείας του απορρήτου του περιεχομένου:

α) Στον πρόεδρο ή το διοικητικό συμβούλιο ή τον γενικό διευθυντή ή τον εκπρόσωπο του νομικού προσώπου, στο οποίο υπάγεται το μέσο ανταπόκρισης ή επικοινωνίας. Σε περίπτωση ατομικής επιχείρησης, το ως άνω απόσπασμα παραδίδεται στον επιχειρηματία.

β) Αν το νομικό πρόσωπο υπάγεται στον έλεγχο ή την εποπτεία του κράτους, το ως άνω απόσπασμα παραδίδεται και στον Υπουργό που εποπτεύει το νομικό αυτό πρόσωπο ή στον Υπουργό που προΐσταται της δημόσιας υπηρεσίας.

Το ηλεκτρονικό κωδικοποιημένο μήνυμα, το οποίο λαμβάνει η Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.), περιέχει όλο το κείμενο της διάταξης που επιβάλλει την άρση του απορρήτου. Η σχετική αλληλογραφία είναι απόρρητη και τηρείται σε ειδικό αρχείο, στο οποίο έχουν πρόσβαση ο Πρόεδρος της Α.Δ.Α.Ε. και ένα ακόμη μέλος της Ολομέλειας που ορίζεται από αυτήν, καθώς και μέλη του προσωπικού της, τα οποία είναι ειδικά εξουσιοδοτημένα προς τούτο από την Ολομέλεια της Αρχής. Ο Πρόεδρος της Α.Δ.Α.Ε. ενημερώνει σε κάθε περίπτωση τον Πρόεδρο της Βουλής και τους αρχηγούς των κομμάτων, που εκπροσωπούνται στη Βουλή και κοινοποιεί τη διάταξη στον Υπουργό Δικαιοσύνης.

Με απόφαση της Ολομέλειας της Α.Δ.Α.Ε. όλες οι διατάξεις περί άρσεως του απορρήτου που έχουν αποθηκευτεί σε φυσικά αρχεία στην Αρχή από την ίδρυσή της, ψηφιοποιούνται και μετατρέπονται σε ηλεκτρονικά αρχεία. Με ίδια απόφαση ορίζονται ο τρόπος και η διαδικασία της ψηφιοποίησης. Μετά την πάροδο πέντε (5) ετών από την πιο πάνω ψηφιοποίηση, τα φυσικά αρχεία καταστρέφονται».

"5. Μετά την εκτέλεση της διάταξης συντάσσονται μία ή περισσότερες, κατά τις περιστάσεις, εκθέσεις από την υπηρεσία η οποία διενήργησε τις πράξεις άρσης του απορρήτου. Οι εκθέσεις υπογράφονται από το εντεταλμένο όργανο της αιτούσας αρχής και σε αυτές αναφέρονται:

α) οι ενέργειες που έγιναν για την εκτέλεση της διάταξης, β) ο τόπος, η ημερομηνία και ο τρόπος εκτέλεσης των πιο πάνω ενεργειών, γ) το ονοματεπώνυμο των υπαλλήλων που τις διενήργησαν, εφόσον το κρίνει αναγκαίο το όργανο που εξέδωσε τη διάταξη.

Αντίγραφα των εκθέσεων αυτών διαβιβάζονται με απόδειξη, μέσα σε κλειστό φάκελο, στην αιτούσα αρχή, στη δικαστική αρχή, που εξέδωσε τη διάταξη και στην Α.Δ.Α.Ε."

6. Η χρονική διάρκεια της άρσης του απορρήτου δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες. Παρατάσεις της διάρκειας αυτής, οι οποίες δεν υπερβαίνουν κάθε φορά τους δύο (2) μήνες, μπορούν να διαταχθούν με την διαδικασία, που προβλέπεται κατά περίσταση, για την επιβολή του μέτρου και υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να υφίστανται οι λόγοι της άρσης. Σε κάθε περίπτωση οι παρατάσεις δεν μπορούν να υπερβαίνουν συνολικά τη διάρκεια των δέκα (10) μηνών. Το ανώτατο αυτό χρονικό όριο δεν ισχύει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η άρση διατάσσεται για λόγους εθνικής

ασφάλειας.

7. Μετά τη λήξη της διάρκειας της άρσης, ή μετά τη λήξη του επιτρεπόμενου ανώτατου χρονικού ορίου της, παύει αυτοδικαίως η άρση του απορρήτου.

8. Με διάταξη του οργάνου που επέβαλε την άρση μπορεί να διαταχθεί η παύση της και πριν από την πάροδο της ορισμένης διαρκείας της, αν εκπληρώθηκε ο σκοπός ή έλλειψαν οι λόγοι επιβολής του μέτρου.

«9. Στις περιπτώσεις του άρθρου 4, η Α.Δ.Α.Ε. δύναται, μετά τη λήξη του μέτρου της άρσης, να αποφασίζει τη γνωστοποίηση της επιβολής του μέτρου αυτού στους θιγόμενους, με τη σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και υπό την προϋπόθεση, ότι δεν διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε. Τα στοιχεία που είχαν συλλεγεί ή κατασχεθεί και το υλικό που εγγράφηκε ή αποτυπώθηκε σε εκτέλεση της διάταξης για την άρση του απορρήτου σε περίπτωση διακρίβωσης εγκλημάτων, σύμφωνα με το άρθρο 4, επισυνάπτονται στη δικογραφία, αν συνιστούν αποδεικτικά μέσα για την ποινική δίωξη κατά την κρίση της αρχής που εξέδωσε τη διάταξη. Στις περιπτώσεις των παρ. 1α και 1γ του άρθρου 4 και της περ. ζ' της παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 4443/2016 (Α' 232) τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιούνται επιπλέον κατά τη διοικητική διαδικασία για τη διαπίστωση της παράβασης των άρθρων 3 έως 7, 29 και 30 του ν. 3340/2005 (Α' 112), του άρθρου 93α του ν. 4099/2012 (Α' 250), καθώς και των διατάξεων των στοιχείων (α) και (β) του άρθρου 14 και του άρθρου 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 για την κατάχρηση της αγοράς (Κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των Οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ (L 173) και επισυνάπτονται στη σχετική δικογραφία κατά τη διαδικασία ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Διαφορετικά επιστρέφονται στον κύριό τους, εφόσον έχει αποφασισθεί η κατά το πρώτο εδάφιο γνωστοποίηση του μέτρου. Αν δεν συντρέχει αυτή η περίπτωση καταστρέφονται ενώπιον της αρχής που εξέδωσε τη διάταξη και συντάσσεται έκθεση για την καταστροφή. Υποχρεωτικώς καταστρέφεται το υλικό που δεν έχει σχέση με τον λόγο επιβολής του μέτρου. Η παρούσα δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας, σύμφωνα με το άρθρο 3.».

10. Το περιεχόμενο της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, το οποίο έγινε γνωστό λόγω της άρσης του απορρήτου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό με αυτή στοιχείο απαγορεύεται, με ποινή ακυρότητας, να χρησιμοποιηθεί και να ληφθεί υπόψη ως άμεση ή έμμεση απόδειξη σε άλλη ποινική, πολιτική, διοικητική και πειθαρχική δίκη και διοικητική διαδικασία για σκοπό διαφορετικό από εκείνον που είχε καθορισθεί με τη διάταξη. Κατ' εξαίρεση η αρχή που εξέδωσε τη διάταξη μπορεί, κατά την αιτιολογημένη κρίση της, να επιτρέψει με νεότερη διάταξή της να χρησιμοποιηθούν και να ληφθούν υπόψη τα παραπάνω στοιχεία, αν χρησιμεύουν για τη διακρίβωση

άλλου ιδιαιτέρως σοβαρού εγκλήματος από αυτά που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου, καθώς και για υπεράσπιση κατηγορουμένου σε ποινική δίκη για πλημμέλημα ή κακούργημα.

11. Υπάλληλος της υπηρεσίας, στην οποία ανήκει το μέσο ανταπόκρισης ή επικοινωνίας για το οποίο επιβλήθηκε η άρση, αν παρότι είναι αρμόδιος, δεν παρέχει στο εντεταλμένο όργανο πληροφορία σχετική με το περιεχόμενο της διάταξης και τεχνική ή υπηρεσιακή γενικά συνδρομή για την εκτέλεσή της τιμωρείται, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν ανακοινώνει σε τρίτους ή χρησιμοποιεί το περιεχόμενο των κάθε είδους μηνυμάτων, πληροφοριών και στοιχείων που περιήλθαν σε γνώση του λόγω της άρσης του απορρήτου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών. «Με την ίδια ποινή τιμωρείται αν ανακοινώνει σε τρίτους ή γνωστοποιεί οπωσδήποτε το γεγονός της άρσης του απορρήτου, καθώς και αν παραβιάσει την υποχρέωση εχεμύθειάς του κατά τη διαδικασία άρσης του απορρήτου που προβλέπεται από το άρθρο 8 του π.δ. 47/2005 (Α' 64)».

«12. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, καθορίζονται όλες οι τεχνικές και διαδικαστικές λεπτομέρειες για τη θέση σε εφαρμογή και λειτουργία της διαδικασίας της παρ. 4 ως προς την παράδοση του αποσπάσματος της διάταξης με ηλεκτρονικό κρυπτογραφημένο μήνυμα».

** «13. Δημιουργείται ηλεκτρονική πλατφόρμα παράδοσης της διάταξης του εισαγγελικού λειτουργού της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 3649/2008 για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών για λόγους εθνικής ασφάλειας, η οποία λειτουργεί στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.), με σκοπό την αποστολή και παράδοση αποσπασμάτων των διατάξεων για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών με ηλεκτρονικό κρυπτογραφημένο μήνυμα στους αποδέκτες που ορίζονται στις περ. α' και β' της παρ. 4 και την αποστολή και παράδοση ολόκληρου του κειμένου των διατάξεων για την άρση του απορρήτου στην Α.Δ.Α.Ε.. Με απόφαση του Διοικητή της Ε.Υ.Π. καθορίζονται όλες οι τεχνικές και διαδικαστικές λεπτομέρειες για τη θέση σε εφαρμογή και λειτουργία της ηλεκτρονικής πλατφόρμας και την εν γένει λειτουργία της διαδικασίας της παρ. 4 ως προς την κατά τα ανωτέρω παράδοση των διατάξεων με ηλεκτρονικό κρυπτογραφημένο μήνυμα.».................................................

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2021

 



ΑΠΟΔΟΧΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ MΕΣΩ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ

Γιατί είναι προτιμότερη σε σχέση με την συμβολαιογραφική  αποδοχή κληρονομιάς 

   Στις συναλλαγές έχει επικρατήσει οι ενδιαφερόμενοι για να προβούν σε μεταγραφή στο Υποθηκοφυλακείο ή στο Κτηματολογικό Γραφείο, ως προς τα ακίνητα μίας κληρονομιάς, που έχουν αποκτήσει, έτσι ώστε τα ακίνητα αυτά να καταχωρηθούν στο όνομά τους, να απευθύνονται σε συμβολαιογράφο, ο οποίος και συντάσσει σχετική πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, την οποία εν συνεχεία διαβιβάζει στο Υποθηκοφυλακείο ή Κτηματολογικό Γραφείο.

     Ελάχιστοι , όμως, γνωρίζουν , ότι στο ίδιο αποτέλεσμα μπορούν να φτάσουν μέσω των υπηρεσιών ενός δικηγόρου και συγκεκριμένα μέσω της έκδοσης και μεταγραφής κληρονομητηρίου με περίληψη, όπου περιγράφονται τα κληρονομικά ακίνητα , που εμφανίζει όμως ένα πρόσθετο πλεονέκτημα σε σχέση με την συμβολαιογραφική αποδοχή κληρονομιάς: την ευκολότερη μελλοντική μεταβίβαση των ακινήτων της κληρονομιάς, λόγω της ασφάλειας δικαίου , που εξασφαλίζει το κληρονομητήριο, διότι η μεταβίβαση  κληρονομιάς από πρόσωπο, που βεβαιώνεται με το κληρονομητήριο ότι είναι κληρονόμος , καθιστά έγκυρη την μεταβίβαση , έστω κι αν εκ των υστέρων αποδειχθεί ότι ο δυνάμει κληρονομητηρίου μεταβιβάσας δεν ήταν κληρονόμος. Έτσι, η ύπαρξη κληρονομητηρίου κατοχυρώνει την  ασφάλεια των συναλλαγών, κάτι που διευκολύνει ακόμα περισσότερο την πώληση ενός κληρονομικού ακινήτου.   

    Αντιθέτως, η μεταγραφή της κληρονομιάς, που βασίζεται σε απλή συμβολαιογραφική  δήλωση του εμφανιζόμενου ως κληρονόμου με βάση μία σειρά δικαιολογητικά (πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών και περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης ή διαθήκη και πιστοποιητικό περί με δημοσιεύσεως νεότερης διαθήκης κλπ)  και η εν συνεχεία αυτής μεταβίβαση περιουσιακού στοιχείου ως ανήκοντος σε κληρονομιά, είναι άκυρη , εφόσον εκ των υστέρων αποδειχθεί ότι ο εμφανισθείς ως κληρονόμος δεν είναι κληρονόμος, κάτι που μπορεί να οφείλεται όχι κατ’ ανάγκη σε δόλο , αλλά σε γεγονότα άγνωστα ακόμη και στον εμφανισθέντα ως κληρονόμο, όπως π.χ. η εκ των υστέρων εμφάνιση και δημοσίευση μίας διαθήκης, με την οποία ο κληρονομούμενος ορίζει άλλον κληρονόμο, από αυτόν, που θα καλούνταν στην κληρονομιά χωρίς διαθήκη ή με παλαιότερη διαθήκη.

   Γι’ αυτό η αποδοχή της κληρονομιάς μέσω δικηγόρου, που θα προβεί στην έκδοση κληρονομητηρίου , όχι μόνον  έχει το ίδιο αποτέλεσμα  με την συμβολαιογραφική αποδοχή κληρονομιάς και το ίδιο κόστος αλλά επιπλέον ισχυροποιεί την θέση του κληρονόμου και τον διευκολύνει ακόμα περισσότερο, όταν θελήσει να προβεί σε πώληση κληρονομικού ακινήτου, διότι παρέχει πλήρη ασφάλεια στον αγοραστή, ως προς το έγκυρο της μεταβίβασης από κληρονόμο, την οποία δεν παρέχει η συμβολαιογραφική αποδοχή κληρονομιάς.

   Τέλος πρέπει να αναφερθεί...

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2021

Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 205Α ΠΑΡ. 1 ΤΟΥ Ν. 4412/2016 ΚΑΙ ΠΩΣ ΚΑΠΟΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ (ΕΥΤΥΧΩΣ ΕΛΑΧΙΣΤΑ ) ΕΧΟΥΝ ΠΑΡΑΝΟΗΣΕΙ ΤΗΝ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ, ΝΟΜΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΟΤΙ ΤΑΧΑ ΕΧΕΙ ΥΠΑΧΘΕΙ ΣΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ Η ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΕΟΥΝ ΑΠΟ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΩΝ ΕΠΙ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΔΕΝ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ Ο Ν. 4412/2016

     *Σχετικές με το θέμα είναι και οι αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών 2339/2020, 2340/2020 και 2941/2021 , που παρατίθενται στο τέλος. 

    ** Επίσης, εντυπωσιακό είναι ότι οι υπέρ της άποψης ότι οι απορρέουσες από ιδιωτικές συμβάσεις , μη διεπόμενες από τον Ν. 4412/2016, διαφορές , υπάγονται, σύμφωνα με το άρθρο 205 Α του Ν. 4412/2016 ,  στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου , επικαλούνται την 174/2021 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, η οποία όμως έκρινε εαυτό αρμόδιο λόγω του ότι η κριθείσα από αυτό αγωγή αφορούσε  σύμβαση, που όχι μόνον διέπεται από τον Ν. 4412/2016 αλλά και επιπλέον είναι διοικητική, με αποτέλεσμα η δικαιοδοσία και αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου να καθιδρύεται από το άρθρο 94 του Συντάγματος και το άρθρο 7 παρ. 2 Ν. 1406/1983 και , ως προς την αρμοδιότητα, και  από το  άρθρο 205 Α του Ν. 4412/2016, το οποίο απλώς αναφέρεται διηγηματικά και μάλιστα με  διατύπωση, στην οποία γίνεται λόγος για δημόσιες συμβάσεις, που είτε είναι δημόσιες είτε ιδιωτικές, αναφερόμενη προφανώς στις συμβάσεις του Ν. 4412/2016    (παρατίθεται και αυτή στο τέλος)   

   Ως γνωστόν ο Ν. 4412/2016 με τον τίτλο «Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών (προσαρμογή στις Οδηγίες 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ)» αφορά συμβάσεις που , σύμφωνα με το  άρθρο 2 παρ. 1 περ. 1 α του Ν. 4412/2016, συνάπτουν α) το δημόσιο, β) τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και γ) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, εφόσον εμπίπτουν στην έννοια του «οργανισμού δημοσίου δικαίου», όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 παρ. 1 περ. 4 του  Ν. 4412/2016.

   Επίσης είναι γνωστό ότι οι διαφορές , που απορρέουν από διοικητικές συμβάσεις, θεωρούνται διοικητικές διαφορές ουσίας και η επίλυσή τους ανήκει στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (άρθρο 1 παρ. 2 περ. ι  Ν. 1406/1983)   και ειδικότερα στην αρμοδιότητα, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό,  των Τριμελών Διοικητικών Εφετείων (άρθρο 7 παρ.  2 Ν. 1406/1983) και οι διαφορές που απορρέουν από συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου είναι ιδιωτικές διαφορές και η επίλυσή τους ανήκει στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. 

   Όπως είναι επίσης  παγκοίνως γνωστό, σύμφωνα με την νομολογία των Δικαστηρίων, για να υπάρξει διοικητική σύμβαση θα πρέπει, μεταξύ άλλων, η σύμβαση  να συνάπτεται από το δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. 

  Κατά συνέπεια, σύμβαση συναπτόμενη  από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, έστω κι αν το νομικό αυτό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου εμπίπτει στην έννοια του "οργανισμού δημοσίου δικαίου" και οι συμβάσεις προμηθειών ή υπηρεσιών, που συνάπτει , εμπίπτει  στην εφαρμογή του Ν. 4412/2016, θεωρείται  ιδιωτικού δικαίου  και οι  απορρέουσες από αυτήν διαφορές είναι ιδιωτικές διαφορές , η επίλυση των οποίων ανήκε στα πολιτικά δικαστήρια

  Έτσι, εμφανίστηκε το παράδοξο φαινόμενο οι   μεν διαφορές από συμβάσεις , που συνήπταν τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σύμφωνα με τον Ν. 4412/2016  ,  να υπάγονται, ως διοικητικές διαφορές ουσίας,  στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και στην αρμοδιότητα των Διοικητικών Εφετείων, ενώ οι διαφορές από συμβάσεις  που συνήπταν, επίσης σύμφωνα με τον Ν. 4412/2016 , τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που αποτελούν "οργανισμούς δημοσίου δικαίου" , ως ιδιωτικές διαφορές , να υπάγονται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. 

   Για την επίλυση του παραπάνω θέματος, έτσι ώστε όλες οι υποθέσεις, που αφορούν την εφαρμογή του Ν. 4412/2016, να εκδικάζονται από δικαστήρια της ίδιας δικαιοδοσίας,   με την παρ. α της παρ. 24 του άρθρου 43 του Ν. 4605/2019    προστέθηκε  το  άρθρου 205 Α στον Ν. 4412/2016, υπό τον τίτλο "Δικαστική επίλυση διαφορών" , που στην παράγραφο 1 ορίζει ότι "Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση προμήθειας ή παροχής υπηρεσιών, ανεξάρτητα από τον χαρακτήρα της σύμβασης ως διοικητικής ή ως ιδιωτικού δικαίου, επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο Διοικητικό Εφετείο της Περιφέρειας, στην οποία εκτελείται η σύμβαση. Παρέκταση αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται. Αν η σύμβαση εκτελείται στην Περιφέρεια δύο ή περισσότερων Διοικητικών Εφετείων, αρμόδιο καθίσταται αυτό που θα επιλέξει ο προσφεύγων ή ο ενάγων. "

   Σύμφωνα με την σαφή διατύπωση της αιτιολογικής  έκθεσης της παραπάνω διάταξης  (ΕΔΩ) "«Με την παράγραφο 24 προστίθεται άρθρο με το οποίο προσδιορίζεται το πλαίσιο της δικαστικής επίλυσης διαφορών σε συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών που εφαρμόζεται ο ν. 4412/2016 με την μεταφορά των υποθέσεων αυτών από τα πολιτικά δικαστήρια στα διοικητικά εφετεία», δηλαδή καθίσταται σαφές και ανεπίδεκτο πάσης αμφισβήτησης ότι η διάταξη αυτή αφορά τις διαφορές, που εμπίπτουν στον Ν. 4412/2016 και όχι όλες τις ιδιωτικές διαφορές.

   Εξάλλου, από τους όρους "συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών" προκύπτει ότι η διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις του Ν. 4412/2016, στον οποίο αναφέρονται οι όροι αυτοί σε σχέση με τις συμβάσεις, που συνάπτονται σύμφωνα με τον νόμο αυτό (άρθρο 2 παρ. 1 περ. 8 και 9 του Ν. 412/2016), ενώ  διαφορετικά , εάν η διάταξη αυτή αφορούσε και τις συμβάσεις, που συνάπτονται σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα και τις λοιπές διατάξεις ιδιωτικού δικαίου, θα έπρεπε να γίνει χρήση των όρων "συμβάσεις πώλησης και έργου", που χρησιμοποιούνται στον Αστικό Κώδικα. 

   Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι στην εν λόγω διάταξη του άρθρου 205 Α δεν γίνεται καμία μνεία στον χαρακτήρα των συμβαλλομένων , αν δηλαδή πρόκειται για το δημόσιο , νομικό πρόσωπα δημοσίου δικαίου και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου , που αποτελούν "οργανισμούς  δημοσίου δικαίου" ή εάν πρόκειται και για απλά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και ιδιώτες φυσικά πρόσωπα , γιατί η διάταξη αυτή αυτονόητα  αναφέρεται  στις συμβάσεις , που διέπονται από τον Ν. 4412/2016, στον οποίο έχει ενταχθεί και η ίδια. Διαφορετικά, εάν η γενικά αναφερόμενη αυτή διάταξη αφορούσε και  συμβάσεις , που δεν διέπονται από τον Ν. 4412/2016, τότε με αυτήν θα είχαν μεταφερθεί στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων το σύνολο των συμβάσεων προμήθειας και παροχής υπηρεσιών, ακόμη και αυτές , που συνάπτονται μεταξύ ιδιωτών!!!. 

    Γι' αυτό, και όπως προαναφέρθηκε , η αιτιολογική έκθεση του του Ν. 4605/2019, με τον οποίο προστέθηκε  το άρθρο 205 Α στον Ν. 4412/2016, ρητώς αναφέρει "«Με την παράγραφο 24 προστίθεται άρθρο με το οποίο προσδιορίζεται το πλαίσιο της δικαστικής επίλυσης διαφορών σε συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών που εφαρμόζεται ο ν. 4412/2016 με την μεταφορά των υποθέσεων αυτών από τα πολιτικά δικαστήρια στα διοικητικά εφετεία".

   Και φυσικά , εάν με την παραπάνω διάταξη στα διοικητικά Δικαστήρια υπάγονταν οι ιδιωτικές διαφορές επί των οποίων εφαρμόζεται ο Αστικός Κώδικας και το ιδιωτικό δίκαιο εν γένει και όχι ο Ν. 4412/2016, τότε η διάταξη αυτή θα ήταν ευθέως αντισυνταγματική. 

       Πιο αναλυτικά:...