Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΕ ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΓΩΓΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΜΙΣΘΩΜΑΤΟΣ: ΣΕ ΕΝΑ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟ, ΟΠΟΥ ΤΑ ΜΙΣΑ ΣΧΕΔΟΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΙΚΙΑΣΤΑ ΚΑΙ ΚΛΕΙΣΤΑ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΜΕ ΜΙΣΘΩΤΙΚΗ ΑΞΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΕΙΩΘΗΚΕ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 1.4.2010 !!!. ΕΠΙΣΗΣ, ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΟΥΒΛΑΤΖΗΔΕΣ , ΤΥΡΟΠΙΤΑΔΕΣ ΚΑΙ ΣΑΝΤΟΥΪΤΣΑΔΕΣ ΓΝΩΡΙΖΑΝ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΕΨΑΝ ΟΣΑ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΑΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΡΟΒΛΕΨΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΔΝΤ ΚΑΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΓΝΩΡΙΖΑΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΠΡΙΛΙΟ ΤΟΥ 2010 ΤΙΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ , ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΣΤΑΔΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟ ΤΟΥ 2010 ΚΑΙ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ

     Φαίνεται ότι στην Ελλάδα του 2014, εκτός από τις αποδοχές των δικαστών , σταθερές παραμένουν και οι μισθωτικές αξίες  ορισμένων καταστημάτων.
    Και τα Δικαστήρια, παρά το ότι κάποιοι τα κατηγορούν εσφαλμένως ότι βρίσκονται εκτός πραγματικότητας, έχουν τόσο καλή γνώση των επιχειρήσεων, έτσι ώστε είναι σε θέση να γνωρίζουν, χωρίς βέβαια ν´ αντλούν τις γνώσεις τους από το αποδεικτικό υλικό αλλά από τα γνωστά τοις πάσι γεγονότα,  ποιες επιχειρήσεις κτυπήθηκαν ιδιαίτερα από την οικονομική κρίση και ποιες όχι, σε αυτές τις τελευταίες κατατασσόμενων των επιχειρήσεων φτηνής εστίασης!!!
     Παρακάτω παρατίθεται η υπ´ αριθμ. 3081/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (μη τελεσίδικη, διότι πρόκειται να εφεσιβληθεί) , με την οποία απορρίφθηκε αγωγή μειώσεως  μισθώματος, που είχε συμφωνηθεί στις 1.4.2010, δηλαδή τέσσερα (4) χρόνια πριν και όταν ακόμη η Ελλάδα δεν είχε καν προσφύγει στον Μηχανισμό Στήριξης (ως γνωστόν η προσφυγή στον Μηχανισμό Στήριξης ανακοινώθηκε στις 23.4.2010).
    Στην σχετική δίκη ο μισθωτής - ενάγων , μεταξύ των πολλών άλλων , προσκόμισε στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία α) τα μισά  σχεδόν  καταστήματα του οικοδομικού τετραγώνου , όπου βρίσκεται το μίσθιο,  είναι κλειστά  και ανοίκιαστα, κάτι που ουδόλως αξιολογείται στην απόφαση, γιατί προφανώς θεωρείται γεγονός άνευ αξίας   και β) τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης του ίδιου του ενάγοντος -μισθωτή, με βάση τις φορολογικές δηλώσεις του,  από το έτος 2010 έως το 2013, έχουν μειωθεί κατά 40 %, ενώ η απόφαση αναγνωρίζει μείωση των εσόδων του ενάγοντα, την οποία, όμως δεν προσδιορίζει κατά ποσοστό, ίσως και πάλι γιατί θεωρείται από το Δικαστήριο ως γεγονός επίσης στερούμενο αξίας.
     Περαιτέρω, αν και κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι  "από το έτος 2010 και εφεξής επήλθε συντριπτική μείωση της αγοραστικής ικανότητας των Ελλήνων πολιτών και των πελατών που απευθύνεται η επιχείρηση του ενάγοντος , οφειλόμενη στην ακόμη μεγαλύτερη μείωση των ήδη μειωμένων μισθών ,στο κλείσιμο επιχειρήσεων και την αντίστοιχη κατάργηση θέσεων εργασίας , που είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας , τη μείωση του χρόνου απασχόλησης των εργαζομένων με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών τους και στην αύξηση της φορολογίας φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων" και "Η ως άνω κατάσταση είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθεί  η ζήτηση των υπηρεσιών που προσφέρει η επιχείρηση  του ενάγοντος και κατά συνέπεια να μειωθούν τα έσοδα αυτής ..."  , εντούτοις το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή και δεν μείωσε το μίσθωμα ούτε κατ' ελάχιστον, γιατί έκρινε ότι   α) ο ενάγων- μισθωτής, ως διατηρών επιχείρηση εστίασης ,  έχει υποστεί μεν  μείωση των εισοδημάτων του αλλά όχι στον μεγάλο  βαθμό , που έχουν υποστεί άλλες επιχειρήσεις μη εστίασης (φαίνεται ότι μείωση μισθώματος δικαιούνται μόνον οι πρωταθλήτριες στην  μείωση των  εσόδων τους  επιχειρήσεις  και όχι όσες επιχειρήσεις  έχουν μεν υποστεί μείωση αλλά συγκριτικά με άλλες επιχειρήσεις μικρότερη και μάλιστα ανεξάρτητα από την μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου)  , συμπέρασμα  το οποίο το Δικαστήριο το στήριξε στο ότι στην χώρα μας, μετά την κρίση,  διαρκώς ανοίγουν νέες επιχειρήσεις φτηνής εστίασης (σουβλατζίδικα, τυροπιτάδικα, σαντουϊτσάδικα κλπ)  , κάτι που προφανώς θεωρείται ότι δεν δικαιολογεί μείωση του μισθώματος των επιχειρήσεων αυτών  και β) οι σουβλατζήδες, τυροπιτάδες και σαντουϊτσάδες (στους οποίους κατατάσσεται ο ενάγων- μισθωτής) την 1.4.2010, δηλαδή πριν καν η Ελλάδα να προσφύγει στον Μηχανισμό Στήριξης,  γνώριζαν , προφανώς γιατί είχαν τις προς τούτο ειδικές οικονομικές γνώσεις, τις συνέπειες, που θα είχε στην οικονομία το έτος 2013, η προσφυγή στον Μηχανισμό Στήριξης, τις οποίες ακόμη και η ίδια η απόφαση περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα!!!
      Σημειωτέον ότι  ενώ οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ και της Τρόικας , οι οποίοι ίσως να είναι και οι μόνοι , που ενδεχομένως γνώριζαν από πριν τα μέτρα, που θα λαμβάνονταν  σταδιακά  μετά τον Ιούνιο του 2010 και μέχρι σήμερα , έχουν κατηγορηθεί ότι ΔΕΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΑΝ σωστά τις επιπτώσεις, που θα είχαν τα μέτρα αυτά στην ύφεση  και ότι ανέμεναν την ανάκαμψη ήδη από τα έτη 2011-2012 , σφάλμα το οποίο μάλιστα αναγνώρισαν , με την εν λόγω απόφαση γίνεται δεκτό ότι οι  εν Ελλάδι  σουβλατζήδες , τυροπιτάδες και σαντουϊτσάδες γνώριζαν , πριν καν την προσφυγή της Ελλάδας στον Μηχανισμό Στήριξης , και τα οικονομικά μέτρα, που θα λαμβάνονταν με την υπόδειξη της Τρόικας βάσει των περισσοτέρων Μνημονίων , που συμφωνήθηκαν και  τις συνέπειες , που τα μέτρα αυτά, θα είχαν στην οικονομία !!!  
    Η εν λόγω απόφαση παρατίθεται αμέσως παρακάτω για έναν και μόνον λόγο: για να μην θεωρούν οι ενδιαφερόμενοι ότι επειδή οι ίδιοι διαπιστώνουν τα έσοδα των επιχειρήσεών τους καταρρέουν  ( εκτός κι αν μείωση εσόδων 40% θεωρείται κάτι το σύνηθες ) και τα καταστήματα δίπλα τους,το  ένα μετά το άλλο,  κλείνουν και  παραμένουν ανοίκιαστα, ότι αυτό, κατά τα Δικαστήρια, είναι δεδομένο ότι  συνεπιφέρει και μείωση της μισθωτικής αξίας των καταστημάτων που νοικιάζουν, έτσι ώστε να ζητούν την μείωση του μισθώματος.
    Όχι.
   Στην Ελλάδα του 2014  όπου όλες οι αξίες υφίστανται καθίζηση, δεν παραμένουν αμετάβλητες μόνον οι αποδοχές των Δικαστών. Σύμφωνα με τα ελληνικά δικαστήρια, αμετάβλητες παραμένουν και οι  μισθωτικές αξίες καταστημάτων, που στεγάζουν "σουβλατζίδικα, τυροπιτάδικα, σαντουϊτσάδικα."  
    Διαβάστε, λοιπόν , την απόφαση και βγάλτε τα συμπεράσματά σας :
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΜΙΣΘΩΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
                            Αριθμός Αποφάσεως
3081/2014
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αποτελούμενο από το Δικαστή Ηλία Σταυρόπουλο, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα, Μαρία Κουτουκάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 5-6-2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του ενάγοντος : Γ.......... Κ.............. του Χ.............. και της Β.............., κατοίκου Πειραιώς, που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του, Εμμανουήλ Τσαλικίδη.
Των εναγομένων : 1) Α............... Π............ του Χ..............., κατοίκου Πειραιά και 2) Της εδρεύουσας στον Πειραιά ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Α............. Π................» και το διακριτικό τίτλο «Α................», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Βασίλειου Κατσούλη.
Ο ενάγων ζήτησε να γίνει δεκτή η με αρ. κατ. 10344/2012 αγωγή του, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα με την με αρ. κατ. 2545/2014 κλήση φέρεται για περαιτέρω συζήτηση η με αρ. κατ. 10344/2012 αγωγή, μετά την αναβλητική μη οριστική υπ' αρ. 5369/2013 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου.
Με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων υπομισθωτής ζητεί να αναπροσαρμοστεί το μηνιαίο υπομίσθωμα λόγω απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, που εκθέτει επαρκώς στην αγωγή, άλλως κατά την καλή πίστη από το ποσό των 3.000 ευρώ, που είναι τώρα, στο ποσό των 1.500 ευρώ, το οποίο, με δεδομένο τις υφιστάμενες πλέον συνθήκες της αγοράς στην συγκεκριμένη περιοχή, είναι εύλογο και δίκαιο. Η αγωγή παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 1β, 16 αρ. 1, 29 παρ. 1 του ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των διατάξεων των άρθρων 647 και επ. του ΚΠολΔ. Είναι νόμιμη. Στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 3617574, 595, 288, 388 του ΑΚ, 1, 7 παρ. 4 και 44 του ΠΔ 34/1995. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, κατ' ουσία.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, οι οποίοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 10-10-2013 και περιέχονται στα υπ' αρ. 5369/2013 πρακτικά και απ' όλα τα έγγραφα και τις φωτογραφίες, που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι, συνεκτιμωμένης και της υπ' αρ. 883/2014 ενόρκου βεβαιώσεως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, που ελήφθησαν κατόπιν νομοτύπου και εμπροθέσμου κλήτευσης της αντίδικης πλευράς (βλ. τη σχετική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά), αποδείχθηκαν τα παρακάτω περιστατικά: Με το από 1-4-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης, που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων υπομίσθωσε ένα ισόγειο κατάστημα επιφανείας 130 τ.μ. με μεσοπάτωμα επιφάνειας 25,52 τ.μ. που βρίσκεται στον ............... στη συμβολή των οδών Α..............Τ............... και Α................, με δωδεκαετή συμβατική διάρκεια, για να το χρησιμοποιήσει για κάθε νόμιμη χρήση, έναντι μηνιαίου μισθώματος 3.000 ευρώ. Ο υπομισθωτής παρέλαβε τη χρήση του μισθίου και ασκεί σε αυτό επιχείρηση αναψυκτηρίου, προσφέροντας καφέ, ποτά, σνακ, φαγητό, παγωτά, γλυκά. Αναφορικά με τη μισθωτική αξία του ως άνω μισθίου, αποδείχθηκε ότι τούτο βρίσκεται σε προνομιούχο θέση στη είσοδο ........... του λιμένα του Πειραιά, σε πολυσύχναστο δρόμο καθ' όλο το έτος, ιδιαίτερα δε τη θερινή σαιζόν. Έχει πρόσοψη 6,5 μέτρων περίπου. Στην περιοχή είναι το μόνο κατάστημα αυτού του είδους, βρίσκεται δε ανάμεσα σε καταστήματα έκδοσης ακτοπλοϊκών εισιτηρίων, που έχουν διαρκή προσέλευση τουριστών. Τη θερινή σαιζόν είναι σε λειτουργία 24 ώρες. Παραδίπλα και σε απόσταση περίπου 6,5 μέτρων βρίσκεται στάση λεωφορείου και στάση ΚΤΕΑ Καβάλας, Σερρών, Κιλκίς και Μακεδονίας. Από το έτος 2010 και εφεξής επήλθε συντριπτική μείωση της αγοραστικής ικανότητας των Ελλήνων πολιτών και των πελατών που απευθύνεται η επιχείρηση του ενάγοντος, οφειλόμενη στη ακόμη μεγαλύτερη μείωση των ήδη μειωμένων μισθών, στο κλείσιμο επιχειρήσεων και την αντίστοιχη κατάργηση θέσεων εργασίας, που είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας, τη μείωση του χρόνου απασχόλησης των εργαζομένων με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών τους και στην αύξηση της φορολογίας φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων. Η ως άνω κατάσταση είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθεί η ζήτηση των υπηρεσιών που προσφέρει η επιχείρηση του ενάγοντος και κατά συνέπεια να μειωθούν τα έσοδα αυτής, όχι όμως όπως στις λοιπές εμπορικές επιχειρήσεις μη εστίασης, όπου επλήγησαν περισσότερο από την κρίση. Και τούτο διότι στις επιχειρήσεις φθηνής εστίασης, όπως του ενάγοντος, η μείωση των εσόδων εξαιτίας της κρίσης δεν ήταν τόσο μεγάλη όπως στις λοιπές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα δε μετά και τη μείωση του ΦΠΑ από το θέρος του 2013 και μετά. Χαρακτηριστικό δε ότι λόγω της κρίσης άνοιξαν περισσότερα καταστήματα εστίασης, γρήγορου και φθηνού φαγητού (σουβλατζίδικα, τυροπιτάδικα, σαντουϊτσάδικα κλπ). Πλην όμως τα ως άνω δεδομένα ήσαν γνωστό στους διαδίκους, κατά το χρόνο κατάρτισης της υπομίσθωσης και ελήφθησαν υπόψη, γι' αυτό και συμφωνήθηκε το ύψος του μισθώματος στα 3000 ευρώ. Σημειωτέον ότι ο ενάγων πριν υπομισθώσει το εν λόγω κατάστημα από τους εναγόμενους, είχε υπομισθώσει το ίδιο κατάστημα το έτος 2007 με μηνιαίο μίσθωμα 5.000 ευρώ από τον Π......... Ξ................, το οποίο από τις 28-12-2008 μειώθηκε στις 4.050 ευρώ και ίσχυσε έως τη λήξη της μίσθωσης στις 31-3-2010. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το ακριβώς διπλανό του ενάγοντος κατάστημα επιφάνειας 64 τ.μ. έχει μισθωθεί στις 3-1-2012 με μηνιαίο μίσθωμα 2.500 ευρώ. Υπό το πρίσμα των ως άνω δεδομένων τα επικαλούμενα με την αγωγή γεγονότα δεν θεωρούνται απρόοπτα και λήφθηκαν υπόψη κατά την κατάρτιση της σύμβασης, η δε εμμονή των εναγομένων συνυπεκμισθωτών στην καταβολή του συγκεκριμένου υπομισθώματος των 3000 ευρώ, δεν είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και, συνεπώς, κρίνεται ότι δεν επιβάλλεται η αναπροσαρμογή του, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της υπό κρίση αγωγής και επιδικαζομένης της δικαστικής δαπάνης των εναγομένων σε βάρος του ενάγοντος λόγω της ήττας του (ΚΠολΔ 176).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την αγωγή.
Επιβάλει τη δικαστική δαπάνη των εναγομένων σε βάρος του ενάγοντος που καθορίζει σε 500 ευρώ.


Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις        
   Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 
    Τα...

Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. 1863/2014 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ (ΤΜΗΜΑ Β')

   Η απόφαση αυτή , η οποία σε αρχείο pdf βρίσκεται ΕΔΩ, παρά το ότι επαναλαμβάνει την παγιωμένη πλέον νομολογία , η οποία δέχεται ότι  οι διακηρύξεις των νοσοκομείων για την προμήθεια ιατροτεχνολογικών προϊόντων (εν προκειμένω χειρουργικών ραμμάτων)  δεν είναι νόμιμο να θέτουν προδιαγραφές , οι οποίες αποκλείουν πιστοποιημένα με CE προϊόντα , εντούτοις αποτελεί μία από τις πιο ολοκληρωμένες σχετικές αποφάσεις, τόσο ως προς την αιτιολογία της, όσο, κυρίως,  και ως προς τον  αριθμό περιπτώσεων ειδικών προδιαγραφών, στις οποίες αφορά. 
 Δυστυχώς, όμως, μέχρι και σήμερα , υπάρχουν πολλές περιπτώσεις διακηρύξεων Νοσοκομείων, που εξακολουθούν να θέτουν τέτοιες ειδικές προδιαγραφές, καίτοι τούτο έχει επανειλημμένως κριθεί παράνομο, χωρίς βέβαια να υπάρχει καμία απολύτως συνέπεια για τα μέλη των Επιτροπών, που θέτουν τις προδιαγραφές αυτές. 
   Υπενθυμίζεται ότι , εξαιτίας των επανειλημμένων παραβιάσεων της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, που λάμβανε χώρα λόγω των προαναφερθεισών ειδικών προδιαγραφών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκίνησε τις διαδικασίες παραπομπής της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο , για την επιβολή κυρώσεων στην χώρα μας λόγω μη συμμόρφωσής της στο ευρωπαϊκό δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 260 της TFEU (Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης) , πλην όμως η διαδικασία αυτή σταμάτησε όταν η ελληνική Βουλή ψήφισε το άρθρο 21 του Ν. 3897/2010 , το οποίο προβλέπει κυρώσεις (πρόστιμα και ποινική δίωξη) για τα νοσοκομεία και τα μέλη των διοικήσεων τους, που θέτουν τέτοιες προδιαγραφές, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχει επιβληθεί ούτε ένα πρόστιμο και χωρίς να έχει ασκηθεί ούτε μία ποινική δίωξη, παρά το ότι τα νοσοκομεία εξακολουθούν να θέτουν τέτοιες ειδικές προδιαγραφές , πέραν του ότι για την επιβολή ενός τέτοιου προστίμου προβλέπεται μία χρονοβόρα και δυσκίνητη διαδικασία (κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, κατόπιν εισήγησης του Σώματος Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης). 
      Περιττό είναι να τονιστεί ότι η παραπάνω διάταξη τέθηκε προφανώς την τελευταία στιγμή και υπό την πίεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε άσχετο νομοσχέδιο , που αφορά την οδική ασφάλεια , ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αδιαφόρησε στην συνέχεια και παρέλειψε να ελέγξει εάν ποτέ εφαρμόστηκε η παραπάνω διάταξη. 
    Με άλλα λόγια, γι' άλλη μία φορά οι κουτόφραγκοι έφαγαν κουτόχορτο , που τους πρόσφερε το ελληνικό κράτος, το οποίο , όμως , όπως φαίνεται, ήθελαν να το φάνε (φαίνεται ότι τα περίφημα λόμπι υπάρχουν όχι μόνον στην Ουάσιγκτον αλλά και στις Βρυξέλλες) , διαφορετικά θα μπορούσαν να είχαν ελέγξει την εφαρμογή ή μη της παραπάνω διάταξης, οπότε θα διαπίστωσαν ότι  ποτέ δεν έλαβε χώρα. 
   Μεγάλο ενδιαφέρον εμφανίζει η παρατιθέμενη στην εν λόγω απόφαση αιτιολογία της απορριπτικής της προδικαστικής προσφυγής της αιτούσας εταιρείας, την οποία εξέδωσε η αποτελούμενη από γιατρούς επιτροπή διενέργειας του διαγωνισμού, όπου , για την θέσπιση τέτοιων προδιαγραφών, γίνεται επίκληση έως και του γενικού καλού ...της ανθρωπότητας!!!
   Ωσάν αυτοί , που έθεσαν τις προδιαγραφές της Ευρωπαϊκής Φαρμακοποιίας , να μην γνωρίζουν το καλό της ανθρωπότητας, το οποίο γνωρίζουν μόνον οι γιατροί ελληνικών κρατικών νοσοκομείων, που δεν εννοούν να καταλάβουν ότι δεν δικαιούνται να θέτουν προδιαγραφές , που αποκλείουν πιστοποιημένα με  CE ιατροτεχνολογικά προϊόντα , όπως , σε πολλές περιπτώσεις, δυστυχώς εξακολουθούν να πράττουν, παρά τον νόμο, με βάση τις παραδοχές πλήθους  αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας και Διοικητικών Εφετείων.
   Παρακάτω παρατίθενται η στην αρχή αναφερόμενη υπ' αριθμό 1863/2014 απόφαση , η οποία σε αρχείο pdf βρίσκεται και ΕΔΩ, αλλά και η προηγουμένως , στο στάδιο των ασφαλιστικών μέτρων, για την ίδια υπόθεση εκδοθείσα υπ' αριθμό 291/2009 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, που έκανε δεκτά τα ίδια. 
   Η υπ' αριθμ.  1863/2014 απόφαση έχει ως κατωτέρω: 




 ...

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΔ ΚΑΙ ΧΑΡΤΗΣ ΖΟΕ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ (ΦΕΚ 125Δ/1998)


ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΟΣ
Είδος:
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ
Αριθμός:
17.2.1998
Έτος:
1998
ΦΕΚ:
Δ 125 19980227
Τέθηκε σε ισχύ:
27.02.1998
Ημ.Υπογραφής:
17.02.1998
Τίτλος:
Καθορισμός χρήσεων γης και όρων και περιορισμών δόμησης στην εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών προ του έτους 1923 περιοχή της χερσονήσου Λαυρεωτικής (Ν. Αττικής).
Προοίμιο:
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 1. Τις διατάξεις του άρθρου 29 (παρ. 1) του Ν. 1337/1983 «Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις» (Α' 33}, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 14 του άρθρου 8 του Ν. 1512/1985 «Τροποποίηση και συμπλήρωση πολεοδομικών διατάξεων, ρύθμιση συναφών θεμάτων και θεμάτων Ταμείου Νομικών» (Α'4). 2. Τις διατάξεις του άρθρου 29Α του Ν. 1558/1985 «Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα» (Α' 137) που προστέθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 2081/1992 (Α' 154) και αντικαταστάθηκε με την παρ. 2α του άρθρου 1 του Ν. 2469/1997(Α'38). 3. Τις διατάξεις του άρθρου 21 (παρ. 1 και 2) του Ν. 1650/1986 «Για την προστασία του περιβάλλοντος». (Α 60). 4. Τις διατάξεις του Ν. 1515/85 «Ρυθμιστικό σχέδιο και πρόγραμμα προστασίας περιβάλλοντος στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας» (Α'18) όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 2052/92 (Α'94). 5. Τα 5277/22.7.1993 6109/14.9.1993 6195/20.9.93 3951/5.8.1994 3952/5.8.1994 και 3953/5.8.1994 έγγραφα του Οργανισμού Αθήνας. 6. Το 87151/22.12.1993 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας Δ/νσης Χωροταξίας και Προστασίας Περιβάλλοντος με το συνημμένο σ' αυτό από 21.9.93 πρακτικού της Νομαρχιακής Επιτροπής Χωροταξίας και Περιβάλλοντος Ανατολικής Αττικής. 7. Το 2471/30.5.1994 έγγραφο της Β' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων Υπουργείου Πολιτισμού. 8. Τα Α1/Φ02/23833/1340/ 10.6.1994 Α1/Φ02/ 46463/2444/ 10.10.1994 Α1/Φ02/51697/2732/2.11.94 και Α1/Φ02/ 59209/ 3115/ 20.12.1994, έγγραφα της Δ/νσης Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, Τμήμα Αρχαιολογικών χω ρω ν του Υπουργείου Πολιτισμού. 9. Το 2319/27.6.1994 έγγραφο της1ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού. 10. Τις 179/1993, 49/1994 γνωμοδοτήσεις του Δημοτικού Συμβουλίου Λαυρεωτικής. 11. Τις 1/1994, και 10/1994 γνωμοδοτήσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Κωνσταντίνου. 12. Την 97/1993, γνωμοδότηση της Κοινότητας Παλαιάς Φώκαιας. 13. Την 91/1994 γνωμοδότηση και το 3425/19.12.1995 έγγραφο του Κοινοτικού Συμβουλίου Αναβύσσου. 14. Την 214/1993 γνωμοδότηση του Δημοτικού Συμβουλίου Κερατέας. 15. Τα 1459/21.4.1994, 3789/24.8.1994, 4025/7.9.1994 4121/13.3.1994 και 798/21.2.1995 και 1107/7.3.96 και 3140/28.6.1995 (απόφαση 109/95) έγγραφα του Δημοτικού Συμβουλίου Κερατέας. 16. Τα 2969/18.8.1994 3239/9.9.1994 3653/11.10.1994 και 4276/25.11.1994 έγγραφα της Κοινότητας Καλυβιών Θορικού και το 757/21.2.1995 έγγραφο του Δήμου Καλυβιών- Θορικού. 17. Τα 683/26.8.1994 και 156/29.2.1996 έγγραφα της κοινότητας Κουβαρά. 18. Τα 463/30.5.1995 και 483/5.6.1995 έγγραφα της κοινότητας Αγίου Κωνσταντίνου. 19. Το 1445/2.11.1993 έγγραφο της Κοινότητας Σαρωνίδος. 20. Τα 3362/29.5.1995 και 4312/29.6.1995 έγγραφα του Δήμου Λαυρεωτικής. 21. Το γεγονός ότι για το Δήμο Καλυβιών Θορικού και την Κοινότητα Κουβαρά, πέρασε άπρακτη η προθεσμία του άρθρου 31 παρ. 3 του Π. Δ/τος 323/1989 «Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο νόμου» με τίτλο «Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας» των ισχυουσών διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν» (Α' 146). 22. Το 20011/3564/12.12.1995 έγγραφο του ΕΚΘΕ. 23. Την 1/συν. 48η/9.3.195 γνωμοδότηση της Εκτελεστικής Επιτροπής του Οργανισμού Αθήνας. 24. Το γεγονός ότι από τις κανονιστικές διατάξεις αυτού του διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού και των οικείων Ο.Τ.Α. 25. την 265/1997 γνωμοδότηση του συμβουλίου της Επικρατείας, με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, αποφασίζουμε:



ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΡΘΡΩΝ



Αρθρο:
1
Ημ/νία:
27.02.1998

Κείμενο Αρθρου
Στην εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών προ του έτους 1923 ευρύτερη περιοχή της Χερσονήσου Λαυρεωτικής (Ν. Αττικής) και ειδικότερα των Δήμων Καλυβιών Θορικού, Κερατέας, Λαυρεωτικής και των Κοινοτήτων Αγίου Κωνσταντίνου, Αναβύσσου, Κουβαρά, Παλαιάς Φώκαιας και Σαρωνίδας, η οποία περιοχή εμπίπτει εντός της Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου του νομού Αττικής, που εγκρίθηκε με το από 22.6.1983 Π.Δ/γμα (Δ'284), καθορίζονται χρήσεις γης και όροι και περιορισμοί δόμησης κατά περιοχές Α, Β1, Β2, Β3, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, Ι1, Ι2, και περιοχές τουριστικών εγκαταστάσεων Ε.Ο.Τ,, απασχολησιοθεραπευτικού κέντρου παιδιών με ειδικές ανάγκες και τουρισμού -αναψυχής Λαγονησίου, που φαίνονται στα δεκατέσσερα (14) σχετικά πρωτότυπα διαγράμματα σε κλίμακα 1:10.000 που θεωρήθηκαν από τον Προϊστάμενο της Δ/νσης Τοπογραφικών Εφαρμογών με την 20874/1997 πράξη του και που αντίτυπα τους σε φωτοσμίκρυνση δημοσιεύονται με το παρόν διάταγμα, όπως στα επόμενα άρθρα.



Αρθρο:
2
Ημ/νία:
27.02.1998

Κείμενο Αρθρου
Α. Περιοχές με στοιχείο Α. 1. Στις παραπάνω περιοχές επιτρέπονται οι χρήσεις: - Αναψυκτήρια και καθιστικά - Εγκαταστάσεις πολιτιστικών εκδηλώσεων - Υπαίθριες αθλητικές εγκαταστάσεις μικρής κλίμακας με τα απαραίτητα για τη λειτουργία του βοηθητικά κτίσματα (γραφεία, αποδυτήρια, ντους, W.C.) - Κατασκηνώσεις, οργανωμένες τουριστικές κατασκηνώσεις Ο3σιρίη9δ) χωρίς οικίσκους και παιδικές κατασκηνώσεις χωρίς οικίσκους. ...

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

ΜΗ ΝΟΜΙΜΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΔΙΚΑΣΙΑ Η ΕΠΙΔΟΣΗ ΣΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ, ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΞΕΤΑΣΤΕΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑ, ΕΤΣΙ ΩΣΤΕ ΝΑ ΔΗΛΩΣΕΙ ΤΗΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΤΟΥ, ΩΣ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΔΙΑΜΟΝΗΣ , ΜΟΝΟΝ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΒΡΕΘΗΚΕ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΕΓΚΛΗΣΗ Ή ΤΗΝ ΜΗΝΥΣΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ, ΟΤΑΝ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΟΤΙ ΑΥΤΟΣ ΕΙΧΕ ΓΝΩΣΤΗ ΔΙΑΜΟΝΗ , ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΟΧΙ ΓΝΩΣΤΗ ΣΤΗΝ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΡΧΗ, ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΓΕΙΛΕ ΤΗΝ ΕΠΙΔΟΣΗ, ΕΦΟΣΟΝ Ο ΙΔΙΟΣ ΑΓΝΟΟΥΣΕ ΤΗΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΑΣΚΗΣΗ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ, ΕΤΣΙ ΩΣΤΕ ΝΑ ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΕΙ ΤΗΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΤΟΥ Ή ΤΗΝ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΑΥΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 

Δικαστήριο:ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Τόπος:ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:2
Ετος:2014

Περίληψη

Ακυρότητητα επίδοσης - Ελλειψη αιτιολογίας -. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της εφέσεως απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε «γνωστή διαμονή». Κατ’ ορθή ερμηνεία των διατάξεων του ΚΠΔ, στην περίπτωση που δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και δεν έχει δηλώσει διεύθυνση κατοικίας, κατά το άρθρο 273 του ΚΠΔ, δεν μπορεί άνευ ετέρου να θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε, διότι, διαφορετικά, ενδέχεται η γνωστοποιηθείσα από το μηνυτή διεύθυνση της κατοικίας του κατηγορουμένου να είναι εσφαλμένη, με συνέπεια ο τελευταίος να αγνοεί την σε βάρος του ποινική διαδικασία, η οποία έτσι διεξάγεται ερήμην του, κατά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που θεσπίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Αναιρείται η απόφαση που απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη και άρα απαράδεκτη λόγω έλλειψης αιτιολογίας, αφού εκθέτει ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που είχαν τεθεί ενώπιόον του, δεν προέκυπτε ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε δηλώσει οποιαδήποτε μεταβολή της κατοικίας του στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση, χωρίς να αξιολογήσει, όπως έπρεπε, αν, από τα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα από τα έγγραφα που είχε προσκομίσει ο ίδιος προέκυπτε ή όχι ότι αυτός, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, είχε γνωστή διαμονή διάφορη από εκείνη, στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, αρκεσθέν στην αιτιολογία ότι η Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση, δεν γνώριζε την επικαλούμενη από αυτόν ως γνωστή κατοικία του, στην οδό ..., επειδή ο ίδιος δεν την είχε γνωστοποιήσει, ενώ η αιτιολογία αυτή δεν αρκεί, ενόψει του ότι, σ’ αυτήν, δεν υπάρχει παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος, γνώριζε ότι έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη, ή ότι έχει εκδοθεί σε βάρος του καταδικαστική απόφαση, ώστε να έχει υποχρέωση να προβεί σε γνωστοποίηση της διεύθυνσης της κατοικίας του στην ανωτέρω Εισαγγελική Αρχή. Η πλημμέλεια, της έλλειψης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, γνώριζε, ότι εκκρεμούσε η υπόθεσή του στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, λόγω της επανειλημμένης εμφανίσεώς του σε αυτό, καίτοι είχε κλητευθεί ως άγνωστης διαμονής, κατά τις δικασίμους 23.2. 1999, 18.2.2000, 16.5.2000 και 1.11.2000, κατά τις οποίες αναβλήθηκε η υπόθεσή του, και συνεπώς είχε υποχρέωση να δηλώσει την πραγματική του διεύθυνση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, αφού έλαβε γνώση ότι εκκρεμεί σε βάρος του κατηγορία, οπότε θα μπορούσε να θεωρηθεί, ότι η δικονομική βλάβη που υπέστη ο αναιρεσείων οφείλεται σε δικές του παραλείψεις και όχι παραλείψεις της Εισαγγελίας ή του Δικαστηρίου, διότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν διαλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες και δεν επιτρέπεται να συμπληρωθούν από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (Αντίθετη μειοψηφία, κατά την οποία: α) ορθώς και εγκύρως επιδόθηκε η καταδικαστική απόφαση στον αναιρεσείοντα ως αγνώστου διαμονής, ενώ η δικονομική βλάβη που αυτός υπέστη οφείλεται σε δικές του παραλείψεις και όχι της Εισαγγελίας ή του Δικαστηρίου και δεν μπορεί να προταθεί από τον ίδιο,. αλλά ούτε και να κηρυχθεί από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου έστω και στο πλαίσιο αυτεπάγγελτης έρευνας, β) δεν μπορεί να τεθεί θέμα απολύτου ακυρότητας, αφ’ ενός λόγω «ακύρου επιδόσεως» της αποφάσεως και αφ' ετέρου λόγω παραβιάσεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, διότι ο αναιρεσείων τελούσε σε γνώσηει τούυ ότι εκκρεμούσε η υπόθεση σε βάρος του, όπως επίσης τελούσε σε γνώσηει του ότι η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών δεν γνώριζε τη νέα διεύθυνση κατοικίας του, την οποία αυτός ουδέποτε γνωστοποίησε, καίτοι είχε υποχρέωση, καίτοι και παρότι κάθε φορά επληροφορείτο τη δικάσιμο παρά την κλήτευσήη του ως αγνώστου διαμονής).
Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 2/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΠΛΗΡΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Βασίλειο Λυκούδη, Ιωάννη Σιδερή, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπροέδρους, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Δημήτριο Κράνη, Ανδρέα Ξένο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ασπασία Καρέλλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Αργύριο Σταυράκη, Ιωάννα Πετροπούλου, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη- Εισηγήτρια, Δήμητρα Μπουρνάκα, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Γεώργιο Σακκά, Μαρία Βασιλάκη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Μιχαήλ Αυγουλέα, Βασίλειο Καπελούζο, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Πάνο Πετρόπουλο, Ευγενία Προγάκη, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Μαρία Βαρελά, Γεώργιο Κοντό, Γεώργιο Κριμπά, Αριστείδη Πελεκάνο, Βασίλειο Πέππα, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη, Δημήτριο Βόσκα, Γρηγόριο Λαπατά, Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
    Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Ν. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της 42137/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εισάγεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατόπιν εκδόσεως της 455/2013 αποφάσεως του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.
    Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 526/12. Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
    ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται νόμιμα, στην Πλήρη Ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου...

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ

 Δεν έχει καταβληθεί μέχρι σήμερα (31.5.2014), παρά το ότι έχουν παρέλθει έξι (6) ημέρες από τις εκλογές. Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες  πληροφορίες, θα καταβληθεί μετά τις 15 Ιουνίου , άγνωστο πότε ακριβώς. Ο ΔΣΑ, ως συνήθως, είναι ανύπαρκτος μπρος στον προκλητικό αυτό εμπαιγμό των μελών του
      
 
    Παρά το ότι έχουν παρέλθει έξι ημέρες από την διενέργεια και των επαναληπτικών δημοτικών και περιφεριεακών εκλογών καθώς και των ευρωεκλογών, εντούτοις παραμένει άγνωστο πότε θα καταβληθούν οι αποζημιώσεις των δικαστικών αντιπροσώπων και γραμματέων των εφορευτικών επιτροπών.
     Εξυπακούεται ότι οι αποζημιώσεις αυτές θα έπρεπε να καταβληθούν άμεσα μετά τις εκλογές.
     Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες η καταβολή θα γίνει μετά τις 15 Ιουνίου, άγνωστο πότε ακριβώς (ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ της 3.6.2014 : τρεις μέρες μετά την κατά την 31.5.2014 ανάρτηση της παρούσας δημοσίευσης δημοσιοποιήθηκε ανεπίσημα;;; ΕΔΩ ότι η καταβολή θα γίνει μέχρι τις 14.6.2014, δηλαδή μέχρι  ημέρα  Σάββατο !!!, άρα η "ανεπίβεβαίωτη" πληροφορία του blog επιβεβαιώνεται !!!)
   Αν και ένας μεγάλος αριθμός των δικαστικών αντιπροσώπων είναι δικηγόροι Αθηνών, ο ΔΣΑ, κατά την προσφιλή τακτική του , δεν προέβη σε καμία παράσταση διαμαρτυρίας, ούτε στην έκδοση έστω μιας απλής ανακοίνωσης για να στηλιτεύσει το απαράδεκτο αυτό φαινόμενο, που πλήττει άμεσα τα μέλη του, τα οποία ήδη έχουν πληγεί από την διενέργεια των εκλογών, εξαιτίας των οποίων δεν λειτουργούν τα δικαστήρια, με αποτέλεσμα να στερούνται της δυνατότητας ...

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

ΚΑΘΕΤΗ ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ: ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΝΑ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΡΥΜΟΤΟΜΗΣΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΝΙΑΙΟΥ ΟΙΚΟΠΕΔΟΥ, ΕΦΟΣΟΝ Η ΡΥΜΟΤΟΜΗΣΗ ΔΕΝ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΟΛΑ ΤΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΝΙΑΙΟΥ ΟΙΚΟΠΕΔΟΥ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑΤΑ Ή ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΕΚΕΙΝΟΥ ΤΟΥ ΟΙΚΟΠΕΔΟΥ ΕΠΙ ΤΟΥ ΟΠΟΊΟΥ ΑΝΕΓΕΡΘΗΚΕ Ή ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΑΝΕΓΕΡΘΕΙ Η ΟΙΚΟΔΟΜΗ ΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΥΓΚΥΡΙΟΥΣ

    Κατά αποκλίνουσα  άποψη δεν καταργείται η κάθετη συνιδιοκτησία αν δεν ρυμοτομηθούν όλα τα κτίσματα επί του ενιαίου οικοπέδου, που αποτελούν κάθετες ιδιοκτησίες ή τα τμήματα του οικοπέδου που προορίζονται για την ανέγερση τέτοιου κτίσματος, ακόμη κι αν ρυμοτομηθούν κάποια απ' αυτά, όχι όμως όλα .
 Εξυπακούεται ότι η ρυμοτόμηση μέρους του χώρου της αποκλειστικής χρήσης μίας κάθετης ιδιοκτησίας δεν επιφέρει καμία μεταβολή στην νομική κατάστασή της, πλην βεβαίως του περιορισμού του χώρου της αποκλειστικής χρήσης της  και ιδίως στο ποσοστό δόμησης , που δικαιούται, διότι αυτό προσδιορίζεται από το ποσοστό της κάθετης ιδιοκτησίας στο οικόπεδο , κατά την παγία νομολογία του Αρείου Πάγου (ΕΔΩ) , η οποία,  εξάλλου, δεν συνιστά   τίποτε περισσότερο, από μία απλή επανάληψη  του νόμου,  και όχι από το εμβαδόν του χώρου της αποκλειστικής χρήσης της, που από καμία διάταξη νόμου δεν είναι υποχρεωτικό να βρίσκεται σε αντιστοιχία προς το ποσοστό συνιδιοκτησίας, που η κάθετη ιδιοκτησία έχει στο σύνολο του οικοπέδου*  και δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από μία συμφωνία, που λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 και η οποία , σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 3 του Ν. 3741/1929 , έχει τον χαρακτήρα δουλείας....

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

ΕΓΓΡΑΦΟΣ ΤΥΠΟΣ , ΩΣ ΣΥΣΤΑΤΙΚΟΣ, ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΑΡΤΙΖΟΥΝ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΝΠΔΔ ΜΕ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΑΝΩΤΕΡΟ ΤΩΝ 2.500 ΕΥΡΩ




ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 

Δικαστήριο:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος:
ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:
1160
Ετος:
2013



Περίληψη
Τύπος των συμβάσεων των ΝΠΔΔ -. Κάθε σύμβαση του ΝΠΔΔ που έχει αντικείμενο άνω 2.500 € πρέπει να συντάσσεται εγγράφως. Ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, και για το λόγο αυτό η έλλειψή του καθιστά άκυρη τη σύμβαση, αίρεται δε η ακυρότης σε περίπτωση εκτελέσεως της συμβάσεως, μόνο όταν για την σύναψή της προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/84, ΑΠ 1057/11, 1135/10, 1161, 1694/09, 181/04, 1626/95).
Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 1160/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
    Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ ΙΑΤΡΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Μήλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
    Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ "Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Καβάλας" που εδρεύει στην ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τσατσάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
    Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2010 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-10-2010 αίτησή της.
    Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ...

ΓΝΗΣΙΑ ΚΑΙ ΜΗ ΓΝΗΣΙΑ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΙΣΧΥΣ ΝΟΜΟΥ- ΤΙ ΔΕΧΕΤΑΙ Η ΑΠ 1063/2013 ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΠΙΜΗΚΥΝΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ ΜΕ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ,ΠΟΥ ΤΗΝ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ, ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΞΙΩΣΕΙΣ, ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΓΕΝΝΗΘΕΙ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΙΣΧΥΟΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ, ΠΟΥ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ



Δικαστήριο:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος:
ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:
1063
Ετος:
2013



Περίληψη
Μη αναδρομικότητα του νόμου - Γνήσια και μη γνήσια αναδρομή - Παραγραφή ασφαλιστικών αξιώσεων - Διαχρονικό δίκαιο περί παραγραφής αξιώσεων ασφαλισμένου κατά της ασφαλιστικής εταιρίας -. Αρχή της μη αναδρομικότητας του νόμου (άρθρο 2 ΑΚ). Αφορά τη γνήσια αναδρομή. Δεν εφαρμόζεται όμως στη μη γνήσια αναδρομή, δηλαδή όταν ο νέος νόμος καλείται να ρυθμίσει έννομες συνέπειες, που γεννήθηκαν μετά την έναρξη εφαρμογής του, αλλά πηγάζουν από έννομες σχέσεις ή καταστάσεις προϋφιστάμενες του νόμου. Τροποποίηση στο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από την ασφαλιστική σύμβαση. Όταν η παραγραφή έχει αρχίσει υπό το παλαιό δίκαιο και δεν έχει συμπληρωθεί κατά την έναρξη εφαρμογής του νέου δικαίου και επιμηκύνει την παραγραφή, τότε η τελευταία συνεχίζεται υπό το νέο δίκαιο και συμπληρώνεται κατά τους ορισμούς του νέου δικαίου. Συνεπεία τούτων, η διετής παραγραφή της αξιώσεως του παθόντος που άρχισε να τρέχει πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3557/2007 (14.5.2007), ενόσω δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, εφεξής καθίσταται πενταετής στο σύνολό της.
Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 1063/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
    ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
    Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ, που εδρεύει στη Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τη...

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

ΠΑΓΙΩΜΕΝΗ ΠΛΕΟΝ Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΚΡΙΝΕΙ ΟΤΙ Η ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙΣΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 1 ΤΟΥ Ν.3068/02, ΟΠΩΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 20 ΤΟΥ Ν. 3301/2004, ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΕΚΔΟΣΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΝΠΔΔ ΑΝΤΙΚΕΙΤΑΙ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΣΔΑ

Σε κάθε περίπτωση από σχέσεις ιδιωτικού δικαίου ενώ η νομολογία διχαζόταν  μόνον ως προς το εάν  είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του Δημοσίου και ΝΠΔΔ και από σχέσεις δημοσίου δικαίου, αν και, επίσης και το   ζήτημα αυτό , με βάση την τελευταία νομολογία του Αρείου Πάγου, επιλύεται, γενομένου δεκτού ότι είναι δυνατή η έκδοση τέτοιας διαταγής πληρωμής , κι αν ακόμη η απαίτηση απορρέει από σχέσεις δημοσίου δικαίου.

Παρακάτω παρατίθενται οι σημαντικότερες αποφάσεις 

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 

Δικαστήριο:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος:
ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:
369
Ετος:
2014


Περίληψη
Εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών πληρωμής κατά του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ και διαταγές πληρωμής -. Εκτελούνται και οι διαταγές πληρωμής, χωρίς εξαίρεση, διότι το άρθρ. 20 του ν. 3301/2004 που απαγορεύει την εκτέλεση αυτή αντίκειται στο Συντ, την ΕΣΔΑ κ.λπ. Επομένως είναι δυνατή η από τον αρμόδιο πολιτικό δικαστή (ειρηνοδίκη ή δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου) έκδοση διαταγής πληρωμής, συντρεχουσών των προς τούτο προϋποθέσεων εις βάρος του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, και αν ακόμη η υποκείμενη σχέση, από την οποία απορρέει η χρηματική απαίτηση προς πληρωμή, της οποίας ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όπως συμβαίνει επί διαφοράς από σύμβαση δημόσιου έργου. (σχ. ΑΕΔ 18/05, 23/90). Η έκδοση διαταγής πληρωμής για την απαίτηση, δεν εμποδίζεται από το ότι η επικαλούμενη τελεσίδικη απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού ο περιορισμός αφορά την εκτελεστότητα των εν λόγω αποφάσεων και όχι το δεδικασμένο που απορρέει απ' αυτές.
Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 369/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
    Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
    Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
    Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζ. Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μπρέγιαννο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
    Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιανουαρίου 2006 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1918/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2836/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10 Ιανουαρίου 2013 αίτησή του.
    Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 22 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.
    ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.4 εδάφ. γ' του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής "οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει", κατά δ' αυτή του άρθρ. 95 παρ.5 του Συντ. " Η διοίκηση είναι υποχρεωμένη να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει... Νόμος ορίζει αναγκαστικά μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης". Σε εκτέλεση της πρώτης από τις παραπάνω διατάξεις εκδόθηκε ο ν.3068/2002, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι, το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται, χωρίς καθυστέρηση, προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις, κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου, είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και, ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει". Επακολούθησε ο ν.3301 /2004, με το άρθρο 20 του οποίου προστέθηκε στο άνω άρθρο 1 του ν.3068/02 εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο, δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του παρόντος νόμου και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ'- ζ' της § 2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι κατά τα άρθρα 623 επ. του ιδίου Κώδικα εκδιδόμενες από τον αρμόδιο δικαστή διαταγές πληρωμής), πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων. Περαιτέρω, το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που, μαζί με το προαιρετικό Πρωτόκολλο του, κυρώθηκε με τον ν.2462/1997, και άρχισε να ισχύει για την Ελλάδα από 5.8.1997 (Ανακοίνωση Υπ.Εξωτ. Φ.0546/62/Α1/292/Μ.2870/ 7.5.1997), έχει δε υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, στο άρθρο 2 § 3 αυτού ορίζει ότι: "Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο αναλαμβάνουν την υποχρέωση: α) να εγγυώνται ότι κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες,που αναγνωρίζονται στο παρόν Σύμφωνο, παραβιασθούν, θα έχει στη διάθεση του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και αν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητα τους, β) να εγγυώνται ότι η αρμόδια δικαστική, διοικητική, νομοθετική... αρχή... θα αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, και θα προωθήσουν τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής, γ) να εγγυώνται την εκτέλεση, από τις αρμόδιες αρχές, κάθε απόφασης που θα έχει κάνει δεκτή τη σχετική προσφυγή". Εξάλλου, το άρθρο 14 § 1 εδ. α' του ίδιου Συμφώνου ορίζει ότι: "Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεση του να δικαστεί από... δικαστήριο... το οποίο θα αποφασίσει... και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα". Με τη διάταξη αυτή συμπορεύεται και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, που καθιερώνεται με το άρθρο 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣ-ΔΑ) (η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974), καθώς και με το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος. Οι ως άνω διατάξεις δεν ιδρύουν μόνο διεθνή ευθύνη των συμβαλλομένων κρατών, αλλά έχουν άμεση εφαρμογή και υπερνομοθετική ισχύ, άρα θεμελιώνουν δικαιώματα υπέρ των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους. Οι διατάξεις αυτές εγγυώνται όχι μόνο την ελεύθερη πρόσβαση σε δικαστήριο, αλλά και την πραγματική ικανοποίηση του δικαιώματος που επιδικάσθηκε από το δικαστήριο, δηλαδή το δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς την οποία η προσφυγή στο δραστήριο θα απέβαλλε την ουσιαστική αξία και χρησιμότητά της (ΟλΑΠ 21/2001). Από τις εκτεθείσες συνταγματικές διατάξεις και εκείνες του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και της ΕΣΔΑ σαφώς συνάγεται ότι, προς επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, είναι αναγκαίο να συμπεριληφθούν στους τίτλους που μπορούν να εκτελεστούν κατά του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ και οι διαταγές πληρωμής, αφού, ναι μεν αυτές εκδίδονται από δικαστή, χωρίς προηγουμένως να ακουστεί και να αναπτύξει τις απόψεις του ο καθού, μετά από εξέταση της συνδρομής των κατά νόμο προϋποθέσεων για την έκδοσή τους και όχι από συγκροτημένο δικαστήριο, πλην όμως εξομοιώνονται λειτουργικώς με τις δικαστικές αποφάσεις, διότι αφ' ενός μεν επιλύουν διαφορές, αφ' ετέρου δε ανταποκρίνονται στα βασικά λειτουργικά γνωρίσματα της προβλεπόμενης από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι παρέχεται η δυνατότητα στον καθού να ασκήσει ανακοπή και να προβάλει τους ισχυρισμούς του, τόσο ως προς τη μη συνδρομή του προϋποθέσεων έκδοσης της διαταγής πληρωμής, όσο και ως προς την απαίτηση.
    Από τα παραπάνω παρέπεται ότι η ρύθμιση του άρθρου 20 ν.3301/04 κατά την οποία δεν εκτελούνται οι αναφερόμενοι σ'αυτήν εκτελεστοί τίτλοι, μεταξύ των οποίων και οι διαταγές πληρωμής, αντίκειται στις ειρημένες διατάξεις του Συντάγματος, και των Διεθνών Συμφώνων (ΑΠ 2347/2009) και επομένως είναι δυνατή η από τον αρμόδιο πολιτικό δικαστή (ειρηνοδίκη ή δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου) έκδοση διαταγής πληρωμής, συντρεχουσών των προς τούτο προϋποθέσεων εις βάρος του Δημοσίου, ΟΤΑ και ν.π.δ.δ., και αν ακόμη η υποκείμενη σχέση, από την οποία απορρέει η χρηματική απαίτηση προς πληρωμή, της οποίας ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όπως συμβαίνει επί διαφοράς από σύμβαση δημόσιου έργου. (σχ. ΑΕΔ 18/2005, ΑΕΔ 23/90). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 54 του π.δ. 18/1989, "Η άσκηση της αίτησης αναιρέσεως, (ενώπιον του ΣτΕ), δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, εκτός αν ειδικώς ορίζεται διαφορετικά". Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ/φων 1-2 του άρθρου 19 του ν.1715/1951, όπως η παρ/φος 2 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 41 παρ. 11 του ν.2065/1992, αφού το αρχικό άρθρο 19, (δηλ. μόνο η σημερινή παρ/φος 1), διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ., η ασκηθείσα από το Ελληνικό Δημόσιο αίτηση αναίρεσης κατά τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, (καταψηφιστικής), καθώς και η προθεσμία για την άσκησή της. αναστέλλουν τη σε βάρος του εκτέλεση της απόφασης, ακόμη και στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η τελευταία θα επιτρεπόταν, (=παρ.1), η δε εκτέλεση, ειδικότερα, αποφάσεων διοικητικών δικαστηρίων επί διοικητικών διαφορών ουσίας κατά του Δημοσίου, αναστέλλεται μέχρις ότου αυτές καταστούν αμετάκλητες, (=παρ.2). Εξάλλου, κατά το άρθρο 199 παρ.1 του ν.2717/1999 -Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), όπως ήδη ισχύει, οι τελεσίδικες, οι ανέκκλητες και οι προσωρινά εκτελεστές αποφάσεις, που εν γένει εκδίδονται από τα διοικητικά δικαστήρια, επί διαφορών που άγονται ενώπιον τους με αγωγές, αποτελούν εκτελεστούς τίτλους κατά το άρθρο 904 ΚΠολΔ, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν έχουν καταστεί αμετάκλητες, εφόσον έχουν καταψηφιστικό χαρακτήρα. Κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, ως προς το, κατά περίπτωση, επιτρεπτό της αναγκαστικής εκτέλεσης των κατά την προηγούμενη παράγραφο καταψηφιστικών αποφάσεων και τη διαδικασία της εκτέλεσης τους, εφαρμόζονται αναλόγως οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση των καταψηφιστικών αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων, επομένως και εκείνες (διατάξεις) του άρθρου 19 του ν.1715/1951, η οποία δεν πρέπει να θεωρείται καταργημένη από τον ΚΔΔ. (ΑΠ 199/07). Περαιτέρω, όμως, από τις ίδιες διατάξεις του ν.1715/1951 και του ΚΔΔ, συνάγεται ότι, η, εκ μέρους του Δημοσίου και των λοιπών νομικών προσώπων, που αναφέρονται στην πρώτη από αυτές, άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά τελεσίδικης καταψηφιστικής αποφάσεως διοικητικού - δικαστηρίου, καθώς και η προς άσκηση αυτής προθεσμία, δεν έχουν, σε καμία περίπτωση, ως συνέπεια, εκτός από την αναστολή της εκτελεστότητας της απόφασης, και την αναστολή επελεύσεως των έννομων συνεπειών του δεδικασμένου, το οποίο απορρέει από την τελεσίδικη αυτή απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 197 παρ.1 του ν.2717/1999 - Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας. Εξάλλου, η τελεσίδικη απόφαση, που εκδίδεται από τα ίδια δικαστήρια, (διοικητικά), επί αναγνωριστικής αγωγής για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως, τέμνει τη διαφορά, όπως και εκείνη που εκδίδεται επί καταψηφιστικής αγωγής, και παράγει, συνεπώς, δεδικασμένο μεταξύ των ίδιων διαδίκων, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο που θα επιληφθεί επιγενομένως επί αντίστοιχης καταψηφιστικής αγωγής, που θα έχει όμοια πραγματική αιτία με το δικαίωμα, που ήδη κρίθηκε, κατόπιν της αναγνωριστικής αγωγής, και θα στηρίζεται στην ίδια με αυτό νομική βάση. Το εν λόγω δεδικασμένο καταλαμβάνει την ύπαρξη του δικαιώματος και τις απορρέουσες από αυτό έννομες συνέπειες, η δε έκτασή του προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνεται στο δικαστήριο. Ο ενδιαφερόμενος διάδικος, που έχει έννομο συμφέρον για την απόκτηση εκτελεστού τίτλου, μπορεί να ασκήσει, κατά του εναγομένου στην προηγούμενη αναγνωριστική δίκη, καταψηφιστικη αγωγή, οπότε, κατά την εκδίκαση της τελευταίας αυτής αγωγής, ως βάση τίθεται το δεδικασμένο, που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση. Επομένως, το δικαίωμα του ενάγοντος, που πέτυχε την έκδοση τελεσίδικης αναγνωριστικής απόφασης υπέρ αυτού και κατά του Δημοσίου, να ασκήσει ακολούθως και καταψηφιστική αγωγή κατά του τελευταίου, στηριζόμενη στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, και να επικαλεσθεί το δεδικασμένο, που απορρέει από την τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση, δεν επηρεάζεται από οποιουσδήποτε περιορισμούς τυχόν ισχύουν ως προς την εκτελεστότητα της καταψηφιστικής απόφασης, που πρόκειται να εκδοθεί κατόπιν της δεύτερης (καταψηφιστικής) αγωγής, άρα και από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 19 του ν.1715/1951, ( βλ. ΣτΕ 12/2011 ΣτΕ 1077/2010, ΣτΕ 156/2009 ). Από όλα τα ανωτέρω, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, προκύπτει ότι, ο διάδικος που επέτυχε να εκδοθεί υπέρ αυτού τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση διοικητικού δικαστηρίου κατά του Δημοσίου, μπορεί, προκειμένου να αποκτήσει και σχετικό εκτελεστό τίτλο, να ζητήσει να εκδοθεί, με βάση την εν λόγω) απόφαση και το δεδικασμένο που παράγεται από αυτήν για την απαίτηση, διαταγή πληρωμής, από τον δικαστή του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου. Στην περίπτωση δ' αυτή, η έκδοση διαταγής πληρωμής για την απαίτηση, δεν εμποδίζεται από τις ανωτέρω διατάξεις του ν.1715/1951, με βάση το ότι η επικαλούμενη τελεσίδικη απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, (όπως ακριβώς δεν εμποδίζεται και η έκδοση αντίστοιχης καταψηφιστικής απόφασης), διότι η ενέργεια αυτή ανάγεται στις έννομες συνέπειες του δεδικασμένου της επικαλούμενης αναγνωριστικής απόφασης και όχι στην εκτελεστότητα, στην οποία αναφέρονται οι διατάξεις του ν.1715/1951 και την οποία εξ ορισμού στερούνται οι αναγνωριστικές αποφάσεις. Τέλος, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, ή δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 7/2006, και ΟΛ ΑΠ 4/2005). Με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος τους, λόγους της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο η, από το άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 1 παρ.2 ν.3068/2002 (όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 20 ν.3301/2004), και 19 παρ.παρ.1-2 ν.1715/1951 (όπως η παρ.2 συμπληρώθηκε με το άρθρο 41 παρ.11 ν.2065/92), απέρριψε τους σχετικούς λόγους της ασκηθείσας ανακοπής κατά της εκδοθείσας σε βάρος του, από την αναιρεσίβλητη, με βάση την αναφερομένη σ'αυτούς (λόγους) τελεσίδικη, όχι όμως αμετάκλητη, αναγνωριστική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, υπ'αριθμ. 1054/2006 Δ/γής Πληρωμής του Δικαστή του Μον/λούς Πρωτ. Αθηνών, σύμφωνα με τους οποίους η τελευταία πάσχει ακυρότητα, απορρέουσα από το νομικά ανεπίτρεπτο της έκδοσής της λόγω αφενός της προβλεπομένης από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του ν.3068/2002 απαγόρευσης εκτέλεσης σε βάρος του Δημοσίου των διαταγών πληρωμής, η οποία (απαγόρευση) αναιρεί το έννομο συμφέρον της αναιρεσίβλητης για την έκδοσή της και αφετέρου της κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.παρ. 1-2 ν.1715/1951 απαγόρευσης εκτέλεσης σε βάρος του Δημοσίου αποφάσεων διοικητικών δικαστηρίων πριν αυτές καταστούν αμετάκλητες, η οποία (απαγόρευση) καθιστά αδύνατη και την έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση τελεσίδικη (και όχι αμετάκλητη) αναγνωριστικά απόφαση, δεχθείσα, εσφαλμένως κατά το αναιρεσείον, ότι "η μεν διάταξη του άρθ. 1 παρ.2 ν.3068/2002 είναι, ως προς τις διαταγές πληρωμής, αντισυνταγματική, η δ' αυτή του άρθ. 19 παρ.παρ.1-2 - ν.1715/1951 δεν εμποδίζει την έκδοση διαταγής πληρωμής αφού οι προβλεπόμενοι γι' αυτήν περιορισμοί αφορούν την εκτελεστότητα των παραπάνω αποφάσεων και όχι το απορρέον απ' αυτές δεδικασμένο με βάση το οποίο ζητήθηκε η έκδοσή της". Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι αφού, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, με την παραπάνω κρίση της η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη σε ορθή ερμηνεία τόσο της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 2 ν.3068/2002 (όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρ. 20 ν.3301/2004), δεχθείσα την αντισυνταγματικότητα της προβλεπομένης από αυτή απαγόρευσης εκτέλεσης σε βάρος του Δημοσίου των διαταγών πληρωμής και συνακόλουθα την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης για την έκδοσή της, όσο και αυτής του άρθρου 19 παρ.παρ.1-2 ν.1715/1951 (όπως η παρ.2 συμπληρώθηκε με το άρθρ.41 παρ.11 ν.2065/1992) δεχθείσα ότι η προβλεπομένη απ' αυτήν απαγόρευση εκτέλεσης σε βάρος του Δημοσίου των αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων πριν αυτές καταστούν αμετάκλητες δεν παρακωλύει την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του τελευταίου με βάση τελεσίδικη (και όχι αμετάκλητη) αναγνωριστική απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, αφού ο τιθέμενος μ' αυτήν περιορισμός αφορά την εκτελεστότητα των εν λόγω αποφάσεων και όχι το δεδικασμένο που απορρέει απ' αυτές.
    Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή, ανακοπή κλπ απορρίφθηκε ως αόριστη ή ως μη νόμιμη (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2011). Κατ' ακολουθίαν αυτών οι ίδιοι ως άνω λόγοι, κατά το δεύτερο σκέλος τους, με τους οποίους προβάλλεται από το αναιρεσείον η από το άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση "με ανεπαρκείς, αυθαίρετες και αντιφατικές αιτιολογίες" απέρριψε ως μη νόμιμους τους παραπάνω λόγους της κατά της αναιρεσίβλητης ασκηθείσας ανακοπής, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι αφού η προβαλλομένη ως άνω αιτίαση δεν αναφέρεται σε έλλειψη και ανεπαρκεία αιτιολογίας σχετικής με την επί της ουσίας αλλά με την περί του νομικά βασίμου κρίση της προσβαλλομένης απόφασης για την οποία δεν παρέχεται ο από το άρθρο 559 αρ. 19 αναιρετικός λόγος (ΟλΑΠ 3/97, ΑΠ 701/11). Κατ' ακολουθίαν αυτών και ενόψει της μη υπάρξεως άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης χωρίς να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της νικήσασας αναιρεσίβλητης, ελλείψει σχετικού αιτήματος της τελευταίας.
    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-1-2013 αίτηση αναίρεσης της 2836/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
    Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2014. Και
    Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2014.
    Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 

Δικαστήριο:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος:
ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:
1825
Ετος:
2013


Περίληψη
Αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου, ΟΤΑ κ.λπ. - Εκτελεστοί τίτλοι - Διαταγή πληρωμής - Αντισυνταγματικότητα ρύθμισης - Αναίρεση για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου -. Έκδοση διαταγών πληρωμής και εκτέλεση τούτων κατά του Δημοσίου ΝΠΔΔ και ΟΤΑ. άρθρ. 20 ν. 3301/2004). Η νομοθετική ρύθμιση του άνω άρθρου, κατά την οποία δεν εκτελούνται οι αναφερόμενοι σ' αυτή εκτελεστοί τίτλοι, μεταξύ των οποίων και οι διαταγές πληρωμής, αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και των Διεθνών Συμφώνων και ως εκ τούτου είναι δυνατή, η από τον αρμόδιο πολιτικό δικαστή (ειρηνοδίκη ή δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου) έκδοση διαταγής πληρωμής, συντρεχουσών των προς τούτο προϋποθέσεων εις βάρος του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ και αν ακόμη η υποκείμενη σχέση, από την οποία απορρέει η χρηματική απαίτηση προς πληρωμή της οποίας ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΑΠ 2347/09). Βάσιμος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Το Εφετείο αφ’ ενός μεν δεν εφάρμοσε, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει, τις διατάξεις των άρθρων: 94 και 95 παρ. 5 Σ, 2 παρ. 3 και 14 παρ. 1 εδ. α’ ΔΣΑΠΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ενώ αφ’ετέρου, εφάρμοσε, ενώ δεν έπρεπε να εφαρμόσει ως αντισυνταγματική, την διάταξη η οποία προστέθηκε στο άρθρο 1 Ν. 3068/2002 με το άρθρο 20 Ν. 3301/2004 και σύμφωνα με την οποία δεν θεωρούνται δικαστικές αποφάσεις και δεν εκτελούνται, μεταξύ των άλλων και κατά των Ο.Τ.Α., οι διαταγές πληρωμής.
Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 1825/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
    ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
    Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " …" και τον διακριτικό τίτλο " …" τελούσας υπό εκκαθάριση και εκπροσωπούμενης νόμιμα από τους εκκαθαριστές της 1) Ε. Χ., 2) Δ. Χ. του Χ. και 3)Ι. Ι., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λακαφώση.
    Τoυ αναιρεσιβλήτου: Πρωτοβαθμίου Οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΝΕΑΣ ΣΜΥΡΝΗΣ", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Σκλιβάγκου.
    Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2005 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2662/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4081/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-7-2011 αίτησή της.
    Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, διορθώνοντας την από 12-4-2013 έκθεσή του, εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης.
    Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
    ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α' ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν [Α.Π.113/2012]. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 24 του Συντάγματος: " 1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου 2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια, 4. Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα διοικητικής φύσης, όπως νόμος ορίζει. Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται και η λήψη μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει: "Κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος: "Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης". Στο άρθρο 1 του ν.3068/2002 (ΦΕΚ 274/14.11.2002), όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 20 του ν.3301/2004, που εκδόθηκε εις εκτέλεση του άρθρου 94 παρ.4 του Συντάγματος, ορίζεται: "Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει". Επακολούθησε ο ν. 3301/2004, με το άρθρο 20 του οποίου προστέθηκε στο άνω άρθρο 1 του ν.3068/02 εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο, δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του παρόντος νόμου και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ'- ζ' της παρ.2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και oι κατά τα άρθρα 623 επ. του ιδίου Κώδικα εκδιδόμενες από τον αρμόδιο δικαστή διαταγές πληρωμής), πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων. Περαιτέρω, το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που, μαζί με το προαιρετικό Πρωτόκολλό του, κυρώθηκε με τον ν.2462/1997, και άρχισε να ισχύει για την Ελλάδα από 5.8.1997 (Ανακοίνωση Υπ. Εξωτ. Φ.0546/62/Α1/292/ Μ.2870/7.5.1997), έχει δε υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, στο άρθρο 2 παρ.3 αυτού ορίζει: "Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο αναλαμβάνουν την υποχρέωση: α) να εγγυώνται ότι κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες, που αναγνωρίζονται στο παρόν Σύμφωνο, παραβιασθούν, θα έχει στη διάθεσή του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και αν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητά τους, β) να εγγυώνται ότι η αρμόδια δικαστική, διοικητική., νομοθετική... αρχή ... θα αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, και να προωθήσουν τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής, γ) να εγγυώνται την εκτέλεση, από τις αρμόδιες αρχές, κάθε απόφασης που θα έχει κάνει δεκτή τη σχετική προσφυγή". Τέλος, το άρθρο 14 παρ.1 εδ.α'του ίδιου Συμφώνου ορίζει: "Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί από ... δικαστήριο ... το οποίο θα αποφασίσει ... και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα" . Με τη διάταξη αυτή συμπορεύεται και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, που καθιερώνεται με το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (η οποία κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974), καθώς και με το άρθρο-20 παρ.1 του Συντάγματος. Οι ως άνω διατάξεις δεν ιδρύουν μόνο διεθνή ευθύνη των συμβαλλομένων κρατών, αλλά έχουν άμεση εφαρμογή και υπερνομοθετική ισχύ, άρα θεμελιώνουν δικαιώματα υπέρ των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους. Οι διατάξεις αυτές εγγυώνται όχι μόνο την ελεύθερη πρόσβαση σε δικαστήριο, αλλά και την πραγματική ικανοποίηση του δικαιώματος που επιδικάσθηκε από το δικαστήριο, δηλαδή το δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς την οποία η προσφυγή στο δικαστήριο θα απέβαλλε την ουσιαστική αξία και χρησιμότητά της (Ολ. ΑΠ 21/2001). Από τις εκτεθείσες συνταγματικές διατάξεις και εκείνες του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ σαφώς συνάγεται ότι, προς επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, επιτρέπεται η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων κατά του Δημοσίου, ΟΤΑ και νομικών ν.π.δ.δ., με τις οποίες επιδικάζονται εις βάρος τους χρηματικές απαιτήσεις, στους τίτλους δε αυτούς συμπεριλαμβάνονται και οι κατά τα άρθρα 627 επ. ΚΠολΔ διαταγές πληρωμής, οι οποίες ναι μεν εκδίδονται από δικαστή, χωρίς προηγουμένως να ακουστεί και να αναπτύξει τις απόψεις του ο καθού, μετά από εξέταση της συνδρομής των κατά νόμο προϋποθέσεων για την έκδοσή τους και όχι από συγκροτημένο δικαστήριο, πλην όμως εξομοιώνονται λειτουργικώς με τις δικαστικές αποφάσεις, διότι αφ' ενός μεν επιλύουν διαφορές, εφ' ετέρου δε, ανταποκρίνονται στα βασικά λειτουργικά γνωρίσματα της προβλεπόμενης από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι παρέχεται η δυνατότητα στον καθού να ασκήσει ανακοπή και να προβάλει τους ισχυρισμούς του, τόσο ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης της διαταγής πληρωμής όσο και ως προς την απαίτηση. Παρέπεται, ότι η άνω νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 20 ν. 3301/2004, κατά την οποία δεν εκτελούνται οι αναφερόμενοι σ' αυτή εκτελεστοί τίτλοι, μεταξύ των οποίων και οι διαταγές πληρωμής, αντίκειται στις ειρημένες διατάξεις του Συντάγματος και των Διεθνών Συμφώνων και ως εκ τούτου είναι δυνατή, η από τον αρμόδιο πολιτικό δικαστή (ειρηνοδίκη ή δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου) έκδοση διαταγής πληρωμής, συντρεχουσών των προς τούτο προϋποθέσεων εις βάρος του Δημοσίου, ΟΤΑ και ν.π.δ.δ., και αν ακόμη η υποκείμενη σχέση, από την οποία απορρέει η χρηματική απαίτηση προς πληρωμή της οποίας ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (Α.Π. 2347/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα της δικογραφίας, κατόπιν αιτήσεως της ήδη αναιρεσειούσης εταιρίας εξεδόθη από τον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί τη βάσει τεσσάρων τιμολογίων - δελτίων αποστολής και των συνοδευόντων αυτά λοιπών εγγράφων η υπ' αριθ. 3185/2005 διαταγή πληρωμής. Με αυτήν υποχρεώθηκε ο καθ' ού και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος να καταβάλει στην αναιρεσείουσα νομιμοτόκως το ποσόν των 57.243,22 ευρώ. Αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της διαταγής πληρωμής με επιταγή προς εκτέλεση για το συνολικό ποσόν των 65.356,64 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονται το ανωτέρω κεφάλαιο, οι τόκοι και τα έξοδα, επεδόθη στον αναιρεσίβλητο Δήμο, ο οποίος άσκησε την ένδικη ανακοπή κατά της εκτελέσεως. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, ότι σύμφωνα με το άρθρο 1 Ν.3068/2002, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 Ν.3301/2004, δεν είναι δικαστική απόφαση και δεν εκτελείται κατά του αναιρεσιβλήτου Δήμου η αναφερθείσα διαταγή πληρωμής. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση του Δήμου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή του Δήμου κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την ανακοπή, την οποία δέχθηκε κατ'ουσίαν και ακύρωσε την επιταγή προς πληρωμή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα το Εφετείο αφ' ενός μεν δεν εφάρμοσε, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει, τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις των άρθρων α') 94 και 95 παρ.5 του Συντάγματος, β') 2 παρ.3 και 14 παρ.1 εδ.α' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν.2462/1997) και γ') 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., αφ'ετέρου δε, εφάρμοσε, ενώ δεν έπρεπε να εφαρμόσει ως αντισυνταγματική, την διάταξη η οποία προστέθηκε στο άρθρο 1 Ν.3068/2002 με το άρθρο 20 Ν.3301/2004 και σύμφωνα με την οποία δεν θεωρούνται δικαστικές αποφάσεις και δεν εκτελούνται, μεταξύ των άλλων και κατά των Ο.Τ.Α., οι διαταγές πληρωμής. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Ακολούθως, παρελκούσης της ερεύνης του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης.
    ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4081/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
    Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
    Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης, τα οποία ορίζει σε χίλια (1000) ευρώ.
    Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2013.
    Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ
 ΤΡΑΠΕΖΑ  ΝΟΜΙΚΩΝ  ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ  ΔΣΑ


ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 

Δικαστήριο:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ
Τόπος:
ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:
2347
Ετος:
2009




Περίληψη
Εκτέλεση διαταγής πληρωμής κατά Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ - Εξομοίωση των διαταγών πληρωμής με δικαστικές αποφάσεις - Δικαιοδοσία - Σύστημα διοικητικής επίλυσης διαφορών από την εκτέλεση δημόσιου έργου - Άρνηση πληρωμής της αμοιβής του αναδόχου -. Εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων κατά του Δημοσίου, ΟΤΑ και νπδδ, με τις οποίες επιδικάζονται χρηματικές απαιτήσεις εις βάρος τους. Στους τίτλους αυτούς συμπεριλαμβάνονται και οι κατά τα άρθρα 627 επ. ΚΠολΔ διαταγές πληρωμής, δεδομένου ότι παρέχεται η δυνατότητα στον καθού να ασκήσει ανακοπή και να προβάλει τους ισχυρισμούς του, τόσο ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης της διαταγής πληρωμής όσο και ως προς την απαίτηση. Αντίθεση με διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του ΔΣΑΠΔ της νομοθετικής ρύθμισης του άρθρου 20 ν. 3301/2004 που αποκλείει την εκτέλεση εναντίον του Δημοσίου κλπ ορισμένων εκτελεστών τίτλων μεταξύ των οποίων και οι διαταγές πληρωμής και ως εκ τούτου είναι δυνατή, η από τον αρμόδιο πολιτικό δικαστή (ειρηνοδίκη ή δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου) έκδοση διαταγής πληρωμής, συντρεχουσών των προς τούτο προϋποθέσεων εις βάρος του Δημοσίου, ΟΤΑ και ν.π.δ.δ., και αν ακόμη η υποκείμενη σχέση, από την οποία απορρέει η χρηματική απαίτηση προς πληρωμή της οποίας ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όπως συμβαίνει επί διαφοράς από σύμβαση δημόσιου έργου. Καθιέρωση συστήματος διοικητικής επίλυσης των διαφορών από την εκτέλεση δημόσιου έργου επί ποινή απαραδέκτου. Πριν από την άσκηση προσφυγής ενώπιον του διοικητικού εφετείου, ο ανάδοχος του οποίου τα έννομα συμφέροντα προσβάλλονται με πράξεις της διευθύνουσας υπηρεσίας δικαιούται μέσα σε τακτή προθεσμία να ασκήσει ένσταση στην προϊσταμένη αρχή και στη συνέχεια αίτηση θεραπείας. Όταν όμως δεν ...